ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 51/2026)
5 Μαρτίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
_________________________________
Ν. Δημητρίου, για τον Εφεσείοντα.
Σ. Πίπη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Με την παρούσα, ο εφεσείων προσβάλλει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία, αφού είχε παραπεμφθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου, διατάχθηκε η κράτησή του μέχρι την εκεί εμφάνισή του.
Ο εφεσείων, ο οποίος είναι ο κατηγορούμενος 2 επί του κατηγορητηρίου αντιμετωπίζει τις πιο κάτω κατηγορίες, όπως αυτές συνοψίστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο:
«Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορίες για αδικήματα που έλαβαν χώρα μεταξύ 01/01/2026 - 08/02/2026, αναφορικά με τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977 και ειδικότερα κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β κατά παράβαση του άρθρου 6(2) του Ν. 29/77 (κατηγορίες 3,4 και 5), κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια κατά παράβαση του άρθρου 6(3) του N. 29/77 (κατηγορίες 8,9,11), κατηγορίες προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β από άλλο πρόσωπο κατά παράβαση του 6(1) και 6(2) του Ν. 29/77 (κατηγορίες 7, 10 και 13), κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και ειδικότερα εμπορίας ναρκωτικών κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 1 και 2).
[…]
Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει περαιτέρω κατηγορίες για αδικήματα που έλαβαν χώρα στις 22/05/2025 και συγκεκριμένα κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 34,66 γραμμάρια κάνναβη κατά παράβαση του άρθρου 6(2) του Ν. 29/77 (κατηγορία 17), κατηγορία προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β από άλλο πρόσωπο κατά παράβαση του 6(1) και 6(2) του Ν. 29/77 (κατηγορία 18) και κατηγορία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια κατά παράβαση του άρθρου 6(3) του Ν. 29/77 (κατηγορία 19).
![]()
Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει περαιτέρω κατηγορίες για αδικήματα που έλαβαν χώρα στις 05/06/2024 και συγκεκριμένα κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 2,09 γραμμάρια κάνναβη κατά παράβαση του άρθρου 6(2) του Ν. 29/77 (κατηγορία 20), κατηγορία προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β από άλλο πρόσωπο κατά παράβαση του 6(1) και 6(2) του Ν. 29/77 (κατηγορία 21).»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε δικαιολογημένο το αίτημα κράτησης του εφεσείοντα τόσο στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας, όσο και στη βάση του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων.
Με τρεις λόγους έφεσης προσβάλλεται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Παρατηρούμε, ως και η παρατήρηση της πλευράς του εφεσείοντα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε λανθασμένες αναφορές για τις κατηγορίες που ο εφεσείων αντιμετωπίζει. Από αυτό το σημείο της απόφασής μας, σημειώνουμε ότι εξετάζουμε την ουσία των υπό κρίση θεμάτων επί των κατηγοριών που ο εφεσείων αντιμετωπίζει στην πραγματικότητα.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως σφάλμα αρχής η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εάν ο εφεσείων αφεθεί ελεύθερος, ενδέχεται να διαπράξει νέα αδικήματα. Επισημαίνουμε ότι ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελεί αυτοτελή λόγο κράτησης, επομένως, ως έχουμε υποδείξει στην ΝΕΣΤΩΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 26/2026, ημερομηνίας 10.2.2026, από τυχόν αποτυχία του δεύτερου λόγου έφεσης, συνεπάγεται και η αποτυχία της παρούσης έφεσης, χωρίς να χρειάζεται να κριθούν οι λοιποί λόγοι έφεσης. Στην ΝΕΣΤΩΡΟΣ, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Έχοντας, συνεπώς, κριθεί ότι υφίστατο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι την επόμενη δικάσιμο, το θέμα τελειώνει εδώ. Ως λέχθηκε στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109: «Έχουμε την άποψη πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου με εγγυήσεις. Η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας».
(Βλ. Επίσης ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 309/2025, ημερομηνίας 13.1.2026).»
Όσον αφορά στις αρχές που εφαρμόζονται σε σχέση με το ζήτημα του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων, παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την IGNATOVA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025:
«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων:
«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:
«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»
Υπό τω φως των ανωτέρω, θα εξετάσουμε στη συνέχεια το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το επίδικο αυτό ζήτημα:
«Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, η Κατηγορούσα Αρχή αναφέρθηκε στο γεγονός ότι εναντίον του, στο πλαίσιο του ίδιου κατηγορητηρίου αντιμετωπίζει ακόμα τέσσερις κατηγορίες, αναφορικά με παρόμοιας φύσης αδικήματα τα οποία συνέβησαν σε διαφορετικούς χρόνους. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και συγκεκριμένα για 34,66 γραμμάρια κάνναβης στις 22/05/25 (κατηγορία 17). Επίσης κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο και για την ίδια ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β κατηγορείται για κατοχή με σκοπό την προμήθεια (κατηγορία 18 - άρθρο 6(3) του Ν.29/77) και για προμήθεια από άλλο πρόσωπο (κατηγορία 19 - άρθρο 6(1)(2) του Ν. 29/77). Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και συγκεκριμένα για 2,09 γραμμάρια κάνναβης στις 05/06/24 (κατηγορία 20), όπως επίσης και για προμήθεια της εν λόγω ποσότητας από άλλο πρόσωπο (άρθρο 6(1)(2) Ν.29/77 - κατηγορία 21).
Επισημαίνω ότι τα αδικήματα που κατηγορείται ότι διέπραξε ο Κατηγορούμενος 2 σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις (05/06/24 - 22/05/25 και 31/01/26) είναι παρόμοιας φύσης και εντός σύντομου χρονικού διαστήματος (περί τους 18 μήνες). Το γεγονός αυτό κατά την κρίση μου αποτελεί επαρκή ένδειξη για τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων από πλευράς κατηγορούμενου 2. Αξίζει επίσης να σημειωθεί και η τάση που αναδεικνύεται από τις πιο πάνω κατηγορίες, με τον κατηγορούμενο 2 να κατηγορείται κάθε φορά και για σοβαρότερα αδικήματα της ίδιας φύσης.
Σε αυτό το πλαίσιο έρχεται να προστεθεί και η εκκρεμούσα ποινική υπόθεση 3202/25, εναντίον του κατηγορούμενου 2, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Β. Η εν λόγω ποινική υπόθεση αφορά τα αδικήματα της κατοχής επιθετικού οργάνου ήτοι μίας σιδερογροθιάς κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του Κεφ. 159 και της μεταφοράς Μάχαιρας που καταλήγει σε μυτερή άκρη, εκτός οικίας κατά παράβαση του άρθρου 82(2) του Κεφ. 154. Τα εν λόγω αδικήματα κατηγορείται ότι τα διέπραξε ο κατηγορούμενος 2 στις 19/03/2025. Δεν παραβλέπω ότι τα αδικήματα της συγκεκριμένης εκκρεμούσας ποινικής είναι ήσσονος βαρύτητας σε σχέση με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης και μάλιστα μη συναφή. Κατά την κρίση μου, όμως, δεν παύει και η παρούσα ποινική υπόθεση να αναδεικνύει, δυστυχώς, την ροπή του Κατηγορούμενου 2 προς την παρανομία, εντός, μάλιστα, ενός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος, γεγονός που αναπόφευκτα προσθέτει στον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων από μέρους του.
Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω θεωρώ βάσιμο τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων από μέρους του κατηγορούμενου 2 σε περίπτωση απόλυσης του.»
Εφαρμόζονται τα όσα λέχθηκαν στην A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022, αναφορικά με αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο, σε έφεση ως η παρούσα:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Ο εφεσείων παραπονείται ότι σε σχέση με τις κατηγορίες 17-21, (οι οποίες όπως προαναφέρθηκε, αφορούσαν αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν τα έτη 2024 και 2025) δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επομένως δεν ήταν δυνατόν να καταδείξουν πιθανότητα διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων.
Διαφωνούμε με την εισήγηση αυτή. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για κατάληξη σε συμπέρασμα πιθανολόγησης διάπραξης άλλων αδικημάτων (βλ. ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΡΡΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 81/2023, ημερομηνίας 10.5.2023). Τέτοια πιθανολόγηση, δύναται να συναχθεί και από εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος (βλ. ALJUMAA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 267/2025, ημερομηνίας 13.10.2025). Σε τέτοια δε περίπτωση, η ύπαρξη και μόνο της εκκρεμούσης ποινικής διαδικασίας αποτελεί στοιχείο που μπορεί να συνυπολογιστεί, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση του μαρτυρικού υλικού που την αφορά. Επομένως, το γεγονός ότι εν προκειμένω οι κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου οι οποίες αφορούν παρόμοιας φύσης αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν σε χρόνο προηγούμενο του φερόμενου χρόνου διάπραξης των σοβαρότερων αδικημάτων, δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο ξεχωριστής εκκρεμούσης διαδικασίας, δεν αναιρεί τη δυνατότητα αυτές να ληφθούν υπόψη από το εκδικάζον το ζήτημα της κράτησης πρωτόδικο Δικαστήριο, έστω και αν δεν υπήρχε ενώπιόν του μαρτυρία που να τις υποστηρίζει.
Εν όψει των πιο πάνω παρατηρήσεων μας, δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και αποφάσισε το ζήτημα. Θεωρούμε ότι τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του, τού επέτρεπαν να καταλήξει σε διαπίστωση κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων, χωρίς να παρέχεται έτσι πεδίο επέμβασής μας στην αιτιολογημένη κρίση του. Ορθά, κρίνουμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ικανοποιείτο η συγκεκριμένη βάση κράτησης.
Συνακόλουθα κρίνεται αβάσιμος ο δεύτερος λόγος έφεσης, γεγονός που σφραγίζει το αποτέλεσμα της παρούσας έφεσης. Για σκοπούς πληρότητας, θα εξετάσουμε και τους λοιπούς λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται σφάλμα αρχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα. Υπενθυμίζουμε συναφώς, ότι η πιθανότητα καταδίκης εξετάζεται ως ένα εκ των αντικειμενικών κριτηρίων, που πρέπει να πληρούνται ώστε να διαπιστωθεί ο κίνδυνος φυγοδικίας (βλ. μεταξύ άλλων, την πρόσφατη CELESTINE ONYEKA OBI κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 21/2026, 25/2026, ημερομηνίας 17.2.2026).
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα καταδίκης και την ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης εάν ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος. Στο πλαίσιο δε του τρίτου λόγου έφεσης, γίνεται αναφορά περί ύπαρξης βεβαιότητας καταδίκης για τις κατηγορίες 3 και 13 που αντιμετωπίζει ο εφεσείων, οι οποίες αφορούν αφενός στην κατοχή ποσότητας 60 γρ. κάνναβης, ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και στην προμήθεια της εν λόγω ποσότητας από τους κατηγορούμενους 1 και 3.
Στον πρώτο λόγο έφεσης, το παράπονο του εφεσείοντα εστιάζεται στο εξής λεκτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου:
«Ενόψει της ενώπιον μου μαρτυρίας, χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση αυτής, θεωρώ ότι καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα καταδίκης των κατηγορουμένων 1 και 2 στις
κατηγορίες 1-13 που αντιμετωπίζουν, χωρίς βεβαίως η διαθέσιμη μαρτυρία να αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση τους.»
Ο εφεσείων επισημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζει τις κατηγορίες, 2, 5, 6, 10, 11 και 12 ενώ σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες 1, 4, 7 και 8 οι οποίες τον αφορούν, ουδεμία μαρτυρία δόθηκε ή αντλείται από το μαρτυρικό υλικό που να καταδεικνύει πιθανότητα καταδίκης.
Σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε λεπτομερώς στις εκφάνσεις του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού τις οποίες θεώρησε ότι καταδεικνύουν ορατή πιθανότητα καταδίκης σε σχέση με τα αδικήματα στα οποία αναφέρθηκε. Δεν παρέλειψε, ως εισηγήθηκε ο εφεσείων ενώπιόν μας, να αναφερθεί στην εκδοχή του εφεσείοντα όπως προκύπτει από την κατάθεσή του, αναφορά η οποία θεωρούμε ότι δεν ήταν εν πάση περιπτώσει απαραίτητη. Εν όψει τούτων δεν τυγχάνει εφαρμογής οτιδήποτε από τα λεχθέντα στην ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 185/2020, ημερομηνίας 25.11.2020, ECLI:CY:AD:2020:B405. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην εκτίμησή του αναφορικά με το ότι αναδύεται από το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας, η διασύνδεση του εφεσείοντα με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα κρίνουμε αβάσιμο και απορρίπτουμε τον πρώτο λόγο έφεσης, καθώς και τον τρίτο λόγο έφεσης στον βαθμό που αφορά την πιθανολόγηση καταδίκης.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προωθείται επίσης ότι η ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης για τις πιο πάνω κατηγορίες που αφορούν την κατοχή 60 γρ. κάνναβης, δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σχετικά με τον κίνδυνο φυγοδικίας.
Στην ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 14/2026, ημερομηνίας 28.1.2026, εξετάσαμε συναφές ζήτημα και αναφέραμε τα εξής:
«Υπενθυμίζεται το τι εξετάζεται σε περιπτώσεις ως η παρούσα, όπως επεξηγήθηκε στην ΧΑΜΝΤ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/2021, ECLI:CY:AD:2021:B485, ημερομηνίας 27.10.2021 :
«Όπως είναι νομολογημένο ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται στη βάση των τριών αντικειμενικών κριτηρίων, σοβαρότητας αδικήματος, πιθανότητας καταδίκης και ενδεχόμενο αυστηρής τιμωρίας λαμβανομένων, όμως, σοβαρώς υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης (Χατζηδημητρίουv. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 45, Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Σιακαλλή v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, Παρασκευά v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607, Δημητρίου v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130 και Τουμάζου v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 70,
[.]
Δεν μας διαφεύγει ότι στην ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 538, λέχθηκε ότι η ποσότητα των ναρκωτικών επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί, κριτήριο που επίσης εξετάζεται κατά την εκτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας.»
Στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω), καταλήξαμε ότι για τους σκοπούς της εκτίμησης της ενδεχόμενης ποινής στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος κράτησης, θα ήταν αδιάφορο αν η κατηγορία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, αφορούσε δύο ή τρία κιλά κάνναβης, με δεδομένο ότι για αμφότερες περιπτώσεις, η ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης θα ήταν πολυετής.
Επί του σημείου αυτού, στην παρούσα υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι σε περίπτωση καταδίκης του, ο εφεσείων αντιμετωπίζει πολυετή ποινή φυλάκισης, χωρίς να παραγνωρίζεται η ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β που αποτελεί το αντικείμενο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Σημειώνουμε συναφώς, ενδεικτικά πως μεταξύ άλλων, ο εφεσείων κατηγορείται στην κατηγορία 4, ότι μαζί με τους άλλους κατηγορουμένους κατείχε ποσότητα 1107 γραμμαρίων κάνναβης, ήτοι ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Πρόκειται για αδίκημα σε σχέση με το οποίο επιβάλλεται, σύμφωνα με τη νομολογία, πολυετής ποινή φυλάκισης. Θεωρούμε ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την ενασχόλησή του με το ζήτημα της ποινής. Δεν αναμένεται στο στάδιο αυτό όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο προβεί σε περαιτέρω διεργασία υπολογισμού της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί. Ορθή θεωρούμε και την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων αντιμετώπιζε πολυετή ποινή φυλάκισης, ώστε να πληρείται το σχετικό ως άνω κριτήριο της νομολογίας στην οποία παραπέμψαμε. Τα ως άνω καταρρίπτουν το επιχείρημα του εφεσείοντα ότι το τι αυτός αντιμετωπίζει δεν δικαιολογεί τις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Απορρίπτεται συνεπώς ο τρίτος λόγος έφεσης στην ολότητά του.
Συνακόλουθα των ως άνω, η έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο