ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ. Ε115/21)
16 Μαρτίου 2026
[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Πρόεδρος]
ARIP SHOLPAN
Εφεσείουσα
ν.
1. A.J.K. TRUSTEE SERVICES LTD
2. MASKAR ARIP
3. KAZAKHSTAN KAGAZY PLC
4. KAZAKHSTAN KAGAZY JSC
5. PRIME ESTATE ACTIVITIES KAZAKHSTAN LLP
6. PEAK AKZHALL LLP
7. PEAK AKSENGER LLP
1. 8. ASTANA CONTRACT LSC
8. PARAGON DEVELOPMENT LLLP
Εφεσίβλητοι
Για εφεσείουσα: κος Όμηρος Καΐλης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.
Για εφεσίβλητες 3-6: κος Πολύβιος Παναγίδης για Χρύσης Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Π.: Η παρούσα εκδικάζεται σε μονομελή σύνθεση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 25.1 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και του Άρθρου 11.5 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες διατάξεις) Νόμου του 1964 (33/1964).
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι εφεσίβλητες 3-6, ήταν οι ενάγουσες στην αγγλική αγωγή αρ. CL-2013-000683 του Commercial Court του Queen's Bench Division του High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου (στο εξής «η αγγλική αγωγή), εναντίον μεταξύ άλλων του Maksat Arip, συζύγου της εφεσείουσας. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι στις 22/12/2017, το αγγλικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των εφεσιβλήτων 3-6 για το ποσό των $298 εκατ. Δολαρίων Αμερικής, αποδεχόμενο την θέση τους για διάπραξη σειράς ενεργειών απάτης από τους εκεί εναγόμενους. Η εν λόγω αγγλική απόφαση με αίτηση των εφεσιβλήτων, αναγνωρίστηκε και ενεγράφη στο Πρωτοκολητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για σκοπούς εκτέλεσης στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Είναι επίσης παραδεκτό ότι το «Wycombe Settlement», είναι Κυπριακό Διεθνές Εμπίστευμα που εγκαθιδρύθηκε με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος ημερομηνίας 29/04/2009 μεταξύ του Maksat Arip, συζύγου της εφεσείουσας νυν υπηκόου της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένοντα στην Ελβετία, και της Rysaffe Fiduciaires SARL από την Ελβετία. Στην συνέχεια για προστασία ως ισχυρίζεται της περιουσίας του εμπιστεύματος, η εφεσείουσα καταχώρισε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (το πρωτόδικο Δικαστήριο), εναρκτήρια κλήση με την οποία ζητούσε συνοπτικά τα πιο κάτω:
Αναγνωριστική απόφαση ότι το εν λόγω εμπίστευμα είναι έγκυρο διεθνές εμπίστευμα και ότι τα περιουσιακά του στοιχεία ανήκουν αποκλειστικά σε αυτό, κατέχονται νόμιμα από την εναγόμενη 1, που είναι η επίτροπος του εμπιστεύματος και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης που δεν στρέφεται και ή σχετίζεται με αυτό.
Διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το εμπίστευμα και τα περιουσιακά του στοιχεία, διέπεται και ρυθμίζεται από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Διάταγμα εναντίον της εναγόμενης 1 όπως μη αποξενώσει τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο εμπίστευμα και διαθέσει αυτά σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι δικαιούχος του εμπιστεύματος. Στα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνεται και ένα ακίνητο που βρίσκεται στο Λονδίνο, στην περιοχή Κένσιγκτον.
Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος που έγινε από τους Εναγόμενους 1 ή/και από οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργούσε υπό την ιδιότητα του επιτρόπου (trustee) του εν λόγω Εμπιστεύματος έγινε ανεξάρτητα και άνευ επηρεασμού τους από οποιοδήποτε πρόσωπο και ήταν νόμιμη και έγκυρη.
Οδηγίες από το Δικαστήριο ότι:
1. Οι Εναγόμενοι 1 δεν υποχρεούνται να εμφανιστούν ενώπιον οποιουδήποτε αλλοδαπού Δικαστηρίου στο πλαίσιο διαδικασιών που εγέρθηκαν ή πρόκειται να εγερθούν από τους Εναγόμενους 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 ή/και οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και οι οποίες αφορούν το Εμπίστευμα ή/και την περιουσία ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο εν λόγω Εμπίστευμα ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτό.
2. Οι Εναγόμενοι 1 ή/και το πρόσωπο που ενεργεί ως επίτροπος (trustee) του Εμπιστεύματος να μην προβαίνει σε οποιαδήποτε διάθεση ή μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στο Εμπίστευμα σε πρόσωπο άλλο πέραν των δικαιούχων (beneficiaries) του εν λόγω Εμπιστεύματος.»
Η πρωτόδικη διαδικασία
Ακολούθησε αίτηση των εφεσιβλήτων – εναγομένων 3-6 στην πρωτόδικη διαδικασία με την οποία ζήτησαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο τον παραμερισμό της πιο πάνω εναρκτήριας κλήσης.
Ήταν η θέση των εφεσιβλήτων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει σε οποιοδήποτε Δικαστήριο άλλου κράτους - μέλους να επιλαμβάνεται την εκτέλεση, και/ή δεν έχει εξουσία να αναστείλει με οποιονδήποτε τρόπο την εκτέλεση της επίδικης αγγλικής δικαστικής απόφασης. Συνοπτικά η αίτηση των εφεσιβλήτων για τον παραμερισμό της εναρκτήριας κλήσης στηρίχθηκε στα πιο κάτω:
1. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να εκδίδουν αντι-αγωγικά διατάγματα (anti-suit injunctions) σε σχέση με διαδικασίες που μπορεί να εγερθούν ή που εγείρονται σε δικαστήρια άλλων κρατών μελών και δεν μπορούν να εκδίδουν διατάγματα τα οποία αναιρούν την ισχύ διαταγμάτων που έχουν ήδη εκδοθεί και/ή διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει σε άλλα κράτη μέλη. Τέτοια διατάγματα αντίκεινται στους σκοπούς των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 44/2001 και 1215/2012 όπως και στη Σύμβαση του Lugano, για την Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και 'στις εδραιωμένες αρχές που έχει θέσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ άλλων στην υπόθεση Case C-159/02, Turner ν Grovit'.
2. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία για το αντικείμενο της εναρκτήριας κλήσης, το οποίο εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων άλλων κρατών μελών.
3. Η εναρκτήρια κλήση στερείται νομικής και πραγματικής βάσης και καταχωρήθηκε 'πρώιμα'.
4. Η εναρκτήρια κλήση προωθείται κακόπιστα και καταχρηστικά και έχει σκοπό να επηρεάσει τα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης του αγγλικού δικαστηρίου.
5. Η επίδοση των δικογράφων της εναρκτήριας κλήσης δεν έγινε κανονικά.
Οι εφεσίβλητοι σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισαν με άδεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, παρέθεσαν στοιχεία σε σχέση με δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν από αγγλικά Δικαστήρια και συνδέονται με την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε από το αγγλικό High Court. Ισχυρίστηκαν ότι οι εν λόγω αποφάσεις υποστηρίζουν τη θέση τους ότι η καταχώριση της εναρκτήριας κλήσης έγινε κακόπιστα και καταχρηστικά «για να αποκτηθεί αθέμιτο πλεονέκτημα στην προσπάθεια της εφεσείουσας και του συζύγου της να αποφύγουν την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στην αγγλική διαδικασία».
Η εφεσείουσα καταχώρισε ένσταση την αίτηση η οποία στηρίζεται μεταξύ άλλων στους πιο κάτω λόγους:
1. Τα όσα προβάλλονται στην Αίτηση αποτελούν θέματα ουσίας τα οποία δεν θα πρέπει να εξετασθούν στο προκαταρτικό αυτό στάδιο. Πέραν τούτου δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα και σε περίπτωση που η αίτηση πετύχει θα παραβιασθεί το συνταγματικό δικαίωμα της εφεσείουσας να ακουσθεί.
2. Οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί επί των οποίων εδράζεται η αίτηση δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση.
3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Διαταγών Δ.19 θ 26, Δ.26 θ.3 και Δ.55 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών.
4. Οι διάδικοι και τα επίδικα θέματα της διαδικασίας ενώπιον του High Court δεν είναι τα ίδια με της παρούσας διαδικασίας.
5. Ο Νόμος 69(1)/1992 προσδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά και οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το εμπίστευμα.
6. Το εφαρμοστέο δίκαιο του επιδίκου εμπιστεύματος είναι αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας, δυνάμει ρητής πρόνοιας της συμφωνίας. Η πιο πάνω ρήτρα προσδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στο πρωτόδικο Δικαστήριο και στη βάση του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 1215/2012.
Στην ένορκη δήλωση της ένστασης, η εφεσείουσα αναφέρει ότι εμπιστευματοπάροχος του επίδικου εμπιστεύματος, είναι ο σύζυγος της Maksap Arip και δικαιούχοι αυτού είναι ο Maksap Arip, οι γονείς του και οι κατιόντες των γονέων του, η εφεσείουσα καθώς και τα παιδιά που απέκτησε από το γάμο της με τον Maksap Arip. "Προστάτης” του επιδίκου εμπιστεύματος ήταν κατά τον χρόνο καταχώρισης της εναρκτήριας κλήσης η εναγόμενη 1 A.J.K. Trustee Services Ltd, η οποία όμως παραιτήθηκε και την 11/05/2018 διορίστηκε στη θέση της, η εταιρεία Pilatus Trustees Ltd.
Υποστηρίζεται από την εφεσείουσα ότι δυνάμει εγγράφου ημερομηνίας 08/09/2010, το κυπριακό δίκαιο καθορίσθηκε ως το εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με το εμπίστευμα και αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης οποιουδήποτε ζητήματος προκύψει σε σχέση με το εμπίστευμα, έχουν τα κυπριακά Δικαστήρια.
Είναι επιπλέον η θέση της εφεσείουσας ότι η προσπάθεια εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε από το αγγλικό Δικαστήριο εναντίον του συζύγου της Maksat Arip μέσω του εμπιστεύματος, είναι παράνομη καθότι αφενός ο τελευταίος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το εμπίστευμα και αφετέρου, η εγκυρότητα και η νομιμότητα του εμπιστεύματος εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων.
Η καταχώριση της εναρκτήριας κλήσης κατέστη αναγκαία σύμφωνα με την εφεσείουσα λόγω της ενημέρωσης που έλαβαν οι δικηγόροι του Maksap Arip ότι οι δικηγόροι των εφεσιβλήτων είχαν πρόθεση να διορίσουν παραλήπτη στις εξουσίες του Maksap ως εμπιστευματοπάροχου του επιδίκου εμπιστεύματος, ο οποίος θα προέβαινε σε διαδικασίες στην Αγγλία για ακύρωση των μεταβιβάσεων των περιουσιακών στοιχείων του Maksap στο επίδικο εμπίστευμα. Σκοπός της διαδικασίας, σύμφωνα πάντα με την εφεσείουσα, δεν είναι η απαγόρευση εκτέλεσης της αγγλικής απόφασης αλλά η μη εκτέλεση απόφασης εναντίον περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη άμεσα ή έμμεσα στο επίδικο εμπίστευμα.
Τέλος, η εφεσείουσα με συμπληρωματική ένορκη δήλωση αρνήθηκε τους ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων ότι τα αγγλικά Δικαστήρια προέβαλαν με αποφάσεις τους ισχυρισμούς για κακοπιστία και προσπάθεια αποφυγής εκτέλεσης της απόφασης με την καταχώριση της υπό κρίση εναρκτήριας κλήσης. Ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για «παρεμφερείς αναφορές», οι οποίες δεν δεσμεύουν το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του, εξέτασε αρχικά το ζήτημα της δικαιοδοσίας, κατά πόσο δηλαδή είχε εξουσία να παραχωρήσει τις θεραπείες που ζητούσε η εφεσείουσα με την εναρκτήρια κλήση. Υποδείχθηκε ότι η βασική θέση που προέβαλε η εφεσείουσα ήταν ότι τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης οιουδήποτε ζητήματος αφορά το επίδικο εμπίστευμα, και κατ' επέκταση τα αγγλικά Δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να διατάξουν την εκτέλεση απόφασης εναντίον περιουσίας που περιλαμβάνεται σε αυτό. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, η εφεσείουσα επικαλέστηκε τις πρόνοιες του εγγράφου με τίτλο 'Instrument of Change of Proper law', το οποίο έχει τροποποιήσει τις σχετικές πρόνοιες του Deed of Settlement (τεκμ. 4 & 1 αντίστοιχα στην πρωτόδικη διαδικασία).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε επί του προκειμένου, ότι εκείνο που αναγράφεται στο συγκεκριμένο έγγραφο είναι ότι το εμπίστευμα θα διέπεται από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να εκδικάσουν διαφορές που αφορούν τη διαχείριση του εμπιστεύματος. Όμως, πουθενά δεν αναφέρεται ότι τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάσουν οποιοδήποτε θέμα προκύψει σε σχέση με το εν λόγω εμπίστευμα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η επίδικη εναρκτήρια κλήση καταχωρίστηκε για να αποτραπεί η προώθηση στο Ηνωμένο Βασίλειο μέτρων εκτέλεσης από μέρους των εφεσιβλήτων για ικανοποίηση της απόφασης του αγγλικού Δικαστηρίου εναντίον του Maksat Arip. Επιδιώκεται δηλαδή η αποτροπή μέτρων εκτέλεσης κατά περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην Αγγλία και περιλαμβάνονται στο επίδικο εμπίστευμα. Ως αποτέλεσμα, κρίθηκε ότι οι αιτούμενες θεραπείες είχαν σκοπό να περιορίσουν την αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων άλλων κρατών, ενέργεια που αντίκειται στις πρόνοιες των παραγράφων (1) και (5) του Άρθρου 24 του Κανονισμού 1215/2012.
Κατέληξε έτσι το πρωτόδικο Δικαστήριο με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του ότι οι πρόνοιες του Άρθρου 12(Β) του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου 69(Ι)/1992 και των Άρθρων 24 και 25 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 δεν παρέχουν στα κυπριακά Δικαστήρια αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν ζητήματα που αφορούν την εκτέλεση της αγγλικής απόφασης και συγκεκριμένα την επιβάρυνση της περιουσίας του εμπιστεύματος στα πλαίσια της πιο πάνω εκτέλεσης. Τόνισε δε ότι και σε περίπτωση που έκρινε ότι ο Νόμος 69(1)/1992 έδιδε αποκλειστική δικαιοδοσία στο πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν θα εφαρμοζόταν αφού οι πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 υπερισχύουν του εθνικού νόμου.
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είχε εξουσία να αποστερήσει από τους εφεσίβλητους το δικαίωμα να προσφύγουν σε αγγλικό Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους ή να συνεχίσουν την προώθηση της διαδικασίας που έχουν ήδη καταχωρίσει.
Εν κατακλείδι, έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση εναρκτήρια κλήση, την οποία παραμέρισε με έξοδα εναντίον της εφεσείουσας.
Η παρούσα έφεση
Η εφεσείουσα με 7 λόγους έφεσης, αμφισβητεί την πιο πάνω απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Αμφισβητείται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν τα ζητήματα που αφορούν το επίδικο εμπίστευμα με αποτέλεσμα να παραμερίσει την εναρκτήρια κλήση (1ος λόγος έφεσης). Σχετικός ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι και ο 6ος λόγος έφεσης στον οποίο υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση πριν να δοθούν οδηγίες σε σχέση με πιθανή μαρτυρία που απαιτείται ως αναγκαία και πριν την παρουσίαση μαρτυρίας. Με τον 3ο λόγο έφεσης αμφισβητείται η πρωτόδικη κατάληξη ότι η καταχώριση της εναρκτήριας κλήσης και η συμπερίληψη σε αυτήν της εναγομένης 1, συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Υποστηρίζεται συγκεκριμένα ότι η εναρκτήρια κλήση αποσκοπεί μόνον στην αναγνώριση της εγκυρότητας του εμπιστεύματος και όχι να αποκλείσει διαδικασίες εκτέλεσης στην Αγγλία.
Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης σχετίζονται με την δικαιοδοσία του αγγλικού Δικαστηρίου να επιληφθεί ζητημάτων εκτέλεσης κατά του επίδικου εμπιστεύματος. Αμφισβητείται με τον 2ο λόγο έφεσης η πρωτόδικη κρίση ότι θα ισοδυναμούσε με σφετερισμό της εξουσίας του αγγλικού Δικαστηρίου να αποφασίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά πόσον το αγγλικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει ζητήματα εκτέλεσης της αγγλικής απόφασης. Με τον 4ο λόγο έφεσης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στον παραμερισμό της εναρκτήριας κλήσης με τη δικαιολογία ότι δεν έχει δικαιοδοσία να εμποδίσει την προώθηση δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιον Δικαστηρίου άλλου κράτους. Συναφής είναι και ο 5ος λόγος έφεσης στον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι οι αιτούμενες θεραπείες έχουν σκοπό να περιορίσουν την αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων άλλων κρατών, ενέργεια που σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο αντίκειται στις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12. Παρόμοιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και με τον 7ο λόγο έφεσης όπου η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι λανθασμένα και αναιτιολόγητα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εναρκτήρια κλήση καταχωρήθηκε για να αποτραπεί η προώθηση στο Ηνωμένο Βασίλειο μέτρων εκτέλεσης για ικανοποίηση της αγγλικής απόφασης.
Αναφορικά με το ζήτημα της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου (λόγος έφεσης 1), η εφεσείουσα παρέπεμψε στο τεκμήριο 4 (Instrument of Change of Proper law), στο οποίο καθορίζεται ότι τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να εκδικάσουν διαφορές που αφορούν τη διαχείριση του εμπιστεύματος. Είναι όμως ορθή επί του ζητήματος αυτού, η επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι πουθενά στο εν λόγω έγγραφο δεν αναφέρεται ότι τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάσουν οποιοδήποτε θέμα προκύψει σε σχέση με το εν λόγω εμπίστευμα. Ούτε καθορίζεται στο εν λόγω έγγραφο ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, όπως εσφαλμένα αναφέρει η εφεσείουσα στο περίγραμμα αγόρευσης της.
Σχετικό είναι το Άρθρο 12Β του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου 69(Ι)/1992 σύμφωνα με το εδάφιο (ζ) του οποίου, αποκλειστική δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων καθορίζεται μόνο στην περίπτωση που το έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα περιέχει πρόβλεψη για παραπομπή των διαφορών στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, παράγραφοι (α) μέχρι (στ) τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν μεν δικαιοδοσία, όχι όμως αποκλειστική. Είναι ορθή επί του προκειμένου η πρωτόδικη κατάληξη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο έγγραφο που δημιουργεί το εμπίστευμα (Deed of Settlement) δεν γίνεται πρόνοια για παραπομπή όλων των διαφορών στα κυπριακά Δικαστήρια. Ως εκ τούτου δεν καθορίζεται αποκλειστική δικαιοδοσία στο κυπριακό Δικαστήριο να επιλαμβάνεται όλων των διαφορών που σχετίζονται με το υπό κρίση εμπίστευμα.
Πέραν τούτου, στο ίδιο το Άρθρο 12Β του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου 69(Ι)/1992 αναφέρεται ότι αυτό εφαρμόζεται χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του Κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ο εν λόγω Κανονισμός αντικαταστάθηκε στην συνέχεια από τον Κανονισμό 1215/2012. Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με το Άρθρο 67 της Συμφωνίας για την Αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Κανονισμός 1215/2012 συνεχίζει να εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και στα κράτη μέλη σε περιπτώσεις στις οποίες εμπλέκεται το Ηνωμένο Βασίλειο, σε σχέση με διαδικασίες που ασκήθηκαν πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η οποία σύμφωνα με το Άρθρο 126 έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2020. Όμως η επίδικη εναρκτήρια κλήση καταχωρίστηκε στις 23/01/2018, ήτοι πριν την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και πριν από την υπογραφή της πιο πάνω Συμφωνίας Αποχώρησης. Κατ' επέκταση ο Κανονισμός 1215/2012 εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι το Άρθρο 12Β του Νόμου 69(Ι)/1992 θα πρέπει όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο να διαβάζεται έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Κανονισμού 1215/2012, ο οποίος υπερισχύει του εθνικού νόμου.
Σημειώνω ότι το Άρθρο 24.5 του Κανονισμού 1215/2012, το οποίο προβλέπει την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων, σε σχέση μεταξύ άλλων με δίκες που έχουν ως αντικείμενο την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων, καθορίζει ότι αυτή ασκείται αποκλειστικά από τα Δικαστήρια του κράτους - μέλους εκτέλεσης της απόφασης. Σχετικό είναι και το Άρθρο 24.1 του Κανονισμού 1215/2012 σύμφωνα με το οποίο σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Δικαστήρια του κράτους - μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.
Είναι γεγονός ότι το Άρθρο 25.3 του Κανονισμού 1215/2012 καθορίζει ότι το Δικαστήριο κράτους - μέλους στο οποίο απονέμει διεθνή δικαιοδοσία η συστατική πράξη ενός εμπιστεύματος, έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως προς αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου του εμπιστεύματος, αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους από το εμπίστευμα. Όμως όπως πολύ ορθά επισημαίνει το πρώτοδικο Δικαστήριο, στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξίωση εναντίον του ιδρυτή ή του trustee ή του δικαιούχου του εμπιστεύματος και η εναρκτήρια κλήση δεν αφορά τις εσωτερικές σχέσεις του εμπιστεύματος. Ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζεται το Άρθρο 25.3 του Κανονισμού 1215/2012 στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
Ως αποτέλεσμα, κρίνεται ως ορθή η απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ότι δεν παρέχεται αποκλειστική δικαιοδοσία στα κυπριακά Δικαστήρια για εκδίκαση διαδικασιών εκτέλεσης της αγγλικής απόφασης.
Ο λόγος έφεσης 1, κρίνεται ενόψει των πιο πάνω ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Mε τον λόγο έφεσης 6 η εφεσείουσα παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση πριν να δοθούν οδηγίες σε σχέση με πιθανή μαρτυρία που απαιτείται και/ή πριν την παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας.
Προκύπτει ότι η εφεσείουσα στηρίζεται στην λανθασμένη εντύπωση ότι στην διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης, το Δικαστήριο οφείλει να δώσει οδηγίες για προσκόμιση μαρτυρίας. Όμως, η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί, δεδομένης της φύσης της εναρκτήριας κλήσης όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία που θα παραθέσω πιο κάτω.
Σύμφωνα με την Δ.55 θ.3, η εναρκτήρια κλήση πρέπει να συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που δυνατόν να απαιτηθούν από το Δικαστήριο. Όμως δεν υπάρχει πρόνοια για υποχρέωση του Δικαστηρίου να δώσει οδηγίες για προσαγωγή μαρτυρίας. Η ίδια εξ’ άλλου η φύση της εναρκτήριας κλήσης προϋποθέτει σύμφωνα με την νομολογία, ότι το δικονομικό αυτό μέτρο χρησιμοποιείται μόνον εκεί όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας, όταν τα γεγονότα της υπόθεσης είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση (βλ. (2017) 1Β Α.Α.Δ 1960). Η εξουσία του Δικαστηρίου να δώσει οδηγίες για καταχώριση αποδεικτικών στοιχείων εκεί που χρειάζεται, δεν αλλάζει αυτή την ιδιαιτερότητα της εναρκτήριας κλήσης.
Η φύση του δικονομικού διαβήματος της εναρκτήριας κλήσης, ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση E-Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd (1984) 1 C.L.R. 716, λέχθηκε ότι η εναρκτήρια κλήση (originating summons) ισοδυναμεί με κλητήριο ένταλμα αγωγής στον βαθμό που συνιστά έγγραφο εισαγωγικό δικαστικής διαδικασίας (βλ. επίσης Consortia Europe Ltd ν Fregata Holdings Ltd (2014) 1 Α.Α.Δ 2308. Ο τύπος της εναρκτήριας κλήσης καθορίζεται από τη Δ.55 θ.1 και σύμφωνα με τον τύπο 50 των Διαδικαστικών Κανονισμών. Ως εκ τούτου, η διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης αποτελεί έναν ακόμη τρόπο έναρξης δικαστικής διαδικασίας.
Ο ορισμός του όρου «εναρκτήρια κλήση», δίδεται από τους ίδιους τους θεσμούς. Στη Δ.1 θ.2 αναφέρεται ότι «σημαίνει οιαδήποτε κλήση, εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί». Ο ορισμός αυτός ταυτίζεται με τον ορισμό που δίνει η O.71, R.1(A) των παλαιών Αγγλικών Θεσμών (βλ. Annual Practice (1956) σελ. 1551).
H ίδια η Δ.55 θ.1 προνοεί για το πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης. Αναφέρει συγκεκριμένα:
«Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.»
Το ίδιο λεκτικό συναντάται και στην Or.54 r.1 των παλαιών Αγγλικών θεσμών (βλ. Annual Practice (1956) σελ. 1062). Η ακριβής μεταφορά στην ελληνική γλώσσα από την δική μας νομολογία, του όρου «originating summons» δεν είναι ενιαία. Έχουν χρησιμοποιηθεί εκφράσεις όπως «πρωτογενής αίτηση» (Δημητρίου v. Γ.Ε (2015) 1 Α.Α.Δ 41), «εναρκτήρια κλήση» (Wortham κ.α. ν. Τσίμον κ.α. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1442) και «εναρκτήρια αίτηση» (Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κα (1992) 1Β Α.Α.Δ 1143). Για σκοπούς της παρούσας, χρησιμοποιείται ο όρος «εναρκτήρια κλήση» που οι ίδιοι οι διάδικοι επέλεξαν και τον οποίο προσωπικά, θεωρώ ως προσφορότερο στη μετάφραση του αγγλικού «originating summons».
Εκτός από τις υποθέσεις που περιλαμβάνονται ρητά στην Δ.55, υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις στις οποίες η εναρκτήρια κλήση ορίζεται ως το δικονομικό μέτρο για τη διεκδίκηση θεραπειών από το Δικαστήριο. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν τα Άρθρα 53 και 54 του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου (Κεφ. 189), τα οποία προνοούν ρητά την χρήση της διαδικασίας της εναρκτήριας κλήσης προς τον σκοπό επίλυσης συγκεκριμένων ζητημάτων, αναφορικά με την διαχείριση περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου.
Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση (ανωτέρω) που αφορούσε αίτηση προνομιακού εντάλματος Certiorari με την οποία επιδιωκόταν η ακύρωση απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου που παραμέρισε εναρκτήρια κλήση ως άκυρο δικονομικό διάβημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση.»
Λέχθηκε επίσης στην πιο πάνω υπόθεση ότι πλην των περιπτώσεων που καθορίζονται ρητά από τον Νόμο, δεν αποκλείεται η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση (originating summons), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση, στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλόλητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει εναρκτήρια κλήση αν κρίνει λαμβάνοντας υπόψη την φύση της διαφοράς, ότι δεν είναι το κατάλληλο δικονομικό μέσο για την έναρξη της διαδικασίας.
Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση ότι ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η χρήση της εναρκτήριας κλήσης προβλέπεται από τον Νόμο όπως το Άρθρο 53 του Κεφ. 189, το Δικαστήριο διατηρεί δυνάμει της Δ.55 θ.4 τη διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει εναρκτήρια κλήση αν κρίνει ότι δεν είναι πρόσφορο δικονομικό μέσο, λόγω της πολυπλοκότητας της υπόθεσης και της αναγκαιότητας προσκόμισης μαρτυρίας. Στην υπόθεση Junport (ανωτέρω), έγινε σχετική αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναρκτήρια κλήση αρ. 182/88 ημερομηνίας 25.10.1989. Λέχθηκε ότι επί απλής σχετικά υπόθεσης στην βάση του Άρθρου 53 του Κεφ. 189, διατάχθηκε ο παραμερισμός της εναρκτήριας κλήσης για εκείνο το μέρος της θεραπείας που δυνατόν να χρειαζόταν μαρτυρία. Και αυτό, παρότι το Άρθρο 53 του Κεφ. 189 καθορίζει ρητά την χρήση της εναρκτήριας κλήσης για συγκεκριμένα ζητήματα που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο.
Στην παρούσα υπόθεση, η εφεσίβλητοι δεν στήριξαν το αίτημα τους για παραμερισμό της εναρκτήριας κλήσης, σε ισχυρισμό για ακαταλληλότητα του εν λόγω δικονομικού μέτρου. Αντιθέτως, ο παραμερισμός ζητήθηκε γιατί κατά τις εφεσίβλητες, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί επί της ουσίας, των ζητημάτων που τέθηκαν με την εναρκτήρια κλήση. Όμως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, ότι δεν ευσταθεί η θέση της εφεσείουσας ότι το Δικαστήριο όφειλε να διατάξει την προσαγωγή μαρτυρίας προτού προχωρήσει στην εξέταση του αιτήματος παραμερισμού. Το Δικαστήριο είχε ενώπιον του όλο το αναγκαίο υλικό προκειμένου να αποφασίσει επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας. Επιπλέον μαρτυρία δεν ήταν αναγκαία και εν πάση περιπτώσει δεν ενδεικνυόταν στη διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης η προσαγωγή μαρτυρίας δυνάμει της προαναφερθείσας νομολογίας (βλ. ανωτέρω).
Ως εκ τούτου και ο 6ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον 3ο λόγο έφεσης αμφισβητείται η πρωτόδικη κατάληξη ότι η καταχώριση της εναρκτήριας κλήσης και η συμπερίληψη σε αυτήν της εναγομένης 1, συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε επί του προκειμένου ότι η συμπερίληψη της εναγόμενης 1 (δηλ. του επιτρόπου του εμπιστεύματος) έγινε άνευ λόγου και αιτίας και καταχρηστικά σημειώνοντάς τα πιο κάτω:
«… καθότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της επιτρόπου και του εμπιστεύματος, δεν προέκυψε οποιαδήποτε διαφορά σε σχέση με τις εσωτερικές σχέσεις του εμπιστεύματος. Εν κατακλείδι δεν υπάρχει βάση αγωγής εναντίου της εναγόμενης 1 και αυτή δεν είναι αναγκαίος διάδικος.»
Η εφεσείουσα διαφωνώντας με την πιο πάνω κατάληξη, στην αιτιολογία του 3ου λόγου ένστασης αναφέρει ότι η εναρκτήρια κλήση αποσκοπούσε στην αναγνώριση της εγκυρότητας του εμπιστεύματος και ως εκ τούτου είναι επιτακτική η συμπερίληψη της εναγομένης 1, που είναι η επίτροπος του.
Η πιο πάνω θέση δεν είναι ορθή. Είναι σαφές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι σκοπός της εναρκτήριας κλήσης δεν ήταν η αναγνώριση της εγκυρότητας του εμπιστεύματος. Αντιθέτως, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η εναρκτήρια κλήση και τα παράλληλα αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, αποσκοπούσαν στην αποτροπή των διαδικασιών εκτέλεσης κατά της ακίνητης περιουσίας του εμπιστεύματος στην Αγγλία.
Είναι ως εκ των πιο πάνω, ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει βάση αγωγής εναντίου της εναγόμενης 1 και αυτή δεν ήταν αναγκαίος διάδικος, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της επιτρόπου και του εμπιστεύματος, ούτε και προέκυψε οποιαδήποτε διαφορά σε σχέση με τις εσωτερικές σχέσεις του εμπιστεύματος. Ως αποτέλεσμα, η συμπερίληψη της επιτρόπου στην εναρκτήρια κλήση πολύ ορθά κρίθηκε ως «καταχρηστική και άνευ ευλόγου αιτίας».
Για όλους τους πιο πάνω λόγους και ο 3ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης (2, 4, 5 & 7) αφορούν την πρωτόδικη κατάληξη ως προς τη δικαιοδοσία του αγγλικού Δικαστηρίου να επιληφθεί ζητημάτων εκτέλεσης κατά του επίδικου εμπιστεύματος. Ούτε όμως και αυτοί οι λόγοι ένστασης ευσταθούν όπως θα εξηγήσω πιο κάτω.
Προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό των αιτημάτων της εναρκτήριας κλήσης αλλά και από το υπόλοιπο υλικό που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι σκοπός της εναρκτήριας κλήσης ήταν να εξαιρεθούν περιουσιακά στοιχεία ακίνητης περιουσίας από μέτρα εκτέλεσης που με παραδοχή της εφεσείουσας θα λάμβαναν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν επρόκειτο ως εκ τούτου για μια απλή υπόθεση έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης σε σχέση με την λειτουργία του εμπιστεύματος, όπως εσφαλμένα εισηγείται η εφεσείουσα.
Ενόψει τούτου, ήταν απόλυτα ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι αιτούμενες με την εναρκτήρια κλήση θεραπείες, επιδίωκαν να περιορίσουν την αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων άλλων κρατών, ενέργεια που αντίκειται στις πρόνοιες των παραγράφων (1) και (5) του Άρθρου 24 του Κανονισμού 1215/2012.
Σχετική είναι η πιο κάτω παραπομπή από το Σύγγραμμα The Brussels I Regulation Recast (ed. Andrew Dickinson and Eva Lein), 2015, Oxford University Press η οποία παρατίθεται στην πρωτόδικη απόφαση:
«8.47 In proceedings concerning the enforcement of judgments, Art 24 (5) attributes exclusive jurisdiction to the courts of the Members State where the enforcement takes place. The provision applies to judgments rendered by the State's own courts or by those of other countries alike. The CJEU considers that «the essential purpose of the exclusive jurisdiction of the courts of the place in which the judgment has been οr is to be enforced is that it is only for the courts of the Member State on whose territory enforcement is sought to apply the rules concerning the action on that territory of the authorities responsible for enforcement. The rationale of Art 24 (5) is thus closely to the State's monopoly to use force within its own territory. Ας α result this monopoly, the State's courts have exclusive jurisdiction over matters that relate to enforcement of judgment in their territory.»
Σχετική είναι και η υπόθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΕ) C605/14, απόσπασμα της οποίας παρατέθηκε στην πρωτόδικη απόφαση και στην οποία κρίθηκε ότι δυνάμει του Άρθρου 24.5 του Κανονισμού 44/2001 η εκτέλεση απόφασης κατά ακίνητης περιουσίας επαφίεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του κράτους στα οποία βρίσκεται η εν λόγω ακίνητη περιουσία.
Πολύ καθοδηγητική είναι και η αγγλική απόφαση (2016) EWCA Civ. 1292, στην οποία επίσης παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην εν λόγω υπόθεση που αφορούσε περιουσία εμπιστεύματος όπως η παρούσα περίπτωση, το αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι τα αγγλικά Δικαστήρια είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν το θέμα, αφού το αντικείμενο της αγωγής ήταν η πώληση ακινήτου που βρισκόταν στην Αγγλία και η αγωγή αφορούσε τις εξωτερικές σχέσεις του εμπιστεύματος και όχι εσωτερικά του θέματα.
Είναι υπό τας περιστάσεις ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι από την στιγμή που γινόταν προσπάθεια να ρυθμιστούν οι εξωτερικές και όχι οι εσωτερικές σχέσεις του εμπιστεύματος, η αποκλειστική δικαιοδοσία θα έπρεπε να ανήκει στη χώρα στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα, δηλαδή στην Αγγλία, η οποία είναι και η χώρα στην οποία εξεδόθη η απόφαση εναντίον του Maksat Arip.
Είναι ορθή η πιο πάνω πρωτόδικη κατάληξη με δεδομένο ότι όπως προανέφερα, ήταν σαφές ότι σκοπός της εναρκτήριας κλήσης ήταν η αποτροπή λήψης μέτρων εκτέλεσης εναντίον των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος στην Αγγλία όπου βρίσκονται περιουσιακά στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με το εμπίστευμα που δημιούργησε ο εξ αποφάσεως οφειλέτης, σύζυγος της εφεσείουσας. Σημειώνω ότι πέραν της αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του αγγλικού Δικαστηρίου, επιζητείτο και η έκδοση ακραίας φύσης οδηγιών από το πρωτόδικο Δικαστήριο με τις οποίες να δηλώνεται ότι η εναγομένη 1 ή/και το πρόσωπο που ενεργεί ως επίτροπος του εμπιστεύματος, δεν υποχρεούνται να εμφανιστούν ενώπιον οιουδήποτε αλλοδαπού Δικαστηρίου στο πλαίσιο διαδικασιών που πρόκειται να εγερθούν από τους εφεσίβλητους ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αναφορικά με το εμπίστευμα και την περιουσία του.
Εξετάζοντας τις αιτούμενες θεραπείες της εναρκτήριας κλήσης, προκύπτει το αναμφίβολο συμπέρασμα ότι τυχόν έγκριση τους θα παραβίαζε την βασική αρχή του Άρθρου 24.5 του Κανονισμού 1215/2012 όπως αναλυτικά επεξηγείται πιο πάνω.
Για τους ίδιους λόγους κρίνεται ως ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τυχόν έγκριση των θεραπειών της εναρκτήριας κλήσης θα ισοδυναμούσε με σφετερισμό της εξουσίας του αγγλικού Δικαστηρίου, αφού στην ουσία επιζητείτο από το πρωτόδικο Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσον το αγγλικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει ζητήματα εκτέλεσης της αγγλικής απόφασης.
Είναι σαφές από τα προαναφερθέντα ότι δυνάμει του ευρωπαϊκού δικαίου, τα Δικαστήρια ενός κράτους – μέλους δεν έχουν εξουσία να εκδίδουν διατάγματα ή οδηγίες όπως αυτές που επιζητούσε η εφεσείουσα με την εναρκτήρια κλήση.
Είναι ορθή επί του προκειμένου η πρωτόδικη κατάληξη ότι το Ευρωπαϊκό Δίκαιο δεν επιτρέπει σε Δικαστήριο ενός κράτους - μέλους να εξετάσει κατά πόσο Δικαστήριο άλλου κράτους - μέλους έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει μια υπόθεση, έστω και αν η διαδικασία είναι ενοχλητική και/ή καταπιεστική. Κάθε Δικαστήριο μπορεί να αποφασίζει για τη δική του δικαιοδοσία όχι όμως για τη δικαιοδοσία Δικαστηρίου άλλου - κράτους μέλους. Πλήρως καθοδηγητική επί του θέματος, είναι η απόφαση του ΔΕΕ C-159/02, ημερομηνίας 27.4.2004 στην οποία λέχθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά:
«The Convention of 27 September 1968 on Jurisdiction and the Enforcement of Judgments in Civil and Commercial Matters [...] is to be interpreted as precluding the grant of an injunction whereby a court of a Contracting State prohibits a party to proceedings pending before it from commencing or continuing legal proceedings before a court of another Contracting State, even where that party is acting in bad faith with a view to frustrating the existing proceedings.»
Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην μεταγενέστερη απόφαση του ΔΕΕ (Case C-185/07) ημερομηνίας 10 Φεβρουαρίου 2009. H σημαντική αυτή υπόθεση, γνωστή και ως «Front Comor case» αποτελεί ορόσημο για το δίκαιο της διεθνούς διαιτησίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με την απόφαση αυτή, το ΔΕΕ περιόρισε σημαντικά τη δυνατότητα των εθνικών δικαστηρίων να προστατεύουν συμφωνίες διαιτησίας μέσω των "διαταγών απαγόρευσης προσφυγής" (anti-suit injunctions). Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, το δεξαμενόπλοιο Front Comor ιδιοκτησίας της West Tankers, προσέκρουσε σε προβλήτα στην Ιταλία. Το ναυλοσύμφωνο περιλάμβανε ρήτρα για διαιτησία στο Λονδίνο, υπό το αγγλικό δίκαιο. Οι ασφαλιστικές εταιρείες (Allianz και Generali) αποζημίωσαν τον ιδιοκτήτη της προβλήτας και προσέφυγαν στα ιταλικά Δικαστήρια για να ανακτήσουν τα ποσά από τη West Tankers. Η West Tankers ζήτησε από τα αγγλικά δικαστήρια μια διαταγή (anti-suit injunction) που να εμποδίζει τις ασφαλιστικές εταιρείες από το να συνεχίσουν τη διαδικασία στην Ιταλία, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζουν τη συμφωνία διαιτησίας.
Το ΔΕΕ κατόπιν προδικαστικής παραπομπής από το αγγλικό Δικαστήριο, έκρινε ότι η έκδοση τέτοιων διαταγών από Δικαστήριο κράτους - μέλους είναι ασυμβίβαστη με τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001. Το βασικό επιχείρημα ήταν ότι ο Κανονισμός βασίζεται στην εμπιστοσύνη, και ότι κάθε εθνικό Δικαστήριο είναι ικανό να κρίνει τη δική του δικαιοδοσία, ακόμη και αν υπάρχει ρήτρα διαιτησίας. Δόθηκε επίσης έμφαση στην αποτελεσματικότητα του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κρίθηκε ότι μια διαταγή από αγγλικό Δικαστήριο θα εμπόδιζε το ιταλικό Δικαστήριο να εξετάσει το ίδιο αν ο Κανονισμός εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη διαφορά, υπονομεύοντας έτσι την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου. Παρόλο που η διαιτησία εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, το ΔΕΕ έκρινε ότι οι δικαστικές διαδικασίες που αφορούν την εγκυρότητα μιας ρήτρας διαιτησίας εμπίπτουν στον Κανονισμό, όταν το κύριο αντικείμενο της διαφοράς είναι αστικής ή εμπορικής φύσης.
Στην παρούσα περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, πολύ ορθά έκρινε ότι δεν έχει εξουσία να αποστερήσει από τους εφεσίβλητους το δικαίωμα να προσφύγουν στο αγγλικό Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους ή να συνεχίσουν την προώθηση της διαδικασίας που έχουν ήδη καταχωρίσει. Όπως πολύ ορθά κρίθηκε, αυτό θα ισοδυναμούσε με σφετερισμό της εξουσίας του αγγλικού Δικαστηρίου να αποφασίσει το ίδιο κατά πόσο έχει ή όχι δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση που ήδη εκκρεμεί ενώπιον του.
Ως αποτέλεσμα και οι λόγοι έφεσης 2, 4, 5 & 7 κρίνονται ως αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Τελική κατάληξη
Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι όλοι οι λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι. Η έφεση απορρίπτεται στο σύνολο της. Επιδικάζονται υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον της εφεσείουσας τα έξοδα της παρούσας έφεσης, ύψους €7.000,00 πλέον ΦΠΑ.
Αλέξανδρος Παναγιώτου
Πρόεδρος Εφετείου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο