ΣΑΒΒΑΣ ΣΑΒΒΑ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 58/2026, 6/3/2026
print
Τίτλος:
ΣΑΒΒΑΣ ΣΑΒΒΑ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 58/2026, 6/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 58/2026)

 

6 Μαρτίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΣΑΒΒΑΣ ΣΑΒΒΑ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

____________________________

 

Α. Κορέλλης για Τσολακίδης & Κορέλλης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Γ. Σοφοκλή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία διατάχθηκε η παραπομπή του εφεσείοντα σε αστυνομική κράτηση για περίοδο οκτώ ημερών, προς διευκόλυνση του ανακριτικού έργου της Αστυνομίας. Κατ' ακρίβειαν, πρόκειται για δεύτερο τέτοιο διάταγμα, αφού προηγήθηκε περίοδος κράτησης του εφεσείοντα, επίσης για οκτώ ημέρες.

 

Η διαδικασία προσωποκράτησης αφορούσε τον εφεσείοντα, ως ύποπτο 2, μαζί με ακόμη ένα πρόσωπο, τον ύποπτο 1. Θεωρήθηκαν ύποπτοι για συμμετοχή σε αδικήματα παράνομης κατοχής ναρκωτικών τάξεως Α και Β και κατοχής αυτών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών, παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο συνόψισε τη μαρτυρία που δόθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος και παρέθεσε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα της προσωποκράτησης προσώπου προς διευκόλυνση των ανακρίσεων. Καταγράφοντας με λεπτομέρεια τα γεγονότα από τα οποία συνάγεται η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι οι δύο ύποπτοι δυνατόν να ενέχοντο στη διάπραξη των αναφερόμενων αδικημάτων, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε τόσο στα γεγονότα που η Αστυνομία αρχικά είχε διαπιστώσει, όσο και στα γεγονότα τα οποία διαπιστώθηκαν κατά τη διερεύνηση των αδικημάτων μετά την πρώτη προσωποκράτηση των υπόπτων. 

 

Χωρίς να θεωρούμε απαραίτητη την ακριβή καταγραφή των γεγονότων που αναφέρθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, χρήσιμο είναι, πολύ συνοπτικά, να αναφερθεί η δράση της Αστυνομίας να θέσει τους δύο υπόπτους υπό παρακολούθηση, μετά από πληροφορία ότι ασχολούνταν με την εμπορία και διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών, κάνναβης και κοκαΐνης, και ο εντοπισμός των όσων αφορούν τα αδικήματα σε χώρο τον έλεγχο του οποίου είχε ο ύποπτος 1, στην παρουσία και των δύο υπόπτων.

 

Έχοντας αναφερθεί στις νομολογιακές αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για έκδοση του ζητούμενου διατάγματος προσωποκράτησης και, κρίνοντας, επίσης, δικαιολογημένο το χρονικό διάστημα των οκτώ ημερών, εξέδωσε ανάλογο διάταγμα.

 

 Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με τρεις λόγους έφεσης.

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αυθαίρετα και παραγνωρίζοντας πλήρως το περιεχόμενο της μαρτυρίας και κατά παράβαση των βασικών κανόνων απόδειξης, αποφάσισε ότι συντρέχει η προϋπόθεση της αναγκαιότητας για την προσωποκράτηση του εφεσείοντα. Αιτιολογικά, βάση αποδίδεται στο ότι δεν αναζητούνταν τεκμήρια πλην κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, ούτε αποδείχθηκε κίνδυνος καταστροφής των σχετικών τεκμηρίων. Τίθεται, επίσης, ότι τέτοια κλειστά κυκλώματα δεν συσχετίζονταν με τον εφεσείοντα αλλά με πιθανή διαδρομή δύο άλλων προσώπων. Προβάλλεται, παράλληλα, ότι το Δικαστήριο απέδωσε βάρος απόδειξης στον εφεσείοντα να αποδείξει μη επηρεασμό της μαρτυρίας.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται λανθασμένη και ανεπαρκής αιτιολογία αναφορικά με την εύλογη υπόνοια σύνδεσης του εφεσείοντα με τα υπό εξέταση αδικήματα σε σχέση με τα εντοπισθέντα στις αποθήκες. Επίκληση γίνεται στο ότι ο εφεσείων δεν συμμετείχε στην εκφόρτωση ναρκωτικών από το αυτοκίνητο δύο άλλων προσώπων και την τοποθέτησή τους στις αποθήκες του πρώτου υπόπτου, ενώ τίποτα το επιπρόσθετο δεν τέθηκε για σύνδεσή του με τα εντοπισθέντα στις αποθήκες.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης αποδίδεται σφάλμα αρχής στην έγκριση του αιτήματος για χρονική περίοδο οκτώ ημερών. Προβάλλεται, συναφώς, η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας της Αστυνομίας δεν ρωτήθηκε αναφορικά με τον απαιτούμενο χρόνο διερεύνησης των στοιχείων που αναζητούνταν, ώστε να διαπιστωθεί ότι ο χρόνος που ζητείται είναι υπερβολικός. Προβάλλεται, επίσης, ότι με αυτόν τον τρόπο το πρωτόδικο Δικαστήριο έθεσε βάρος απόδειξης στους ώμους της πλευράς του εφεσείοντα, ενώ δεν κατανόησε και παρερμήνευσε τα όσα αφορούν το εναπομείναν ανακριτικό έργο και τον χρόνο που το αφορά.

 

Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε, ως πράξαμε και στις ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 282/2025, ημερομηνίας 3.11.2025 και ΑΝΔΡΕΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2025, ημερομηνίας 16.10.2025, ότι σκοπός ενός διατάγματος, ως το υπό κρίση, είναι η διευκόλυνση των Αστυνομικών Αρχών στη διερεύνηση αδικήματος. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ατόμου χάριν των αστυνομικών ανακρίσεων συγκεφαλαιώνονται στην υπόθεση STAMATARIS v. POLICE (1983) 2 C.L.R. 107 και αντανακλώνται σε πληθώρα μεταγενέστερων αποφάσεων. Οι αρχές αυτές, ως ορθά διατυπώθηκαν και από το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι ότι το βάρος είναι στην Αστυνομία να αποδείξει ότι, πρώτον, έχει διαπραχθεί το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η κράτηση, δεύτερον, ότι υπάρχει μαρτυρία που να δημιουργεί εύλογες υποψίες ότι ο ύποπτος συνδέεται με αυτήν τη διάπραξη, τρίτον, ότι υπάρχει ανακριτικό έργο που δεν συμπληρώθηκε και τέταρτον, ότι η απόλυση του υπόπτου είναι δυνατόν να επηρεάσει τις ανακρίσεις, όπως μαρτυρία ή την εξαφάνιση τεκμηρίων. Το ενδεχόμενο εξαφάνισης του υπόπτου αποτελεί, επίσης, στοιχείο που εξετάζεται. Εφόσον δε, τέτοια διατάγματα επηρεάζουν την ελευθερία του ατόμου, αυτά πρέπει να αιτιολογούνται δικαστικά.

 

Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι υπόνοιες της Αστυνομίας είναι ειλικρινείς και ότι η κράτηση του υπόπτου δεν επιδιώκεται για αλλότριους λόγους. Πρέπει να ικανοποιηθεί, επίσης, ότι οι υποψίες είναι εύλογες, έχοντας υπ' όψιν τα στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή των αστυνομικών αρχών. Το ευρύτερο πλαίσιο, στο οποίο εντάσσεται η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την κράτηση ατόμων για σκοπούς ανακρίσεων, στοιχειοθετείται από την εξισορρόπηση της ανάγκης για προστασία της ελευθερίας του ατόμου αφενός, και την παροχή λογικής ευκαιρίας στις ανακριτικές Αρχές για τη διερεύνηση του εγκλήματος, αφετέρου.

 

Για κάθε μεταγενέστερη αίτηση για ανανέωση του διατάγματος προσωποκράτησης, η Αστυνομία έχει το επιπρόσθετο βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι ο χρόνος που πέρασε χρησιμοποιήθηκε σωστά προς τον σκοπό διερεύνησης του αδικήματος και ότι η παράταση του διατάγματος κράτησης είναι λογικά αναγκαία για τη διεξαγωγή των ανακρίσεων.

 

Διαπιστώνεται συνάφεια στο τι οι τρεις λόγοι έφεσης προβάλλουν, ώστε να καθίσταται ευχερές να εξεταστούν παράλληλα μέσα από μία ενιαία εξέταση της πρωτόδικης κρίσης.

 

Έχουμε με προσοχή εξετάσει καθετί που αφορά την παρούσα διαδικασία, τους λόγους έφεσης και το τι η πλευρά του εφεσείοντα υποστηρίζει, αλλά και τα όσα τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και την πρωτόδικη απόφαση.

 

Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους όσα προβάλλονται από την πλευρά του εφεσείοντα με τους λόγους έφεσης και την επιχειρηματολογία της. Τηρουμένων συγκεκριμένων αναφορών από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι οποίες ενδεχομένως οδηγούν σε παρεξηγημένη αντίληψή τους, θεωρούμε ότι το ουσιαστικό μέρος της πρωτόδικης απόφασης στερεί έρεισμα στις αιτιάσεις του εφεσείοντα.

 

Δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε θέμα ή σημείο της απόφασής του, επιχείρησε να αντιστρέψει το βάρος απόδειξης. Άλλωστε, οι νομολογιακές αρχές, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο τις παρέθεσε, ανταποκρίνονται επ' ακριβώς στο τι αυτό έπραξε επί της ουσίας, έστω χωρίς να πετύχει να εξηγήσει επ' ακριβώς το σκεπτικό του. Διαφαίνεται, από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, ότι οι αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε μη αντεξέταση του μάρτυρα της Αστυνομίας, δεν αποσκοπούσαν στο να παραπέμψουν σε αποτυχία απόσεισης βάρους απόδειξης αλλά να δείξουν μη αμφισβήτηση από πλευράς του εφεσείοντα.

 

Είναι βοηθητικό για καλύτερη αντίληψη να γίνει αναφορά στο τι απασχόλησε στην πρωτόδικη διαδικασία. Πέραν, λοιπόν, των όσων είχαν τεθεί αρχικώς προς υποστήριξη προσωποκράτησης των υπόπτων, προστέθηκαν τα όσα αφορούσαν άλλα δύο πρόσωπα για τα οποία υπάρχει υπόνοια ότι εμπλέκονται στα αδικήματα μαζί με τους δύο υπόπτους, τα όσα αφορούσαν διαπιστώσεις από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης αλλά και ιδιωτικές επικοινωνίες. Με αναφορά πάντοτε στον εφεσείοντα, δεν ευσταθεί η θέση ότι τίποτα το επιπρόσθετο δεν τέθηκε, αφού ως αναφέρθηκε, εντοπίστηκε μαρτυρία από επεξεργασία δεδομένων κινητών τηλεφώνων του πρώτου υπόπτου, σύμφωνα με τα οποία αυτός έδιδε οδηγίες και στον δεύτερο ύποπτο που αφορούσαν πώληση ναρκωτικών. Επομένως, δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση ότι δεν υφίσταται υπόνοια σύνδεσης του εφεσείοντα με τα υπό εξέταση αδικήματα ή ότι, δεδομένου ότι πρόκειται περί δεύτερου αιτήματος προσωποκράτησης, η εμπλοκή του δεν καταδεικνύεται με περισσότερες λεπτομέρειες.

 

Ούτε θεωρούμε ότι ευσταθούν τα παράπονα του εφεσείοντα σε σχέση με την πιθανότητα επηρεασμού της μαρτυρίας και, κατ' επέκταση, της αναγκαιότητας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε το ανακριτικό έργο που διεκπεραιώθηκε μέχρι στιγμής αλλά και αυτό που υπολείπετο, το οποίο αναμένετο να περιλαμβάνει παραλαβή και επιθεώρηση άλλων έξι κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης και αναζήτηση νέων από Λευκωσία και Λάρνακα για να διαπιστωθεί η πορεία των κατασχεθέντων ναρκωτικών (και όχι των καταζητούμενων προσώπων, ως η εισήγηση της πλευράς του εφεσείοντα) και ανάλυση του μεγάλου όγκου δεδομένων της ιδιωτικής επικοινωνίας. Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση της πλευράς του εφεσείοντα σε σχέση με τα όσα αφορούν τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης και τις ιδιωτικές επικοινωνίες σε συνάρτηση με τη δυνατότητα του εφεσείοντα να τα επηρεάσει. Η φύση ενός τέτοιου ανακριτικού έργου είναι τέτοια που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο για διαπίστωση νέων στοιχείων τα οποία να πρέπει να διερευνηθούν και τα οποία ενδεχομένως να επηρεαστούν σε περίπτωση που ο ύποπτος αφεθεί ελεύθερος. Επομένως, ασχέτως διατύπωσης οποιασδήποτε αναφοράς από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δικαιολογείτο κατάληξη ότι το ανακριτικό έργο το οποίο παρέμενε σε εκκρεμότητα ενδεχομένως να επηρεάζετο εάν ο εφεσείων παρέμενε ελεύθερος. Δεν απολήγει το θέμα σε στέρηση της ελευθερίας του εφεσείοντα στη βάση υποθετικών σεναρίων τα οποία ο ίδιος είχε το βάρος να αποκλείσει, το οποίο ασφαλώς θα αποτελούσε σφάλμα αρχής. Επρόκειτο για ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης για την οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ο εφεσείων δυνατό να εμπλέκετο, με τη φύση του ανακριτικού έργου που υπολείπετο να είναι τέτοια που επέτρεπε τη διαπίστωση πιθανότητας επηρεασμού του. Παράλειψη, φυσικά, του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα μπορούσε να λεχθεί ότι αποτελούσε η παραγνώριση της εισήγησης από πλευράς Αστυνομίας περί πιθανότητας διαφυγής των δύο υπόπτων λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν.

 

Όσον αφορά δε τον χρόνο των οκτώ ημερών, επαναλαμβάνουμε ότι δεν διαπιστώνουμε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εναπόθεσε στους ώμους της πλευράς του εφεσείοντα βάρος απόδειξης ότι ο χρόνος αυτός είναι υπερβολικός. Είναι καλώς γνωστόν ότι, επί του προκειμένου, δεν υπάρχει ακριβής φόρμουλα καθορισμού του χρόνου για τον οποίο θα πρέπει να διαταχθεί κράτηση ενός υπόπτου. Ο χρόνος κράτησης συναρτάται με τον όγκο και τη φύση του ανακριτικού έργου που αναμένεται να διεξαχθεί. Είναι εμφανές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για το δικαιολογημένο του ζητούμενου χρόνου στη βάση του τι παρέμεινε να διεξαχθεί ως ανακριτικό έργο. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, να εξηγήσει καλύτερα τη διαπίστωση αυτή, ενώ διαφαίνεται να υπήρξε κάποιου είδους παρανόηση σχετικής εισήγησης του συνηγόρου του εφεσείοντα. Επί της ουσίας όμως, δεν συμφωνούμε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του εφεσείοντα ότι το όλο ζήτημα περιορίζεται στον χρόνο που απαιτείται για την παραλαβή των συγκεκριμένων κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε υπεραπλούστευση του όλου έργου της Αστυνομίας, αφού, ως εξηγούμε και ανωτέρω, απαιτείται εξέταση των δεδομένων και διαπίστωση τυχόν νέων στοιχείων μαρτυρίας. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να κριθεί ότι ο χρόνος των οκτώ ημερών εκφεύγει του επιτρεπτού. Άλλωστε, παραμένει πάντοτε ενεργή η πρόνοια και οδηγία όπως ένας ύποπτος αφεθεί ελεύθερος εάν οι ανακρίσεις ολοκληρωθούν προηγουμένως.

 

Για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στην ορθή κατάληξη, χωρίς η όποια αναφορά του να οδηγεί σε λανθασμένο αποτέλεσμα.

 

Αβάσιμοι κρίνονται και οι τρεις λόγοι έφεσης και απορρίπτονται.

 

Η παρούσα έφεση απορρίπτεται, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο