ΕΛΕΝΑ ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 225/2023, 30/4/2026
print
Τίτλος:
ΕΛΕΝΑ ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 225/2023, 30/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 225/2023)

 

30 Απριλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΕΛΕΝΑ ΙΩΑΝΝΟΥ,

Εφεσείουσα,

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

________________________

 

Προσωπικά, για την Εφεσείουσα.

Αθ. Παπανικολάου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για  την Εφεσίβλητη. 

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Η εφεσείουσα αντιμετώπισε πρωτόδικα τις κατηγορίες της κατοχής αντικειμένου κατασκευασμένου για εκκένωση ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή ένα όπλο που εκκενώνει ηλεκτρική ενέργεια, κατά παράβαση Άρθρων του Ν.113(1)/2004, περί Πυροβόλων Όπλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση Άρθρων του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Ειδικότερα, της αποδόθηκε ότι κρατούσε αντικείμενο που εκτοξεύει ηλεκτρική ενέργεια και ότι με αυτό επιτέθηκε στην παραπονούμενη προκαλώντας της σωματική βλάβη καθώς και ότι την απείλησε. Η κατηγορούμενη δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία.

 

Το αντικείμενο που εκτοξεύει ηλεκτρική ενέργεια δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά, κατά παραδοχή της κατηγορούμενης, ήταν ένα φανάρι που διοχετεύει ηλεκτρισμό το οποίο αγόρασε από το πανηγύρι του Κατακλυσμού στη Λάρνακα. Επίσης, η παραπονούμενη δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στη δίκη για να δώσει μαρτυρία.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε την εφεσείουσα από την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας ενώ την έκρινε ένοχη σε ό,τι αφορά τις δύο άλλες κατηγορίες. Της επιβλήθηκε ποινή προστίμου.

 

Με την υπό κρίση έφεση η εφεσείουσα αμφισβητεί την καταδίκη της προβάλλοντας εννέα λόγους έφεσης. Σημειώνουμε ότι η εφεσείουσα χειρίστηκε την υπόθεση τόσο πρωτόδικα αλλά και ενώπιόν μας αυτοπροσώπως καταχωρώντας η ίδια την ειδοποίηση έφεσης με τους λόγους που περιέχονται σε αυτήν αλλά και το διάγραμμα αγόρευσής της.

 

Όπως προκύπτει από το έντυπο ειδοποίησης έφεσης που καταχώρησε η εφεσείουσα, ο πρώτος λόγος έφεσης πραγματεύεται το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το αντικείμενο που κατ’ ισχυρισμόν είχε στην κατοχή της και εκτοξεύει ηλεκτρική ενέργεια αλλά ούτε οποιαδήποτε κατάθεση ή γνωμάτευση ειδικού για επιβεβαίωση της λειτουργίας τέτοιου αντικειμένου. Οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι έφεσης αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο των ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ4. Ειδικά, αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους και της αποδοχής της μαρτυρίας τους ως ορθής. Αναφέρει σχετικά η εφεσείουσα ότι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 είχαν μίσος και εμπάθεια προς το πρόσωπό της, οι καταθέσεις που έδωσαν ήταν αντιφατικές και ψευδείς, ενώ στον ΜΚ4 αποδίδεται μη εμπειρογνωμοσύνη και ασάφεια στη μαρτυρία του. Με τους λόγους έφεσης 5 και 6 προβάλλεται η θέση ότι ήταν παράνομη η σύλληψη και η έρευνα που της έγινε, ενώ αντικείμενο του έβδομου λόγου έφεσης είναι ο ισχυρισμός της ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης. Συναφής είναι και ο λόγος έφεσης 8 με τον οποίο προβάλλεται η θέση ότι η Αστυνομία απέκρυψε ουσιώδη έγγραφα τα οποία η ίδια επανειλημμένα ανέφερε στο Δικαστήριο. Τέλος, ο ένατος λόγος έφεσης αποδίδει στην Αστυνομία εκδικητικές ενέργειες λόγω του ότι η ίδια είχε υποβάλει καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά της Αστυνομίας σε σχέση με την ψευδή, πάντα κατά τους ισχυρισμούς της, μαρτυρία της ΜΚ2.

 

Στο διάγραμμα αγόρευσης της εφεσίβλητης προβάλλεται η θέση ότι οι λόγοι έφεσης δεν έχουν νομική υπόσταση και κατ’ ουσίαν δεν εγείρεται οποιοδήποτε νομικό ζήτημα ως προβλέπεται από το Άρθρο 133(1) του Κεφ.155 και έτσι η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι η εισήγηση της εφεσείουσας ότι επηρεάστηκε το δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη παρέμεινε μετέωρη, ατεκμηρίωτη και χωρίς νομικό και ουσιαστικό υπόβαθρο.

 

Τίθεται περαιτέρω η θέση ότι τα παράπονα της εφεσείουσας για την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, παραπέμποντας σχετικά σε νομολογία αλλά και σε σημεία από την εκκαλούμενη απόφαση από τα οποία προκύπτει αντιπαραβολή της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα με βάση και την πραγματική μαρτυρία, ενώ δίδεται δικαιολογία για τη μη παρουσία στο Δικαστήριο της παραπονούμενης ως μάρτυρα αλλά και του αντικειμένου που εκκενώνει ηλεκτρική ενέργεια.

 

Απορρίπτεται επίσης η θέση της εφεσείουσας για τη μη ορθότητα της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη διαδικασία της δίκης εντός δίκης η οποία αφορούσε τη γραπτή κατάθεση – ομολογία ενοχής της. Σημειώνουμε ότι το ζήτημα αυτό εγείρεται στο διάγραμμα της εφεσείουσας και όχι στην ειδοποίηση έφεσης ως λόγος έφεσης. Αναφέρεται σχετικά στο διάγραμμα αγόρευσης της εφεσίβλητης ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ήταν πλήρως αιτιολογημένη και δεν αναφύεται από αυτήν οποιοδήποτε σφάλμα αρχής.

 

Τελική θέση του συνηγόρου της εφεσίβλητης είναι ότι η έφεση στερείται οποιουδήποτε ερείσματος και γι’ αυτό θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Προτού ασχοληθούμε με την ουσία των λόγων έφεσης, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε κάποια σχόλια αναφορικά με τη δομή και το περιεχόμενο της ειδοποίησης έφεσης. Στην απόφαση
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΥΡΕΑ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 13/2022, 14/2022, 15/2022, 16/2022, 17/2022 & 18/2022, ημερομηνίας 25.2.2025
λέχθηκαν τα εξής:

 

«Δομή/Περιεχόμενο Ειδοποίησης Έφεσης

Σύμφωνα με το άρθρο 138 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 κάθε Ειδοποίηση Έφεσης, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να εκθέτει πλήρως τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 144, το Εφετείο (προηγουμένως το Ανώτατο Δικαστήριο), ακούει και κρίνει την έφεση μόνον επί των λόγων που εκτίθενται στην Ειδοποίηση Έφεσης. Ομοίως σύμφωνα με το άρθρο 137(3), κάθε έφεση που ασκείται από τον Γενικό Εισαγγελέα επί αθωωτικής απόφασης, θα πρέπει να εκθέτει πλήρως τους λόγους στους οποίος στηρίζεται. Για σκοπούς αναφοράς και μόνον να σημειώσουμε ότι στην Αγγλία με βάση τα Criminal Procedure Rules 2020, κατ' ανάλογο τρόπο, ο εφεσείων οφείλει συμφώνως της παραγράφου 39.3(2) να συμμορφωθεί, μεταξύ άλλων, με τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

«(b) in each ground of appeal identify the event or decision to which the ground relates.

(c) in each ground of appeal summarise the facts relevant to that ground, but only to the extent necessary to make clear what is in issue.

(d) concisely outline each argument in support of each ground.»

Οι λόγοι έφεσης επί του εφετηρίου χωρίζονται σε δύο τμήματα, τον «λόγο έφεσης» και την «αιτιολογία». Στον «λόγο έφεσης», με περιεκτικό, συνοπτικό και στοχευμένο τρόπο προσδιορίζεται επακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο εφεσείων παραπονιέται. Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο δύναται με ευκολία να εντοπίσει και να κατανοήσει το παράπονο του εφεσείοντος και με ανάλογη στόχευση, να το εξετάσει και να δώσει απάντηση. Στην «αιτιολογία» σε απόλυτη και περιοριστική συνάφεια με τον «λόγο έφεσης», χωρίς αχρείαστους πλατειασμούς, παρατίθενται οι λεπτομέρειες του «λόγου έφεσης». Ως προδιαγράφει και ο υπότιτλος, δίνεται η αιτιολογία του λόγου έφεσης με παραπομπή σε σχετικά γεγονότα, σε επίμαχες αναφορές στην εκκαλούμενη απόφαση, αλλά και σε βοηθητική νομολογία όπου χρειάζεται. Δεν επιτρέπεται στην «αιτιολογία» η έγερση, επέκταση ή ανάπτυξη θεμάτων που δεν καλύπτονται από τον «λόγο έφεσης», ο οποίος αποτελεί το μόνο και μοναδικό υπόβαθρό προς εξέταση.

Όπου γίνεται τούτο, οι αναφορές αγνοούνται από το Εφετείο.

Στην απόφαση Alkis H. Hadjikyriacos (Frou Frou Biscuits) Public Ltd v. Ευσταθιάδης Πολ. Έφεση 322/2013, ημερ.16.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A305, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα:

«Όπως είναι νομολογημένο, ένα θέμα που δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο έφεσης, όπως στο προκείμενο, αλλά παρείσφρησε ως μέρος της αιτιολογίας του λόγου έφεσης, δεν εξετάζεται. (Βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238). Περαιτέρω, οι λόγοι έφεσης αποτελούν το περιοριστικό πλαίσιο της έφεσης. Δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από αυτό. Οτιδήποτε προβάλλεται ως λόγος έφεσης δεν εξετάζεται, και είναι απαραίτητο όπως με την αιτιολογία προσδιορίζονται τα συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης που καθιστούν μια απόφαση τρωτή. (Βλ. Προκοπίου v. Ryan κ.ά. (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1982).»

Στη Θεοχάρους v. Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» κ.α. Πολ. Έφεση 285/2014, ημερ.27.2.2024 λέχθηκαν τα εξής πολύ σημαντικά:

«Παρεμβάλλουμε, ότι ο κατά τα άλλα εναργής λόγος έφεσης 3, φαίνεται να διευρύνεται, σε τέτοια μεγάλη έκταση στη συνοδευτική αιτιολογία στο εφετήριο, που κατ' ελάχιστον, να προξενεί σύγχυση και τέτοιο πλατειασμό ώστε να αναιρεί - και αυτό όχι ως ζήτημα τύπου ή φορμαλισμού αλλά ουσίας - το καθήκον για συγκεκριμενοποίηση του όποιου λόγου έφεσης ταυτόχρονα με τη συνοδό και άμεσα σχετική αιτιολογία του, η οποία πρέπει να συγκροτεί, ακριβώς, εκείνο που ο λόγος έφεσης αποδίδει και όχι να περικλείει συγκεκαλυμμένα πρόσθετους λόγους έφεσης (Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Tricor Limited, Π.Ε. 28/23, ημ. 6.7.23, ECLI:CY:AD:2023:D98, [Ολομέλεια])».

Περαιτέρω, στην «αιτιολογία» δεν πρέπει να υπάρχει εκτενής ανάπτυξη επιχειρηματολογίας. Τούτο γίνεται στα διαγράμματα που ακολουθούν, αλλά και κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου. Στη Σαμουρίδης v. Inzeyannis Πολ. Έφεση 326/14, ημερ.18.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:A133, λέχθηκε πως «τα συστατικά στοιχεία των λόγων έφεσης συντίθενται, πρώτον, από τον προσδιορισμό του λάθους και δεύτερο τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα και χωρίς το ένα ή το άλλο ο λόγος έφεσης είναι ατελής (Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 112).»

 

Απλή ανάγνωση της ειδοποίησης έφεσης καταδεικνύει ότι σαφώς οι λόγοι έφεσης δεν είναι ευκρινώς διατυπωμένοι, αλλά υπάρχει και πλατειασμός. Εντούτοις, προκύπτει, από το λεκτικό που καταγράφεται στην ειδοποίηση, αιτιολογία για κάθε λόγο έφεσης, έστω και αν αυτή δεν είναι κατά απόλυτο τρόπο σαφής. Δεδομένου δε του αυτοπρόσωπου χειρισμού της έφεσης από την εφεσείουσα, θα προσεγγίσουμε τους λόγους έφεσης και θα τους εξετάσουμε κάτω από αυτό το πρίσμα.

 

Όπως έχει ήδη αναφερθεί κάποιοι από τους λόγους έφεσης, έστω και συγκεκαλυμμένα αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Το πώς το Εφετείο αντιμετωπίζει θέματα αξιολόγησης μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι καλά θεμελιωμένο στη νομολογία. Αναφέρουμε ενδεικτικά την πρόσφατη απόφασή μας FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2023, ημερομηνίας 25.2.2026 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:

 Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.

 Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.

 Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.

 Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.

Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.

Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»

Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:

«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης πραγματεύεται τη θέση ότι η καταδίκη της εφεσείουσας είναι εσφαλμένη καθότι δεν προσκομίστηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το αντικείμενο που εκκενώνει ηλεκτρική ενέργεια αλλά και οποιαδήποτε βεβαίωση ή γνωμάτευση ή κατάθεση πραγματογνώμονα που να επιβεβαιώνει ότι όντως το συγκεκριμένο αντικείμενο εκκενώνει ηλεκτρική ενέργεια και εμπίπτει εντός των σχετικών νομοθετικών προνοιών της πρώτης κατηγορίας.

 

Το γεγονός ότι το εν λόγω αντικείμενο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο το αναφέρει και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του σημειώνοντας όμως, ότι παρουσιάστηκε βίντεο από τον επίδικο χώρο κατά τον επίδικο χρόνο στο οποίο φαίνεται ένα πρόσωπο (η εφεσείουσα) να κτυπά άλλο (την παραπονούμενη) με όργανο που βγάζει φως και ταυτόχρονα συγκεκριμένο ήχο ενώ η παραπονούμενη φωνάζει. Το εν λόγω βίντεο κατατέθηκε από την ΜΚ2 (τεκμήριο 7) ενώ το πρόσωπο που έλαβε το βίντεο και αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού ήταν ο ΜΚ3 ο οποίος κλήθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ανέφερε ότι είδε την κατηγορούμενη να επιτίθεται με συσκευή εκκένωσης ηλεκτρισμού στην παραπονούμενη.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε ως συνεπή την ΜΚ2 που ήταν αστυνομικός αναφέροντας ότι η κατάθεσή της ήταν λεπτομερής, σαφής για τις ενέργειες της οι οποίες έγιναν με σεβασμό προς την κατηγορούμενη. Αναφορικά με τον ΜΚ3 το πρωτόδικο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του τις διαφορές που υπήρχαν μεταξύ του και της εφεσείουσας που είχαν ως αποτέλεσμα να τον καταγγείλει και στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων όπου αθωώθηκε μετά από ακρόαση, κατέληξε ότι ήταν αξιόπιστος, οι ισχυρισμοί του όλοι υπήρξαν τεκμηριωμένοι και/ή επιβεβαιώθηκαν με μαρτυρία άλλων προσώπων.  Επίσης, οι όποιες κοινές αναφορές στις καταθέσεις ΜΚ2 και ΜΚ3, έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα συμπαιγνίας τους, ως η θέση της κατηγορούμενης, αφού οι καταθέσεις τους δεν ήταν ταυτόσημες απλά περιγράφουν με τον ίδιο τρόπο τα όσα αμφότεροι είδαν μετά το επίδικο περιστατικό.

 

Αναφορικά με το γεγονός ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ειδικού που να καταδεικνύει το είδος ή τον τύπο του αντικειμένου με το οποίο η κατηγορούμενη φαίνεται στο επίδικο βίντεο να κτυπά την παραπονούμενη, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι ο ΜΚ3 αναφέρθηκε σε όργανο που έβγαζε ηλεκτρισμό, το αναγνώρισε η ΜΚ2 βλέποντας το επίδικο βίντεο και από το βίντεο φαίνεται η κατηγορούμενη να κρατά αντικείμενο που βγάζει ηλεκτρισμό πάνω στην παραπονούμενη. Η δε κατηγορούμενη στην αποδεκτή κατάθεσή της, για την οποία σημειώνουμε ότι έγινε η διαδικασία της δίκης εντός δίκης, παραδέχεται ότι κτύπησε την παραπονούμενη με φανάρι που διοχετεύει ηλεκτρική ενέργεια. Παραδέχτηκε επίσης στην ΜΚ2 προφορικά, ότι αγόρασε από τον Κατακλυσμό το φανάρι που από πίσω έβγαζε ηλεκτρική ενέργεια ενώ ο ΜΚ4, ο γιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη, επιβεβαίωσε ότι τα τραύματα της παραπονούμενης θα μπορούσαν να προκύψουν από ηλεκτρισμό. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι ο ΜΚ4 διαπίστωσε στο ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε, Τεκμήριο 9, ότι η παραπονούμενη είχε πολλαπλά εγκαύματα και εκδορές στην πλάτη και στο στήθος και εγκαύματα στο δεξί μπράτσο. Διευκρίνισε ότι ήταν πρώτου βαθμού τα εν λόγω εγκαύματα, δηλαδή προκάλεσε κοκκινίλες και ερυθρότητα. Ανέφερε δε ότι τα εγκαύματα μπορούν να γίνουν από θερμό ή πολύ παγωμένο αντικείμενο όταν αυτό έρθει σε επαφή με το δέρμα και ότι μπορούν να προκληθούν και από ακτινοβολία. Τα εγκαύματα που παρουσίαζε η παραπονούμενη δεν ήταν εγκαύματα τριβής.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχοντας αποδεχτεί ως αξιόπιστους τους ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ4 και έχοντας επίσης δει και το επίδικο βίντεο, κατέληξε ότι όντως τα τραύματα της παραπονούμενης προκλήθηκαν από αντικείμενο που εκτόξευε ηλεκτρική ενέργεια. Προηγουμένως, είχε τεκμηριωμένα και με αναφορά στη μαρτυρία σημειώσει ότι η κατηγορούμενη υπέπεσε σε πληθώρα αντιφάσεων, έδωσε την εκδοχή της σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις και η κάθε μια από τις εν λόγω εκδοχές ήταν διαφορετική και μεταλλασσόταν αναλόγως της περίστασης που διδόταν η οποία έρχεται σε ευθεία αντίφαση με την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ3, ΜΚ4, αλλά και του τεκμηρίου 7. Σημείωσε επίσης αντιφάσεις, σε σειρά άλλων ζητημάτων αναφέροντας ότι γενικότερα η κατηγορούμενη είχε τη σταθερή τακτική να αλλάζει τις θέσεις της όσο προχωρούσε η διαδικασία και ότι δεν δίστασε να καταγγείλει τόσο τους αστυφύλακες που είχαν εμπλακεί στην εξέταση της υπόθεσης όσο και τον ΜΚ3 όταν αντιλήφθηκε ότι αποτελεί ανεξάρτητο εναντίον της μάρτυρα, ενώ οι καταγγελίες της δεν στοιχειοθετήθηκαν, κάτι που όπως σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεικνύει το υστερόβουλό τους. Η απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούμενης - εφεσείουσας ήταν η απόλυτα φυσιολογική κατάληξη για το πρωτόδικο Δικαστήριο έχοντας σημειώσει προηγουμένως όλες τις αντιφάσεις και τα ερωτηματικά που πλαισίωναν την κατάθεσή της.

 

Δεν διαπιστώνεται σφάλμα στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και αξιολόγησε την ενώπιόν του μαρτυρία ώστε να δικαιολογείται η παρέμβασή μας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο επίσης ορθά σημείωσε ότι ο εντοπισμός και η παρουσίαση του επίδικου αντικειμένου δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση απόδειξης του ποινικού αδικήματος της πρώτης κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Με αναφορά σε νομολογία και ειδικά στην υπόθεση ΚΡΑΣΟΠΟΥΛΗ ΣΚΟΡΔΕΛΗ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2016) 2 Α.Α.Δ. 436 ανέφερε ότι δόθηκαν εύλογες εξηγήσεις για την τύχη του όπλου αλλά και για τις έρευνες που έγιναν για να βρεθεί αυτό. Έγινε έρευνα τόσο στον επίδικο χώρο όσο και στο σπίτι της κατηγορούμενης χωρίς να ανευρεθεί. Επίσης υπήρξε η παραδοχή της κατηγορουμένης ότι κρατούσε φανάρι που διοχετεύει ηλεκτρισμό. Ήταν επομένως επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του ότι η κατηγορούμενη κατείχε αντικείμενο που εκτόξευε ηλεκτρική ενέργεια να καταλήξει  ότι στοιχειοθετήθηκε η πρώτη κατηγορία που αντιμετώπιζε η κατηγορουμένη.

 

Ως επόμενο της ανωτέρω κατάληξής μας, οι λόγοι έφεσης 1-4 απορρίπτονται.

 

Οι λόγοι έφεσης 5 και 6 αφορούν ισχυρισμούς για παράνομη σύλληψη και έρευνα της εφεσείουσας. Ο λόγος έφεσης 5 ξεκάθαρα δεν έχει έρεισμα. Όπως και η ίδια η εφεσείουσα παραδέχεται το ένταλμα σύλληψης εναντίον της εκδόθηκε η ώρα 00:01 και συνελήφθηκε η ώρα 00:30 της ίδιας μέρας, δηλαδή μετά την έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Τίποτε δεν τέθηκε ενώπιόν μας που να δικαιολογεί τη θέση περί παράνομης σύλληψης. Το ίδιο το ένταλμα σύλληψης δεν φαίνεται να έχει ακυρωθεί μετά από νομική αμφισβήτησή του. Έκθετος λοιπόν σε απόρριψη ο πέμπτος λόγος έφεσης, ο οποίος και απορρίπτεται.  

 

Αναφορικά με την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, με τον έκτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται η εφεσείουσα ότι ομάδα αστυνομικών της άμεσης δράσης περικύκλωσαν το όχημά της το οποίο και διερεύνησαν και σε συνέχεια όλοι όρμησαν μέσα στο ισόγειο διαμέρισμά της με αποτέλεσμα να επαναφερθούν στις μνήμες της, μνήμες της εισβολής και άρχισε να παίρνει ηρεμιστικά χάπια που έχει πάντα για ειδικές περιπτώσεις. Παρόμοιοι ισχυρισμοί είχαν τεθεί και πρωτοδίκως από την εφεσείουσα με το πρωτόδικο Δικαστήριο να αναφέρει ότι δεν παρουσιάστηκε από πλευράς της καμιά μαρτυρία γιατρού που να δείχνει ότι είχε επηρεαστεί η κρίση της ή η ψυχική της κατάθεση σημειώνοντας ότι ακόμα και οι αναφορές της σε χάπια που έλαβε παρέμειναν ατεκμηρίωτες. Δεν τεκμηριώθηκε επίσης ποια ήταν η ευάλωτη θέση της ως ισχυρίστηκε, με σχετική μαρτυρία, ούτε και πως επέδρασε η όποια φοβία της. Αντίθετα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόμενο σε όλες τις ενέργειες των υπεύθυνων αστυφυλάκων από τη στιγμή της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης και έρευνας, της σύλληψής της και της έρευνας που έγινε στο σπίτι της, σημειώνει ότι όχι μόνο δεν δείχνουν καταπίεση της κατηγορούμενης, αλλά, αντίθετα δεικνύουν ότι τη σεβάστηκαν. Προέβηκαν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να την απολύσουν πριν να λήξει η ισχύς του εντάλματος σύλληψης και κατέληξε ότι δεν μπορεί να κριθεί ότι οι αστυφύλακες και γενικότερα οι Αρχές μεταχειρίστηκαν με σκληρότητα την κατηγορούμενη ή την εκμεταλλεύτηκαν ή ότι απέκρυψαν από αυτήν οτιδήποτε ουσιώδες.

 

Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο έκτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Αυτή η κατάληξή μας συμπαρασύρει και μέρος του όγδοου λόγου έφεσης, με τον οποίο η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι η Αστυνομία σκόπιμα απέκρυψε από την υπόθεση δύο ουσιώδη έγγραφα στην έκταση που αφορά τους ισχυρισμούς της για το ψυχικό της πρόβλημα και την απειλή που δέχθηκε από τον ανακριτή της υπόθεσης. Σε ό,τι αφορά αυτό το μέρος του ισχυρισμού της, ο λόγος έφεσης αυτός απορρίπτεται. Το μέρος του λόγου έφεσης που αφορά τη δίκαιη δίκη θα τύχει εξέτασης αμέσως μετά μαζί με τον έβδομο λόγο έφεσης που αφορά τη θέση της ότι στερήθηκε του δικαιώματος της δίκαιης δίκης.

 

Η εφεσείουσα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς της ότι απειλήθηκε και εκφοβήθηκε από την Αστυνομία για να συνεργαστεί μαζί τους. Ήγειρε σχετικά θέμα μη θεληματικότητας της κατάθεσής της και το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από τη διαδικασία δίκης εντός δίκης έκρινε αυτήν θεληματική και την αποδέχτηκε ως τεκμήριο και τελικά την αξιολόγησε. Δεν υπάρχει λόγος έφεσης που να αφορά ξεκάθαρα την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για τη θεληματικότητα της κατάθεσής της, και κατ’ εφαρμογή των αρχών που αναφέρονται πιο πάνω, τέτοιος λόγος δεν μπορεί να εξεταστεί ούτε εμμέσως.

 

Υπενθυμίζουμε στο στάδιο αυτό τη νομολογία που αναφέρει ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι το ζήτημα της δίκαιης δίκης και του επηρεασμού δικαιωμάτων, δεν αποφασίζεται in abstracto αλλά κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Πρέπει με άλλα λόγια η Υπεράσπιση να αποδείξει με ποιο τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς και μάλιστα κατά τρόπο που να της έχει αποστερηθεί η δίκαιη δίκη. Παραπέμπουμε σχετικά στην απόφαση ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2017, ημερομηνίας 31.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B202.

 

Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς της για μη δίκαιη δίκη συνεπεία του ότι κατάθεσε κατά την πρωτόδικη διαδικασία διάφορα ιατρικά έγγραφα που αφορούν τη ψυχική της υγεία, τα ψυχοφάρμακα που έπαιρνε, βεβαίωση του Γραφείου Ευημερίας για την προσωπική της φροντίδα και έγγραφο της Επιτροπής Ανακουφίσεως Παθόντων στο οποίο επιβεβαιώνεται μόνιμη αναπηρία 50%, για το ψυχικό τραύμα τρόμου, φοβίας και κλειστοφοβίας που βιώνει από τα 18 της χρόνια από τον βιασμό που είχε υποστεί από τον Τουρκικό στρατό το 1974 στην Κύπρο, παρατηρούμε ότι τα θέματα αυτά έχουν εξεταστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο και έχει απορρίψει τις εισηγήσεις της εφεσείουσας για τους λόγους που τεκμηριώνονται στην απόφασή του. Σημειώνουμε, επίσης, όπως παραδέχεται και η ίδια η εφεσείουσα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έλαβε υπόψη του τα πιστοποιητικά αυτά για σκοπούς επιβολής ποινής.

 

Ούτε και έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μας που να καταδεικνύει τον ισχυρισμό της εφεσείουσας ότι η ΜΚ2 ενήργησε μεροληπτικά και εκδικητικά εναντίον της λόγω της υποβολής παραπόνου στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Αντίθετα, όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει, η ΜΚ2 ήταν σαφής και ξεκάθαρη για τις ενέργειες της, όλες εκ των οποίων έγιναν με πλήρη σεβασμό προς την εφεσείουσα. Και ο ένατος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

          Ενόψει των ανωτέρω, κανένας από τους λόγους έφεσης που προβάλλονται από την εφεσείουσα δεν μπορεί να επιτύχει.  Η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

                   

        Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

        ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

        Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο