ΑΗΜΕΤ HUSSEIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 86/2026, 31/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΗΜΕΤ HUSSEIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 86/2026, 31/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 86/2026)

 

31 Μαρτίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΗΜΕΤ HUSSEIN,

Εφεσείων,

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

________________________

 

Άννα-Μαρία Μακρή (κα) για A. Tsentides LLC, για Εφεσείοντα.

Στέλλα Ναθαναήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη. 

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο είναι κατηγορούμενοι στην υπόθεση 383/2026 η οποία παραπέμφθηκε για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στις 8.4.2026. Αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και συγκεκριμένα της υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας, της υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας με πρόθεση προκειμένου να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας, αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αλλά και τρεις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της επίθεσης σε όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του και της επίθεσης σε όργανο της τάξης κατά την άσκηση των καθηκόντων του που του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Τέλος, αντιμετωπίζει και το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού με στολή.

 

Ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα αδικήματα της εισόδου στη Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι και του απαγορευμένου μετανάστη. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ζητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας η κράτηση και των δύο κατηγορούμενων μέχρι τη δίκη τους. Για τον δεύτερο κατηγορούμενο δεν υπήρξε ένσταση στο αίτημα σε αντίθεση με τον πρώτο κατηγορούμενο-εφεσείοντα του οποίου ο συνήγορος ήγειρε σχετική ένσταση.

 

Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής μετά που παρέδωσε το μαρτυρικό υλικό στο πρωτόδικο Δικαστήριο, επιχειρηματολόγησε ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο πρώτος κατηγορούμενος είναι σοβαρά, οι ποινές που προβλέπονται για κάποια από αυτά, είναι πολυετείς ποινές φυλάκισης και ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό υπάρχει μεγάλη πιθανότητα καταδίκης των κατηγορουμένων και δη του πρώτου κατηγορούμενου. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε επίσης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το επιχείρημα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος-εφεσείοντας μεταβαίνει συνεχώς από το οδόφραγμα με αποτέλεσμα ο κίνδυνος μη εντοπισμού του, σε περίπτωση που δεν διαταχθεί η κράτησή του, για να είναι παρών στο Δικαστήριο και να αντιμετωπίσει τη δίκη του, είναι πολύ μεγάλος.

 

Ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου επιχειρηματολόγησε για τους ισχυρούς δεσμούς που έχει αυτός με τη Δημοκρατία, γεγονός το οποίο συνηγορεί υπέρ του να αφεθεί ελεύθερος με όρους. Δεν διαφώνησε με τα όσα τέθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μεταβαίνει στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, αναφέροντας ότι δεν το πράττει τούτο συχνά, και ότι ο λόγος μετάβασής του έχει να κάνει με την επιδιόρθωση του σπιτιού της συζύγου του που βρίσκεται στον Κορμακίτη το οποίο υπέστη εκτεταμένες ζημιές μετά από πυρκαγιά.

 

Ειδικότερα, τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στοιχεία που καταδεικνύουν τη στενή σύνδεση του πρώτου κατηγορουμένου με τη Δημοκρατία. Αυτά είναι, όπως προκύπτουν και από την εκκαλούμενη απόφαση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα:

 

-      Είναι Τουρκοκύπριος ο οποίος διαμένει μόνιμα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από το 2001.

-      Είναι παντρεμένος με Κύπρια. Σχετικά προσκομίστηκε αντίγραφο πιστοποιητικού γάμου.

-      Διαμένει με την οικογένεια του στον Στρόβολο σε ενοικιαζόμενη οικία. Σχετικά προσκομίστηκαν ενοικιαστήριο έγγραφο στο όνομα της συζύγου του με εγγυητή τον κατηγορούμενο 1, λογαριασμός της ΑΗΚ ημερομηνίας 8.4.2026 στο όνομα της συζύγου του και βεβαίωση του Κοινοτάρχη που βεβαιώνει τη διαμονή του και της συζύγου του στην εν λόγω διεύθυνση.

-      Έχει αποκτήσει με τη σύζυγο του οκτώ παιδιά εκ των οποίων το ένα έχει αποβιώσει. Προσκομίστηκαν αντίγραφα πιστοποιητικών γεννήσεως των επτά παιδιών τους και αντίγραφο πιστοποιητικού θανάτου για το όγδοο παιδί.

-      Ένα από τα παιδιά του αντιμετωπίζει αναπηρία και σοβαρής μορφής επιληψία και ο πρώτος κατηγορούμενος έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου τη φροντίδα του και δεν εργάζεται. Προσκομίστηκε σχετική έκθεση.

-      Η σύζυγός του λαμβάνει το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, προσκομίστηκε σχετική κατάσταση παροχής, και είναι μέλος της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων. Κατατέθηκαν αντίγραφα τόσο της πολιτικής της ταυτότητας αλλά και του δελτίου ταυτότητας μέλους της στην Παγκύπρια Οργάνωση Πολυτέκνων.

-      Τέσσερα από τα παιδιά του που είναι ενήλικα εργάζονται στη Δημοκρατία και παρουσιάστηκαν σχετικά αντίστοιχες βεβαιώσεις των εργοδοτών τους.

 

Ο συνήγορός του δήλωσε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι διατεθειμένος να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €20.000, να καταβάλει το ποσό των €3.000 σε μετρητά, να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, να τοποθετηθεί το όνομά του στον κατάλογο των ατόμων των οποίων η έξοδος από τη Δημοκρατία απαγορεύεται (stop-list) και να υπογράφει καθημερινά σε αστυνομικό σταθμό.

 

          Το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στη νομολογία που αφορά το θέμα έκδοσης διατάγματος κράτησης ενός κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του, εστιάστηκε στον κίνδυνο φυγοδικίας που ήταν και ο μόνος που επικαλέστηκε η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Έκρινε ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στα αδικήματα της υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας να εισέλθει στη Δημοκρατία που επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 15 έτη, αλλά και στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες για το οποίο ο νομοθέτης έχει προβλέψει ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια.

 

          Εξέτασε το μαρτυρικό υλικό στην όψη του, χωρίς να το αξιολογήσει, και έκρινε ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης για όλα τα αδικήματα που οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν. Συγκεκριμένα συνοψίζει στην απόφασή του τα ακόλουθα αναφορικά με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος και μας ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας απόφασης:

 

«Την 03/03/2026 περί τις 19:30 το όχημα του Κατηγορουμένου 1 ανακόπηκε για έλεγχο στο οδόφραγμα Αγίου Δομετίου. Σύμφωνα με καταθέσεις δύο τελωνειακών λειτουργών (Κυανούν 3 και 31), ανέκοψαν το όχημα του Κατηγορουμένου 1 για έλεγχο κατά τη διάρκεια προσπάθειάς του να κάνει επαναστροφή για να επιστρέψει στις κατεχόμενες περιοχές. Όταν του ζήτησαν να προβούν σε έλεγχο, ο Κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να διαφύγει χτυπώντας σε άλλο όχημα. Ο ένας εκ των δύο τελωνειακών λειτουργών άνοιξε την πίσω πόρτα του οχήματος και εντόπισε πεσμένο στα πισινά καθίσματα τον Κατηγορούμενο 2. Κάλεσε βοήθεια και στο σημείο έσπευσαν μέλη της αστυνομίας, μεταξύ των οποίων και ο αστ. 3912. Τα μέλη της αστυνομίας έβγαλαν τον Κατηγορούμενο 2 από το όχημα και τον ακινητοποίησαν. Σύμφωνα με την κατάθεση του αστ. 3912 (Κυανούν 1), φώναξε στον Κατηγορούμενο 1 να σταματήσει και εκείνος προσπάθησε να διαφύγει, παρασέρνοντας τον με το αυτοκίνητό του. Όταν εντέλει ακινητοποίησε το όχημα, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να εξέλθει, ο αστυφύλακας προσπάθησε να τον συλλάβει και ο Κατηγορούμενος 1 αντιστεκόταν, σπρώχνοντας και χτυπώντας τον. Σε αντίστοιχες αναφορές προβαίνουν και οι τελωνειακοί λειτουργοί. Σύμφωνα δε με ιατρικό πιστοποιητικό (Κυανούν 13) ο εν λόγω αστυφύλακας εξετάστηκε από ιατρό μετά το περιστατικό και εντοπίστηκαν εκδορές και ερυθρότητα σε διάφορα σημεία του σώματός του. Από τη μαρτυρία αυτή φαίνεται να προέκυψαν τα αδικήματα των Κατηγοριών 4, 5, 6 και 7.

Μετά τη σύλληψη του Κατηγορουμένου 1 και κατόπιν σωματικής έρευνας, εντοπίστηκε αριθμός χαρτονομισμάτων στην τσέπη του παντελονιού του και στην κάλτσα του ενός ποδιού, συγκεκριμένα 15475 Τουρκικές Λίρες και €7.500. Ζητήθηκαν εξηγήσεις, προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς που δεν ικανοποίησαν τους αστυνομικούς εξ ου και συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, το οποίο όμως δεν περιλαμβάνεται στο Κατηγορητήριο.»

 

          Αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι και τα τρία αντικειμενικά κριτήρια που αναγνωρίζει η νομολογία και δημιουργούν τον κίνδυνο φυγοδικίας συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, προχώρησε και εξέτασε τους υποκειμενικούς παράγοντες, δηλαδή τις προσωπικές συνθήκες του πρώτου κατηγορούμενου και τους δεσμούς του με την Κυπριακή Δημοκρατία. Αναφέρθηκε στα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν του, ανωτέρω, και κατέληξε ότι διαφαίνεται ότι αυτός έχει δεσμούς με τη Δημοκρατία, αφού διαμένει σε αυτήν από το 2001 με όλη του την οικογένεια, και λαμβάνει σχετικές κρατικές παροχές.

 

Σημείωσε όμως, ότι από το μαρτυρικό υλικό αλλά και ειδικά από την κατάθεσή του προκύπτει ότι αυτός μεταβαίνει πολύ συχνά στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, η σύζυγός του έχει σπίτι στον Κορμακίτη το οποίο ο ίδιος επισκέπτεται συχνά, και προβαίνει σε εργασίες συντήρησής του, και μάλιστα ανέφερε ότι μέρος των χρημάτων που εντοπίστηκαν στην κατοχή του όταν συνελήφθη τα χρησιμοποιεί για να επιδιορθώνει το σπίτι. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έχει δικηγόρο στα Κατεχόμενα για υπόθεση που εκκρεμεί στα Δικαστήρια του ψευδοκράτους. Δεν εργάζεται και συνεπώς η οικογένειά του δεν στηρίζεται στον ίδιο για την οικονομική τους διαβίωση αφού η σύζυγός του λαμβάνει το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το άρρωστο παιδί του λαμβάνει επίδομα αναπηρίας και εργάζονται τα παιδιά του. Όσον αφορά το επιχείρημα του συνηγόρου του ότι αυτός φροντίζει το άρρωστο παιδί τους, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι ούτε η σύζυγος του εργάζεται και επιπλέον, τα πέντε από τα επτά παιδιά τους είναι ενήλικα και έτσι υπάρχει η δυνατότητα το παιδί αυτό να τυγχάνει φροντίδας από άλλα μέλη της οικογένειας.

 

Δεν παραγνώρισε επίσης τη στάση του πρώτου κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό ότι όταν κατέστη εμφανές ότι θα υποβαλλόταν σε έλεγχο στο οδόφραγμα προσπάθησε να αποφύγει τον έλεγχο επιχειρώντας να επιστρέψει στα Κατεχόμενα. Θεώρησε επίσης, ότι οι όροι που εισηγήθηκε ο συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου δεν είναι ικανοί να υπερφαλαγγίσουν τον κίνδυνο φυγοδικίας τόσο λόγω των δεσμών του με τα Κατεχόμενα όσο και λόγω του τρόπου δράσης του όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό.

 

Έκανε σχετική αναφορά και σε πρόσφατη νομολογία και ειδικότερα και στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. G. YENIGUN, Ποινική Έφεση 104/2022 ημερομηνίας 31.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B220, στην οποία οι δεσμοί των εφεσίβλητων με τα Κατεχόμενα ήταν μεν ισχυρότεροι από αυτούς του πρώτου κατηγορούμενου, αλλά θεώρησε ότι το ακόλουθο σκεπτικό τηρουμένων των αναλογιών είναι σχετικό και με την παρούσα υπόθεση το οποίο και παρέθεσε:

 

«Οι δεσμοί με τις κατεχόμενες περιοχές όπου οι Αρχές της Δημοκρατίας δεν μπορούν να ασκήσουν τις εξουσίες τους, δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας έστω και αν οι εφεσίβλητοι είναι Κύπριοι πολίτες. Ούτε οι όροι που τέθηκαν από το Δικαστήριο μπορούν να καλύψουν το κενό που δημιουργείται. Τέτοιες επιβαλλόμενες διευθετήσεις, με τις οποίες οι εφεσίβλητοι μπορούν πρόσκαιρα να συμμορφωθούν, δεν ενέχουν τις εγγενείς περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τους πραγματικούς δεσμούς.»

 

Κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη και το χρόνο που ορίστηκε και η υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του πρώτου κατηγορούμενου δικαιολογούσαν το αίτημα κράτησής του στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας για αυτό και διέταξε την κράτηση και των δύο κατηγορουμένων μέχρι την ημερομηνία που αυτοί θα παρουσιαστούν στο Κακουργιοδικείο.

 

Με την υπό κρίση έφεση, αμφισβητείται με ένα λόγο έφεσης, ο τρόπος που το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τα υποκειμενικά δεδομένα του εφεσείοντα αναφορικά με την πιθανότητα φυγοδικίας και αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εξασφάλιση της παρουσίας του δεν μπορούσε να διασφαλιστεί με λιγότερο επαχθές της κράτησης μέτρο.

 

Στην αιτιολογία του σχετικού λόγου έφεσης επαναλαμβάνονται με λεπτομέρεια οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, και επιχειρηματολογείται ότι δεν λήφθηκε ορθά υπ’ όψιν η μακροχρόνια παραμονή του στη Δημοκρατία, η απουσία δεσμών με τρίτες χώρες, όπως και η οικογενειακή του σύνδεση με τη Δημοκρατία. Ισχυρίστηκε επίσης ο συνήγορός του ότι δόθηκε επίσης λανθασμένη βαρύτητα στο λόγο διέλευσής του στα Κατεχόμενα.

 

Μόλις προ ολίγων ημερών, είχαμε και πάλι την ευκαιρία να ασχοληθούμε με το συγκεκριμένο θέμα. Συγκεκριμένα, στην απόφαση μας ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ.: 54/2026, 55/2026, 56/2026, ημερομηνίας 13.3.2026 αναφέραμε:

 

«Στην πρόσφατη απόφασή μας DAMASCHIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 299/2025, ημερομηνίας 19.12.2025, λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι προφανές ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας. Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286».

Αναφορικά με τους δεσμούς που έχουν κάθε ένας από τους κατηγορούμενους - εφεσείοντες με τη Δημοκρατία παραπέμπουμε τα όσα αναφέραμε πρόσφατα στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CORNECI, Ποινική Έφεση 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026:

«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:

«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):

«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».

Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση.»

 

Πολύ πρόσφατα στην απόφασή μας ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΛΟΥΡΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026, 45/2026, ημερομηνίας 27.2.2026 είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε και πάλι με παρόμοια ζητήματα. Παραπέμπουμε στο εξής απόσπασμα από την απόφασή μας το οποίο ισχύει, κατ' αναλογία, και στην παρούσα υπόθεση.

 

«Δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε, είτε στον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε το υπό κρίση θέμα αναφορικά με όλους τους κατηγορουμένους, είτε στις διαπιστώσεις του. Οι προσωπικές περιστάσεις κάθε ενός από τους κατηγορούμενους δεν αποτελούσαν ιδιαίτερες περιστάσεις ώστε να έχρηζαν διαφορετικής θεώρησης. Ούτε η απουσία δεσμών με άλλη χώρα δίδει τέτοια διάσταση στις προσωπικές τους περιστάσεις.

[...]

Δεν διαπιστώνουμε στην όλη διεργασία στην οποία προέβηκε η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής, να παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν οτιδήποτε αφορούσε τον κάθε έναν από τους κατηγορουμένους. Το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης δεν φανερώνει τέτοια παράλειψη. Περαιτέρω, απολύτως δικαιολογημένα είναι τα συμπεράσματα στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε.

[…]

Δικαιολογημένη και, εν πάση περιπτώσει, εντός του επιτρεπτού πλαισίου είναι και η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά τη συνεκτίμηση των προσωπικών περιστάσεων του κάθε ενός των κατηγορουμένων με τα αντικειμενικά κριτήρια που αφορούν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Με βάση τις νομολογιακές αρχές, ως ανωτέρω παρατίθενται, καθ' όλα επιτρεπτό είναι το σχετικό συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Ούτε το παράπονο των κατηγορουμένων για μη ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με εισηγήσεις τους για εναλλακτικούς τρόπους εξασφάλισης της παρουσίας τους είναι δικαιολογημένο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε το ότι οι συνήγοροι εισηγήθηκαν επιβολή όρων από το Δικαστήριο, κάτι που δεικνύει ότι έλαβε υπ' όψιν του τις εισηγήσεις αυτές. Για τους λόγους τους οποίους εξήγησε, έκρινε ότι κανένας από τους κινδύνους αυτούς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με οποιονδήποτε άλλο εναλλακτικό μέτρο, εκτός από την κράτηση των κατηγορουμένων. Είχε, στο πλαίσιο της απόφασής του, εξηγήσει ότι ο κανόνας ότι ένας κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος κάμπτεται μόνο κατ' εξαίρεση, εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Επομένως, δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε ουσιαστική παράλειψη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εξηγείται πλήρως το γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ως αποφάσισε.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε με ενδελέχεια όλες τις θέσεις του εφεσείοντα όπως τέθηκαν ενώπιόν του και εξέτασε ένα προς ένα τα επιχειρήματα του συνηγόρου του αναφορικά με τη στενότητα των δεσμών του με τη Δημοκρατία.  Έλαβε υπ’ όψιν του το μαρτυρικό υλικό, τα αδικήματα που αποδίδονται στον εφεσείοντα, εξέτασε την πιθανότητα καταδίκης του στην όψη του μαρτυρικού υλικού και τις ποινές που προβλέπονται για τα αδικήματα που αυτός αντιμετωπίζει, αλλά και τις ποινές που συνήθως επιβάλλονται από τα Δικαστήρια για αυτά. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες σύλληψης του εφεσείοντα, αλλά και τις ενέργειες στις οποίες αυτός προέβηκε, προσπαθώντας να αποφύγει τη σύλληψή του.

 

Εξέτασε επίσης τους προτεινόμενους όρους εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη του, τους οποίους και έκρινε ως μη ικανούς να υπερφαλαγγίσουν την πιθανότητα φυγοδικίας, ορθά και με σχετική ανάλυση των λόγων που το οδήγησαν στην απόφασή του.

 

Και στην παρούσα περίπτωση, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε τα ενώπιόν του δεδομένα με ισορροπημένο, σφαιρικό και ακριβοδίκαιο τρόπο. Εφάρμοσε τις αρχές της νομολογίας χωρίς να υφίσταται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Στην απόφασή μας ανωτέρω απαντούμε όλους τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα που προβάλλονται στον μοναδικό λόγο έφεσης, ο οποίος κρίνεται αβάσιμος.

 

Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο