ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ. Ε.56/2022)
5 Μαρτίου 2026
[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Πρόεδρος]
1. Sholpan Arip
2. Larissa Asilbekova
Εφεσείουσες
ν.
1. Kazakhstan Kakazy PLC
2. Kazakhstan Kakazy JSC
3. Prime Estate Activities Kazakhstan LLP
4. Peak Akzhal LLP
Εφεσίβλητες
Για εφεσείουσες: κος Όμηρος Καΐλής για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.
Για εφεσίβλητες: κος Πολύβιος Παναγίδης για Χρύσης Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Π.: Η παρούσα εκδικάζεται σε μονομελή σύνθεση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 25.1 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και του Άρθρου 11.5 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες διατάξεις) Νόμου του 1964 (33/1964).
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (το πρωτόδικο Δικαστήριο) με την οποία απορρίφθηκε αίτηση των εφεσειουσών που ζητούσε τον παραμερισμό διατάγματος, το οποίο επέτρεψε την αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο, δύο αποφάσεων του High Court of Justice of England and Wales (το αγγλικό Δικαστήριο). Οι εν λόγω αποφάσεις μετά από μονομερές αίτημα των εφεσιβλήτων, αναγνωρίστηκαν στην Κύπρο για σκοπούς εκτέλεσης, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 που προνοεί για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σημειώνεται ότι κατά τους επίδικους χρόνους, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για να γίνουν κατανοητά τα επίδικα θέματα της παρούσας έφεσης, χρήζει στο σημείο αυτό μια συνοπτική αναφορά στο δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης.
Στις 22/12/2017 το αγγλικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των εφεσιβλήτων για το ποσό των $298 εκατ. Δολαρίων Αμερικής ως αποτέλεσμα της διάπραξης σειράς πράξεων απάτης από τους εκεί εναγόμενους 2 και 3 (στο εξής η αρχική απόφαση) στην υπόθεση που ξεκίνησε το 2013 με αρ. CL-2013- 000683 (η αγγλική διαδικασία). Στη συνέχεια, στις 25/09/2018 οι εφεσίβλητες καταχώρησαν στα πλαίσια της αγγλικής διαδικασίας, αίτηση για τη προσθήκη των εφεσειουσών ως εναγόμενες 4 και 5 για το σκοπό ανάκτησης των εξόδων τους στη βάση του ότι οι εφεσείουσες είχαν χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της υπεράσπισης του εναγόμενου 2 στην αγγλική διαδικασία. Σημειώνεται ότι η εφεσείουσα 1 είναι η σύζυγος του εναγόμενου 2 στην αγγλική διαδικασία και η εφεσείουσα 2 η μητέρα της.
Ως αποτέλεσμα στις 08/10/2019 εκδόθηκε η απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου στην υπόθεση με αρ. CL-2013-000683 (στο εξής η αγγλική απόφαση ημερ. 8/10/2019»), υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον των εφεσειουσών, διατάσσοντας τις εφεσείουσες να καταβάλουν τα έξοδα των εφεσιβλήτων στην αγγλική διαδικασία. Στη συνέχεια, στις 17/10/2019 εκδόθηκε διάταγμα με βάση τα ευρήματα της απόφασης ημερ. 8/10/2019, το οποίο μεταξύ άλλων προνοούσε ότι οι εφεσείουσες θα έπρεπε να πληρώσουν στις εφεσίβλητες το ποσό των £8.000,000 πλέον τόκο (στο εξής το αγγλικό διάταγμα ημερ. 17/10/2019).
Για σκοπούς εκτέλεσης και αναγνώρισης της αγγλικής απόφασης ημερ. 8/10/2019 και του αγγλικού διατάγματος ημερ. 17/10/2019 (οι επίδικες αγγλικές αποφάσεις) εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου μετά από αίτηση των εφεσίβλητων, το αγγλικό Δικαστήριο εξέδωσε πιστοποιητικά / βεβαιώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 54 του Κανονισμού 44/2001. Με βάση αυτά τα πιστοποιητικά και τα πιστά αντίγραφα των επίδικων αγγλικών αποφάσεων εκδόθηκε το διάταγμα του πρωτόδικου δικαστηρίου ημερ. 29/01/2020, με το οποίο επιτράπηκε η αναγνώριση και εκτέλεση των επίδικων αγγλικών αποφάσεων (διάταγμα αναγνώρισης). Επρόκειτο δηλαδή στην ουσία για αναγνώριση στην Κύπρο των αποφάσεων του αγγλικού Δικαστηρίου που διέτασσε τις εφεσείουσες να πληρώσουν το πιο πάνω ποσό των εξόδων της αγγλικής διαδικασίας στις εφεσίβλητες.
Είναι η θέση των εφεσιβλήτων ότι ορθά προχώρησαν στο αίτημα για εκτέλεση και αναγνώριση των επίδικων αγγλικών αποφάσεων με βάση τον Κανονισμό 44/2001, καθότι αυτές εκδόθηκαν στα πλαίσια της αγγλικής υπόθεσης με αρ. CL-2013-000683, η οποία καταχωρίστηκε πριν από την 10ην Ιανουαρίου 2015. Επικαλέστηκαν επί του προκειμένου το Άρθρο 66(2) του Κανονισμού 1215/2012, ο οποίος αντικατέστησε τον Κανονισμό 44/2001, σύμφωνα με τον οποίο ο Κανονισμός 44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν πριν από τις 10 Ιανουαρίου 2015.
Η πρωτόδικη απόφαση
Στην συνέχεια οι εφεσείουσες με αίτηση τους ημερ. 03/08/2020 αιτήθηκαν τον παραμερισμό του διατάγματος αναγνώρισης ημερ. 29/01/2020 με το οποίο επιτράπηκε η αναγνώριση και εκτέλεση των επίδικων αγγλικών αποφάσεων στην Κύπρο.
Πριν την έκδοση της απόφασης του επί του πιο πάνω αιτήματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 14/10/2021 απέρριψε ενδιάμεσο αίτημα των εφεσειουσών για παραπομπή ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε), αναφορικά με το ζήτημα του εφαρμοστέου Ευρωπαϊκού Κανονισμού σε σχέση με την αναγνώριση των επίδικων αγγλικών αποφάσεων. Κρίθηκε ότι είχε εφαρμογή ο Κανονισμός 44/2001 και ότι δεν υπήρχε ανάγκη για παραπομπή σχετικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. Η ενδιάμεση αυτή απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσβάλλεται με τους δύο πρώτους λόγους της παρούσας έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης, αμφισβητείται ότι είχε εφαρμογή ο Κανονισμός 44/2001 ενώ με τον 2ο λόγο έφεσης προσβάλλεται η άρνηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να παραπέμψει το ζήτημα στο Δ.Ε.Ε. Όμως ο συνήγορος των εφεσειουσών κατά την ακρόαση της έφεσης, δήλωσε ενώπιον του Εφετείου ότι δεν θα επιμένει στον 2ο λόγο έφεσης για την άρνηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να παραπέμψει το ζήτημα στο Δ.Ε.Ε.
Επί της κύριας αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος αναγνώρισης, οι εφεσείουσες επικαλέστηκαν τα πιο κάτω:
(α) Έλλειψη εξουσίας/και ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να αναγνωρίσει τις επίδικες αγγλικές αποφάσεις με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22.12.2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
(β) Η αναγνώριση ή/και εγγραφή των επίδικων αγγλικών αποφάσεων αντιτίθεται ή/και αντίκειται ή/και είναι ενάντια στην δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας λόγω παράλειψης των εφεσιβλήτων να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στην μονομερή αίτηση με την οποία εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/01/2020 ή/και διότι η παράλειψη τους να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στην μονομερή αίτηση με την οποία εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/01/2020, συνιστά κατάχρηση ή/και προσβολή του Δικαστηρίου.
(γ) Οι επίδικες αγγλικές αποφάσεις δεν αφορούσαν εκκαθαρισμένο ή/και συγκεκριμένο ποσό ή/και διότι δεν ήταν τελεσίδικες.
(δ) Οι εφεσείουσες δεν νομιμοποιούνταν να αξιώσουν την αναγνώριση και εγγραφή των αλλοδαπών αποφάσεων.
Οι εφεσίβλητες με την ένσταση τους αρνήθηκαν όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς των εφεσειουσών. Πέραν της ορθότητας της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, υποστήριξαν περαιτέρω ότι η αναγνώριση και εκτέλεση των επίδικων αγγλικών αποφάσεων δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αρνήθηκαν επίσης τον ισχυρισμό ότι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αναφέροντας επιπλέον ότι τα όσα επικαλούνται οι εφεσείουσες για απόκρυψη στοιχείων δεν αφορούν ουσιώδη γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει κατά τις εφεσίβλητες δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση οι αρχές που διέπουν τις μονομερείς αιτήσεις ως προς την πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, εφόσον το διάταγμα που εκδόθηκε δεν έχει άμεσα έννομα αποτελέσματα και/ή δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο τις εφεσείουσες παρά μόνο σε περίπτωση απόρριψης, της υπό κρίση δια κλήσεως αίτησης τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του απέρριψε την θέση ως προς την μη εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 44/2001. Έκρινε ότι παρόλο που ο πιο πάνω Κανονισμός έχει αντικατασταθεί με τον Κανονισμό 1215/2012, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 66 αυτού, ο προηγούμενος Κανονισμός, συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, πριν από την 10η Ιανουαρίου 2015. Επισημαίνεται ότι οι επίδικες αγγλικές αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια της αγγλικής διαδικασίας, η οποία καταχωρίστηκε το 2013, ήτοι πριν από την 1η Ιανουαρίου 2015 και συνεπώς εφαρμογή έχει ο προηγούμενος Κανονισμός 44/2001.
Στην συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού υποδεικνύει ότι ο σκοπός του Κανονισμού 44/2001 είναι να απλοποιήσει τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων μεταξύ κρατών μελών, ενώ οι διαθέσιμες υπερασπίσεις με βάση τον Κανονισμό είναι περιορισμένες, προχώρησε στην εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων των μερών.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την θέση για παραβίαση της κυπριακής δημόσιας τάξης από το διάταγμα αναγνώρισης. Ειδικότερα απέρριψε την θέση ότι παραβιάζεται η κυπριακή δημόσια τάξη καθότι το διάταγμα αναγνώρισης αντίκειται στις αρχές του «Maintenance και Champerty» λόγω της συμφωνίας χρηματοδότησης μεταξύ της Harbour Fund III, LP και των εφεσειουσών, δυνάμει της οποίας δόθηκε η δυνατότητα στις εφεσείουσες να προωθήσουν την αγγλική διαδικασία εναντίον του συζύγου της εφεσείουσας 1.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε επίσης τους ισχυρισμούς ότι οι εφεσίβλητες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Κρίθηκε ότι οι θέσεις αυτές δεν τεκμηριώθηκαν και δεν βρίσκουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση τα όσα ανέφεραν οι αιτήτριες αναφορικά με τον λόγο που αφορά την παράλειψη των εφεσιβλήτων για πλήρη αποκάλυψη, κρίθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν αφορούσαν ουσιώδη γεγονότα.
Ανεξαρτήτως τούτου, λέχθηκε ότι εφόσον το διάταγμα αναγνώρισης δεν φέρει άμεσα έννομα αποτελέσματα που δημιουργούνται μόνο μετά που θα ακουστούν οι εφεσείουσες, οι εφεσίβλητες δεν είχαν υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη με την έννοια που υφίσταται σε μονομερείς αιτήσεις με βάσει το εθνικό δίκαιο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή στις επίδικες αγγλικές αποφάσεις απέρριψε επίσης τις θέσεις των εφεσειουσών ότι αυτές δεν αφορούν σε εκκαθαρισμένο ποσό και δεν είναι τελεσίδικες. Ανεξαρτήτως τούτου, ερμηνεύοντας τον Κανονισμό 44/2001, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι η έννοια του όρου 'απόφαση' είναι ευρεία. Δηλαδή ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι επίδικες αγγλικές αποφάσεις δεν αφορούν εκκαθαρισμένο ποσό, αυτό δεν θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο, εφόσον με βάση τον Κανονισμό, ο όρος απόφαση δεν περιορίζεται σε αποφάσεις για εκκαθαρισμένο ποσό αλλά καλύπτει οποιαδήποτε απόφαση χωρίς περιορισμό, εκτός και αν αυτή δεν εκδόθηκε μετά από εξέταση των ζητημάτων από το Δικαστήριο. Κρίθηκε επίσης ότι οι εφεσίβλητες είναι οι ορθοί διάδικοι και νομιμοποιούνταν να εγείρουν την διαδικασία αναγνώρισης και καμία αντίθετη μαρτυρία επί τούτου δεν είχε προσκομιστεί.
Τέλος απορρίφθηκε η θέση των εφεσειουσών ότι θα έπρεπε να είναι διάδικοι στη διαδικασία του αγγλικού διατάγματος ημερομηνίας 30/07/2018 με το οποίο το αγγλικό Δικαστήριο διόρισε το χρηματοδοτικό Ταμείο Harbour Fund III, LP ως πληρεξούσιο των εφεσίβλητων για να ενεργεί για λογαριασμό τους όλες τις διαπραγματεύσεις και διαδικασίες που σχετίζονται με την αγγλική απόφαση. Κρίθηκε ότι η εν λόγω διαδικασία δεν αφορούσε τις εφεσείουσες ούτε επηρεάστηκαν με κανένα τρόπο τα δικαιώματα τους. Επιπλέον οι εφεσείουσες δεν προσπάθησαν να παρέμβουν στην εν λόγω διαδικασία ούτε προσέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο το εν λόγω διάταγμα στην Αγγλία είτε στη διαδικασία που αφορά το αγγλικό διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 είτε στη διαδικασία βάσει της οποίας εκδόθηκαν οι αγγλικές αποφάσεις.
Στην βάση των πιο πάνω συμπερασμάτων του, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε με έξοδα την αίτηση των εφεσειουσών για παραμερισμό του διατάγματος αναγνώρισης, κρίνοντας ότι οι εφεσίβλητες νομιμοποιούνταν να αξιώσουν την αναγνώριση και εγγραφή των επίδικων αγγλικών αποφάσεων.
Νομική πτυχή
Προτού προχωρήσω στην εξέταση των λόγων έφεσης, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου εξετάζεται η εγγραφή δικαστικής απόφασης ενός κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για σκοπούς εκτέλεσης σε άλλο κράτος – μέλος.
Στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε τον Κανονισμό Ε.Κ. 44/2001, κρίνοντας ότι ίσχυε κατά τους επιδίκους χρόνους αφού η αγγλική διαδικασία ξεκίνησε προγενέστερα της 10/01/2015, που είναι η ημερομηνία εφαρμογής του νέου Κανονισμού Ε.Ε. 1215/2012.
Δυνάμει των προνοιών άρθρου 41 του Ε.Κ. 44/2001, το Δικαστήριο έχει συγκεκριμένη εξουσία, αποκλειστικά προς τον σκοπό κήρυξης αλλοδαπής απόφασης ως εκτελεστής, εντός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναφορικά με το είδος των αποφάσεων που μπορούν να εγγραφούν δυνάμει του πιο πάνω Κανονισμού, αναφέρεται στο άρθρο 1 ότι ο Κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του Δικαστηρίου. Δεν καλύπτει όμως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις, περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, κληρονομικές σχέσεις, πτωχεύσεις, κοινωνική ασφάλιση καθώς και διαιτησία.
Το διάταγμα εγγραφής και εκτελεστότητας, εκδίδεται δεδομένου ότι θα ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο Άρθρο 53 του Ε.Κ. 44/2001. Στο αρχικό αυτό στάδιο, το Δικαστήριο δεν ελέγχει τους λόγους μη εκτέλεσης που αναφέρονται στα Άρθρα 34 και 35 του Ε.Κ. 44/2001. Επιπλέον, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 45.2, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία αναθεώρησης της αλλοδαπής απόφασης επί της ουσίας της. Έπεται ότι το διάταγμα εγγραφής, εκδίδεται μονομερώς αφού ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, δεν δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας να καταθέσει προτάσεις (βλ. Άρθρο 41 του Ε.Κ. 44/2001).
Όμως, το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα, μπορεί να ζητήσει τον παραμερισμό του. Σύμφωνα με το Άρθρο 45.1 του Ε.Κ. 44/2001, μετά την έκδοση και επίδοση του διατάγματος εγγραφής της αλλοδαπής απόφασης, το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει το εν λόγω διάταγμα για οποιοδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στα Άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού.
Η προθεσμία για την άσκηση του πιο πάνω ενδίκου μέσου, είναι ένας μήνας από την επίδοση του διατάγματος εγγραφής, που επεκτείνεται σε δύο μήνες στην περίπτωση που ο διάδικος δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους, στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα της απόφασης (βλ. Άρθρο 43(5) του Ε.Κ. 44/2001).
Τα Άρθρα 34 & 35 του Ε.Κ. 44/2001 δυνάμει των οποίων μπορεί να παραμεριστεί το διάταγμα αναγνώρισης έχουν ως ακολούθως:
Άρθρο 34
Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
1. αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως
2. αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει
3. αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως
4. αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος αναγνωρίσεως.
Άρθρο 35
1. Απόφαση δεν αναγνωρίζεται, επίσης, αν έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των τμημάτων 3, 4 και 6 του κεφαλαίου II, καθώς και στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 72.
2. Κατά τον έλεγχο των βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, η αρχή ενώπιον της οποίας ζητείται η αναγνώριση δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες το δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως έχει θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του.
3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της πρώτης παραγράφου, δεν ερευνάται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως. Οι σχετικοί με τη διεθνή δικαιοδοσία κανόνες δεν αφορούν τη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 34 σημείο 1.
Τέλος με το Άρθρο 36 του Ε.Κ. 44/2001 «αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως».
Με βάση τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η μονομερής διαδικασία εγγραφής είναι τυπικής μορφής, ενώ ο σκοπός του Κανονισμού 44/2001 είναι να απλοποιήσει τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων μεταξύ κρατών μελών, αφού οι διαθέσιμες υπερασπίσεις με βάση τον Κανονισμό είναι περιορισμένες.
Αναφορικά με την υπεράσπιση της δημόσιας τάξης αυτή εφαρμόζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα στις σελ. 596-597 του συγγράμματος Private International Law των Cheshire, North & Fawcett, (14η έκδοση) στο οποίο παραπέμπει και η πρωτόδικη απόφαση:
«The public policy defence should only be used in exceptional cases. The word "manifestly" has been added by the Regulation to underscore the exceptional nature of this defence. The Jenard Report states that public policy should not be used to criticise the decision of the court which gave the judgement. It is the recognition of the judgment rather than the judgment itself which must be contrary to public policy. [.]
Moving beyond the issue of fraud, in Kromback v Bamberski the Court of Justice held that recourse to public policy can be envisaged only where recognition or enforcement would infringe the rule of law regarded as essential in the legal order of the state in which enforcement is sought or a right recognized as being fundamental within that legal order.»
Σχετική είναι και η απόφαση του Δ.Ε.Ε στην υπόθεση , C-420/07, στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω:
«59. Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 34 του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνεύεται στενά καθόσον αποτελεί εμπόδιο στην επίτευξη ενός από τους θεμελιώδεις στόχους του εν λόγω κανονισμού (βλ. αποφάσεις της 2ας Ιουνίου 1994, C-414/92, Solo Kleinmotoren, Συλλογή 1994, σ. I-2237, σκέψη 20· της , C-7/98, Krombach, Συλλογή 2000, σ. I-1935, σκέψη 21, και της , C-38/98, Renault, Συλλογή 2000, σ. I-2973, σκέψη 26). Όσον αφορά ειδικότερα τη ρήτρα της δημοσίας τάξεως, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 34, σημείο 1, του ως άνω κανονισμού, αυτή πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. αποφάσεις της , 145/86, Hoffmann, Συλλογή 1988, σ. 645, σκέψη 21· της , C-78/95, Hendrikman και Feyen, Συλλογή 1996, σ. I-4943, σκέψη 23· προπαρατεθείσες αποφάσεις Krombach, σκέψη 21, και Renault, σκέψη 26)..»
Η παρούσα έφεση
Οι εφεσείουσες με επτά λόγους έφεσης, προσβάλλουν την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα τους για παραμερισμό του διατάγματος αναγνώρισης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης αμφισβητείται η πρωτόδικη κατάληξη για εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, αντί του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012. Υποστηρίχθηκε ότι η αγγλική απόφαση ημερ. 8/10/2019 και το διάταγμα ημερομηνίας 17/10/2019, που ενεγράφησαν στην Κύπρο δυνάμει του Κανονισμού 44/2001, αφορούσαν ξεχωριστή και με διαφορετικούς διαδίκους διαδικασία και όχι ενιαία διαδικασία με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η αρχική αγγλική απόφαση του High Court of Justice of England and Wales με αρ. CL-2013-000683, στην οποία οι εφεσείουσες κατέστησαν διάδικοι σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είχαν εξουσία να εγγράψουν τις αγγλικές αποφάσεις δυνάμει του Κανονισμού 44/2001 αφού αυτές διέπονταν από τις διατάξεις του Κανονισμού 1215/2012, που ίσχυε όταν οι εφεσείουσες κατέστησαν διάδικοι το 2019.
Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Προκύπτει ότι οι επίδικες αγγλικές αποφάσεις εκδόθηκαν στη διαδικασία της αγωγής στο αγγλικό High Court με αρ. CL-2013-000683, δηλαδή στο πλαίσιο υπόθεσης που άρχισε το 2013. Εφαρμόζεται επί του προκειμένου η μεταβατική διάταξη του Άρθρου 66(2) του Κανονισμού 1215/2012, σύμφωνα με την οποία o Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, πριν από την 10η Ιανουαρίου 2015. Κριτήριο δηλαδή είναι η έναρξη της κύριας διαδικασίας και όχι το χρονικό διάστημα στο οποίο οι εφεσείουσες κατέστησαν μέρος της, όπως εισηγείται ο συνήγορος τους στο περίγραμμα αγόρευσης του.
Σημειώνεται ότι την εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001 πιστοποιεί και το αγγλικό Δικαστήριο που εξέδωσε τις επίδικες αγγλικές αποφάσεις, εκδίδοντας τη βεβαίωση της εκτελεστότητας των αποφάσεων, συμμορφούμενο με το Άρθρο 54 και το Παράρτημα V του Κανονισμού 44/2001. Σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ C-361/18 στην οποία παραπέμπει ο συνήγορος των εφεσιβλήτων στην αγόρευση του, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται την έκδοση πιστοποιητικού δυνάμει του Άρθρου 54 του Κανονισμού 44/2001, οφείλει να εξακριβώσει αν η διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού. Κάτι που έπραξε το αγγλικό Δικαστήριο επί του προκειμένου, εκδίδοντας τα σχετικά πιστοποιητικά, τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υπόψη του, όταν εξέδωσε το επίδικο διάταγμα αναγνώρισης.
Ενόψει των πιο πάνω, ο 1ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Όπως προαναφέρθηκε, ο 2ος λόγος έφεσης αποσύρθηκε από τις εφεσείουσες.
Με τον 3ο λόγο έφεσης, οι εφεσείουσες αμφισβητούν την πρωτόδικη κατάληξη ότι η ύπαρξη συμφωνίας χρηματοδότησης των εξόδων της αγγλικής διαδικασίας από τρίτους προς τις εφεσίβλητες, δεν παραβιάζει το δόγμα «Maintenance and Champerty» και ότι αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο άρνησης αναγνώρισης των αλλοδαπών αποφάσεων, λόγω παραβίασης της κυπριακής δημόσιας τάξης. Οι εφεσείουσες σημειώνουν ότι ο Κανονισμός 44/2001 προνοεί ότι εθνικό Δικαστήριο δύναται να μην εγγράψει αλλοδαπή απόφαση αν διαπιστωθεί κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου της Κυπριακής έννομης τάξης, ήτοι παραβίαση της ρήτρας δημόσιας τάξεως η οποία εντοπίζεται στο Άρθρο 34 του Κανονισμού 44/2001.
Υποδεικνύεται από τις εφεσείουσες ότι το Harbour Fund ΙΙΙ LP χρηματοδότησε τα δικηγορικά έξοδα των εφεσιβλήτων στην αγγλική διαδικασία με όρο ότι σε περίπτωση επιτυχίας θα εισέπραττε συγκεκριμένο ποσό. Κάτι που για τις εφεσείουσες συνιστά αστικό αδίκημα με βάση το δόγμα «Champerty and Maintenance», το οποίο αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Εν πρώτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε από τις εφεσίβλητες η εν λόγω συμφωνία χρηματοδότησης, στη βάση της οποίας τους δόθηκε η δυνατότητα να προωθήσουν την αγγλική διαδικασία εναντίον του συζύγου της εφεσείουσας 1 για πράξεις απάτης, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και η έκδοση της αρχικής αγγλικής απόφασης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτοντας τις θέσεις των εφεσειόντων αναφέρει επί του προκειμένου:
«η ύπαρξη της συμφωνίας χρηματοδότησης όχι μόνο δεν παραβιάζει την δημόσια πολιτική και ούτε αποτελεί κάτι το παράνομο αλλά απεναντίας έγινε με την πλήρη γνώση, έγκριση και αποδοχή του Αγγλικού Δικαστηρίου ενώ η Συμφωνία Χρηματοδότησης ποτέ δεν είχε αμφισβητηθεί κατά τις Αγγλικές διαδικασίες.»
Οι κανόνες που απαγορεύουν τo Maintenance and Champerty εισήχθησαν για πρώτη φορά στη μεσαιωνική Αγγλία. Είχαν σκοπό να αποτρέψουν τις καταχρήσεις της δικαιοσύνης από διεφθαρμένους ευγενείς και βασιλικούς αξιωματούχους που συνδέονταν με δόλιες και κακόβουλες αξιώσεις, ενισχύοντας την αξιοπιστία των αξιώσεων με αντάλλαγμα ένα μερίδιο από τα κέρδη. Ιστορικά, και οι δύο πράξεις θεωρούνταν ποινικά αδικήματα και αστικές αδικοπραξίες (torts), καθώς υπήρχε ο φόβος ότι οι "επαγγελματίες" χρηματοδότες θα μπορούσαν να διαφθείρουν τη δικαιοσύνη για προσωπικό κέρδος.
Η έννοια του Maintenance περιλαμβάνει οικονομική στήριξη ή άλλη βοήθεια που παρέχεται σε δίκη επί αξίωσης για την οποία ο τρίτος δεν έχει έννομο συμφέρον ( βλ. [1968] 1 QB 686). Στην έννοια του Champerty περιλαμβάνεται μια πιο επιβαρυντική μορφή οικονομικής συνεισφοράς, όπου ο χρηματοδότης απαιτεί μερίδιο από τα έσοδα της αγωγής σε αντάλλαγμα για τη χρηματοδότηση της (βλ. [1963] Ch 199, 224; [1982] A.C. 679).
Στη συνέχεια παρότι η νομική προσέγγιση επί του θέματος άλλαξε, υπήρχε πάντοτε ο φόβος ότι ένας τρίτος θα μπορούσε να χειραγωγήσει τη δικαστική διαδικασία και, όπως το έθεσε ο Λόρδος Ντένινγκ, στην υπόθεση (ανωτέρω) «να μπει στον πειρασμό, για δικό του προσωπικό όφελος, να πυροδοτήσει τις ζημιές, να καταστείλει αποδεικτικά στοιχεία ή ακόμα και να υποκλέψει μάρτυρες».
Τελικώς τo Maintenance and Champerty καταργήθηκαν σαν ποινικά και αστικά αδικήματα στην Αγγλία με τον Criminal Law Act 1967 (CLA 1967) (άρθρα 13 και 14). Διατηρήθηκε όμως το κατάλοιπο της δημόσιας τάξης αφού σύμφωνα με Άρθρο 14.2 του CLA 1967 «η κατάργηση της ποινικής και αστικής ευθύνης...... δεν θίγει κανέναν κανόνα δικαίου ως προς τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια σύμβαση πρέπει να θεωρηθεί αντίθετη προς τη δημόσια τάξη ή άλλως παράνομη».
Σε πιο σύγχρονους καιρούς, η απαγόρευση της χρηματοδότησης από τρίτους χαλάρωσε περαιτέρω στην Αγγλία, βασιζόμενη μόνο σε ζητήματα δημόσιας πολιτικής και στο πιο πάνω κατάλοιπο προστασίας της καθαρότητας της δικαιοσύνης. Οι έννοιες του Maintenance and Champerty, έχουν σταδιακά περιοριστεί από την αγγλική νομολογία, που δίδει περισσότερη σημασία στο δικαίωμα για πρόσβαση στο Δικαστήριο σε διάδικους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να το πράξουν. Η σύγχρονη τάση είναι η ενθάρρυνση πρόσβασης στη δικαιοσύνη, και αυτές οι ανησυχίες για τη δικαστική χρηματοδότηση θεωρούνται πλέον ευρέως ξεπερασμένες. Αντιμετωπίζοντας το ζήτημα στις 08/05/2013, ο τότε πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου Λόρδος Neuberger, σε μια ομιλία του στο Grays Inn με τίτλο «From Barretry, Maintenance and Champerty to Litigation Funding», η οποία αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του αγγλικού Supreme Court είπε ότι «η πρόσβαση στα δικαστήρια είναι δικαίωμα και το κράτος δεν πρέπει να στέκεται εμπόδιο στους πολίτες να κάνουν χρήση αυτού του δικαιώματος».
Στην ίδια κατεύθυνση τοποθετείται και η σύγχρονη αγγλική νομολογία. Η σημερινή προσέγγιση των αγγλικών δικαστηρίων είναι να εξετάζουν αυστηρά μόνο εάν οι ρυθμίσεις χρηματοδότησης είναι αντίθετες με τη δημόσια τάξη. Για παράδειγμα, για να ισοδυναμεί μια συμφωνία δικαστικής χρηματοδότησης με παραβίαση της δημόσιας τάξης πρέπει να εμπεριέχει ένα στοιχείο παρατυπίας, πχ δυσανάλογο κέρδος ή υπερβολικό έλεγχο εκ μέρους του χρηματοδότη. Η σύγχρονη προσέγγιση της θεωρίας του Champerty φαίνεται να ασχολείται με το ερώτημα του εάν μια συμφωνία χρηματοδότησης των δικηγορικών εξόδων μιας δίκης από έναν μη διάδικο θα έτεινε να υπονομεύσει ή να διαφθείρει τη διαδικασία της δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο αυτό, το κρίσιμο ζήτημα φαίνεται να είναι αν ο μη διάδικος μπορεί να ασκήσει υπερβολικό έλεγχο ή επιρροή στη διεξαγωγή της διαδικασίας κατά τρόπον ώστε, για παράδειγμα, να αποκρύψει αποδεικτικά στοιχεία, να επηρεάσει μάρτυρες ή να επιτύχει καταχρηστικό διακανονισμό.
Σχετική μεταξύ άλλων είναι η απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση (No 8) [2003] QB 381,400, στην οποία διευκρινίστηκε ότι μόνο οι συμβάσεις χρηματοδότησης που τείνουν να «υπονομεύουν τους σκοπούς της δικαιοσύνης» θα πρέπει να χαρακτηρίζονται παράνομες και αντίθετες με τη δημόσια τάξη με την έννοια του Maintenance and Champerty.
Η μεγάλη αυτή φιλελευθεροποίηση των συμφωνιών δικαστικής χρηματοδότησης, εξισορροπήθηκε στη μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου, [2005] 1 WLR 3055, στην οποία κρίθηκε ότι ο χρηματοδότης της ένδικης επίλυσης διαφορών θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι υπεύθυνος για τα έξοδα της δίκης του αντιδίκου, μόνο όμως στο μέτρο της παρεχόμενης χρηματοδότησης.
Τα συμφέροντα τρίτων χρηματοδοτών αναγνωρίστηκαν στην (In Liquidation) [2022] EWHC 1801 (Ch). Σε αυτήν την υπόθεση, μια αφερέγγυα εταιρεία ζήτησε την ανάκτηση χρημάτων που καταβλήθηκαν σε άτομα που ήταν τόσο διευθυντές όσο και μέτοχοί της. Η δικαστική αξίωση χρηματοδοτήθηκε από τρίτους χρηματοδότες. Η αγωγή έγινε δεκτή, αλλά ο δικαστής περιόρισε το ανακτήσιμο ποσό, προκειμένου να αποτρέψει τη διανομή κατά την εκκαθάριση στους εναγόμενους ως μετόχους. Ένα τέτοιο όριο θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του μεριδίου των τρίτων χρηματοδοτών στα έσοδα. Στην έφεση, κρίθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν μπορούσε να ασκηθεί έτσι ώστε να στερήσει από τους αθώους τρίτους χρηματοδότες, το δικαίωμα συμμετοχής στα έσοδα της αγωγής.
Στη σημαντική υπόθεση [2011] EWCA Civ 25, η ρήτρα αποζημίωσης που υποχρέωνε τους δικηγόρους να καλύψουν τα έξοδα σε περίπτωση ήττας (αλλά χωρίς να τους δίνει επιπλέον κέρδος σε περίπτωση νίκης πέραν της αμοιβής τους), κρίθηκε ότι δεν συνιστά παρανομία με την έννοια του Maintenance and Champerty. Λέχθηκε αντιθέτως ότι τέτοιες συμφωνίες όταν είναι προσεκτικά δομημένες και ο δικηγόρος αναλαμβάνει μόνο το ρίσκο απώλειας, ενισχύουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για ευάλωτους διαδίκους αντί να την υπονομεύουν.
Στην υπόθεση (ανωτέρω) δύο στελέχη συνδικαλιστικής οργάνωσης άσκησαν ανεπιτυχείς αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση κατά του ενάγοντα που είχε υπονοήσει ότι δεν ήταν κατάλληλοι για το αξίωμα τους. Το σωματείο πρότεινε να πληρώσει τα έξοδα των στελεχών του που έχασαν τη δίκη. Κρίθηκε ότι δεν θα ήταν παράνομο για το σωματείο με την έννοια του Maintenance να υποστηρίξει οικονομικά τα μέλη του στη δίκη, δεδομένου ότι αυτή αφορούσε και το σωματείο. Επιπλέον, το σωματείο παρότι δεν είχε ρητή εξουσία, αναγνωρίστηκε ότι είχε σιωπηρή εξουσία σύμφωνα με τους κανόνες του να υποστηρίζει τα μέλη και υπαλλήλους του, με τρόπο που ήταν παρεπόμενος της εργασίας τους για το σωματείο. Ως εκ τούτου η ένωση είχε την εξουσία να καταβάλει τα έξοδα των υπαλλήλων της για τις αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση.
Η εξέλιξη της αγγλικής νομολογίας με την χαλάρωση του δόγματος Maintenance and Champerty και της σύγχρονης τάσης για ενθάρρυνση πρόσβασης στη δικαιοσύνη, συνοψίζεται στην απόφαση του αγγλικού High Court Of Justice Family Division [2020] EWHC 1526 (Fam) στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«The modern law of champerty, developed since 1967, does not reflect the attitudes set out in much of the older case law. The Court of Appeal in Thai Trading Co v Taylor [1998] EWCA Civ 370 observed that: "… in examining the present scope of the doctrine, it must be remembered that public policy is not static. In recent times the roles of maintenance and champerty have been progressively redefined and narrowed in scope" [paragraph 17 per Lord Justice Millett]. Lord Phillips MR described only "vestigial remnants" of the law of champerty surviving in paragraph 91 of R (Factortame) v Secretary of State for Transport [2003] QB 381, which bears fuller citation as an insight into modern judicial thinking on this topic:
"91. The costs judge concluded that the 1998 agreements lacked the characteristics that might have rendered them contrary to public policy under the vestigial remnants of the law of champerty. As we considered the evidence and heard the argument unfold, we became increasingly convinced that he was correct. Reflection after reserving our judgment has not shaken that conclusion. The claimants had been brought low by the initial wrong done to them and by the costs and stress of prolonged litigation in which no quarter was given. They were faced with an extraordinarily complicated task in proving the damage that they had suffered and there was a real risk that lack of funds might result in their losing the fruits of their litigation. The 1998 agreements ensured that they continued to enjoy access to justice. They did this without putting justice in jeopardy. The 1998 agreements were not champertous"»
Στην Κύπρο δεν εντοπίζεται υπόθεση του Εφετείου σχετική με συμβάσεις χρηματοδότησης δικαστικής διαδικασίας. Ούτε υπήρξε ανάγκη νομοθετικής κατοχύρωσης, του παράνομου αυτής της συμπεριφοράς, όπως έγινε στην Αγγλία. Η έρευνα μου εντόπισε εντούτοις μια πρωτόδικη απόφαση στην οποία γίνεται αναφορά σε σύμβαση κάλυψης της αποζημίωσης από μη διάδικο, την οποία πιθανόν να επιβάλει το Δικαστήριο σε διάδικο που ενάγεται για αθέτηση σύμβασης. Στην εν λόγω απόφαση εξετάστηκε κατά πόσον η πιο πάνω σύμβαση είναι άκυρη δυνάμει του Άρθρου 23 του Περί Συμβάσεως Νόμου (Κεφ. 149) ή παραβιάζει τη δημόσια τάξη με την έννοια του Maintenance and Champerty. Πρόκειται για απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Κερύνειας ημερ. 19/02/1973 (διμελής σύνθεση Ioannides, P.D.C., Colotas, D.J), η οποία δημοσιεύτηκε στα JSC της επόμενης χρονιάς (βλ. (1974) JSC 578).
Στην υπόθεση αυτή, αγοραστής ακινήτου το οποίο είχε προηγουμένως πωληθεί σε άλλο πρόσωπο, συμφώνησε με τον πωλητή να του καταβάλει το επιδικασθέν ποσό σε περίπτωση που ο τελευταίος καταδικαστεί από το Δικαστήριο να καταβάλει αποζημίωση για παραβίαση της πρώτης πώλησης. Κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε νομικά δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών της πρώτης συμφωνίας κατά τη σύναψη της δεύτερης σύμβασης, επειδή η εν λόγω πρώτη συμφωνία είχε ήδη καταγγελθεί και η αγωγή αποζημίωσης είχε κατατεθεί από τον αγοραστή. Όσον αφορά τη σύμβαση για κάλυψη των αποζημιώσεων που δυνατόν να επιδικασθούν, κρίθηκε ότι δεν είναι παράνομη δυνάμει του Άρθρου 23 του Περί Συμβάσεως Νόμου (Κεφ. 149) ούτε παραβιάζει τη δημόσια τάξη με την έννοια του Maintenance. Ειδικότερα για το τελευταίο λέχθηκαν τα εξής:
«Maintenance may nowadays be defined as improperly stirring up litigation and strife by giving aid to one party to bring or defend a claim without just cause or excuse (per Lord Denning, M. R,, in Re Trepca Mines Ltd. (1962) 3 All E.R., 351, at page 355 E). It should be noted here that although as a crime and as a tort Maintenance (including Champerty) has been abolished in England since 1967, this abolition does not affect any ruling of law as to the cases in which a contract is to be treated as contrary to public policy.
When the Court is examining whether a certain transaction constitutes Maintenance "it will have to consider 'Whether the transaction is bona fide or unfair and entered into merely for the acquisition of an interest in the subject of litigation. So it has been observed that Champerty and Maintenance must have the qualities attributed to them by the English Law, It must be something against good policy and justice, something tending to promote unnecessary litigation, something that in a legal sense is immoral, and to the constitution of which a bad motive in the same sense is necessary. It is necessary therefore, to look at the substance of the transaction and not merely to the language of the instrument. The agreement will be opposed to public policy if its object be an improper one, such as betting, or encouraging urighteous suits, or gambling in litigation, or the enforcement of the agreement against a party may indeed be contrary to the principle of equity and good, conscience. If the agreement 'he neither unfair nor extortionate it is binding but not if it be extortionate or unconscionable. A Sale of a fourteen- sixteenth share of the property in suit was not considered in the circumstances to be extortionate and unconscionable. A. transfer of property for the purpose of financing a suit upon the terms that the property or the proceeds realised from the litigation shall he divided between the transferor and the transferse is not per se void; but it will be void if the person financing does not believe the borrower's claim to be a good one, The real test in cases of this nature is whether the transaction is a bona fide purchase of a matter in dispute or one for the purpose of maintaining or proceeding with litigation". (See Dutt on The Indian Contract Act, 4th edition, pp. 276 & 278; see also on Maintenance generally, the judgment in Martell v. Consett Iron Go. Ltd. (1955) 1 All E.R. p. 481, which can be taken as the foundation of the modern law on Maintenance.»
Διαπιστώνεται από το πιο πάνω απόσπασμα, η υιοθέτηση από το Κυπριακό Δικαστήριο της σύγχρονης τάσης της αγγλικής νομολογίας ως προς την εξέταση του κατά πόσον μια σύμβαση δικαστικής χρηματοδότησης συνιστά παραβίαση της δημόσιας τάξης ή όχι. Είναι σαφές ότι όταν το Δικαστήριο εξετάζει εάν μια συγκεκριμένη συναλλαγή παραβιάζει τη δημόσια τάξη με την έννοια του Maintenance and Champerty θα πρέπει να ερευνήσει εάν η συναλλαγή είναι καλόπιστη (bona fide) ή αθέμιτη και αν συνήφθη για την απόκτηση συμφέροντος στο αντικείμενο της διαφοράς.
Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση , το Maintenance and Champerty θα πρέπει να έχει τις ιδιότητες που του αποδίδονται από το αγγλικό δίκαιο. Πρέπει δηλαδή να είναι κάτι ενάντια στη δικαιοσύνη, κάτι που τείνει να προωθήσει περιττές δικαστικές διαμάχες, κάτι που από νομική άποψη είναι ανήθικο, και για τη συγκρότηση του οποίου απαιτείται κακό κίνητρο με την ίδια έννοια. Η συμφωνία είναι αντίθετη με τη δημόσια τάξη εάν το αντικείμενό της είναι παράνομο ή ανάρμοστο, όπως πχ τα στοιχήματα ή η ενθάρρυνση άδικων αγωγών ή η επιβολή της συμφωνίας εναντίον ενός μέρους που μπορεί να είναι αντίθετη με την αρχή της ισότητας.
Όμως μεταβίβαση περιουσίας με σκοπό τη χρηματοδότηση αγωγής υπό τους όρους ότι η περιουσία ή τα έσοδα που θα προκύψουν από τη δίκη θα διανεμηθούν μεταξύ του χρηματοδότη και του διάδικου δεν είναι από μόνη της άκυρη. Θα είναι όμως άκυρη εάν το πρόσωπο που χρηματοδοτεί δεν πιστεύει ότι η αξίωση του ενάγοντος είναι καλή.
Το πραγματικό κριτήριο σε περιπτώσεις αυτής της φύσης είναι εάν η συναλλαγή είναι μια καλόπιστη χρηματοδότηση της δικαστικής αξίωσης με σκοπό τη διατήρηση ή τη συνέχιση της δίκης. Στο πλαίσιο αυτό είναι αναγκαίο να εξεταστεί η ουσία της συνδιαλλαγής και όχι μόνο το λεκτικό της σύμβασης.
Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι η συμφωνία χρηματοδότησης μεταξύ της Harbour Fund III, LP και των εφεσιβλήτων, δυνάμει της οποίας δόθηκε η δυνατότητα στις εφεσίβλητες να προωθήσουν την αγγλική διαδικασία ήταν με οιονδήποτε τρόπο παράνομη ή ανάρμοστη, ώστε να μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι παραβιάζει τη δημόσια τάξη. Ούτε έχει καταδειχθεί ότι η χρηματοδότηση έγινε για να προωθήσει περιττές δικαστικές διαμάχες, ούτε ότι είναι παράνομη ή ανήθικη από νομική άποψη.
Αντιθέτως, προκύπτει ότι πρόκειται για μια καλόπιστη χρηματοδότηση της δικαστικής αξίωσης των εφεσειουσών με σκοπό την έναρξη και διατήρηση της αγγλικής διαδικασίας. Μια χρηματοδότηση που ήταν γνωστή με την έγκριση και αποδοχή του αγγλικού Δικαστηρίου χωρίς ποτέ να είχε αμφισβητηθεί στο πλαίσιο των αγγλικών δικαστικών διαδικασιών.
Κρίνω ενόψει όλων των πιο πάνω, σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η επίδικη συμφωνία χρηματοδότησης δεν παραβιάζει το δόγμα «Maintenance και Champerty», δεν αντίκειται στην κυπριακή δημόσια τάξη, ούτε και μπορεί να αποτελέσει λόγο άρνησης εκτέλεσης και αναγνώρισης των επίδικων αγγλικών αποφάσεων δυνάμει του Άρθρου 34.1 του Ε.Κ. 44/2001.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η ένσταση επί της δημοσίας τάξης για αναγνώριση απόφασης δυνάμει του Κανονισμού 44/2001 μπορεί να πετύχει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και όταν η αναγνώριση ή εκτέλεση απόφασης θα συνιστούσε κατάφορη παραβίαση ουσιώδους κανόνα δικαίου για την έννομη τάξη κράτους μέλους στο οποίο επιζητείται η εκτέλεση. Κάτι που δεν έχει καταδειχθεί στην παρούσα περίπτωση,
Ενόψει των πιο πάνω και ο 3ος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Με τον 4ο λόγο έφεσης οι εφεσείουσες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ο ισχυρισμός των εφεσειουσών ότι οι εφεσίβλητες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια δεν εμπίπτει εντός της έννοιας της δημόσιας τάξης αλλά ούτε και μπορεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να οδηγήσει στον παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής των αλλοδαπών αποφάσεων. Επιπλέον αμφισβητούν την πρωτόδικη κατάληξη ότι οι εφεσίβλητες δεν παρέλειψαν να αποκαλύψουν ουσιώδη γεγονότα και ότι σε κάθε περίπτωση δεν είχαν υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη.
Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο 4ος λόγος έφεσης πλήττει δύο πτυχές της πρωτόδικης απόφασης. Πρώτον ότι η ισχυριζόμενη παραβίαση της υποχρέωσης αποκάλυψης δεν εμπίπτει εντός της έννοιας της δημοσίας τάξης που προβλέπεται ως λόγος άρνησης αναγνώρισης της αλλοδαπής απόφασης στον Κανονισμό 44/2001, και δεύτερον ότι σε κάθε περίπτωση δεν υπήρχε υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη στο αρχικό μονομερές στάδιο της διαδικασίας αναγνώρισης.
Σε σχέση με το δεύτερο στοιχείο, είναι ορθή η θέση του συνηγόρου των εφεσιβλήτων ότι στην αιτιολογία του 4ου λόγου έφεσης οι εφεσείουσες δεν εξειδικεύουν ως όφειλαν, τα ουσιώδη γεγονότα που κατ' ισχυρισμό δεν αποκαλύφθηκαν. Αντιθέτως, στο περίγραμμα αγόρευσης τους, οι εφεσείουσες αναφέρονται στον ισχυρισμό που προβλήθηκε ανεπιτυχώς στην πρωτόδικη διαδικασία ότι οι εφεσίβλητες δεν αποκάλυψαν ότι το εμπίστευμα Wycombe Settlement, επί του οποίου προτίθενται να αναζητήσουν τα επιδικασθέντα ποσά, οι ίδιες θεωρούν ότι είναι εικονικό.
Με βρίσκει σύμφωνο η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι κατά πόσο το εν λόγω εμπίστευμα είναι εικονικό, είναι στοιχείο παντελώς άσχετο με τη διαδικασία αναγνώρισης των αλλοδαπών αποφάσεων, η οποία εξετάζεται και εγκρίνεται με βάση τυπικούς λόγους και προϋποθέσεις που περιέχει ο Κανονισμός 44/2001. Οι εφεσείουσες δεν τεκμηρίωσαν τη θέση τους ότι αυτό το γεγονός ήταν ουσιώδες και επηρέαζε την τυπικής μορφής μονομερή εξέταση της εγγραφής των υπό κρίση αγγλικών αποφάσεων. Ούτε οι άλλοι ισχυρισμοί που τέθηκαν πρωτοδίκως από τις εφεσείουσες ως προς την παράλειψη των εφεσιβλήτων να αναφερθούν σε επιμέρους ζητήματα, ήταν σχετικοί με την αίτηση εγγραφής.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το μονομερές διάταγμα αναγνώρισης που εκδίδεται σε αρχικό στάδιο με βάση τον Κανονισμό 44/2001, δεν δημιουργεί άμεσα έννομα αποτελέσματα όπως ή έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος, δυνάμει του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην έκδοση προσωρινού διατάγματος, η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δημιουργείται λόγω των άμεσων έννομων αποτελεσμάτων στα συμφέροντα του εναγομένου, ο οποίος δεν είχε την ευκαιρία να ακουστεί σε πρώτο στάδιο κατά την μονομερή έκδοση του. Αυτό, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η παραπλάνηση του Δικαστηρίου αφού η θέση του εναγομένου δεν μπορεί να ακουστεί σε εκείνο το στάδιο. Αντιθέτως, το μονομερές διάταγμα εγγραφής αλλοδαπής απόφασης δεν έχει άμεσα έννομα αποτελέσματα με την έννοια ότι δεν μπορεί να προωθηθεί η εκτέλεση της αλλοδαπής απόφασης, παρά μόνο μετά την επίδοση του διατάγματος και την παρέλευση της προθεσμίας καταχώρισης αίτησης παραμερισμού από τον καθ’ ου η αίτηση. Σε περίπτωση δε καταχώρισης αίτησης παραμερισμού, το διάταγμα εγγραφής θα έχει έννομα αποτελέσματα μόνο μετά την απόρριψη αυτής της αίτησης και αφού ακουστεί στο πλαίσιο εκδίκασης της και ο καθ΄ ου η αίτηση. Συνεπώς στις μονομερείς αιτήσεις αναγνώρισης αλλοδαπής απόφασης με βάση τον Κανονισμό 44/2001 δεν τίθεται ζήτημα παραπλάνησης του Δικαστηρίου και απόκτησης αθέμιτου πλεονεκτήματος επί του αντιδίκου όπως συμβαίνει στη διαδικασία προσωρινών διαταγμάτων σε εκκρεμούσα αγωγή.
Είναι ως εκ τούτου ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εφόσον το διάταγμα εγγραφής δεν δημιουργούσε άμεσα έννομα αποτελέσματα μέχρι να ακουστούν οι εφεσείουσες, δεν υπήρχε υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη με την έννοια που υπάρχει σε μονομερείς αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων. Κατάληξη που υποστηρίζεται και από το Άρθρο 47 (3) του Κανονισμού 44/2001, σύμφωνα με το οποίο ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να ζητηθούν ξεχωριστά στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης της απόφασης.
Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι η αρχική αίτηση εγγραφής που εξετάζεται μονομερώς δεν συνιστά διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ώστε να υπάρχει υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης. Αντιθέτως, πρόκειται για μια τυπική διαδικασία με μόνη υποχρέωση στον αιτητή να ικανοποιήσει τις τυπικές προϋποθέσεις του Κανονισμού 44/2001. Σχετική είναι η απόφαση (2010) 1 Α.Α.Δ 452, στην οποία τέθηκε ισχυρισμός ότι η αιτήτρια δεν είχε προσέλθει με «καθαρά χέρια» καθ' όσον δεν είχε αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα όταν ζήτησε την άδεια για εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε πρωτόδικα, όχι μόνο γιατί είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αντίγραφα της δικογραφίας του αγγλικού δικαστηρίου έστω και αν δεν γινόταν πλήρης αναφορά στην ένορκη δήλωση, αλλά και ιδιαιτέρως ότι, πέραν του δεδομένου της απόφασης του αγγλικού δικαστηρίου για την οποία ζητείτο άδεια εκτέλεσης, δεν υπήρχαν άλλα γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου για να δώσει άδεια. Το Εφετείο επικυρώνοντας την πιο πάνω πρωτόδικη κατάληξη αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά:
«Η Εφεσείουσα προσβάλλει και την απόρριψη της εισήγησης της ότι η Εφεσίβλητη δεν προσήλθε με «καθαρά χέρια». Δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε αυτό το λόγο έφεσης πέραν του να τονίσουμε, συμφωνώντας με την πρωτόδικη απόφαση, ότι το Δικαστήριο ενδιέφερε μόνο, ως ζητούμενο, η ίδια η απόφαση και όχι το τι προηγήθηκε, επαναλαμβάνοντας την αναφορά μας στα Άρθρα 33.1, 35.2, 36 και 45.2.»
Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος του 4ου λόγου έφεσης που συνδέει την έννοια της δημόσιας τάξης με τους ισχυρισμούς περί μη αποκάλυψης, κρίνω ότι είναι επίσης αβάσιμος.
Η έννοια της δημόσιας τάξης ως λόγος άρνησης αναγνώρισης μιας αλλοδαπής απόφασης δυνάμει του του Κανονισμού 44/2001 αφορά την ουσία της απόφασης της οποίας επιζητείται η εκτέλεση, και όχι την διαδικασία της αίτησης εγγραφής στο κράτος εκτέλεσης. Ούτε έχει επεξηγηθεί από τις εφεσείουσες πως παραβιάζεται η κυπριακή δημόσια τάξη με την μη αποκάλυψη γεγονότων στην μονομερή αίτηση αναγνώρισης.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει διαμορφώσει μια αυστηρά περιοριστική ερμηνεία της ρήτρας δημόσιας τάξης του Άρθρου 34.1 του Κανονισμού 44/2001 με αποτέλεσμα η υπεράσπιση αυτή να εφαρμόζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Σχετική είναι η υπόθεση Μελέτιος Αποστολίδης (ανωτέρω) και το προαναφερθέν απόσπασμα από το σύγγραμμα Private International Law των Cheshire, North & Fawcett, (14η έκδοση) στις σελ. 596-597.
Αναφέρω ενδεικτικά και την υπόθεση (2000) (C-7/98) στην οποία λέχθηκε ότι η δημόσια τάξη ενεργοποιείται μόνο σε περίπτωση κατάφωρης παραβίασης θεμελιώδους δικαιώματος αλλά και την (2000) C-38/98, στην οποία λέχθηκε ότι η ένσταση της δημόσιας τάξης δεν αποτελεί «κρυφή έφεση» με την έννοια ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να διορθωθεί ενδεχόμενο νομικό σφάλμα του δικαστηρίου προέλευσης. Διαφορετικά, η διαδικασία αναγνώρισης θα μετατρεπόταν σε έμμεση δευτεροβάθμια κρίση.
Η βασική αρχή που προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία είναι ότι η επίκληση της δημόσιας τάξης αποτελεί εξαιρετικό μηχανισμό άμυνας, συμβατό με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των κρατών – μελών. Εν πάση περιπτώσει, η ιδιαίτερη φύση της ένστασης της δημόσιας τάξης ως εξαιρετικό μέτρο δεν δικαιολογεί τη θέση των εφεσειουσών ότι πρέπει να επεκταθεί και στις διαδικασίες εγγραφής στο κράτος εκτέλεσης καλύπτοντας και την αρχή της πλήρους αποκάλυψης που ισχύει στα ασφαλιστικά μέτρα.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, ο 4ος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Με τον 5ο λόγο έφεσης οι εφεσείουσες ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η παράλειψη των εφεσίβλητων να προβούν σε εκτενή αναφορά για την περιουσία της εφεσείουσας 1 και/ή για το γεγονός ότι θεωρούν ότι τα επίδικα εμπιστεύματα είναι εικονικά δεν αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
Πρόκειται στην ουσία για τους ίδιους ισχυρισμούς για μη αποκάλυψη που παρουσιάζονται στον 4ο λόγο έφεσης με τη διαφορά ότι στον 5ο λόγο έφεσης, αιτιολογούνται με προβολή επιχειρημάτων για κατάχρηση εξουσίας από τις εφεσίβλητες.
Για τους ίδιους λόγους που αναφέρω πιο πάνω για τον 4ο λόγο έφεσης και ο 5ος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος. Η περιουσία της εφεσείουσας 1 και το κατά πόσον το εν λόγω εμπίστευμα είναι εικονικό, είναι στοιχεία παντελώς άσχετα με τη διαδικασία αναγνώρισης των αλλοδαπών αποφάσεων, η οποία εξετάζεται και εγκρίνεται με βάση τυπικούς λόγους και προϋποθέσεις που περιέχει ο Κανονισμός 44/2001. Οι εφεσείουσες δεν τεκμηρίωσαν τη θέση τους ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ουσιώδη και επηρέαζαν την τυπικής μορφής μονομερή εξέταση της εγγραφής των υπό κρίση αγγλικών αποφάσεων για σκοπούς εκτέλεσης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ούτε καταδεικνύεται πως συνιστά κατάχρηση εξουσίας από τις εφεσίβλητες, η παράλειψη αναφοράς στα πιο πάνω στοιχεία, στην αίτηση για αναγνώριση των αγγλικών αποφάσεων.
Ως αποτέλεσμα και ο 5ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον 6ο λόγο έφεσης οι εφεσείουσες ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι οι αλλοδαπές αποφάσεις είναι επιδεκτικές προς αναγνώριση ενώ δεν αφορούν εκκαθαρισμένο πόσο και επιπλέον δεν είναι τελεσίδικες.
Στην αιτιολογία του 6ου λόγου έφεσης αναφέρεται συγκεκριμένα ότι στις υπό κρίση αλλοδαπές αποφάσεις δεν συγκεκριμενοποιούνται πλήρως τα ποσά που διατάσσονται να καταβάλουν οι εφεσείουσες αφού για να γίνει αυτό θα πρέπει πρώτα να ψηφιστούν τα δικηγορικά έξοδα σε άλλες διαδικασίες. Μέχρι την ψήφιση του συνόλου των δικηγορικών εξόδων, οι αλλοδαπές αποφάσεις δεν ήταν τελεσίδικες και ως τέτοιες δεν μπορούσαν να εγγραφούν δυνάμει του Κανονισμού 44/2001.
Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο πολύ ορθά διαπίστωσε ότι από το ίδιο το αγγλικό διάταγμα ημερ. 17/10/2019, προέκυπτε σαφώς ότι είχαν επιδικαστεί συγκεκριμένα ποσά εναντίον των εφεσειουσών. Το γεγονός ότι δεν συγκεκριμενοποιούνται άλλα έξοδα, δεν σημαίνει ότι οι εφεσίβλητες κωλύονταν να εγγράψουν στην Κύπρο τις επίδικες αγγλικές αποφάσεις, οι οποίες ήταν άμεσα εκτελεστές στο Ηνωμένο Βασίλειο από την έκδοση τους.
Να σημειωθεί εδώ ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του, έλαβε υπόψη την γνωμάτευση των Άγγλων δικηγόρων των εφεσιβλήτων που επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της αίτησης εγγραφής. Με αυτήν επιβεβαιώνεται ότι οι επίδικες αγγλικές αποφάσεις ήταν τελικές και εκτελεστές και επιπλέον δεν είχαν εφεσιβληθεί. Από πλευράς εφεσειόντων δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία περί του αντιθέτου. Ήταν υπό τας περιστάσεις, ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι επίδικες αγγλικές αποφάσεις αφορούσαν σε εκκαθαρισμένα ποσά, ήταν τελεσίδικες και συνεπακόλουθα, επιδεκτικές προς αναγνώριση δυνάμει του Κανονισμού 44/2001.
Ως εκ τούτου και ο 6ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον 7ο λόγο έφεσης οι εφεσείουσες ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι οι εφεσίβλητες νομιμοποιούνταν να αξιώσουν την αναγνώριση και εγγραφή των αγγλικών αποφάσεων αφού σύμφωνα με το διάταγμα ημερ. 30/07/2018 του High Court of Justice στην υπόθεση CL - 2018 - 00446, το επενδυτικό ταμείο HARBOUR FUND ΙΙΙ LP διορίστηκε ως πληρεξούσιος των εφεσίβλητων για να ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό τους σε όλες τις διαπραγματεύσεις και διαδικασίες που αφορούν και σχετίζονται με τις αγγλικές αποφάσεις. Ως αποτέλεσμα σύμφωνα με τις εφεσείουσες, η αίτηση αναγνώρισης θα μπορούσε μόνο να καταχωριστεί από το εν λόγω Ταμείο, νοουμένου ότι το πιο πάνω διάταγμα ημερ. 30/7/2018 είχε προηγουμένως εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Είναι παραδεκτό ότι το εν λόγω ταμείο διορίστηκε ως πληρεξούσιος των εφεσιβλήτων δυνάμει διατάγματος του αγγλικού Δικαστηρίου ημερ. 30/07/2018. Όμως, είναι ορθή η θέση των εφεσιβλήτων όπως παρουσιάζεται στο περίγραμμα αγόρευσης τους, ότι το εν λόγω διάταγμα αναφέρει ρητά ότι το ταμείο διορίστηκε προκειμένου να ενεργεί επ’ ονόματι και εκ μέρους των εφεσιβλήτων (in the name and on behalf), και όχι για να τους αντικαθιστά στις δικαστικές διαδικασίες. Σημειώνεται δε ότι οι επίδικες αγγλικές αποφάσεις που ακολούθησαν τον Οκτώβριο του 2019, εκδόθηκαν υπέρ των εφεσιβλήτων και όχι υπέρ του ταμείου.
Συνεπώς πολύ ορθά κατά την γνώμη μου το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι σύμφωνα με το εν λόγω διάταγμα, το αγγλικό Δικαστήριο δεν μετέφερε τα δικαιώματα των εφεσιβλήτων που απορρέουν από την απόφαση, αλλά απλά διόρισε το πιο πάνω ταμείο ως πληρεξούσιο τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω κρίση, λαμβάνοντας υπόψη γνωματεύσεις Άγγλων δικηγόρων που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση της αίτησης αναγνώρισης. Σε αυτές αναφέρεται ότι σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, οι εφεσίβλητες ήταν οι ορθοί διάδικοί στην αγγλική διαδικασία που οδήγησε στις επίδικες αγγλικές αποφάσεις, ενώ δεν δόθηκε καμία μαρτυρία επί του αντιθέτου.
Επομένως κρίνω ότι είναι ορθή η πρωτόδικη κατάληξη ότι οι εφεσίβλητες είναι οι ορθοί διάδικοι που νομιμοποιούνταν να εγείρουν την πρωτόδικη διαδικασία για εγγραφή και αναγνώριση των επίδικων αγγλικών αποφάσεων στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Ενόψει των πιο πάνω και ο 7ος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Τελική κατάληξη.
Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι. Η έφεση απορρίπτεται στο σύνολο της. Επιδικάζονται υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον των εφεσειουσών τα έξοδα της παρούσας έφεσης, ύψους €7.000,00 πλέον ΦΠΑ.
Αλέξανδρος Παναγιώτου
Πρόεδρος Εφετείου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο