ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 24/2025)
30 Απριλίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
Σ. Α.
Εφεσείουσα
v.
Μ. Π.
Εφεσιβλήτου
--------------------
Χ. Ματθαίου (κα), για Chrysa Matthaiou & Associates LLC, για την Εφεσείουσα
Π. Καλυβίτου (κα), για Κ. Κ. Σαβεριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερ. 22.11.24, με την οποία έκρινε την Εφεσείουσα ένοχη παρακοής διατάγματος επικοινωνίας ημερ. 5.11.19, ως επίσης και η απόφαση ημερ. 13.2.25, με την οποία τής επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενεργοποίησε, επίσης, παλαιότερη ανασταλείσα ποινή φυλάκισης 25 ημερών, η οποία είχε επιβληθεί στην Εφεσείουσα, στις 19.4.22, όταν κρίθηκε και πάλιν ένοχη σε προηγούμενη αίτηση παρακοής του ίδιου διατάγματος επικοινωνίας, την οποία καταχώρισε και τότε ο Εφεσίβλητος.
Οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι. Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί που γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2014. Στις 5.11.2019, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο η φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου ανατέθηκε στην Εφεσείουσα. Εκδόθηκε, επίσης, διάταγμα επικοινωνίας του Εφεσίβλητου με τον ανήλικο, με ρύθμιση για κλιμακωτή αύξηση του χρόνου επικοινωνίας. Παραθέτουμε αυτούσιους τους όρους του διατάγματος για την περίοδο που αφορά η επίδικη αίτηση παρακοής, ως επίσης και τον τρόπο παραλαβής και παράδοσης του παιδιού:
«(γ) Από 01/6/2020 και μετά, ανά δεκαπενθήμερο
i) Την πρώτη εβδομάδα: Τρίτη και Πέμπτη 15:15 μέχρι 19:30 και
ii) Τη δεύτερη εβδομάδα: Τρίτη 15:15 μέχρι 19:30 και Σάββατο 10:00 π.μ., με 10:00 π.μ., της Κυριακής.
Το παραπάνω πρόγραμμα θα επαναλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο κάθε επόμενο δεκαπενθήμερο.
…………………………………………………………………………………….
Η Αιτήτρια διατάσσεται όπως παραδίδει και παραλαμβάνει το ανήλικο τέκνο της στον Καθ' ου η Αίτηση στον εκάστοτε τόπο διαμονής της στη Λεμεσό κατά τις πιο πάνω ώρες και μέρες επικοινωνίας και για σκοπούς διενέργειας ταξιδιού με τον Καθ' ου η Αίτηση.
Διατάσσεται περαιτέρω ο Καθ' ου η Αίτηση όπως επιστρέφει το ανήλικο τέκνο του στην Αιτήτρια στον εκάστοτε τόπο διαμονής της στη Λεμεσό κατά τη λήξη του διατάγματος επικοινωνίας του και μετά την επιστροφή του ανηλίκου στην Κύπρο».
Ο Εφεσίβλητος καταχώρισε στις 5.5.22, αίτηση παρακοής εναντίον της Εφεσείουσας σε σχέση με παραβιάσεις του δικαιώματος επικοινωνίας του με τον ανήλικο γιο του. Στην ένορκη του δήλωση, που συνόδευε την αίτηση παρακοής, αναφέρθηκε στην προηγηθείσα καταδικαστική απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον της Εφεσείουσας ημερ. 19.4.22, ως επίσης και στην επιβληθείσα σε αυτήν ποινή φυλάκισης με αναστολή. Ο Εφεσίβλητος αναφέρθηκε σε 10 ημερομηνίες κατά τις οποίες ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την ένορκη δήλωση του Εφεσίβλητου:
«Σε ότι (sic) αφορά την παρούσα Αίτηση, επισκέφθηκα την κατοικία της Καθ’ ης η Αίτηση τις ακόλουθες ημερομηνίες: 24/03/2022, 29/03/2022, 02/04/2022, 05/04/2022, 07/04/2022, 12/04/2022, 14/04/2022, 19/04/2022, 21/04/2022 και 26/04/2022, για να παραλάβω το παιδί μου για σκοπούς επικοινωνίας, όπως προβλέπεται στο Διάταγμα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σε όλες τις περιπτώσεις ταυτόχρονα με την παρουσία μου στην κατοικία της Καθ’ ης η Αίτηση την καλούσα στο τηλέφωνο ωστόσο ποτέ δεν απάντησε και ούτε μου άνοιγε την πόρτα. Με εξαίρεση τρις (sic) περιπτώσεις στις 12/04/2022,14/04/2022 και 19/04/2022, λίγες μέρες πριν καθώς και την ίδια μέρα της επιβολής της ποινής, όπου προηγουμένως είχε αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα δια μέσου της δικηγόρου της προς στον δικό μου με το οποίο με καλούσε να μεταβώ στην κατοικία της με την υπόσχεση ότι θα συνεργαζόταν καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να γίνει η επικοινωνία. Και στις τρις (sic) αυτές περιπτώσεις η Καθ’ ης η Αίτηση ενώ άνοιξε την πόρτα εν τούτοις δεν συνεργάστηκε και ούτε άφηνε το παιδί να με προσεγγίσει».
Ο Εφεσίβλητος ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η Εφεσείουσα «… με τις πράξεις ή παραλείψεις της παρεμποδίζει ηθελημένα την εφαρμογή του Διατάγματος επικοινωνίας …».
Η Εφεσείουσα καταχώρισε ένσταση, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της ιδίας, στην οποία ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε ότι δεν επιτεύχθηκε ποτέ η επικοινωνία, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν είχε διαπράξει το αδίκημα της παρακοής στο διάταγμα του Δικαστηρίου, λόγω του ότι δεν υπήρξε ηθελημένη παρακοή. Σύμφωνα με τη θέση της, η ίδια ενθάρρυνε και παρότρυνε τον ανήλικο να ακολουθεί τον πατέρα του, αλλά ο ανήλικος κάθε φορά αρνείτο σθεναρά να τον ακολουθήσει. Αυτό οφείλετο, κατά την Εφεσείουσα, στη συμπεριφορά του Εφεσίβλητου, ο οποίος προσερχόταν με επιθετικές διαθέσεις και ασκούσε ψυχολογική βία στον ανήλικο, εκφοβίζοντας τον πως η μητέρα του θα καταλήξει στη φυλακή, αν δεν τον ακολουθούσε. Επιπρόσθετα, σε ορισμένες ημερομηνίες, κατά τις οποίες υπήρχε ισχυρισμός για παρακοή εκ μέρους της, ο Εφεσίβλητος βιντεοσκοπούσε τον ανήλικο, άλλα παρευρισκόμενα φιλικά της πρόσωπα και τη θυγατέρα της από προηγούμενο γάμο. Πρόσθεσε πως από τις 12.4.22, επειδή είχε ανησυχήσει για τις εκρηκτικές συμπεριφορές του ανήλικου όταν τους επισκεπτόταν ο Εφεσίβλητος για σκοπούς επικοινωνίας, αλλά και για να αποφύγει πιθανές άδικες καταγγελίες εναντίον της από τον Εφεσίβλητο, εγκατέστησε κάμερες στο σαλόνι του διαμερίσματος της με ήχο και εικόνα και τοποθέτησε σχετική ενημερωτική πινακίδα στο εξωτερικό του διαμερίσματος. Επεσύναψε δε, στην ένορκη δήλωση της ως Τεκμήριο 9 ένα usb με μαγνητοσκοπημένα βίντεο με τα οποία επιβεβαιώνετο, κατά την ίδια, η ενθαρρυντική της στάση, η αρνητική στάση του Εφεσίβλητου και η παρουσία δικών της ανθρώπων, οι οποίοι επιβεβαίωναν τη θέση της. Η Εφεσείουσα επεσύναψε επίσης ως Τεκμήρια 7, 8 και 10, τρεις ένορκες δηλώσεις των Τ.Ι., Χ.Α. και Ν.Τ. οι οποίοι ήταν παρόντες σε κάποιες από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες ο Εφεσίβλητος ισχυρίζετο ότι η Εφεσείουσα παρήκουσε το διάταγμα.
Κατά την ακρόαση, αντεξετάστηκε μόνο η Εφεσείουσα. Ο Εφεσίβλητος δεν αντεξετάστηκε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε σχέση με τις ένορκες δηλώσεις των Τ.Ι., Χ.Α. και Ν.Τ. που επισυνάπτοντο ως Τεκμήρια 7, 8 και 10 στην ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας, επεσήμανε πως δεν ζητήθηκε η αντεξέταση τους και πως συνεπώς η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη. Διαπίστωσε όμως ότι η μαρτυρία τους, στο μεγαλύτερο μέρος, αποτελούσε πιστή μεταφορά και επανάληψη των όσων ισχυρίστηκε η Εφεσείουσα και ότι μέρος αποτελούσε εξ ακοής μαρτυρία. Έκρινε ότι οι ενόρκως δηλούντες είχαν μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν την Εφεσείουσα φίλη τους και όχι να παρουσιάσουν την αντικειμενική εικόνα των γεγονότων, όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν και δεν προσέδωσε οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα κατέθεσαν στις ένορκες τους δηλώσεις.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις με βάση τη Διαταγή 42Α των τότε ισχυόντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν είχαν αμφισβητηθεί. Αναφέρθηκε, επίσης, στη νομολογιακή αρχή ότι, για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση σε διατάγματα του Δικαστηρίου, θα πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη παρακοή, δηλαδή θα πρέπει να αποδειχθεί όχι μόνο η πράξη της παρακοής, αλλά και η πρόθεση παρακοής. Καθοδηγητική, ως προς τις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση, είναι η απόφαση Μιχαηλίδης v. Poliakova (Αρ. 1), (2011) 1 Α.Α.Δ. 356, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Μαύρος v. Στυλιανού κ.ά. (1998) 1(Δ) Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο Άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μouzouris v. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287, ότι:
«...... για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί· πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου».
Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (Δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2) [1897] Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1)».
Σε ό,τι αφορά στο βάρος απόδειξης, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη φύση της διαδικασίας ως οιονεί ποινικής και στο ότι το βάρος απόδειξης, σε αιτήσεις τέτοιας φύσεως, βρίσκεται στους ώμους του αιτητή να αποδείξει την παρακοή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309, Κώστα ν. Κώστα (2003) 1 Α.Α.Δ. 269). Παράλληλα, όμως, υπέδειξε πως σε περίπτωση που ο γονέας ο οποίος διατάσσεται να συμμορφωθεί με διάταγμα προβάλλει κάποια δικαιολογία για τη μη συμμόρφωση του, το βάρος το έχει ο ίδιος, εκείνος που προβάλλει τη δικαιολογία, να αποδείξει ότι αυτή είναι εύλογη, υπό τις περιστάσεις, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. E.K. ν. K. Ξ. (2014) 1 Α.Α.Δ. 922).
Οι πιο πάνω αρχές, ως προς το βάρος απόδειξης, επαναβεβαιώθηκαν στην Λ. Π. ν. Α. Π., Πολ. Έφ. Ε58/24, ημερ. 10.12.25, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Από την άλλη πλευρά η υποχρέωση συμμόρφωσης προς το διάταγμα απαιτεί θετική ενέργεια χωρίς να αρκεί μια μηχανιστική συμπεριφορά [Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου (2011) 1 Α.Α.Δ. 293, Γ. Κ. ν. Ε.Ζ., (ανωτέρω)]. Το ουσιωδέστερο είναι ότι στις περιπτώσεις που ο υπόχρεος γονέας προβάλλει κάποια δικαιολογία για τη μη συμμόρφωση του, το βάρος ανήκει στον ίδιο να αποδείξει επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δικαιολογία είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις (Κωνσταντίνου, ανωτέρω). Εφόσον προβάλλεται ως υπεράσπιση η αδυναμία συμμόρφωσης, για να γίνει δεκτή η αδυναμία αυτή απαραιτήτως θα πρέπει να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας (Ι. Μ. ν. Ρ. Μ., Έφεση 19/2016, ημερ. 12.11.18). Το βάρος απόδειξης της όποιας αδυναμίας εκτέλεσης βαρύνει αυτόν ο οποίος προβάλλει το γεγονός της αδυναμίας. Στην παρούσα βάρυνε τον ίδιο τον Εφεσείοντα, ο οποίος απέτυχε να το αποσείσει, καθότι δεν κατέδειξε επί του πιο πάνω ισοζυγίου ότι όντως υπήρχε άρνηση των ανηλίκων να έχουν επικοινωνία με τη μητέρα τους (βλ. Ι. Ζ. v. Γ. Χ., Πολ. Έφ. Ε113/23, ημερ. 28.2.25).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση, εξέτασε κάθε μια ξεχωριστά, τις ημερομηνίες για τις οποίες διατυπώθηκε κατηγορία παρακοής.
Όσον αφορά τις ημερομηνίες 24.3.22 και 29.3.22, το Δικαστήριο ανέφερε πως δεν πείσθηκε ότι ο Εφεσίβλητος πράγματι επισκέφθηκε την οικία της Εφεσείουσας για να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του. Αντιθέτως, αποδέχτηκε ως αληθή τη θέση της Εφεσείουσας, η οποία υποστηρίζετο από σχετικά τεκμήρια, ότι η ίδια, στις 12.3.22, διεγνώσθη θετική στη νόσο covid-19, ότι ο ανήλικος τέθηκε σε υποχρεωτική καραντίνα ως επαφή κρούσματος και ότι στις 17.3.22, διεγνώσθη και αυτός θετικός στον κορωνοϊό, με ημερομηνία αποδέσμευσης την 28.3.22. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν διέφυγε την προσοχή του ότι στις 29.3.22 θα μπορούσε να καταστεί δυνατή η επικοινωνία, πρόσθεσε όμως ότι δεν προέκυψε αξιόπιστη μαρτυρία ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία ο Εφεσίβλητος πράγματι προσήλθε στην οικία της Εφεσείουσας για σκοπούς επικοινωνίας. Έκρινε, συνεπώς, ότι δεν στοιχειοθετήθηκε καταφρόνηση κατά τις εν λόγω ημερομηνίες.
Αναφορικά με την 2.4.22, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο Εφεσίβλητος δεν είχε δικαίωμα επικοινωνίας με τον ανήλικο, με βάση το εκ συμφώνου διάταγμα του Δικαστηρίου και επομένως δεν ετίθετο θέμα εξέτασης ισχυριζόμενης παρακοής. Αναφορικά με την 14.4.22, ημερομηνία κατά την οποία προσήλθε στην οικία της Εφεσείουσας και βιντεογραφούσε με το κινητό του τα τεκταινόμενα, το Δικαστήριο διαπίστωσε από το σχετικό βίντεο που κατέθεσε η Εφεσείουσα (Τεκμήριο 9), ότι ο ανήλικος ήταν ιδιαίτερα αρνητικός και αντιδραστικός και ότι υπήρξαν κάποιες προσπάθειες προσέγγισης του από αυτήν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σημειώνουμε ότι το Δικαστήριο υπέμνησε πως το Τεκμήριο 9 αφορούσε αποθηκευτική συσκευή μορφής usb με οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο καταγράφηκε σε διάφορες ημερομηνίες, από δύο σταθερές κάμερες που βρίσκονταν εντός και εκτός του διαμερίσματος της Εφεσείουσας. Το Δικαστήριο αναφερόμενο σε νομολογία (Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά (2003) 2 Α.Α.Δ. 298) έκρινε ότι το Τεκμήριο 9 αποτελούσε πραγματική μαρτυρία η οποία κατέγραψε σε αληθινό χρόνο τα επίδικα γεγονότα και το αποδέχτηκε. Επομένως, το usb (Τεκμήριο 9) έγινε δεκτό ως μέρος του αποδεικτικού υλικού με βάση το Άρθρο 2 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (βλ. Πετρίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 59/23, ημερ. 19.7.24). Το Δικαστήριο υπέμνησε ακόμα, ότι ο Εφεσίβλητος ουδέποτε αμφισβήτησε ή προέβαλε ένσταση σε σχέση με την αποδεκτότητα του εν λόγω μαρτυρικού υλικού και μάλιστα οι συνήγοροι του υπέβαλαν ερωτήσεις στην Εφεσείουσα σε σχέση με περιστατικά που φαίνονται να καταγράφονταν σε αυτό. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ούτε και στις 14.4.22 ο Εφεσίβλητος είχε δικαίωμα επικοινωνίας με τον ανήλικο, επομένως δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί παραβίαση του διατάγματος.
Αναφορικά με τις ημερομηνίες 5.4.22 και 7.4.22, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι ο Εφεσίβλητος δεν έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για το τι διαδραματίστηκε κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, δέχθηκε και πάλι τη μαρτυρία της Εφεσείουσας ότι ο Εφεσίβλητος δεν προσήλθε για να παραλάβει τον ανήλικο, καθότι μέχρι τότε δεν γνώριζε τη νέα διεύθυνση κατοικίας στην οποία μετακόμισε, την οποία ο ίδιος ζήτησε να πληροφορηθεί στις 12.4.22.
Ούτε και για τις 19.4.22 το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε καταφρόνηση του διατάγματος του Δικαστηρίου. Αναφερόμενος στο σχετικό βίντεο που αφορούσε την εν λόγω ημερομηνία, επεσήμανε ότι τα περιστατικά, ως εξελίχθηκαν, δεν συνιστούσαν παρακοή του επίδικου διατάγματος, αφού ήταν αδύνατη η επίτευξη της επικοινωνίας λόγω της απαράδεκτης στάσης του Εφεσίβλητου, ο οποίος βιντεογραφούσε συνεχώς τον γιο του, αλλά και της μη ενθαρρυντικής στάσης της Εφεσείουσας. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα:
«Αναφορικά με την επικοινωνία στις 19/04/2022, επιθυμώ να τονίσω ότι τα όσα λυπηρά διαδραματίστηκαν εκείνη την ημέρα ήταν το αποκορύφωμα της έντονης σύγκρουσης μεταξύ των διαδίκων και τον εγκλωβισμό του παιδιού τους σε ένα φαύλο κύκλο αντιπαράθεσης. Αρχικά, να αναφέρω ότι η στάση του Αιτητή στις 19/04/2022 ήταν επιεικώς απαράδεκτη, διότι ενώ του επιτράπηκε για πρώτη φορά η είσοδος στο διαμέρισμα της Καθ' ης η Αίτηση, βιντεογραφούσε συνεχώς τον υιό του και τον περιβάλλοντα χώρο, δεν βοήθησε καθόλου στην επιτυχή διεξαγωγή της επικοινωνίας και προφανώς αυτό φαίνεται να προκάλεσε φόβο και οργή στο παιδί του. Να επισημάνω ότι ούτε η στάση της μητέρας ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντική διότι όπως καταγράφηκε από το βίντεο ημερομηνίας 19/04/2022 ως επί το πλείστο παρέμεινε απαθής και αμέτοχη. Τα περιστατικά που επισυνέβησαν στις 19/04/2022 εξελίχθηκαν με τέτοιο δυσάρεστο τρόπο, που είμαι της άποψης ότι δεν συνιστούν ηθελημένη καταφρόνηση του επίδικου διατάγματος εν προκειμένω, εν όψει και της στάσης του πατέρα του, η οποία κατέστησε αδύνατη την επίτευξη της επικοινωνίας με τον ανήλικο που ούρλιαζε».
Ομοίως και αναφορικά με την ισχυριζόμενη παρακοή στις 21.4.22, το πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάνθη ότι δεν είχε στοιχειοθετηθεί παρακοή, δεχόμενο την εκδοχή της Εφεσείουσας ότι ο Εφεσίβλητος κτύπησε το κουδούνι, η ίδια τού άνοιξε και αυτός έφυγε χωρίς να εισέλθει στο σπίτι.
Όσον αφορά τις ημερομηνίες 12.4.22 και 26.4.22, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στις θέσεις των δύο πλευρών με βάση τις ένορκες δηλώσεις, αλλά και την αντεξέταση της Εφεσείουσας και αφού περιέγραψε τα όσα καταγράφονταν στο βίντεο κατά τις εν λόγω ημερομηνίες (Τεκμήριο 9), έκρινε την Εφεσείουσα ένοχη ηθελημένης παρακοής του διατάγματος ημερ. 5.11.19 σε αμφότερες τις ημερομηνίες. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, επέβαλε σε αυτήν ποινή φυλάκισης 15 ημερών και ενεργοποίησε, επίσης, προηγούμενη ανασταλείσα ποινή φυλάκισης 25 ημερών.
Η Εφεσείουσα, με δεκαπέντε λόγους έφεσης, προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση καταδίκης της, όπως και αυτήν της ποινής, ως εσφαλμένες. Συγκεκριμένα, προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο: προέβη λανθασμένα και χωρίς επαρκή αιτιολογία σε ευρήματα πειστικότητας και αξιοπιστίας του Εφεσίβλητου, παρόλο που η μαρτυρία ως έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, αναιρεί και διαψεύδει όλους τους ισχυρισμούς του Εφεσίβλητου (πρώτος λόγος), παρέλειψε να εξετάσει το κατά πόσο ο Εφεσίβλητος απέσεισε το απαιτούμενο βάρος απόδειξης ή λανθασμένα έκρινε ότι ο Εφεσίβλητος απέσεισε το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (δεύτερος λόγος), προέβη σε εσφαλμένο εύρημα ότι είναι ηθελημένη η παρακοή της Εφεσείουσας (τρίτος λόγος), προέβη σε λανθασμένα ευρήματα στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (τέταρτος λόγος), δεν υιοθέτησε και δεν έλαβε υπόψη του μέρος της έκθεσης Grevio του συνδρόμου γονικής αποξένωσης, παρόλο που μέρος της αναφέρεται στην απόφαση (πέμπτος λόγος), εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Εφεσείουσα εβαρύνετο με επαυξημένο βάρος απόδειξης (έκτος λόγος), μερολήπτησε υπέρ του Εφεσίβλητου (έβδομος λόγος), προέβη σε λανθασμένη ερμηνεία του διατάγματος, εφόσον η Εφεσείουσα ουδέποτε παρεμπόδισε την επικοινωνία με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά ο ίδιος ο ανήλικος αρνείτο να ακολουθήσει τον Εφεσίβλητο (όγδοος λόγος), υπερέβαλε στο τι απαιτείτο να κάνει η Εφεσείουσα για να ενθαρρύνει τον ανήλικο (ένατος λόγος), χωρίς αιτιολογία επέβαλε ποινή φυλάκισης παραγνωρίζοντας ότι ο ανήλικος θα έχανε τη μόνη σταθερότητα που είχε στη ζωή του, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ψυχοσωματική του υγεία και ανάπτυξη (δέκατος λόγος), καταδίκασε την Εφεσείουσα ως ένοχη ηθελημένης παρακοής στις 22.11.24 και όρισε την υπόθεση για σκοπούς μετριασμού της ποινής και γεγονότα στις 9.1.25, χωρίς να ζητήσει έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ως προς τις προεκτάσεις που θα είχε η ποινή άμεσης φυλάκισης στον ανήλικο και τις προσπάθειες που αμφότεροι οι διάδικοι και προπάντων η μητέρα κατέβαλαν για να έχει επικοινωνία ο ανήλικος με τον πατέρα (ενδέκατος λόγος), με την ποινή άμεσης φυλάκισης κατέστρεψε και ή κατέστησε αναποτελεσματικές και ατελέσφορες τις όποιες σοβαρές προσπάθειες άρχισαν για την αποκατάσταση των σχέσεων πατέρα και ανηλίκου (δωδέκατος λόγος), εξάντλησε τα περιθώρια αυστηρότητας του με ποινή άμεσης φυλάκισης ενώ θα μπορούσε να επιβάλει μία από τις άλλες ποινές που ο Εφεσίβλητος αιτείτο στην αίτηση του για να μην επηρεαστούν οι προσπάθειες που καταβάλλοντο από την Εφεσείουσα για να κτιστεί μια υγιής σχέση πατέρα – παιδιού (13ος λόγος), δεν εξατομίκευσε την ποινή, αγνοώντας παντελώς τη βούληση του ανήλικου και με αυτήν εξυπηρέτησε μόνο την τιμωρία της Εφεσείουσας (14ος λόγος), λανθασμένα κατέληξε σε συμπεράσματα ότι η Εφεσείουσα θα έπρεπε να φυλακιστεί επειδή δεν συμμορφώθηκε με την καταδικαστική εναντίον της απόφαση, και πριν την επιβολή ποινής (15ος λόγος).
Προέχει η εξέταση των λόγων έφεσης 1 μέχρι 9, που αφορούν την καταδίκη. Οι λόγοι έφεσης 1 μέχρι 4, 6, 8 και 9, περιστρέφονται γύρω από τον ισχυρισμό περί λανθασμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας και εξαγωγής λανθασμένων συμπερασμάτων ως προς το ηθελημένο της παρακοής, ως επίσης και λανθασμένης εφαρμογής του βάρους απόδειξης. Οι λόγοι αυτοί θα εξεταστούν ως ενιαίο σύνολο.
Ως προς τις γενικές αρχές οι οποίες αφορούν ζητήματα αξιολόγησης, παραπέμπουμε στη Χ’’ Μάρκου v. Widehorizon (Capital Market) Ltd (2010) 1(A) A.A.Δ. 108, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στα συμπεράσματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, καθώς και η διαπίστωση των πρωτογενών γεγονότων, ανάγονται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο βρίσκεται σε προνομιακή θέση να εκτιμήσει τα θέματα τούτα. (Papadopoulos v. Stavrou (1982) 1 C.L.R. 321). Το Εφετείο δικαιολογείται να επεμβαίνει στις διαπιστώσεις αξιοπιστίας, μόνο εφόσον καταφαίνεται ότι εξ αντικειμένου αυτές είναι ανυπόστατες. (Καννάουρου κ.ά. v. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, 39). Περαιτέρω, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί επέμβαση του Εφετείου εκεί όπου οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη δοθείσα μαρτυρία, ή όπου τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το Δικαστήριο. (Βλ. επίσης Αυξεντίου v. Δίγκλη (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1367)».
Στην υπό κρίση υπόθεση, μόνο η Εφεσείουσα αντεξετάστηκε. Ο Εφεσίβλητος δεν αντεξετάστηκε, επομένως, όσον αφορά την εκδοχή του, το Δικαστήριο είχε μόνο το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης. Ως έχουμε επισημάνει στην Λ. Π. ν. Α. Π. (ανωτέρω) «Σε τέτοιες περιπτώσεις αναπόφευκτα, κατά την αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος, το εκδικάζον Δικαστήριο δύναται μόνο να στρέψει την προσοχή του στο πρώτο επίπεδο αξιολόγησης, το οποίο ως εξηγείται στην Αντρέου ν. Δήμου Λάρνακας (2014) 2 Α.Α.Δ. 263, αφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της μαρτυρίας, τα δε αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της ευλόγως αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση».
Ο Εφεσίβλητος, ως προς την ημερομηνία 12.4.22, αλλά και για τις 14.4.22 και τις 19.4.22, ανέφερε στην ένορκη του δήλωση ότι ενώ η Εφεσείουσα τού άνοιξε την πόρτα, εντούτοις αυτή δεν συνεργάστηκε, ούτε άφησε το παιδί να τον προσεγγίσει. Η Εφεσείουσα στην ένορκη της δήλωση αρνήθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε ηθελημένη παρακοή. Κατά την αντεξέταση της, ως προς τις 12.4.22, ανέφερε τα εξής:
«Δεν ισχύει σε καμία περίπτωση το σπίτι μου εκτός από το crypto κάμερες που φαίνεται ξεκάθαρο τι συνέβαινε εκείνην την ημερομηνία ήταν και κόσμος στο σπίτι ο οποίος έχει δώσει κατάθεση στο Δικαστήριο. Εκτός αυτού ο πατέρας που άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματος ήρθε, κρατούσε το τηλέφωνό του, βιντεοσκοπούσε και εμένα και το παιδί και δεν το άφηνε όσο χρόνο ήταν εκεί, κρατούσε το τηλέφωνο έτσι μπροστά. Επίσης εγώ κάλεσα το παιδί εκείνην την ημερομηνία και του είπα ότι ήρθε ο μπαμπάς και θέλει να σου μιλήσει, κάτι που φαίνεται και στο βίντεο και ακούγεται και στο βίντεο το μωρό. Εγώ τον πήρα και από την πλάτη τον έσπρωχνα στην είσοδο, του είπα να ακούσεις τι θέλει να σου πει ο παπάς και θέλει να σου μιλήσει, το μωρό του είπε "φύγε", ο πατέρας απάντησε ότι "μας βάζεις σε δύσκολη θέση και εμένα και τη μάμα". Το μωρό έσφιγγε τα χεράκια του, με παρακάλεσε να κλείσω την πόρτα, εγώ επέμενα και του έλεγα μίλα ήρθε ο παπάς θέλει να σου μιλήσει».
Ο πρωτόδικος Δικαστής κατέγραψε στην απόφαση, σε σχέση με το τι παρακολούθησε στο βίντεο της εν λόγω ημερομηνίας, τα ακόλουθα:
«Αρχικά, εξέτασα δύο βίντεο διάρκειας περίπου 10 λεπτών τα οποία αφορούν καταγραφή του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης στις 12/04/2022 ημέρα Τρίτη και ώρα 15։20. Στον χώρο του σαλονιού βρίσκεται η Καθ' ης η Αίτηση, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Α.Π., η ετεροθαλής αδελφή του ανήλικου και ένα άγνωστο πρόσωπο. Στις 15։24 ακούγεται να κτυπά το κουδούνι της εξώπορτας του διαμερίσματος και η Καθ' ης η Αίτηση ανοίγει την πόρτα λέγοντας στο υιό της ότι ήρθε ο μπαμπάς. Διακρίνεται ο Αιτητής να στέκεται στην πόρτα του διαμερίσματος και να απευθύνεται στον ανήλικο λέγοντας του ΄΄ πάμε΄΄ και το παιδί να του απαντά ΄΄όχι΄΄ με τον πατέρα του να του λέει։ ΄΄γιατί αγάπη μου;΄΄. Ο ανήλικος απαντά κάτι συγχυσμένος χωρίς να δίνει ξεκάθαρη απάντηση και κάνει μία σύντομη συνομιλία με την μητέρα του στην ρωσική γλώσσα και η οποία στέκεται ανάμεσα στον ίδιο και στον Αιτητή. Η Καθ' ης η Αίτηση ακούγεται να αναφέρει στον Αιτητή։ ΄΄ότι θέλει το μωρό΄΄ και ο ανήλικος λέει։ ΄΄όχι ποτέ, μόνο εδώ΄΄ δείχνοντας με το χέρι του το σαλόνι, ενώ ο Αιτητής του ανέφερε ότι θα τον επιστρέψει πίσω στην μητέρα του.
Ακολούθως, ο Αιτητής ακούγεται να λέει στο παιδί ότι θα πρέπει να του εξηγήσει κάτι, ότι δεν είναι σωστό αυτό και αν γνωρίζει πόσο τον πεθύμησε ο πατέρας του και πως φέρνει σε δύσκολη θέση τον ίδιο αλλά και την μητέρα του. Η Καθ' ης παραμένει στον χώρο με σταυρωμένα τα χέρια ή στις τσέπες, απαθής, αμίλητη κοιτάζοντας τον υιό της. Στην συνέχεια, ο ανήλικος αντιδρά αρνητικά και φεύγει από τον χώρο. Ο πατέρας ρωτά την Καθ' ης τι πρέπει να κάνει τώρα με την μητέρα του ανήλικου να απαντά։ ΄΄Εγώ δεν εμποδίζω κανένα, πως μπορώ να βοηθήσω΄΄. Επίσης, ανέφερε ότι δεν ευθύνεται για την στάση του παιδιού. Ο Αιτητής της ανέφερε ότι για ακόμη μία φορά της έστησε παγίδα και ότι το παιδί είναι μιλημένο. Ξαφνικά πετάγεται στο σαλόνι ο ανήλικος και λέει στον πατέρα του։ ΄΄Μπορείς να φύγεις σε παρακαλώ;΄΄ Ο Αιτητής του λέει τότε ότι δεν πρέπει να του μιλά έτσι και ότι έχει και μάμα και μπαμπά όπως όλα τα παιδιά. Ακολούθως, η μητέρα λέει στον υιό της να πεί στον μπαμπά του ότι θέλει και ότι νοιώθει αυτό πρέπει να γίνει. Ο [ ] τότε ξαναφεύγει από τον χώρο. Ο Αιτητής ερωτά την Καθ' ης η Αίτηση αν μπορεί να πάρει τον μικρό και αυτή απαντά։ ΄΄Εγώ εμπόδισα;΄΄ με τον Αιτητή να απαντά ότι δεν καταλαβαίνει πόσο κακό κάνει στο παιδί τους. Η Καθ' ης η Αίτηση του απαντά πως ότι μπορούσε έκανε και αυτός να της απαντά ότι έκανε ότι μπορούσε για να αποξενωθεί το παιδί τους από τον ίδιο, εδώ και δύο έτη. Ο Αιτητής της λέει να δώσει το παιδί για να φύγει αφού δεν συνεννοείται μαζί της και αυτή του απάντησε ότι δεν θα σπρώξει κανένα παιδί και κλείνει την πόρτα του διαμερίσματος, αφού αυτός είχε φύγει».
Είναι εμφανές πως ο πρωτόδικος Δικαστής απεδέχθη τα γεγονότα που πιο πάνω περιέγραψε, καθώς και ότι στη βάση αυτών είναι που κατέληξε πως η πράξη της καταστρατήγησης του διατάγματος, όσο και η πρόθεση καταστρατήγησης, αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε σχέση με την εν λόγω ημερομηνία. Παραθέτουμε το σκεπτικό του Δικαστηρίου:
«Είναι η θέση μου, παρακολουθώντας ολόκληρο το βίντεο ημερομηνίας 12/04/2022, ότι η στάση της Καθ' ης η Αίτηση δεν ήταν καθόλου υποβοηθητική και υποστηρικτική, αφού ούτε ενθάρρυνε ουσιαστικά, ούτε προέτρεψε τον ανήλικο να ακολουθήσει τον πατέρα του, ούτε ανέφερε κάτι για να βοηθήσει την δύσκολη κατάσταση, την αμηχανία και την άρνηση του παιδιού της, ούτε κάλεσε τον πατέρα στο σαλόνι για να συζητήσουν σε ένα καλό κλίμα και να εξομαλυνθεί κάπως η αρνητική στάση του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Στεκόταν εκεί στον χώρο απαθής επί το πλείστο με σταυρωμένα χέρια ή στις τσέπες, σε πλήρως αμυντική στάση αποποίησης ευθύνης και αφήνοντας ουσιαστικά τον ανήλικο να αποφασίσει από μόνος του ότι νοιώθει ή ότι έκανε ότι μπορούσε, όπως χαρακτηριστικά η ίδια ανέφερε. Η στάση της Καθ' ης η Αίτηση δεν με πείθει και ούτε θεωρώ ότι αποτέλεσε γνήσια, ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια εκ μέρους της για επίτευξη της επικοινωνίας με τον πατέρα του ανήλικου.
……………………………………………………………………………...……..
Ειδικότερα, όπως διαφαίνεται και στο βίντεο ημερομηνίας 12/04/2022, η Καθ' ης η Αίτηση ενώ φαίνεται να βλέπει αλλά και να γνωρίζει από προηγουμένως την αρνητική στάση του παιδιού της για να ακολουθήσει τον πατέρα του, προτιμά να κρατήσει μία ουδέτερη στάση αποποίησης ευθυνών. Θεωρώ ότι η φράση που εκστόμισε προς το παιδί։ ΄΄ήρθε ο μπαμπάς΄΄ και προς τον Καθ' ου η Αίτηση։ ΄΄ότι θέλει το μωρό΄΄, ΄΄εγώ δεν εμποδίζω κανένα΄΄, δεν ευθύνομαι για την στάση του παιδιού΄΄, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστική στάση προτροπής ή διευκόλυνσης της επικοινωνίας από πλευράς της.
Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η στάση της Καθ' ης η Αίτηση στις 12/04/2022 δεν ήταν καθόλου υποβοηθητική και υποστηρικτική, αφού ούτε ενθάρρυνε ουσιαστικά, ούτε προέτρεψε τον ανήλικο να ακολουθήσει τον πατέρα του, ούτε του ανέφερε κάτι με σκοπό να βοηθήσει στην δύσκολη κατάσταση που είχε προκύψει, ούτε κάλεσε τον πατέρα του στο σαλόνι για να συζητήσουν σε ένα καλό κλίμα και να εξομαλυνθεί κάπως η αρνητική στάση του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, δείχνοντας την αποδοχή της εμπράκτως. Παρατήρησα ότι η Καθ' ης η Αίτηση επί το πλείστο, στεκόταν εκεί στον χώρο απαθής με σταυρωμένα χέρια ή στις τσέπες, σε πλήρως αμυντική στάση αποποίησης ευθύνης και αφήνοντας ουσιαστικά τον ανήλικο να αποφασίσει από μόνος του ότι νοιώθει, όπως χαρακτηριστικά η ίδια ανέφερε. Η στάση της Καθ' ης η Αίτηση δεν με πείθει και ούτε θεωρώ ότι αποτέλεσε γνήσια, ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια εκ μέρους της για επίτευξη της επικοινωνίας με τον πατέρα του ανήλικου. Αφήνει να νοηθεί, ότι έλαβε ως δεδομένη την άρνηση του παιδιού της για να συναντηθεί με τον πατέρα του, την οποία θεωρεί εύλογη και ας επιλέξει αυτό ότι θέλει, χωρίς καν να επεξηγεί επαρκώς τι ακριβώς έπραξε ως μητέρα, ώστε να ανατραπεί αυτή η δυσάρεστη κατάσταση. Στην βάση των όσων έχω αναλύσει πιο πάνω, είναι η θέση μου ότι στις 12/04/2022 υπήρξε συνειδητή και ηθελημένη καταφρόνηση του επίδικου δικαστικού διατάγματος από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση».
Δεν συμφωνούμε όμως με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, στη βάση των καταγραφέντων γεγονότων, στις 12.4.22 υπήρξε ηθελημένη παρακοή εκ μέρους της Εφεσείουσας. Κατ’ αρχάς, παρατηρούμε πως ο Εφεσίβλητος, ο οποίος είχε και το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, στην ένορκη του δήλωση δεν έκανε καμμιά περιγραφή για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά την εν λόγω ημερομηνία, μη προσδιορίζοντας επακριβώς την πράξη που συνιστούσε παρακοή, αλλά ούτε έκανε οποιαδήποτε μνεία για τη στάση του ανήλικου. Παρόλα αυτά, εφόσον η Εφεσείουσα ήγειρε, στην ένσταση της, αδυναμία συμμόρφωσης με το διάταγμα, λόγω άρνησης του παιδιού να έχει επικοινωνία με τον πατέρα του, αυτή είχε, σύμφωνα με τη νομολογία, και το βάρος απόδειξης της αδυναμίας αυτής στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το οποίο, κατά την κρίση μας πέτυχε να το αποσείσει. Το ότι ο ανήλικος αρνείτο να έχει επικοινωνία με τον Εφεσίβλητο, δεν αμφισβητήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο από την άλλη πλευρά, γεγονός το οποίο σημείωσε το Δικαστήριο. Όπως καταγράφεται στην εκκαλούμενη απόφαση, την αρνητική στάση του παιδιού τη διαπίστωσε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, από την παρακολούθηση του βίντεο της εν λόγω ημερομηνίας, το οποίο σημείωσε ότι η κατάσταση ήταν δύσκολη και ότι το παιδί ήταν αμήχανο. Παρά την εν λόγω καταγραφή, η άρνηση του ανηλίκου δεν φαίνεται να έτυχε αξιολόγησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο αν έστρεφε την προσοχή του σε αυτό, θα κατέληγε στο εύλογο συμπέρασμα ότι η επικοινωνία κατ’ εκείνη την ημερομηνία ήταν αδύνατη. Κατά τη δική μας κρίση η Εφεσείουσα απέσεισε το βάρος που η ίδια είχε και κατέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι υπήρχε άρνηση του παιδιού να έχει επικοινωνία με τον πατέρα του.
Πέραν αυτού, η Εφεσείουσα βρισκόταν στον τόπο παραλαβής του ανηλίκου από τον πατέρα του κατά τον προβλεπόμενο από το διάταγμα χρόνο, δηλαδή στο διαμέρισμα της, όπως και ο ανήλικος, και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος ώστε ο Εφεσίβλητος να έχει επικοινωνία. Ο Εφεσίβλητος παραδέχθηκε στην ένορκη του δήλωση ότι η Εφεσείουσα τού άνοιξε την πόρτα. Όπως ανέφερε η Εφεσείουσα κατά την αντεξέταση της, αλλά και όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο από το βίντεο, η ίδια όταν άνοιξε την πόρτα, ανέφερε στον ανήλικο ότι ήρθε ο πατέρας του και άφησε τον Εφεσίβλητο να απευθυνθεί ο ίδιος στο παιδί του. Η Εφεσείουσα επίσης ρώτησε τον Εφεσίβλητο πώς θα μπορούσε να βοηθήσει. Επομένως, η στάση της Εφεσείουσας εσφαλμένα χαρακτηρίστηκε ως απαθής. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο, παρόλο που περιέγραψε τη στάση του Εφεσίβλητου όπως φαινόταν στο επίμαχο βίντεο, δεν τη σχολίασε. Δεν σχολίασε, δηλαδή, την αρνητική επίδραση που είχε η στάση αυτή στον ανήλικο, όπως για παράδειγμα όταν αυτός, απευθυνόμενος προς τον ανήλικο, τού είπε ότι φέρνει τους γονείς του σε δύσκολη θέση και ο ανήλικος αντιδρώντας απομακρύνθηκε από τον χώρο, και το ότι ο ανήλικος στη συνέχεια, εμφανίστηκε ξαφνικά και είπε στο πατέρα του να φύγει όταν τον άκουσε να λέει στη μητέρα του ότι αυτός (ο ανήλικος) ήταν «μιλημένος» από την ίδια.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι υπήρξε ηθελημένη παρακοή εκ μέρους της Εφεσείουσας στις 12.4.22, ήταν εσφαλμένη.
Ο πρωτόδικος Δικαστής αποφάνθηκε πως είχε στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της καταφρόνησης του Δικαστηρίου και στις 26.4.22. Περιέγραψε τα όσα παρακολούθησε στο βίντεο της εν λόγω ημερομηνίας, ως ακολούθως:
«Στην συνέχεια, παρακολούθησα τα βίντεο ημερομηνίας 26/04/2022 ημέρα Τρίτη ώρα 15։18. Πρόκειται για δύο βίντεο, το πρώτο στις 15։18 διάρκειας 6 λεπτών και το δεύτερο στις 15։45 διάρκειας σχεδόν 10 λεπτών.
Στο πρώτο βίντεο, ακούγεται στις 15։19 να κτυπά το κουδούνι της εξώπορτας του διαμερίσματος και να ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος η Καθ' ης η Αίτηση. Στην συνέχεια φαίνεται η Καθ' ης να εξέρχεται του διαμερίσματος και να βαδίζει προς την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Δεν διακρίνεται ο Αιτητής να εισέρχεται στο διαμέρισμα. Στην συνέχεια, διακρίνεται η Καθ' ης η Αίτηση να κλείνει την πόρτα του διαμερίσματος και να τηλεφωνεί στην αστυνομία αναφέροντας το περιστατικό και ότι η ίδια του ανοίγει αλλά αυτός δεν εισήλθε.
Στο δεύτερο βίντεο, ακούγεται στις 15։47 να κτυπά το κουδούνι του διαμερίσματος, η Καθ' ης η Αίτηση να ανοίγει την πόρτα και διακρίνεται ο Αιτητής να στέκεται πάλι έξω από την πόρτα ρωτώντας που είναι το παιδί και κρατώντας μπροστά του το κινητό του, προφανώς βιντεογραφώντας. Η μητέρα φωνάζει τον ανήλικο να έρθει και του λέει κάτι στην ρωσική γλώσσα, ενώ αυτός στέκεται στο σαλόνι. Ο Αιτητής απευθύνεται στον ανήλικο λέγοντας του։ ΄΄έλα είναι Πάσχα, Χριστός Ανέστη να σου πει χρόνια πολλά ο παπάς και να πάρεις και τα δώρα σου΄΄. Ο υιός του στέκεται στο σαλόνι με τα χέρια στις τσέπες και η μητέρα του τον χαϊδεύει και τον παροτρύνει να πάει με τον Αιτητή. Ακούγεται η μητέρα να λέει στον ανήλικο։ ΄΄Θέλεις να του μιλήσεις;΄΄ με το παιδί να γνέφει το κεφάλι του αρνητικά. Ο Αιτητής ρωτά το παιδί αν δεν τον αφήνει η μητέρα του να έρθει και η Καθ' ης ρωτά τον υιό της αν του είπε κάτι τέτοιο. Ο ανήλικος παραμένει σκυφτός και δεν μιλά καθόλου.
Ο Αιτητής ρωτά τον ανήλικο։ ΄΄με αφήνει η μάμα να έρθω μέχρι εκεί; ρώτα την να δούμε΄΄ και η Καθ' ης η Αίτηση του απαντά։ ΄΄Όχι, σε είχα αφήσει και είχαμε πολύ άσχημα αποτελέσματα΄΄. Η μητέρα ξαναπλησιάζει τον γιό της και κάτι του ψιθυρίζει. Ο πατέρας ρωτά τον υιό του։ ΄΄αφού η μάμα συνεργάζεται και σου λέει να έρθεις, έτσι δεν είναι; Επειδή η αστυνομία περιμένει τηλεφώνημα αν θα έρθεις ή όχι''. Ακολούθως, ο Καθ' ου η Αίτηση φαίνεται να τηλεφωνεί στην αστυνομία αναφέροντας ότι υπάρχουν τέσσερα άτομα στο διαμέρισμα και δεν τον αφήνουν να πιάσει το μωρό. Ταυτόχρονα, η αστυνομία τηλεφωνεί στην Καθ΄ ης η Αίτηση και ακούγεται να αναφέρει։ ΄΄Εγώ δεν δίνω το μωρό; Να έρθει να το πάρει, το μωρό στέκεται εδώ και δεν θέλει να πάει, εγώ τι άλλο μπορώ να κάνω; Δεν μπορώ να ασκήσω βία, μίλησα με το μωρό, του είπα και δεν πλησιάζει τον πατέρα, ελάτε εδώ δεν εμποδίζω κανέναν΄΄. Εν τω μεταξύ το παιδί μάρτυρας όλων αυτών διακρίνεται να κλείνει τα αυτιά του και τον αγκαλιάζει η ετεροθαλής αδελφή του. Στην συνέχεια, φαίνεται ο Αιτητής να αποχωρεί και να κλείνει η πόρτα του διαμερίσματος».
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κατέληξε στα ακόλουθα:
«Τέλος, αξιολογώντας τα όσα διαδραματίστηκαν στις 26/04/2022, θεωρώ ότι με μία ολόπλευρη αντιμετώπιση του θέματος, διαπιστώνεται ότι η στάση και των δύο γονέων ήταν άκρως απαράδεκτη και έντονα συγκρουσιακή. Καμία πλευρά δεν βοήθησε με την στάση της, στην επίτευξη της επικοινωνίας με το παιδί. Ειδικότερα όμως θα πρέπει να επικεντρωθώ στην στάση της Καθ' ης η Αίτηση με την οποία διαμένει το παιδί και έχει την φύλαξη του, η οποία για τους δικούς της λόγους δεν επέτρεψε αυτή την φορά την είσοδο του Αιτητή στο διαμέρισμα, λέγοντας του։΄΄Όχι, σε είχα αφήσει και είχαμε πολύ άσχημα αποτελέσματα΄΄.
Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι δεν έχει καταδειχθεί από την πλευρά της Καθ΄ ης Αίτηση οποιαδήποτε ουσιαστική και ενεργή ενθάρρυνση της επικοινωνίας του ανήλικου με τον πατέρα του, ιδίως από την στιγμή που γνωρίζει την αρνητική του στάση. Δεν φαίνεται να υιοθετεί μία διαφορετική προσέγγιση με σκοπό να πείσει τον ανήλικο να πάει με τον πατέρα του ή τουλάχιστον να έχουν μία συζήτηση πατέρας και υιός στο σαλόνι της οικίας, σε ένα γνώριμο περιβάλλον για το ίδιο το παιδί. Ακούγεται η μητέρα να λέει στον ανήλικο։ ΄΄Θέλεις να του μιλήσεις;΄΄ με το παιδί να γνέφει το κεφάλι του αρνητικά και έμειναν ως εκεί, μετακυλώντας την ευθύνη στο παιδί.
Η πιο πάνω της στάση, καταδεικνύει ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν επέδειξε στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ουσιαστική και ενεργή ενθάρρυνση της επικοινωνίας του παιδιού της με τον Αιτητή και το αφήνει να επιλέξει τι επιθυμεί στην ευαίσθητη νεαρή ηλικία στην οποία βρίσκεται. Διαφάνηκε ότι αντί να διαπαιδαγωγήσει και να συμβουλεύσει η ίδια το ανήλικο τέκνο της ως όφειλε, αφήνει το ίδιο να αποφασίσει για την επικοινωνία με τον πατέρα του, γνωρίζοντας ουσιαστικά από προηγουμένως την αρνητική του στάση επί του θέματος. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στις 26/04/2022 έχει τεκμηριωθεί η ηθελημένη καταφρόνηση του επίδικου διατάγματος και η υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω αδικήματος».
Κρίνουμε πως η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά την 26.4.22 δεν ήταν εύλογη. Παρατηρούμε ότι και σε αυτή την περίπτωση ο Εφεσίβλητος στην ένορκη του δήλωση δεν έκανε καμιά περιγραφή για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα, ούτε και έκανε μνεία για τη στάση του ανηλίκου. Περαιτέρω, ήταν παραδεκτό ότι η Εφεσείουσα ήταν στον τόπο διαμονής της κατά τον καθορισμένο τόπο και χρόνο και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος της, ώστε να έχει επικοινωνία ο Εφεσίβλητος, αλλά το παιδί ήταν αρνητικό. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε ότι από το επίμαχο βίντεο φαινόταν η Εφεσείουσα να παροτρύνει τον ανήλικο να ακολουθήσει τον πατέρα του. Ο δε Εφεσίβλητος, προφανώς βλέποντας ότι πράγματι η Εφεσείουσα παρότρυνε τον ανήλικο να τον ακολουθήσει, είπε στον ανήλικο «αφού η μάμα συνεργάζεται και σου λέει να έρθεις, έτσι δεν είναι;». Δεν ήταν υποχρεωμένη η Εφεσείουσα να καλέσει τον Εφεσίβλητο να εισέλθει στο σπίτι της, ως εισηγήθηκε το Δικαστήριο. Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά και των δύο γονέων ήταν απαράδεκτη και συγκρουσιακή και πως καμμιά πλευρά δεν βοήθησε με τη στάση της στην επίτευξη της επικοινωνίας με το παιδί. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο Εφεσίβλητος βιντεογραφούσε τη συνάντηση και τηλεφώνησε στην Αστυνομία μπροστά στο παιδί. Παρόλα αυτά έκρινε ότι στοιχειοθετήθηκε παρακοή.
Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντίκρυσε τη μαρτυρία στη σωστή της βάση. Η επικοινωνία, υπό τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν ήταν αδύνατη. Ο Εφεσίβλητος απέτυχε να αποδείξει παρακοή εκ μέρους της Εφεσείουσας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Εφεσείουσα κατέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι πράγματι υπήρχε άρνηση του παιδιού να ακολουθήσει τον πατέρα του, ότι η εφαρμογή του διατάγματος ήταν αδύνατη και ότι δεν υπήρχε εκ μέρους της πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος.
Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι έφεσης 1 μέχρι 4, 6, 8 και 9 επιτυγχάνουν. Παρέλκει η εξέταση των λόγων έφεσης 5 και 7. Εκ του αποτελέσματος, επιτυγχάνουν και οι λόγοι έφεσης 10 μέχρι 15, οι οποίοι αφορούν την επιβολή ποινής στην Εφεσείουσα.
Κατάληξη
Συνακόλουθα, η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση ημερ. 22.11.24 η οποία αφορά την ενοχή, και η πρωτόδικη απόφαση ημερ. 13.2.25 η οποία αφορά την επιβολή ποινής, παραμερίζονται.
Η αίτηση παρακοής ημερ. 5.5.22 απορρίπτεται.
Τα πρωτόδικα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού και εγκριθούν από αρμόδιο Δικαστή.
Επιδικάζονται έξοδα έφεσης ύψους €2.000 πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, προς όφελος της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο