ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 263/2019)
30 Απριλίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
Η.Α. ΣΑΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ Α.Χ,
Εφεσείουσα,
v.
1. Π.Χ.
2. Α.Α.
Εφεσίβλητων.
___________________
Μ. Ιωάννου, για την Εφεσείουσα.
Μ. Αναστασίου με Μ. Φουρνίδου (κα) για Ευαγόρας Αναστασίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, για τους Εφεσίβλητους.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΙΚΗΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 28.6.2019, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε αγωγή εγερθείσα από την Εφεσείουσα υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αδελφού της Α.Χ. με την οποία αξίωνε εναντίον των Εφεσίβλητων: (A) Διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης και εγγραφής επ’ ονόματι τους, των 696/12487 μεριδίων σε ακίνητο Επαρχίας Λεμεσού, το οποίο ο Α.Χ. ενέγραψε επ’ ονόματι των Εφεσιβλήτων - αντιπροσωπεύει το ¼ υπό διαχωρισμό οικοπέδου (εφεξής αναφερόμενο ως «μερίδιο»), (Β) Διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να διατάττονται οι Εφεσίβλητοι να καταβάλουν προς την Εφεσείουσα το ποσό των €90.000,00 το οποίο αντιπροσωπεύει τη διαφορά της αγοραίας αξίας του εν λόγω ακινήτου από το ποσό που κατέβαλαν οι Εφεσίβλητοι για την αγορά του, και (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται ερευνητής με εντολή να εξετάσει τα περιστατικά της υπόθεσης και να υποβάλει προς το Δικαστήριο, εντός τακτής χρονικής προθεσμίας, σχετική έκθεση αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά ή μεταβίβαση περιουσίας που έγινε από το εν λόγω ανίκανο πρόσωπο. Επισημαίνεται ότι απόρριψη του υπό στοιχείο (Γ) μέρους της αξίωσης, λόγω έλλειψης νομικού ερείσματος, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας έφεσης.
Οι δικογραφημένες θέσεις της Εφεσείουσας, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ήταν εν συντομία οι εξής: (α) το μερίδιο αγοράστηκε στην εξευτελιστική τιμή των €30.000,00 ενώ η πραγματική του αξία κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ανερχόταν σε €120.000,00, (β) κατά τον χρόνο μεταβίβασης του μεριδίου ο Α.Χ. στερείτο της ικανότητας να διαχειριστεί την περιουσία του καθότι έπασχε από διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη), (γ) οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν την κατάσταση της υγείας του Α.Χ., αφενός λόγω της εξευτελιστικά χαμηλής τιμής αγοράς του μεριδίου, και αφ’ ετέρου από κάποιο Παναγιώτη Σπύρου, ο οποίος είναι εργοδοτούμενος των Εφεσίβλητων και συγχωριανός και συμμαθητής του Α.Χ., (δ) οι Εφεσίβλητοι εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι ο Α.Χ. ήταν ανίκανο πρόσωπο και η μεταβίβαση του μεριδίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης, προκειμένου να αγοράσουν το ακίνητο σε εξευτελιστική τιμή και να εξασφαλίσουν αθέμιτο οικονομικό όφελος.
Η θέση των Εφεσίβλητων, με βάση την τροποποιημένη Υπεράσπιση, ήταν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Α.Χ. φαινόταν καθόλα υγιής και συμπεριφερόταν φυσιολογικά χωρίς να προκαλεί οποιαδήποτε υποψία για αυτοκαστροφικές ή άλλες τάσεις, και το μερίδιο αγοράστηκε αντί της τιμής των €50.000,00 ως ήταν η πραγματική του αξία.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 24.01.2011, η Εφεσείουσα διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του Α.Χ., ο οποίος λόγω διανοητικής διαταραχής (διπολική διαταραχή – μανιοκατάθλιψη) είναι ανίκανος να διαχειρίζεται την περιουσία και τις υποθέσεις του. Ο Α.Χ. ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του προαναφερθέντος ακινήτου, το οποίο ήταν υπό διαχωρισμό σε οικόπεδα. Στις 12.10.2010, ο Α.Χ. μεταβίβασε και ενέγραψε το μερίδιο επ’ ονόματι των Εφεσιβλήτων έναντι της τιμής των €50.000,00. Για σκοπούς μεταβίβασης του μεριδίου, δηλώθηκε στις 7.9.2010 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού ως αγοραία αξία το ποσό των €30.000,00 η οποία, όμως, δεν έγινε αποδεκτή. Το Κτηματολόγιο Λεμεσού κατόπιν εκτίμησης, καθόρισε την αγοραία αξία του μεριδίου στη τιμή των €50.000,00.
Η τιμή πώλησης του μεριδίου για το ποσό των €50.000,00 επιμαρτυρείται από συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 31.8.2010 μεταξύ του Α.Χ. και των Εφεσιβλήτων καθώς και από επιταγή τους ιδίας ημερομηνίας, πληρωθείσα σε τρίτο πρόσωπο, κατ’ εντολή του Α.Χ.. Σε σχέση με το ποσό των €30.000,00 το οποίο αναγράφεται στη δήλωση μεταβίβασης του μεριδίου στο Κτηματολόγιο Λεμεσού την 7.9.2010, ως το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης, έγινε δεκτή η θέση του Εφεσίβλητου 1, ότι τούτο έγινε κατόπιν παράκλησης του Α.Χ. για πληρώσει μειωμένο φόρο κεφαλαιουχικών κερδών. Ακολούθησε γνωστοποίηση της πώλησης του μεριδίου σε εφημερίδες, με βάση το Άρθρο 25 του Κεφ. 224. Το μερίδιο ενεγράφη επ’ ονόματι των Εφεσίβλητων στις 12.10.2010. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κτηματολογικής λειτουργού ΜΕ2, η μη άσκηση του δικαιώματος προτίμησης από τους εγγεγραμμένους συνιδιοκτήτες του ακινήτου εντός προθεσμίας των 30 ημερών οδήγησε στην αυτόματη εγγραφή του μεριδίου επ’ ονόματι των Εφεσιβλήτων.
Το Δικαστήριο απέρριψε, ως αναξιόπιστη, τη μαρτυρία του εκτιμητή ακινήτων ΜΕ.3 ότι αξία του μεριδίου ανερχόταν σε €120.000,00, αποδεχόμενο ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του εκτιμητή ακινήτων ΜΥ2, ότι η αγοραία αξία του ακινήτου ανερχόταν σε €50.000,00.
Κατά τον χρόνο μεταβίβασης του μεριδίου ο Α.Χ. έπασχε από διπολική διαταραχή, παρακολουθείτο από ιατρούς και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, πράγμα το οποίο δεν γνώριζαν οι Εφεσίβλητοι.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Εφεσείουσα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης για τη στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών της. Ειδικότερα, ότι δεν προσήχθη ίχνος μαρτυρίας το οποίο να θεμελιώνει, έστω κατ’ ελάχιστον, ότι οι Εφεσίβλητοι κατά τον χρόνο μεταβίβασης και εγγραφής του μεριδίου επ’ ονόματι τους, γνώριζαν ή πληροφορήθηκαν ότι ο Α.Χ. έπασχε από διπολική διαταραχή και τον εκμεταλλεύτηκαν. Το δε άτομο το οποίο αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι πληροφόρησε τους Εφεσίβλητους για τη ψυχική διαταραχή του Α.Χ., δεν κλήθηκε να μαρτυρήσει. Ούτε τέθηκε επαρκής μαρτυρία η οποία να πείθει έστω και έμμεσα, λόγω του τρόπου με τον οποίο εκδηλώνεται η ψυχική ασθένεια, ότι οι Εφεσίβλητοι θα μπορούσαν να αντιληφθούν ότι ο Α.Χ. έπασχε από διπολική διαταραχή. Από την ιατρική μαρτυρία των δυο ψυχίατρων, η οποία παρουσιάστηκε από την Εφεσείουσα, δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί ότι (α) κατά τον χρόνο μεταβίβασης του μεριδίου ο Α.Χ. εκδήλωσε τη ψυχική ασθένεια σε βαθμό που επηρέαζε τη λήψη λογικών αποφάσεων, και (β) οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν ή μπορούσαν να αντιληφθούν ότι ο αντισυμβαλλόμενος τους δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις υποθέσεις και την περιουσία του και δεν είχε επίγνωση των πράξεων του. Στην ανωτέρω κατάληξη συνέτειναν, μεταξύ άλλων, τα διαφημιστικά έντυπα (Τεκμήριο 19) που ο Α.Χ. διένειμε στους Εφεσίβλητους για την ανάπτυξη της ακίνητης περιουσίας του, καθώς και η φυσική του παρουσία στο Κτηματολόγιο κατά την υπογραφή όλων των απαραίτητων εγγράφων για τη μεταβίβαση.
Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς περί ψυχικής πίεσης, απάτης ή εξαναγκασμού, επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση πως ούτε λεπτομέρειες έχουν δικογραφηθεί αλλά ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να τους τεκμηριώνει.
Η ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης προσβάλλεται με δέκα λόγους έφεσης, οι οποίοι, συνοπτικά, με τη σειρά που παρατίθενται στην ειδοποίηση έφεσης, έχουν ως ακολούθως: (1) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου 1 (ΜΥ1), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η μεταβίβαση του ακινήτου δεν θα ήταν εφικτή εκτός αν το ποσό των €50.000,00 καταβαλλόταν σε τρίτο πρόσωπο, λόγω δοσοληψιών που είχε μαζί του ο Α.Χ., (2) Διαζευκτικά, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε καθόλου υπόψη το θέμα της παρανομίας που προέκυπτε εκ του ότι η δηλωθείσα τιμή πώλησης του μεριδίου στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και στον Φόρο Εισοδήματος ήταν €30.000,00 ενώ κατά τη θέση των Εφεσιβλήτων το μερίδιο αγοράστηκε στη τιμή των €50.000,00, (3) Εσφαλμένα και αντίθετα προς την ενώπιον του μαρτυρία, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά την 12.10.2010, δεν ήταν δυνατόν το ανίκανο πρόσωπο να είχε εκδηλώσει τη ψυχική νόσο σε μη φυσιολογικά επίπεδα που επηρέαζαν την κρίση του, (4) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της Εφεσείουσας, (5) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε τη μαρτυρία του εκτιμητή ακινήτων (ΜΕ.3) που κατέθεσε για την πλευρά της Εφεσείουσας, (6) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία του εκτιμητή (ΜΥ.2) που κατέθεσε για την πλευρά των Εφεσιβλήτων, (7) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου 1 (ΜΥ.1), (8) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε αναφορά ότι οι δικογραφημένες θέσεις της Εφεσείουσας βασίζονται στην αξίωση της απάτης, εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης και εσφαλμένα αναφέρθηκε σε δόλο και ότι πρέπει να δίνονται ακριβείς λεπτομέρειες αυτού και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, (9) Εσφαλμένα εκρίθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του, ότι κατά την κρίσιμη περίοδο και δη κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, η ψυχική διαταραχή από την οποία έπασχε το ανίκανο πρόσωπο εκδηλώθηκε με τρόπο που επηρέαζε τη λήψη λογικών αποφάσεων, και (10) Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι αναιτιολόγητη.
Πλείστοι από τους λόγους έφεσης στρέφονται κατά της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Με βάση την πάγια νομολογία η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί πρωταρχικό καθήκον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία και το πλεονέκτημα να δει και να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους, ενόσω καταθέτουν μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Εφετείο κατά κανόνα σπάνια επεμβαίνει. Για να δικαιολογείται ο παραμερισμός των ευρημάτων αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αυτά πρέπει να καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα, ή να είναι παράλογα ή αυθαίρετα, ή να μην υποστηρίζονται από την αποδεκτή μαρτυρία. Εάν η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τα ευρήματα αξιοπιστίας ήταν ευλόγως επιτρεπτή, το Εφετείο δεν επεμβαίνει. Η ύπαρξη αντιφάσεων στη μαρτυρία δεν δικαιολογεί επέμβαση του Εφετείου εκτός εάν είναι ουσιαστικής μορφής δημιουργώντας ρήγμα στην υπόθεση. Τέτοιες καθορίζονται οι αντιφάσεις οι οποίες πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή φανερώνουν διάθεση καταφυγής στο ψεύδος. Εναπόκειται στον διάδικο που αμφισβητεί τα ευρήματα αξιοπιστίας να πείσει το Εφετείο ότι αυτά είναι εσφαλμένα (βλέπε, μεταξύ άλλων, Σολωμού v. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1(Α) ΑΑΔ 300, Αθανάση ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 867, Αντώνης Αντωνίου κ.ά. ν. Ανδούλλας Ονουφρίου Πολιτική Έφεση Αρ. 444/2019 ημερομηνίας 30.10.2024, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. 132/2021, ημερ. 5.12.2024).
Από την άλλη, εάν τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα οποία εδράζονται στη μαρτυρία, την οποία δέχτηκε ως αξιόπιστη, δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά, το Εφετείο βρίσκεται στην ίδια καλή θέση με το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 41, Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 271).
Οι ίδιες αρχές διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ., μεταξύ άλλων, Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.ά. (1999) 1(Β) 1441, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή (2011) 1(Γ) 2298). Το καθήκον των εμπειρογνωμόνων προς το Δικαστήριο αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Cybarco Ltd v. Kovascik (2001) 1 AAΔ 2013:
«Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).»
(βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, των Τ. Ηλιάδη & Ν.Γ. Σάντη, 2η έκδοση, σελ. 582 – 584)
Έχουμε διεξέλθει με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση, τα πρακτικά της δίκης και κατατεθέντα τεκμήρια, καθώς και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τις δυο πλευρές παρέθεσαν με λεπτομέρεια στα περιγράμματα αγορεύσεων, τα οποία δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Η εξέταση των λόγων έφεσης δεν θα ακολουθήσει την αριθμητική σειρά με την οποία αυτοί παρατίθενται στην ειδοποίηση έφεσης, αλλά τη σειρά που κρίνουμε ως την πλέον ορθολογική για τη συνοχή και τη ροή του σκεπτικού της παρούσας απόφασης.
(Ι) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου 1
Ο πρώτος και ο έβδομος λόγος έφεσης είναι αλληλένδετοι και θα συνεξεταστούν. Με τον πρώτο λόγο έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα του ευρήματος αξιοπιστίας του Εφεσίβλητου 1 (ΜΥ1), εστιάζοντας στο συμπέρασμα ότι η μεταβίβαση του ακινήτου δεν θα ήταν εφικτή εκτός εάν το συμφωνηθέν ποσό των €50.000,00 καταβαλλόταν στο τρίτο πρόσωπο λόγω δοσοληψιών που είχε μαζί του το ανίκανο πρόσωπο (Α.Χ.). Με τον έβδομο λόγο έφεσης αμφισβητείται γενικότερα η αξιοπιστία του Εφεσίβλητου 1.
Έχουμε λάβει υπόψη το σύνολο της επιχειρηματολογίας που προβάλλεται προς υποστήριξη των υπό αναφορά λόγων έφεσης, στην οποία θα αναφερθούμε συνοπτικά. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου περί συμφωνίας μεταξύ του Εφεσίβλητου 1 και του Α.Χ., για την πώληση του μεριδίου έναντι τιμήματος €50.000,00 αντίκειται στην αξιόπιστη μαρτυρία της υπαλλήλου του Τμήματος Υποθηκών και Μεταβιβάσεων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού (ME2), η οποία κατέθεσε αντίγραφα της δήλωσης μεταβίβασης του ακινήτου (τεκμήρια 6 και 11) ημερομηνίας 7.9.2010, όπου εμφαίνεται ότι η δηλωθείσα τιμή πώλησης ήταν €30.000,00. Περαιτέρω, στα έγγραφα που συνοδεύουν τη δήλωση μεταβίβασης (Τεκμήριο 11) περιλαμβάνεται το έντυπο Ν.313, στο οποίο επαναλαμβάνεται ως τιμή πώλησης το ποσό των €30.000,00. Το εν λόγω έντυπο ενσωματώνει πιστοποιητικό διευθέτησης φορολογικών υποχρεώσεων (Φόρου Ακίνητης Ιδιοκτησίας και Κεφαλαιουχικών Κερδών), με σφραγίδα του Επαρχιακού Γραφείου Είσπραξης Φόρων ημερομηνίας 6.9.2010. Στο ίδιο έγγραφο καταγράφεται το ποσό των €50.000,00 ως η υπολογισθείσα από το Κτηματολόγιο αγοραία αξία του μεριδίου, με ημερομηνία 7.9.2010. Το ποσό των €30.000,00 δηλώθηκε, επίσης, ως η τιμή αγοράς του μεριδίου στο Τμήμα Κεφαλαιουχικών Κερδών (Τεκμήριο 24), ενώ το ίδιο ποσό εμφανίζεται ως το τίμημα πώλησης και σε δύο δημοσιεύσεις σε ημερήσιο τύπο (Τεκμήριο 10).
Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας επικαλείται το γεγονός ότι στην αρχική Υπεράσπιση ημερομηνίας 3.11.2011, η δικογραφημένη θέση των Εφεσιβλήτων ήταν ότι αγόρασαν το μερίδιο για ποσό €30.000,00 ενώ στην τροποποιημένη Υπεράσπιση ανέφεραν ότι η τιμή αγοράς του μεριδίου ήταν €50.000,00, προβάλλοντας ως δικαιολογία την ύπαρξη καλόπιστου λάθους το οποίο διαπίστωσαν στο στάδιο προετοιμασίας για την ακρόαση. Εισηγείται ότι το διάστημα των επτά χρόνων που μεσολάβησε για την τροποποίηση θα έπρεπε να οδηγήσει το Δικαστήριο να προσεγγίσει τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου 1 με ιδιαίτερη καχυποψία, καθότι στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για καλόπιστο λάθος αλλά για ψέμα.
Άλλη βασική εισήγηση είναι ότι δεν υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία ότι καταβλήθηκε από τους Εφεσίβλητους στον Α.Χ. είτε το ποσό των €30.000,00 είτε το ποσό των €50.000,00. Προς τούτο γίνεται αναφορά σε μαρτυρία από τη γραπτή δήλωση της Εφεσείουσας, ότι από περαιτέρω έρευνα πληροφορήθηκε από το ανίκανο πρόσωπο (Α.Χ.) ότι ουδέποτε είσπραξε το ποσό των €30.000,00, αλλά επειδή δεν είναι βέβαιη για αυτό το πράγμα, ένεκα της ψυχικής του ασθένειας, με την αγωγή αξιώνει είτε να ακυρωθεί η μεταβίβαση είτε τουλάχιστον να του δοθεί το ποσό των €90.000,00.
Σε ό,τι αφορά την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου εκδοθείσας από τον Εφεσίβλητο 1, με δικαιούχο τρίτο πρόσωπο, για ποσό €50.000,00, προβάλλεται ότι δεν αποτελεί μαρτυρία καταβολής του τιμήματος πώλησης στον Α.Χ., καθώς δεν προσφέρθηκε μαρτυρία για τη σχέση ή τις δοσοληψίες μεταξύ του Α.Χ. και του εν λόγω τρίτου προσώπου. Η δε εξήγηση του Εφεσίβλητου 1, ότι η επιταγή εκδόθηκε προς εξόφληση επιβάρυνσης επί του ακινήτου, και ότι το όνομα του δικαιούχου συμπληρώθηκε στον πάγκο του Κτηματολόγιου Λάρνακας, είτε από τον Α.Χ. είτε από το τρίτο πρόσωπο, καταρρίπτεται από το γεγονός ότι (α) η δήλωση μεταβίβασης (7.9.2010) έγινε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού επτά ημέρες μετά την έκδοση της επιταγής, και (β) ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να επιβεβαιώνει ότι το ακίνητο ήταν πράγματι δεσμευμένο προς όφελος τρίτου.
Αρχίζοντας από την εισήγηση ότι δεν καταβλήθηκε κανένα τίμημα πώλησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επισημαίνει – αξιολογώντας τη μαρτυρία της Εφεσείουσας - ότι αυτό προσκρούει στη θέση η οποία διατυπώνεται στην έκθεση απαίτησης, ότι το μερίδιο αγοράστηκε στην εξευτελιστική τιμή των €30.000,00 αντί του ποσού των €120.000,00 που ήταν η πραγματική του αξία. Εξ ου και με την αγωγή αξιώνει τη διαφορά των €90.000,00. Επίσης, παρατηρούμε ότι αντεξεταζόμενη (σελ. 9 πρακτικών) η Εφεσείουσα ανέφερε ότι για το μερίδιο δόθηκαν €30.000,00. Επομένως, δεν μπορεί βάσιμα να προβάλλεται ότι δεν καταβλήθηκε καμία αντιπαροχή για την πώληση του μεριδίου. Επίδικο θέμα αποτελούσε αποκλειστικά το ποσό της αντιπαροχής, ήτοι εάν αυτό ανερχόταν σε €30.000,00 ή σε €50.000,00.
Η αμφισβήτηση καταβολής της αντιπαροχής που αναφέρεται σε έγγραφη συμφωνία αποτελεί μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα κατά της αποδοχής εξωγενούς μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων, Polykarpou v Polykarpou (1982) 1 CLR 182, Marketventures Ltd v. Δικωμίτη (2009) 1 ΑΑΔ 383). Σχετική είναι η κάτωθι αναφορά από το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 19η έκδοση (2018) παρ. 42-51:
“Want or failure or consideration may, under proper pleadings, always be proved to impeach a written agreement not under seal …. Though a deed imports a consideration, yet where this fact comes in question it is generally allowable to inquire into it, notwithstanding any written averment. Thus, where no consideration or a nominal consideration only, is expressed, a valuable one may be proved; or where a valuable consideration is expressed, an additional one may be shown. However, extrinsic evidence of the intention of the parties to a deed in relation to the consideration inserted therein has been held inadmissible”.
(ιδία υπογράμμιση)
Έχοντας εξετάσει με προσοχή το σύνολο των αιτιάσεων που προβάλλονται προς υποστήριξη των υπό αναφορά λόγων έφεσης, καταλήγουμε ότι δεν παρέχεται έδαφος για επέμβαση του Εφετείου. Κατά την κρίση μας, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου 1 ότι το πραγματικό τίμημα πώλησης του μεριδίου ανερχόταν σε €50.000,00. Τούτο υποστηρίζεται από το συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 31.8.2010 μεταξύ του Α.Χ. και του Εφεσίβλητου 1, το οποίο υπεγράφη στην παρουσία δυο μαρτύρων. Η γνησιότητα του συμφωνητικού εγγράφου και η υπογραφή του από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν αμφισβητήθηκε κατά τη δίκη. Στο συμφωνητικό έγγραφο αναφέρεται ρητά ότι ο Α.Χ. επιβεβαιώνει λήψη του ποσού των €50.000,00 με την επιταγή αριθμός […] της Τράπεζας Κύπρου από τον Εφεσίβλητο 1 για την αγορά του μεριδίου. Τόσο η συμφωνία όσο και η εν λόγω επιταγή κατατέθηκαν ως τεκμήρια στη δίκη.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου 1, η επιταγή εκδόθηκε κατά παράκληση του Α.Χ. στο τρίτο πρόσωπο με το οποίο ο τελευταίος είχε δοσοληψίες, για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του μεριδίου. Το όνομα του δικαιούχου στην επιταγή αφέθηκε κενό και συμπληρώθηκε στον πάγκο του Κτηματολογίου Λάρνακας, είτε από τον Α.Χ. είτε από το τρίτο πρόσωπο. Το γεγονός ότι στη δήλωση μεταβίβασης του μεριδίου στο Κτηματολόγιο Λεμεσού μια βδομάδα αργότερα (7.9.2010), ως τίμημα πώλησης δηλώθηκε το ποσό των €30.000,00 οφείλόταν επίσης σε παράκληση του Α.Χ., με σκοπό να καταβάλει μειωμένο φόρο κεφαλαιουχικών κερδών.
Δεν θεωρούμε ότι προκύπτει οποιαδήποτε αντίφαση μεταξύ της αποδοχής της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου 1 και της ΜΕ2, αναφορικά με το τίμημα πώλησης του μεριδίου. Υπό το φως της πιο πάνω μαρτυρίας, η ύπαρξη του συμφωνητικού έγγραφου και της προρρηθείσας επιταγής επιμαρτυρεί το αντίθετο από εκείνο που εισηγείται η πλευρά της Εφεσείουσας, ότι δηλαδή το ποσό των €30.000,00 το οποίο δηλώθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό τίμημα πώλησης του μεριδίου.
Περιπλέον, σύμφωνα με τον Phipson on Evidence (ανωτέρω), δεν επιτρέπεται η εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για την αμφισβήτηση του ύψους της συμφωνηθείσας αντιπαροχής (σε αντίθεση με την καταβολή της) που αναγράφεται σε έγγραφη συμφωνία, εφόσον αυτή αποτελεί την πλήρη αποτύπωση της βούλησης των μερών. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελεί η περίπτωση εκ των υστέρων τροποποίησης ή ακύρωσης της συμφωνίας, κάτι που όμως δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της Εφεσείουσας ότι η συμφωνηθείσα αντιπαροχή ταυτίζεται με το ποσό που αναγράφεται στη δήλωση μεταβίβασης του Κτηματολογίου στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος.
Η ρητή αναφορά στο συμφωνητικό έγγραφο ότι ο Α.Χ. «επιβεβαιώνει τη λήψη» του ποσού των €50.000,00 μέσω της συγκεκριμένης επιταγής, ως αντιπαροχή για την πώληση του μεριδίου, σε συνάρτηση με την έκδοση και κατάθεση στην τράπεζα της επιταγής αυθημερόν, αποτελεί αδιάσειστη μαρτυρία περί καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης. Το ότι δικαιούχος της επιταγής ήταν τρίτο πρόσωπο ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι η επιταγή συνιστά νόμιμη αντιπαροχή για την πώληση του μεριδίου. Οι Εφεσίβλητοι δεν έφεραν το βάρος να αποδείξουν εάν πράγματι ο Α.Χ. είχε οικονομικές δοσοληψίες με το τρίτο πρόσωπο. Στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2η έκδοση, των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη, σε σχέση με το βάρος απόδειξης μη εφαρμογής του γενικού κανόνα αποδοχής εξωγενούς μαρτυρίας, αναφέρονται τα ακόλουθα, στη σελ. 376:
«Ο διάδικος που υποστηρίζει ότι συγκεκριμένο έγγραφο που υπέγραψε δεν τον δεσμεύει, έχει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αφού ενυπάρχει τεκμήριο δέσμευσης του από το περιεχόμενου του εγγράφου το οποίο θα πρέπει να ανατρέψει, χωρίς να ενδιαφέρουν είτε οι προθέσεις είτε οι συλλογισμοί του ιδίου πριν από την υπογραφή του εγγράφου (βλ. Χατζηστυλλή ν Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2012) 1(Β) ΑΑΔ 989)»
Συνακόλουθα, εφόσον υπήρχε συμφωνητικό έγγραφο στο οποίο αναγνωρίζεται η λήψη συγκεκριμένης αντιπαροχής από τον πωλητή, το βάρος απόδειξης με εξωγενή μαρτυρία ότι στην πραγματικότητα δεν καταβλήθηκε καμία αντιπαροχή βάσει του συμφωνητικού εγγράφου βρισκόταν στους ώμους της Εφεσείουσας, η οποία απέτυχε να το αποσείσει.
Τέλος, αναφορικά με την ορθότητα της αποδοχής της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου 1, σε ό,τι αφορά την αντίληψή του για την δικαιοπρακτική ικανότητα του Α.Χ., παραπέμπουμε στα όσα αναλυτικώς εκτίθενται κατωτέρω κατά την εξέταση των λόγων έφεσης 3 και 9.
Υπό το φως των ανωτέρω ο πρώτος και έβδομος λόγος έφεσης κρίνονται ανεδαφικοί.
(ΙΙ) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εφεσείουσας
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης αμφισβητείται η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εφεσείουσας από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Προβάλλεται ότι εσφαλμένα δεν έγινε αποδεκτή η θέση της ότι το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του μεριδίου ήταν €30.000,00· θέση η οποία, κατά την Εφεσείουσα, υποστηρίζεται από το τίμημα που δηλώθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και για το οποίο κατέθεσε η ΜΕ2.
Υπέρ της θέσης αυτής επαναλαμβάνεται η επιχειρηματολογία την οποία ήδη εξετάσαμε και απορρίψαμε στο πλαίσιο των λόγων έφεσης 1 και 7, και την οποία δεν θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε εκ νέου. Για τους λόγους που έχουμε ήδη αναφέρει, ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι το πραγματικό τίμημα πώλησης ήταν €50.000,00.
Σε σχέση με το πρόβλημα ψυχικής υγείας του Α.Χ., γίνεται εισήγηση ότι εσφαλμένα δεν έγινε δεκτή η μαρτυρία της Εφεσείουσας καθότι ήταν θέμα εμπειρογνωμοσύνης και περί τούτου δεν είχε καμία επιστημονική κατάρτιση, ενώ η μαρτυρία της συνέπιπτε με αυτή των ψυχιάτρων ΜΕ4 και ΜΕ5. Επίσης, προβάλλεται ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν πίστεψε την Εφεσείουσα διότι καθυστέρησε να προβεί σε ενέργειες για την έκδοση διατάγματος διαχείρισης περιουσίας ανικάνου προσώπου, το οποίο αντίκειται στη μαρτυρία της. Η Εφεσείουσα ανέφερε ότι ο αδελφός της, Α.Χ., ζούσε μόνος του από το 2001 μέχρι το 2010, ότι η ίδια δεν γνώριζε τι έκανε και όταν αντελήφθη το πρόβλημα το 2010 αποτάθηκε για την έκδοση διατάγματος διαχείρισης περιουσίας, το οποίο εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2011.
Σύμφωνα με τις αρχές του αποδεικτικού δικαίου το γεγονός ότι η μαρτυρία της Εφεσείουσας συνέπιπτε με αυτή των ψυχιάτρων, δεν την καθιστά αποδεκτή ως προς το σκέλος της επιστημονικής γνώμης για την κατάσταση της ψυχικής υγείας του Α.Χ., σε αντίθεση με γεγονότα τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψη της ή τις ενέργειες στις οποίες προέβη, όπως για παράδειγμα η αίτηση για την έκδοση διατάγματος ανικάνου προσώπου (βλ. μεταξύ άλλων Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (Αρ.1) (2013) 1 ΑΑΔ 438, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2η έκδοση, των Τ. Ηλιάδη & Ν.Γ. Σάντη, σελ. 573 – 575). Η τοποθέτηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί τούτου ήταν καθόλα ορθή.
Κατά την αξιολόγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς επισημαίνει τις αντιφάσεις και ασάφεια στις θέσεις της εφεσείουσας ως προς τη σχέση της με τον Α.Χ. και της αντίληψης της για το πρόβλημα ψυχικής του υγείας και της εν γένει συμπεριφοράς του.
Ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτή η μαρτυρία της Εφεσείουσας ήταν η ανυπαρξία γνώσης και θετικής τοποθέτησης - αντίθετα με τη δικογραφημένη θέση την οποία επιχείρησε ανεπιτυχώς να προωθήσει - ότι οι Εφεσίβλητοι κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης, γνώριζαν ότι ο Α.Χ. ήταν ψυχικά ασθενής μη δυνάμενος να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων του, πράγμα το οποίο εκμεταλλεύτηκαν για την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Η θέση της περί τούτου κρίθηκε ως αυθαίρετη και ατεκμηρίωτη, εφόσον, ουδέν αναφέρει το οποίο να αποδεικνύει τη γνώση των Εφεσιβλήτων για την κατάσταση υγείας του αδελφού της.
Δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε μεμπτό στην υπό κρίση αξιολόγηση το οποίο να δικαιολογεί την επέμβαση μας.
Υπό το φως των ανωτέρω ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός.
(ΙΙΙ) H αξιολόγηση της μαρτυρίας των εκτιμητών ακινήτων
Στρεφόμαστε τώρα στην εξέταση των λόγων έφεσης 5 και 6, οι οποίοι άπτονται της μαρτυρίας των εκτιμητών ακινήτων οι οποίοι κατέθεσαν για την αξία του μεριδίου. Με τον λόγο έφεσης 5 προσβάλλεται η απόρριψη της μαρτυρίας του εκτιμητή ακινήτων ΜΕ3 και με τον λόγο έφεσης 6 προσβάλλεται η αποδοχή της μαρτυρίας του εκτιμητή ακινήτων ΜΥ2. Έχουμε λάβει υπόψη την επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εφεσείουσας στην οποία θα αναφερθούμε εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο.
Αναφορικά με τον ΜΕ3, στην έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 22.3.2011 (τεκμήριο 12) αναφέρεται ότι έχει χρησιμοποιηθεί η συγκριτική μέθοδος εκτίμησης για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου και ότι «κατόπιν ανάλυσης των συγκριτικών πωλήσεων των ακινήτων στην περιοχή, των τάσεων της οικονομίας της αγοράς και λαμβάνοντας υπόψη την τοποθεσία, τα φυσικά χαρακτηριστικά, τα πολεοδομικά δεδομένα, τι προοπτικές και δυνατότητες του ακινήτου» (μεριδίου) η αγοραία του αξία του ανέρχεται σε €120.000,00 τουτέστιν εμβαδόν γης 667 τ.μ. προς €180,00 τ.μ..
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αρχικά υπέδειξε ότι εναπόκειτο στην Εφεσείουσα να αποδείξει την προαναφερθείσα αγοραία αξία του μεριδίου ως ήταν η δικογραφημένη της θέση, στη συνέχεια επισήμανε ότι από την έκθεση του ΜΕ3 παρέμεινε άγνωστο «ποιες συγκεκριμένες συγκριτικές πωλήσεις έλαβε υπόψη του για να κριθεί αν όντως προσομοιάζουν με το επίδικο ακίνητο». «Όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του πάλι κινήθηκε σε γενικότητες αναφέροντας μόνο τις τιμές χωρίς αναφορά για ποιο συγκεκριμένο ακίνητο πρόκειτο παρά μόνο ότι πωλήθηκε σε μεγαλύτερη τιμή αφού η αξία του κατά τετραγωνικό μέτρο ήταν μεγαλύτερη».
Επιπροσθέτως, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση του μάρτυρα ότι το επίδικο μερίδιο δεν παρουσιάζει πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα έναντι των υπολοίπων επειδή προορίζεται για την ανέγερση μίας μόνο κατοικίας. Η θέση αυτή κρίθηκε αντιφατική, καθώς ο ΜΕ3 διαφοροποιήθηκε στη συνέχεια, παραδεχόμενος ότι η αγοραία αξία ενός γωνιακού οικοπέδου είναι υψηλότερη λόγω της δυνατότητας ανέγερσης πέραν της μιας οικιστικής μονάδας. Στη συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει: «Τα όσα είπε και στον βαθμό που έρχονται σε αντίθεση με τα όσα ο ΜΥ2 ανέφερε δεν γίνονται δεκτά».
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΕ3 καθότι παρέλειψε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τις συγκεκριμένες συγκριτικές πωλήσεις επί των οποίων βάσισε τα συμπεράσματα του, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της ακρίβειας τους και η διαμόρφωση ανεξάρτητης δικαστικής κρίσης, ως επιτάσσει η νομολογία. Αυτός και μόνο ο λόγος αρκούσε για τη μη αποδοχή της εκτιμήσεως του.
Αναφορικά με την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΕ3 στο κατά πόσο το οικόπεδο (μερίδιο) μειονεκτεί ή υπερτερεί σε σχέση με υπόλοιπα μερίδια επί του ακινήτου, δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χρησιμοποίησε ως μέτρο σύγκρισης τη μαρτυρία του ΜΥ2. Η απόρριψη της μαρτυρίας του πρώτου οφείλεται στη διαπίστωση της αντιφατικότητας των θέσεων του επί του προκειμένου. Περαιτέρω, επισημαίνουμε ότι το κατά πόσο το μερίδιο μειονεκτεί ή υπερτερεί έναντι των υπολοίπων μεριδίων, θα αποκτούσε σημασία μόνον εάν συναρτάτο με την επιστημονική τεκμηρίωση της αγοραίας αξίας του, στη βάση συγκεκριμένων συγκριτικών πωλήσεων.
Υπό το φως των ανωτέρω ο λόγος έφεσης 5 κρίνεται αβάσιμος.
Στρεφόμαστε στην αξιολόγηση του ΜΥ2, τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστο. Σχετική είναι η κάτωθι περικοπή από την εκκαλούμενη απόφαση, στη σελ. 12:
«Καλή ήταν η εντύπωση που το Δικαστήριο δημιούργησε και για τον αρχιτέκτονα και εκτιμητή ακινήτων, Γεώργιο Μουζουρίδη, ΜΥ2. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας και παρέθεσε στο Δικαστήριο τις επιστημονικές του απόψεις με αντικειμενικότητα. Ο ΜΥ2 κατέθεσε την εκτίμηση που ετοίμασε, τεκμήριο 25, και που είναι σε συμφωνία και με την εκτίμηση του Κτηματολογίου και συγκεκριμένα ότι η αγοραία αξία του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν €50.000. Εξήγησε ο ΜΥ2 ότι και το Κτηματολόγιο δεν προβαίνει σε εκτίμηση συνοπτικά απορρίπτοντας τη θέση της πλευράς της ενάγουσας ότι το ποσό των €50.000 τέθηκε μόνο για σκοπούς μεταβιβαστικών τελών. Είπε ο εν λόγω μάρτυρας ότι το κράτος σε διαφορετική περίπτωση θα έχανε εισοδήματα. Η θέση αυτή του ΜΥ2 έχει λογική βάση, διότι δεν είναι δυνατό το ακίνητο να είχε αξία €120.000 ως ήταν η θέση του ΜΕ3 και το Κτηματολόγιο να το εκτιμήσει κατά €70.000 χαμηλότερα, τη στιγμή που σίγουρα τα μεταβιβαστικά τέλη για το ποσό των €120.000 θα ήταν πολύ ψηλότερα. Εξήγησε ο ΜΥ2 και τη διαφορά μεταξύ της αγοράς μεριδίου σε ακίνητο από το οικόπεδο και ότι το υπό διαχωρισμό οικόπεδο που οι εναγόμενοι αγόρασαν και είναι το 4δ στο τεκμήριο 26, είναι σε μειονεκτική θέση, αφού έχει σχήμα τριγωνικό προς πολυγωνικό, δεν έχει καμιά επαφή με τον χώρο πρασίνου, είναι βυθισμένο με αποτέλεσμα να χρειαστούν έργα όπως επιχωματώσεις για να έρθει σε κανονικό επίπεδο και είναι βόρειο οικόπεδο. Και ο μάρτυρας αυτός ρωτήθηκε για την τωρινή κατάσταση του οικοπέδου. Τα όσα όμως ανέφερε δεν θα ληφθούν υπόψη, αφού για την αξία του ακινήτου κρίσιμο χρονικό σημείο είναι η περίοδος συνομολόγησης της συμφωνίας πώλησης του. Απέρριψε περαιτέρω τη θέση που του υποβλήθηκε από πλευράς ενάγουσας ότι αν και μερίδιο δεν επηρεάζεται από το γεγονός αυτό η αγοραία αξία του και διαφώνησε ότι η αγοραία αξία του είναι €120.000».
Με κάθε σεβασμό εντοπίζουμε ουσιαστικό σφάλμα στην πιο πάνω αξιολόγηση. Συγκεκριμένα, στην έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 20.2.2019 (τεκμήριο 25), ο ΜΥ2 αναφέρει ότι χρησιμοποιήθηκε η συγκριτική μέθοδος εκτίμησης για να καθορίσει την αγοραία αξία του μεριδίου στις €50.000,00 (€75,00 τ.μ.). Εντούτοις, παρατηρούμε ότι ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά γίνεται στην έκθεση εκτίμησης αναφορικά με τις συγκριτικές πωλήσεις που λήφθηκαν υπόψη. Ούτε η προφορική του μαρτυρία κατά τη δίκη υπήρξε διαφωτιστική επί τούτου. Κατά την κρίση μας το γεγονός ότι η εκτίμηση του ΜΥ.2 συμπίπτει με εκείνη του Κτηματολογίου και η θέση ότι το Κτηματολόγιο δεν προβαίνει σε εκτίμηση συνοπτικά, δεν αποτελεί επαρκή και έγκυρο λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας. Στην απουσία παράθεσης των συγκριτικών δεδομένων, το Δικαστήριο στερείται της δυνατότητας να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του εμπειρογνώμονα και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Η στοιχειώδης αυτή παράλειψη, η οποία οδήγησε στην απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΕ3, θα έπρεπε, τηρουμένων των αναλογιών, να είχε την ίδια καταλυτική επίδραση και στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ.2.
Η επίδικη αξιολόγηση προσβάλλεται περαιτέρω για τον λόγο ότι το Δικαστήριο υιοθέτησε τις θέσεις του ΜΥ2 αναφορικά με τη μειονεκτικότητα της θέσης και του σχήματος του ακινήτου, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί ουδέποτε τέθηκαν υπόψη του ΜΕ3 κατά την αντεξέταση, προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί. Δεν κρίνουμε σκόπιμο να επεκταθούμε στο ζήτημα αυτό, καθότι το προαναφερθέν σφάλμα πλήττει καίρια την πρωτόδικη αξιολόγηση.
Υπό το φως των ανωτέρω ο λόγος έφεσης 5 κρίνεται βάσιμος.
Επισημαίνουμε ότι η ανατροπή του ευρήματος αξιοπιστίας του ΜΥ2 δεν καθιστά επισφαλές το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσείουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης ως προς τον ισχυρισμό της ότι αγοραία αξία του ακινήτου υπερέβαινε το τίμημα πώλησης των €50.000,00 και ανερχόταν σε €120.000,00, δεδομένου ότι η κρίση περί αναξιοπιστίας του ΜΕ3 υπήρξε ορθή.
(ΙV) Κατά πόσο η μεταβίβαση του μεριδίου ήταν αποτέλεσμα παράνομης συμφωνίας
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης εγείρεται ζήτημα παρανομίας και εξαπάτησης του δημοσίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας υποστηρίζει ότι εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε - εσφαλμένα κατά τη θέση του – ότι το μερίδιο αγοράστηκε στη τιμή των €50.000,00 αλλά στο Κτηματολόγιο Λεμεσού δηλώθηκε αναληθώς ότι το τίμημα πώλησης ήταν €30.000,00 και το ίδιο ποσό δηλώθηκε στο Επαρχιακό Γραφείο Είσπραξης Φόρων, υπήρξε παράνομη συμφωνία για εξαπάτηση του δημοσίου.
Είναι παγίως νομολογημένο ότι ζήτημα παρανομίας σε σύμβαση μπορεί να εξεταστεί αυτεπάγγελτά από το Δικαστήριο παρότι δεν δικογραφείται. Το καθήκον αυτεπάγγελτης εξέτασης παρανομίας σε σύμβαση η οποία προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία, «αποτελεί δικαστικό καθήκον το οποίο απορρέει από την εγγενή φύση του ως φύλακας της εφαρμογής του νόμου που είναι ο πυρήνας της δικαστικής λειτουργίας» (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Μουσκαλλή κ.ά. (1997) 1 ΑΑΔ 1595, Snell v. Unity Finance Ltd (1963) 3 All ER 50). Επομένως η μη δικογράφηση της παρανομίας δεν αποτελεί εμπόδιο στην εξέταση της κατ΄έφεση.
Παρατηρούμε ότι το ζήτημα της παρανομίας ηγέρθη και πρωτοδίκως μέσα από την τελική αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Ενάγουσας, πλην όμως παρέμεινε ανεξέταστο στην εκκαλούμενη απόφαση. Με κάθε σεβασμό, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καθήκον να επιληφθεί του εν λόγω ζητήματος, καθότι αποτελούσε βασική εισήγηση, η οποία, σε περίπτωση αποδοχής της, θα μπορούσε να αποβεί καθοριστική για την έκβαση της αγωγής.
Σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Κεφ. 149, κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή η αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη. Η ευρύτητα των προνοιών του Άρθρου 23 και η καθολικότητα της εφαρμογής του σε παράνομες συμφωνίες, προσδιορίστηκαν στην Platritis & Co v. Computer Patent (1988) 1 CLR 135, η οποία ακολουθείται στην Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη (1998) 1Β ΑΑΔ 968. Στη δεύτερη τονίστηκε η μη δυνατότητα ανάκτησης χρημάτων τα οποία καταβάλλονται βάσει εμφανώς παράνομης συμφωνίας. Σχετική είναι η κάτωθι περικοπή από την απόφαση:
«Η Αγγλική όσο και η Κυπριακή νομολογία καθορίζουν ότι, συναλλαγή η οποία απαγορεύεται από το Νόμο ή καταστρατηγεί τους σκοπούς του, είναι εξ υπαρχής άκυρη. Χρήματα, τα οποία καταβάλλονται βάσει εμφανώς παράνομης συμφωνίας, δεν μπορεί να ανακτηθούν εκτός εάν, η απαίτηση μπορεί να θεμελιωθεί σε βάση ανεξάρτητη από την παρανομία. (Βλ. Halsbury's Laws of England 4th Edition Vol. 9 σελ. 305 παρ. 436. Chitty on Contracts, Twenty-Sixth Edition, Vol. I, σελ. 780, παρα. 1259.)»
Ως λογική προέκταση της πιο πάνω αρχής, στην υπόθεση Chr. Mavrikios Constructions Ltd v. Χατζηκωνσταντά (2009) 1 ΑΑΔ 1093, τονίστηκε ότι (α) «δεν νοείται ο προσπορισμός οφέλους από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων σε μια παράνομη συναλλαγή (βλ. A.C. Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartm. Ltd (2002) 1(B) Α.Α.Δ. 1321) και (β) τα μέρη μιας παράνομης συναλλαγής «δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση εκατέρωθεν απαιτήσεων» (βλ. Flecha Contracting Ltd v. M.C. Michael Dev. Ltd (2003) 1(A) Α.Α.Δ. 263 και Πολυδώρου ν. Α.Μ. Πολυδώρου κ.ά., Πολ. Εφ. 97/2014, ημερ. 28.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A426).
Στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά. v. Vraets κ.ά. (2009) 1 AAΔ 802, αποφασίστηκε ότι ο εφεσείων δεν δικαιούτο στην επιστροφή σημαντικού ποσού το οποίο κατέβαλε στους εφεσίβλητους στο πλαίσιο παράνομης συμφωνίας για αγορά και λαθρεμπόριο ακατέργαστων διαμαντιών. Συνακόλουθα, δεν μπορούσε να του αποδοθεί θεραπεία στη βάση του αστικού αδικήματος της εξαπάτησης, εφόσον η συμφωνία εδραζόταν σε παρανομία. Στην απόφαση επισημαίνεται ότι η άρνηση των Δικαστηρίων να εφαρμόσουν παράνομη συμφωνία συνιστά εφαρμογή του λατινικού αξιώματος “ex turpi causa non oritur action” (no action can arise from a dishonorable cause). Όπως τέθηκε από τον Αρχιδικαστή Mansfield στην υπόθεση Holman v. Johnson (1775) 1 Cowp 341: “no court will lend its aid to a man who founds his cause upon an immoral or illegal act”. Η αρχή αυτή βασίζεται στη δημόσια πολιτική ότι δεν εφαρμόζονται παράνομες συμβάσεις όσο άδικο και αν θεωρείται το αποτέλεσμα (βλ. Tinsley v. Milligan (1994) 1 AC 340).
Στην πιο πάνω αρχή υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων, είναι η περίπτωση στην οποία τα συμβαλλόμενα μέρη δεν ήταν in pari delicto (εξίσου υπαίτια). Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα επιτρέψει στο αθώο συμβαλλόμενο μέρος να ανακτήσει την περιουσία που μεταβίβασε στο πλαίσιο της παράνομης συμφωνίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας εισηγείται ότι η εν λόγω εξαίρεση εφαρμόζεται εν προκειμένω καθότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης του μεριδίου ο Α.Χ. δεν είχε σώας τα φρένας.
Προς υποστήριξη της θέσης περί παρανομίας ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσείουσα δίνει ιδιαίτερη σημασία στην υπόθεση Εταιρεία Ηλίας Λάζος Λτδ ν. Νεοφύτου (1997) 1 ΑΑΔ 169, της οποίας τα γεγονότα κατά την εισήγηση του είναι ταυτόσημα. Στην εν λόγω υπόθεση υπεγράφη συμφωνία πώλησης τεμαχίου γης για το ποσό των ΛΚ11.000,00 πληρωτέο με προκαταβολή και το υπόλοιπο κατά την τιτλοποίηση. Η προκαταβολή πληρώθηκε και η συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Ο εφεσίβλητος αρνήθηκε την εκτέλεση της συμφωνίας καθότι το εν λόγω ποσό δεν αντιπροσώπευε το πραγματικό τίμημα πώλησης, το οποίο ανερχόταν σε ΛΚ.19,000,00. Η εφεσείουσα του πρότεινε να του δώσει το πρόσθετο ποσό των ΛΚ8.000,00 σε μετρητά «κάτω από το τραπέζι». Κατόπιν νομικής συμβουλής την οποία έλαβε ο εφεσίβλητος ως προς την εγκυρότητα της συμφωνίας, αποφάσισε να μην προχωρήσει στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Ο εφεσείοντας καταχώρησε αγωγή εναντίον του αξιώνοντας την ειδική εκτέλεσης της συμφωνίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αρνήθηκε την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας με την οποία επιζητείτο η εφαρμογή παράνομης συμφωνίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση κρίνοντας ότι η απόκρυψη του πραγματικού τιμήματος πώλησης στη συμφωνία, αποσκοπούσε στην εξαπάτηση του δημοσίου, τουτέστιν «να μην καταβληθούν κατά τη μεταβίβαση οι υπό του νόμου προβλεπόμενοι φόροι και ταυτόχρονα να αποκρυβεί η πραγματική εισοδηματική κατάσταση της εταιρείας για σκοπούς φόρου εισοδήματος».
Στην παρούσα υπόθεση δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με παρανομία κατά τη σύναψη της συμφωνίας (illegality in the formation) ως ήταν τα γεγονότα στην Εταιρεία Ηλίας Λάζος Λτδ ν. Νεοφύτου (ανωτέρω), εφόσον η επίδικη συμφωνία αφορά το πραγματικό τίμημα πώλησης (€50.000,00), αλλά με παρανομία κατά την εκτέλεση της σύμβασης (illegality in the performance), εν όψει (α) της δήλωσης πλασματικού τιμήματος πώλησης στο τμήμα κεφαλαιουχικών κερδών (€30.000,00) (τεκμήριο 24) και στο έντυπο Ν313 το οποίο συνάπτεται στη δήλωση μεταβίβασης, (β) της δήλωσης πλασματικού τιμήματος πώλησης στο Κτηματολόγιο, τυχόν αποδοχή του οποίου θα απέληγε στην καταβολή μειωμένων μεταβιβαστικών τελών.
Αναφορικά με την παρανομία κατά την εκτέλεση σύμβασης, στην υπόθεση Ashmore, Benson, Pease & Co Ltd v. A V Dawson Ltd (1973) 2 All ER 856, ο Λόρδος Denning είπε τα εξής, σελ. 859-860:
“… illegality in the performance of a contract may disable a person from suing on it, if he participated in the illegality. This was pointed out by Atkin LJ in Anderson Ltd v Daniel ([1924] 1 KB 138 at 149), in a passage which was quoted by Devlin J in St John Shipping Corpn v Joseph Rank Ltd ([1956] 2 All ER 683, 687, [1957] 1 QB 267 at 282):
'The question of illegality in a contract generally arises in connection with its formation, but it may also arise, as it does here, in connection with its performance. In the former case, where the parties have agreed to do something which is prohibited by Act of Parliament, it is indisputable that the contract is unenforceable by either party. And I think that it is equally unenforceable by the offending party where the illegality arises from the fact that the mode of performance adopted by the party performing it is in violation of some statute, even though the contract as agreed upon between the parties was capable of being performed in a perfectly legal manner.'
That passage was further approved by Jenkins LJ in B and B Viennese Fashions v Losane ([1952] 1 All ER 909 at 913) where he said, 'that illegality in the performance of a contract may avoid it although the contract was not illegal ab initio'.
(βλ. και Hall v. Woolston Hall Leisure Ltd (2000) 4 All ER 787, παρ. 30, 31, Chitty on Contracts 34η έκδοση (2021) παρ. 18-051, 18-053)
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου 1, δυο – τρείς ημέρες προτού μεταβούν στο Κτηματολόγιο - δηλαδή μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας - ο Α.Χ. τους παρακάλεσε να δηλωθεί εικονικό τίμημα πώλησης (€30.000,00) στο Τμήμα Κεφαλαιουχικών Κερδών για να κερδίσει από τον φόρο 20%, ενώ οι ίδιοι θα πλήρωναν κατά 3% μειωμένα μεταβιβαστικά. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι η δήλωση στο Τμήμα Κεφαλαιουχικών Κερδών έγινε πριν την επίδικη μεταβίβαση. Στο έντυπο Ν.313 το οποίο συνάπτεται στη δήλωση μεταβίβασης (σύμφωνα με την ΜΕ2 αυτό είναι έντυπο του Φόρου Εισοδήματος) με αναφερόμενο τίμημα πώλησης το ποσό των €30.000,00 αναφέρεται ότι ο Φόρος Κεφαλαιουχικών Κερδών έχει διευθετηθεί με σφραγίδα του Επαρχιακού Γραφείου Είσπραξης Φόρων, και υπογραφή με ημερομηνία 6.9.2010, δηλαδή μια μέρα πριν την επίδικη δήλωση μεταβίβασης. Το κτηματολόγιο δεν αποδέχτηκε το εν λόγω τίμημα πώλησης καθορίζοντας την επόμενη μέρα (7.9.2010) την αγοραία αξία σε €50.000,00 η οποία συμπίπτει με το πραγματικό τίμημα πώλησης. Συνεπώς δεν καρποφόρησε η παρανομία στο σκέλος που αφορά την καταβολή μειωμένων μεταβιβαστικών τελών. Διαφορετική, εντούτοις, είναι η εικόνα όσον αφορά τον φόρο κεφαλαιουχικών κερδών. Παρότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία κατά πόσον ο Φόρος Κεφαλαιουχικών Κερδών πληρώθηκε στη βάση του εικονικού τιμήματος πώλησης (€30.000,00), τούτο φαίνεται να προκύπτει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων από την πιο πάνω περιστατική μαρτυρία.
Συνακόλουθα, υπήρξε παρανομία στην εκτέλεση της σύμβασης, οι συνέπειες της οποίας είναι οι ίδιες ωσάν να υπήρχε παρανομία κατά τη σύναψη αυτής.
Υπό το φως των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει.
Το Εφετείο δεν θα συνδράμει στην ανάκτηση της μεταβιβασθείσας περιουσίας, εκτός εάν η απαίτηση μπορεί να θεμελιωθεί σε βάση ανεξάρτητη από την παρανομία. Τέτοια είναι η απαίτηση της Εφεσείουσας, η οποία εδράζεται στη θέση ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Α.Χ. στερείτο της ικανότητας δικαιοπραξίας. Το ζήτημα αυτό πραγματευόμαστε στο πλαίσιο εξέτασης των λόγων έφεσης 3 και 9. Ομοίως, το κατά πόσο ο Α.Χ. δεν ήταν pari delicto στην προαναφερθείσα παρανομία λόγω ψυχικής διαταραχής η οποία τον καθιστούσε ανίκανο να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων του, αποτελεί ζήτημα που άπτεται άμεσα της δικαιοπρακτικής του ικανότητας.
(V) Η δικαιοπρακτική ικανότητα του Α.Χ.
Επόμενο θέμα προς εξέταση είναι η δικαιοπρακτική ικανότητα του Εφεσείοντος κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας για πώληση του μεριδίου και της επακολουθήσασας δήλωσης μεταβίβασης. Σχετικοί προς τούτο είναι οι λόγοι έφεσης 3 και 9. Με τον τρίτο λόγο έφεσης πλήττεται το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι κατά τις 12.10.2010, δεν ήταν δυνατόν το ανίκανο πρόσωπο να είχε εκδηλώσει τη νόσο σε μη φυσιολογικά επίπεδα που επηρέαζαν την κρίση του. Στην αιτιολογία προβάλλεται ότι η ψυχική ασθένεια από την οποία έπασχε ο Α.Χ. για την οποία έδωσαν μαρτυρία οι δυο ψυχίατροι ΜΕ4 και ΜΕ5, επηρέαζε ουσιωδώς την κρίση του κατά τον χρόνο μεταβίβασης (12.10.2010) και κατά τον χρόνο της δήλωσης μεταβίβασης (7.9.2010) του μεριδίου. Τα συμπτώματα της ψυχικής ασθένειας του Α.Χ. ήταν έντονη συναισθηματική αστάθεια η οποία εκδηλωνόταν είτε με έντονη κατάθλιψη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να λειτουργήσει στην καθημερινότητα και να παρουσιάζει αυτοκαταστροφικές τάσεις, είτε με μια κατάσταση υπερδιέγερσης που χαρακτηριζόταν από ευφορία, μείωση των αναστολών, ανάληψη υπερβολικών επιχειρηματικών κινδύνων, μείωση της κριτικής ικανότητας και πολλές φορές επικίνδυνη και ανεύθυνη συμπεριφορά. Από τη μαρτυρία διεφάνη ότι οι Εφεσίβλητοι εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση της ψυχικής ασθένειας του Α.Χ. καθότι του «επήραν το ακίνητο και δεν του επλήρωσαν κανένα ποσό» Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε ότι σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ.5 τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2010, ήτοι κατά τους χρόνους της μεταβίβασης, ο Α.Χ. παρουσίαζε συμπτώματα της ψυχικής του ασθένειας. Η τελευταία θέση επαναλαμβάνεται με τον λόγο έφεσης 9.
Προτού εξετάσουμε την ορθότητα των προσβαλλόμενων συμπερασμάτων, θεωρούμε αναγκαίο να αναφερθούμε στη νομική πτυχή του θέματος και δη στο κατά πόσο σύμβαση η οποία συνάπτεται με πρόσωπο το οποίο στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας είναι εξ υπαρχής άκυρη ή ακυρώσιμη. Σύμφωνα με το Άρθρο 11(α) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, «ικανός προς το συμβάλλεσθαι είναι όποιος έχει σώας τα φρένας». Σύμφωνα με το Άρθρο 12 του Κεφ. 149:
«Πρόσωπο θεωρείται ότι έχει σώες τις φρένες για σκοπούς κατάρτισης σύμβασης, αν κατά το χρόνο της κατάρτισης της, δύναται να αντιληφθεί αυτήν και να διαμορφώσει λογική κρίση για τις συνέπειες της επί των συμφερόντων του.
Πρόσωπο το οποίο δεν έχει συνήθως σώες τις φρένες, αλλά έχει σώες τις φρένες κατά διαλείμματα, δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά το χρόνο που έχει σώες τις φρένες.
Πρόσωπο το οποίο συνήθως έχει σώες τις φρένες αλλά κατά διαλείμματα δεν έχει σώες τις φρένες, δεν δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά το χρόνο που δεν έχει σώες τις φρένες»
Στην υπόθεση Κοροπούλλης ν. Πηλίδης κ.ά. (2014) 1 ΑΑΔ 2483, επισημαίνεται ότι στην απουσία ειδικής πρόνοιας στο Κεφ. 149, αναφορικά με το ποια πλευρά φέρει το βάρος απόδειξης ότι πρόσωπο δεν είχε σώας τας φρένας και σε ποια έκταση, μπορεί να αντληθεί χρήσιμη καθοδήγηση από τη σχετική επί του θέματος νομολογία του κοινοδικαίου, το οποίο εφαρμόζεται στο δικαϊκό μας σύστημα με βάση το Άρθρο 29(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Καθοριστική αυθεντία επί του προκειμένου αποτελεί η υπόθεση Imperial Loan Co v. Stone (1891-94) All ER Rep. 412, όπου λέχθηκαν τα εξής, στη σελ. 413:
«When a person enters into an ordinary contract, and afterwards alleges that he was so insane at the time he did so that he did not know what he was doing, though he proves that to be so, the contract is as binding on him in every respect and to every extent as if he had been fully sane, unless he also proves that, at the time of making the contract, the person he contracted with knew him to be so insane as not to know what he was doing.»
Η ανωτέρω αρχή επιβεβαιώθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή του Ανακτοσυμβουλίου στην υπόθεση Hart v. O’Connor (1985) 2 All ER 880, καθώς και από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Dunhill v. Burgin (2014) 2 All ER 364, παρ. 25. Στη δεύτερη η έννοια της γνώσης διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει όχι μόνο την πραγματική γνώση του αντισυμβαλλόμενου, αλλά και την περίπτωση που αυτός όφειλε να γνωρίζει [«(or, it is now generally accepted, ought to have known)»] ότι το πρόσωπο με το οποίο συνεβλήθη δεν έχει σώας τα φρένας.
Επιπλέον, στην υπόθεση Hart v. O’Connor (ανωτέρω), το Ανακτοσυμβούλιο ανέτρεψε την απόφαση Εφετείου της Νέας Ζηλανδίας, ότι μια σύμβαση που συνήφθη από πρόσωπο που δεν είχε σώας τας φρένας είναι ακυρώσιμη κατ' επιλογήν του όχι μόνο εάν αποδειχθεί ότι το άλλο μέρος γνώριζε την πνευματική του κατάσταση, αλλά και σε περίπτωση που γνώριζε ότι η συμφωνία ήταν καταχρηστική (άδικη) («a contract entered into by a person of unsound mind is voidable at his option if it is proved either that the other party knew of his unsoundness of mind or, whether or not he had that knowledge, the bargain was unfair»). Αποφασίστηκε ότι η δεύτερη περίπτωση – στην οποία ο αντισυμβαλλόμενος αγνοούσε την πνευματική ανικανότητα του άλλου μέρους - δεν αντανακλούσε τη θέση του κοινοδικαίου.
Στην Κοροπούλλης ν. Πηλίδης (ανωτέρω), σχετικά με τη διάγνωση της νοητικής κατάστασης προσώπου κατά τον ουσιώδη χρόνο της συναλλαγής, ακολουθήθηκε η προσέγγιση στην Karaolis v. The Estate of the Deceased Christodoulos (alias Towlis) Savvas Karaolis (1965) 1 CLR 24. Στην εν λόγω υπόθεση μαρτυρία προσώπων του περιβάλλοντος του Εφεσείοντος κρίθηκε ως πλέον βοηθητική και αξιόπιστη, ενώ απορρίφθηκε ως μη ικανοποιητική ιατρική μαρτυρία η οποία χρονικά απείχε δεκαοκτώ μέρες από την ημερομηνία της συναλλαγής. Εκρίθη ότι η εν λόγω υπόθεση επιβεβαιώνει την παρατήρηση στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση (Reissue) Τόμος 30, παρ. 1388, σελ. 718:
“…the court must decide on the totality of both medical and lay evidence …. In civil proceedings, the rationality of an act and the manner of doing it have been regarded as strong evidence that the person doing it did not lack the capacity, even if he was liable to be detained at the time …”
Η Κοροπούλλης ν. Πηλίδης (ανωτέρω) ακολουθήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Α. Hadjiyiannis Constructions Ltd κ.ά. ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολ. Εφ. 361/2018, ημερ. 9.4.2024.
Στο σημείο αυτό, με κάθε σεβασμό, οφείλουμε να διατυπώσουμε τις επιφυλάξεις μας ως προς την ορθότητα της νομικής προσέγγισης η οποία υιοθετήθηκε στην Κοροπούλλης ν Πηλίδης (ανωτέρω) και Α. Hadjiyiannis Constructions Ltd (ανωτέρω). Τα Άρθρα 11 και 12 του Κεφ. 149, έχουν ως πρότυπο και είναι ταυτόσημα με τις αντίστοιχες διατάξεις του Ινδικού περί Συμβάσεων Νόμου. Η νομική θεώρηση του θέματος από τα Ινδικά Δικαστήρια είναι ότι εφόσον άτομο το οποίο δεν έχει σώας τα φρένας δεν έχει την ικανότητα του συμβάλλεσθαι, η σύναψη σύμβασης με τέτοιο άτομο είναι άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio) και όχι ακυρώσιμη. Η αντίληψη του αντισυμβαλλόμενου μέρους ως προς τη νοητική κατάσταση ατόμου το οποίο δεν έχει σώας τα φρένας δεν αποτελεί κριτήριο για την ακύρωση της σύμβασης με βάση το Ινδικό δίκαιο.
Στο σύγγραμμα Pollock & Mullah, Indian Contract and Specific Relief Acts, 11η έκδοση (1994), στη σελίδα 178, διαχωρίζοντας τη θέση του Ινδικού δικαίου από αυτή της Αγγλικής νομολογίας, εκφρασθείσας στην Imperial Loan Co Ltd v. Stone (ανωτέρω), αναφέρεται σε σχέση με το άρθρο 11: “this section makes a minor’s agreement wholly void, it is clear that a person of unsound mind must be held absolutely incompetent to contract. And it has in fact been held to be so in the Madras case”. Στη δε σελ. 181 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται «A disposition by a lunatic is completely void” (βλ. και Indar Singh And Ors. vs Parmeshwardhari Singh & Another 1957 (5) BLJR 238). Με τους λόγους έφεσης δεν εγείρεται ζήτημα απόκλισης από το δεσμευτικό προηγούμενο της Κοροπούλλης ν. Πηλίδης (ανωτέρω) και επομένως δεν δύναται να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης, η οποία θα αποφασιστεί στο πλαίσιο της κρατούσας νομολογίας.
Επανερχόμενοι στους λόγους έφεσης, για τη ψυχική ασθένεια του Α.Χ. έδωσαν μαρτυρία δυο ψυχίατροι, ήτοι ο Δρ. Βασίλης Χ’’Βασίλης (ΜΕ4) και ο Δρ. Παναγιώτης Παπάς (ΜΕ.5). Ο πρώτος εξέτασε τον A.X. για πρώτη φορά στις 15.12.2010, δηλαδή μετά τη μεταβίβαση του επίδικου μεριδίου. Στη μαρτυρία του ανέφερε ότι πριν τον επισκεφθεί ο Α.Χ. υπήρχαν συχνές διακυμάνσεις της ψυχικής του κατάστασης με εκτροπή είτε προς την κατάθλιψη είτε προς την υπερευφθημία με ποικίλο βαθμό σοβαρότητας, και ότι η ψυχική κατάσταση του ασθενούς σταθεροποιήθηκε περί τον Αύγουστο του 2012, με τη χορήγηση συγκεκριμένου φαρμάκου. Όταν τον είδε για πρώτη φορά, ο Α.Χ. λάμβανε φαρμακευτική αγωγή την οποία ο ΜΕ4 θεώρησε ανεπαρκή.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ.4 κατέληξε ότι δεν μπορούσε να στηριχτεί επ’ αυτής για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων καθότι, πρώτον δεν παρακολουθούσε τον Α.Χ. κατά την επίδικη περίοδο, και δεύτερον δεν υπήρξε από μέρους του ξεκάθαρη απάντηση εάν πρόσωπο το οποίο πάσχει από διπολική διαταραχή και δη ο Α.Χ. ήταν σε θέση να δραστηριοποιείται επαγγελματικά και, σε περίπτωση που ο Α.Χ. λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, εάν ο αντισυμβαλλόμενος του μπορούσε να αντιληφθεί ότι είχε κάποιο πρόβλημα υγείας. Η δε μαρτυρία του επί του δεύτερου ζητήματος, βρισκόταν σε αντίφαση με τοποθέτηση του σε προηγούμενη υπόθεση, στην οποία ανέφερε ότι εάν πρόσωπο το οποίο πάσχει από διπολική διαταραχή λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή ακολουθώντας τις οδηγίες του γιατρού μπορεί να είναι και πολιτικό πρόσωπο και Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην εν λόγω αξιολόγηση το οποίο θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας.
Σε ό,τι αφορά τον ΜΕ.5, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι δημιούργησε θετική εντύπωση και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Εντούτοις, καταλήγει πως η μαρτυρία του δεν ήταν διαφωτιστική για τα υπό κρίση ερωτήματα. Σχετική είναι η κάτωθι περικοπή:
«Ο εν λόγω μάρτυρας δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Παρά ταύτα όμως και ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο αν κατά το κρίσιμο χρονικά σημείο που αφορά ή υπό κρίση υπόθεση μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τους εναγόμενους ότι ο [Α.Χ.] έπασχε από διπολική διαταραχή και γνωρίζοντας το γεγονός αυτό τον εκμεταλλεύτηκαν οικονομικά. Ο ΜΕ5 ανέφερε ότι όταν τον εξέτασε για πρώτη φορά στις 17.8.10 ήταν σε μανιακή υποτροπή και είχε σταματήσει την λήψη φαρμάκων δύο μήνες προηγουμένως. Δεν ανέφερε όμως ο ΜΕ5, σε ποιο βαθμό ήταν η υποτροπή, μέχρι πού επηρέαζε τις δραστηριότητες του και μέχρι πότε διήρκεσε. Αναφέρθηκε ο ΜΕ5 στην φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε ο ασθενής και ότι του είπε, όταν τον επισκέφθηκε με την αδελφή του, να παίρνει τα φάρμακα του και να περιορίσει τις δραστηριότητες του χωρίς όμως να του πει εξειδικευμένα να σταματήσει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα. Είπε επίσης ότι άτομα με διπολική διαταραχή δεν είναι παντελώς ανίκανα για εργασία παρά μόνο στο σημείο της υποτροπής και αν έπαιρνε τα φάρμακα του και δεν ήταν σε υποτροπή ένας μέσος άνθρωπος δεν μπορεί να το καταλάβει».
Παρότι δεν συμφωνούμε με το σύνολο των πιο πάνω συμπερασμάτων για λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, είμαστε της γνώμης ότι η μαρτυρία του ΜΕ5 δεν ήταν καθοριστικής σημασίας για τα υπό κρίση ερωτήματα, τουτέστιν εάν κατά τον επίδικο χρόνο ο Α.Χ. δεν είχε σώας τας φρένας και αν τούτο μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τους Εφεσίβλητους.
Στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 7.12.2010, ο ΜΕ.5 αναφέρεται ότι ο Α.Χ. παρακολουθείτο από τις 17.8.2010, ότι πάσχει από διπολική συναισθηματική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη), ότι τα τελευταία χρόνια δεν τύγχανε τακτικής ψυχιατρικής παρακολούθησης και δεν λάμβανε σωστά τη φαρμακευτική του αγωγή με αποτέλεσμα να παρουσιάζει συχνές υποτροπές της νόσου με πολλαπλές επιπτώσεις στη ζωή του. Σε περιόδους στις οποίες ο Α.Χ. παρουσίαζε μανιακή ή υπομανιακή συμπτωματολογία, επηρεαζόταν σαφώς η κριτική του ικανότητα και η ρεαλιστική εκτίμηση των καταστάσεων, ενώ κατά την περίοδο έκδοσης του ιατρικού πιστοποιητικού λάμβανε την φαρμακευτική του αγωγή, παρακολουθείτο σε τακτική βάση και βρισκόταν σε αποθεραπεία από την τελευταία υποτροπή της νόσου. Στη μαρτυρία του εξήγησε τη συμπτωματολογία της μανιακής υποτροπής (πρακτικά σελ. 61):
«Μανιακή υποτροπή σημαίνει μια συναισθηματική εξάρτηση μεγάλη του ασθενούς, σε τέτοιες καταστάσεις υπάρχει μια υπερέκταση του εγώ, μια λογόρροια, μπορεί ένας να κάνει παρακινδυνευμένες σκέψεις ή απερίσκεπτες πράξεις, μπορεί να γίνεται ευερέθιστος, να ξοδεύει ασυλλόγιστα χρήματα, μπορεί να εμπλακεί σε σχέσεις σεξουαλικές, ότι συνεπάγεται με μεγάλη συναισθηματική εξάρτηση, υποτιμά του κινδύνους, υπερεκτιμά τις δικές του ικανότητες, γίνεται πολύ παρορμητικός.
Κατά την κυρίως εξέταση ο μάρτυρας, ερωτώμενος αν η κατάσταση μανιακής υποτροπής του Α.Χ. παρέμεινε η ίδια τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2010, ανέφερε ότι είχε αρχίσει να βελτιώνεται προοδευτικά μέσα στον Νοέμβριο του 2010. Ενόσω βρισκόταν σε μανιακή υποτροπή υποτιμούσε τους κινδύνους, ήταν παρορμητικός, βρισκόταν σε συναισθηματική εξάρτηση, και έκανε απερίσκεπτες ενέργειες. Στο στάδιο της αντεξέτασης ερωτώμενος αν ο Α.Χ. θα ήταν καλά σε περίπτωση που ακολουθούσε τη φαρμακευτική του αγωγή για μια βδομάδα, ο μάρτυς ανέφερε ότι σχεδόν ποτέ δεν συμβαίνει αυτό, ότι έχει ασθενείς που μέσα σε 2-3 βδομάδες μπορεί να γίνουν καλά και έχει άλλους που παρά την επιθετική φαρμακευτική αγωγή μπορεί να μην βελτιωθούν παρά μόνο μετά την πάροδο μηνών και να χρειαστούν ψυχιατρική νοσηλεία. Από την εμπειρία του η αποθεραπεία συνήθως χρειάζεται 2-3 μήνες, χωρίς να σημαίνει ότι ο ασθενής θα είναι στον ίδιο βαθμό ψυχικά άρρωστος μέχρι τον τρίτο μήνα που θα γίνει καλά. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σταδιακά και προοδευτικά. Ερωτώμενος εάν θα ήταν εμφανές ότι ο Α.Χ. πάσχει σε περίπτωση που ήθελε να κάνει μια εμπορική πράξη περί τα τέλη Αυγούστου 2010, ο μάρτυς απάντησε καταφατικά, καθότι ο Α.Χ. βρισκόταν σε υπερθυμία και δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του, συμπεριφορά η οποία κατά την κρίση του μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τον μέσο άνθρωπο.
Κρίνουμε ότι από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ.5 προκύπτει ότι κατά τον χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού εγγράφου (31.8.2010) για την πώληση του μεριδίου και υπογραφής της δήλωσης μεταβίβασης του μεριδίου (7.9.2010) στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, ο Α.Χ. βρισκόταν σε κατάσταση μανιακής υποτροπής. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι ο Α.Χ. στερείτο της νοητικής ικανότητας να αντιληφθεί τη φύση και τις συνέπειες των πράξεών του, ούτε και την καθιστά, άνευ ετέρου, εμφανή στους Εφεσίβλητους. Το κριτήριο είναι υποκειμενικό και εξαρτάται από τα δεδομένα της κάθε συναλλαγής. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 24η έκδοση (2021), Τόμος Ι, παρ. 11-089, αναφέρεται “There is no fixed standard of mental capacity which is requisite for all transactions”, παραθέτοντας απόσπασμα από την υπόθεση Re Beany (1978) 1 WLR 770, σελ. 774, όπου ελέχθη “The degree or extent of understanding required in respect of any instrument is relative to the particular transaction to which it is to effect”.
Με βάση το Άρθρο 12 του Κεφ. 149, άτομο με σώας τα φρένας σημαίνει άτομο το οποίο «κατά το χρόνο της κατάρτισης της, δύναται να αντιληφθεί αυτήν και να διαμορφώσει λογική κρίση για τις συνέπειες της επί των συμφερόντων του». Επομένως, για να κριθεί κατά πόσο ο Α.Χ. δεν είχε σώας τα φρένας κατά τον ουσιώδη χρόνο θα πρέπει να καταδειχθεί ότι δεν ήταν σε θέση να διαμορφώσει λογική κρίση για τις συνέπειες της επίδικης συμφωνίας επί των συμφερόντων του. Η απουσία ικανότητας του συμβάλλεσθαι είναι σε όλες τις υποθέσεις θέμα γεγονότων (βλ. Pollock & Mullah, Indian Contract and Specific Relief Acts, 11η έκδοση (1994), σελ. 181). Σύμφωνα με το προαναφερθέν απόσπασμα από τους Halsbury’s Laws of England, το οποίο υιοθετήθηκε στην Κοροπούλλης ν Πηλίδης (ανωτέρω), το Δικαστήριο οφείλει να αποφασίσει βάσει του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, τόσο των ιατρικών όσο και των καταθέσεων μαρτύρων γεγονότων (lay evidence). Στις αστικές δίκες, η λογικότητα μιας πράξης και ο τρόπος εκτέλεσής της θεωρούνται ισχυρές ενδείξεις ότι το πρόσωπο που τη διενήργησε δεν στερείτο δικαιοπρακτικής ικανότητας.
Επομένως, θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στην λογικότητα της συμφωνίας πώλησης του μεριδίου και τον τρόπο εκτέλεσής της. Επ’ αυτού, ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο αποτελεί το τίμημα πώλησης και κατά πόσο εξ αντικειμένου αντανακλά την πραγματική αγοραία αξία του μεριδίου. Εάν το τίμημα πώλησης ήταν καταφανώς μικρότερο ή εξευτελιστικό σε σχέση με την πραγματική αγοραία του αξία, θα αποτελούσε σημαντική ένδειξη ότι ο Α.Χ. ένεκα της ψυχικής του ασθένειας, δεν ήταν σε θέση να διαμορφώσει λογική κρίση ως προς τις συνέπειες της συμφωνίας επί των συμφερόντων του. Εν προκειμένω η πλευρά της Εφεσείουσας απέτυχε να αποδείξει ότι το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των €50.000,00 δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική αγοραία αξία του μεριδίου, πολλώ δε μάλλον ότι επρόκειτο για εξευτελιστική τιμή. Αντιθέτως, η εκτιμημένη αξία του μεριδίου από το Κτηματολόγιο ενισχύει την εικόνα ότι η τιμή πώλησης ήταν εύλογη και ανταποκρινόταν στα δεδομένα της αγοράς. Περιπλέον η ικανότητα του Α.Χ. να διαφυλάξει τα οικονομικά του συμφέροντα ενισχύεται από τη συμπεριφορά του να προτρέψει τους Εφεσίβλητους στη δήλωση εικονικού τιμήματος πώλησης (€30.000,00 αντί €50.000,00) ενώπιον των αρμοδίων αρχών. Η ενέργεια αυτή, αποσκοπούσα σαφώς στην καταβολή μειωμένου φόρου κεφαλαιουχικών κερδών από τον ίδιο, καταδεικνύει άτομο με πλήρη αντίληψη του οικονομικού του οφέλους. Η ετοιμότητά του να καταφύγει σε μεθοδεύσεις για τη διαφύλαξη των προσωπικών του συμφερόντων, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα ενός προσώπου που «δεν έχει σώας τα φρένας» ή που αδυνατεί να αντιληφθεί τη φύση και τις συνέπειες των πράξεών του.
Για τους ίδιους λόγους κρίνουμε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το οποίο να καθιστά εξ αντικειμένου αντιληπτό από τους Εφεσίβλητους ότι ο Α.Χ. δεν είχε σώας τας φρένας και προέβαινε σε απερίσκεπτες ενέργειες. Σύμφωνα με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν ότι ο Α.Χ. δεν είχε σώας τας φρένας (α) από την κατ΄ισχυρισμό εξευτελιστική τιμή πώλησης του μεριδίου (constructive knowledge), πράγμα το οποίο δεν απεδείχθη για λόγους τους οποίους έχουμε ήδη παραθέσει, και (β) από πληροφόρηση την οποία έλαβαν από συγκεκριμένο άτομο, το οποίο δεν κλήθηκε να καταθέσει στη δίκη, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός να παραμένει μετέωρος και αναπόδεικτος. Συνακόλουθα, εφόσον δεν καταδείχθηκε ότι οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν την πνευματική κατάσταση του Α.Χ., δεν πληρούται το σωρευτικό κριτήριο που θέτει η υπόθεση Imperial Loan Co v. Stone (ανωτέρω). Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται νομικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την ακύρωση της πώλησης και της μεταβίβασης του μεριδίου.
Υπό το φως των ανωτέρω οι λόγοι έφεσης 3 και 9 κρίνονται αβάσιμοι.
(VI) Οι αιτιάσεις για την ύπαρξη απάτης, ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού.
Με τον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε αναφορά ότι οι δικογραφημένες θέσεις της Εφεσείουσας βασίζονταν στην αξίωση της απάτης, εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης, και εσφαλμένα προέβη σε αναφορά ότι για τον δόλο πρέπει να δίνονται ακριβείς λεπτομέρειες αυτού και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Στην αιτιολογία αναφέρεται ότι σε κανένα σημείο της έκθεσης απαίτησης η Εφεσείουσα ισχυρίζεται δόλο, παρά μόνο ότι η μεταβίβαση επετεύχθη συνεπεία εξαναγκασμού και απάτης και προς τούτο παρέθεσε σχετικές λεπτομέρειες. Επίσης, οι Εφεσίβλητοι ουδεμία ένσταση ήγειραν περί πλημμελούς δικογράφησης ένεκα της μη παράθεσης επαρκών λεπτομερειών.
Σύμφωνα με τη νομολογία, ο «δόλος» (fraud) δεν αποτελεί ξεχωριστή ή αυτοτελή βάση αγωγής στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων, αλλά ταυτίζεται εννοιολογικά με το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit), όπως αυτό κωδικοποιείται στο Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Στην πραγματικότητα, ο δόλος συνιστά το απαραίτητο υποκειμενικό στοιχείο της απάτης, δηλαδή τη δόλια νοητική κατάσταση ή συμπεριφορά του αδικοπραγούντος, ο οποίος προβαίνει σε μια ψευδή παράσταση γεγονότος εν γνώσει του ψεύδους της ή με απερίσκεπτη αδιαφορία για την αλήθεια της.
To θέμα αναλύεται εκτενώς στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Touchstone Snail Technologies κ.ά. ν. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.ά., Πολ. Εφ. Ε11/2021, ημερ, 29.3.2024:
“Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, Volume 2, 19th Ed. σελ. 43, επεξηγείται ότι στο κοινοδίκαιο, η αγωγή για δόλο (action in fraud) συνήθως παίρνει την μορφή μίας ή περισσοτέρων ξεχωριστών βάσεων αγωγής οι οποίες είναι διακριτές και εκάστη έχει τα δικά της απαραίτητα συστατικά στοιχεία, εκ των οποίων είναι και ο δόλος με την έννοια της δόλιας συμπεριφοράς ή δόλιας νοητικής κατάστασης του αδικοπραγούντος . Δεν αναγνωρίζεται επομένως στο κοινοδίκαιο ο δόλος ως αυτοτελές αστικό αδίκημα. Η συνομωσία και η απάτη απαριθμούνται στο εν λόγω σύγγραμμα ως τέτοιες διακριτές βάσεις «αγωγής για δόλο» και εκάστη αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα με διαφορετικά συστατικά στοιχεία.
Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, εκδόσεις Sweet & Maxwell, 24η έκδοση του 2023, σελ. 1297 αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) αποκαλείται στο κοινοδίκαιο μερικές φορές ως «fraud» (δόλος). Προκύπτει ξεκάθαρα από το εν λόγω σύγγραμμα ότι όταν στο κοινοδίκαιο γίνεται αναφορά στο αστικό αδίκημα του δόλου εννοείται το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) όπως αυτό αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο από το 1789 (βλ. Pasley v. Freeman (1789) 3 T.R. 51 και μετέπειτα Derry v. Peak (1889) 14 App. Cas. 337) και όπως έχει ενσωματωθεί στο Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148.
Στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, Το Δίκαιο των Αστικών Αδικημάτων, Τόμος Δεύτερος, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη του Π. Πολυβίου, σελ. 697, αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της απάτης αποκαλείται στο κοινοδίκαιο deceit ή fraud, και ξεκαθαρίζεται επομένως και στο εν λόγω σύγγραμμα ότι ο δόλος (fraud) δεν αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα άλλο από την απάτη. Στην Petri v. The Police (1968) 2 C.L.R. ο όρος «fraud» χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ένα εκ των συστατικών στοιχείων της απάτης, ήτοι ότι η ψευδής παράσταση γεγονότος, γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής.
(ιδία υπογράμμιση)
Οι αρχές της ανωτέρω απόφασης επαναλήφθηκαν στην Kavallaris Jewellers Ltd v. X”Βασιλείου κ.ά., Πολ. Εφ. 80/2018, ημερ. 20.9.2024, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«…η αγωγή για δόλο (action in fraud) είναι ορισμός «ομπρέλα» που καλύπτει διάφορες, διακριτές και αυτοτελείς βάσεις αγωγής, μεταξύ των οποίων είναι «η απάτη» και «η συνομωσία». Συνεπώς, αυστηρά ομιλούντες, δεν υπάρχει αυτοτελές αστικό αδίκημα «δόλου». Αυτού λεχθέντος το αστικό αδίκημα που το Κοινοδίκαιο χαρακτηρίζει ενίοτε ως «δόλος» (fraud) είναι κατ' ουσία ταυτόσημο με το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) δυνάμει του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148».
Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την εξέταση του αστικού αδικήματος της απάτης με βάση το Άρθρο 36 του Κεφ. 148, εστίασε στο στοιχείο του δόλου, υπογραμμίζοντας πως όταν μια αγωγή εδράζεται στον δόλο επιβάλλεται η παράθεση πλήρων και ακριβών λεπτομερειών, ενώ οι σχετικοί ισχυρισμοί θα πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. μεταξύ άλλων Τσιάρτας κ.ά. ν Alocay Holdings Ltd κ.ά. (2010) 1Γ ΑΑΔ 1523). Ορθά επίσης επισημάνθηκε ότι δυνάμει της Δ.19, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η δικογράφηση απαιτήσεων που βασίζονται σε δόλο ή απάτη, απαιτεί την εξειδίκευση όλων των αναγκαίων λεπτομερειών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, εφόσον της επίδικης μεταβίβασης προηγήθηκε η υπογραφή συμφωνητικού εγγράφου, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε μεν να εξετάσει τους ισχυρισμούς περί απάτης και υπό το πρίσμα του Άρθρου 17 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 - εάν δηλαδή η κατ΄ισχυρισμό απάτη καθιστούσε τη σύμβαση και επακολουθήσασα μεταβίβαση ακυρώσιμη - πλην όμως η παράλειψη αυτή δεν επηρεάζει την ορθότητα του τελικού αποτελέσματος, για τους λόγους που επεξηγούνται στη συνέχεια.
Στην έκθεση απαίτησης δεν δίνονται λεπτομέρειες της κατ’ ισχυρισμό εξαπάτησης του Α.Χ. από τους Εφεσίβλητους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι η ελλιπής δικογράφηση των λεπτομερειών για τον αποδιδόμενο στον εναγόμενο δόλο ή και την αποδιδόμενη απάτη καθιστά τις σχετικές αξιώσεις ανεπίδεκτες δικαστικής κρίσης. Παρά την ορθότητα της διαπίστωσης περί ελλιπούς δικογράφησης, η θέση ότι τούτο καθιστά την αξίωση ανεπίδεκτη δικαστικής κρίσης είναι νομικά επισφαλής. Στην απουσία αίτησης για παροχή λεπτομερειών της αποδιδόμενης «απάτης» ή «δόλου», και τοποθέτησης της άλλης πλευρά ότι κατελήφθη εξαπίνης, το Δικαστήριο δεν εμποδιζόταν να λάβει υπόψη μαρτυρία για την ύπαρξη απάτης σε περίπτωση που προσφερόταν κατά τη δίκη. Σχετική επί τούτου είναι η κάτωθι περικοπή από την υπόθεση Φακοντή ν Βρυώνη (2004) 1 ΑΑΔ 1404:
«Η πιο πάνω Δ.19 θ.5, την οποία έχει επικαλεσθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος, αντιστοιχεί με την Δ.19 θ.6 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία ερμηνευτική της Δ.19 θ.6, τα γεγονότα πρέπει να παρατίθενται με τέτοιο τρόπο που να δείχνουν ευδιάκριτα ότι υπάρχει κατηγορία για δόλο (Wallingford v. Mutual Society and Official Liquidator [1880] 5 App. Cas. 685). Στο Annual Practice 1960, σελ. 450, επεξηγείται ότι σκοπός των λεπτομερειών είναι η αποτροπή αιφνιδιασμού (surprise) κατά τη δίκη. Αναφέρεται, επίσης, ότι ο κάθε διάδικος πρέπει να παραθέτει την υπόθεση του με ακρίβεια. άλλως ο αντίδικος του δεν θα γνωρίζει με βεβαιότητα ποιο είναι το πραγματικό επίδικο θέμα και επομένως δεν θα δυνηθεί να ετοιμάσει με τον κατάλληλο τρόπο την μαρτυρία του για τη δίκη.
……………………………………………………………………………..
Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι η πλευρά του εφεσείοντος ουδέποτε ήγειρε θέμα απουσίας «λεπτομερειών του δόλου και της απάτης». Όπως έχουμε ήδη υποδείξει σκοπός της παροχής λεπτομερειών είναι η αποτροπή του αιφνιδιασμού του αντιδίκου. Ωστόσο η πλευρά του εφεσείοντος ουδέποτε - στη διάρκεια της δίκης - ισχυρίσθηκε ότι είχε αιφνιδιασθεί ή καταληφθεί εξ απροόπτου. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή (Manoli v. Evripidou (1968) 1 C.L.R. 90, Christodoulou v. Menicou (1966) 1 C.L.R. 17, 35 και Tomlison v. The London, Midland and Scottison Railway Co. [1914] 1 All E.R. 537, 540, 541). Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Πρέπει, περαιτέρω, να προσθέσουμε ότι, σύμφωνα με τους Δικονομικούς Κανόνες, ο εφεσείων είχε την ευχέρεια να ζητήσει λεπτομέρειες του «δόλου και της απάτης». Δεν το έπραξε, και δεν έφερε ένσταση στην προσαγωγή της σχετικής μαρτυρίας. Δεν έχει καταληφθεί εξ απροόπτου. Δεν μπορεί, επομένως, να οικοδομήσει επί της μη συμμόρφωσης του εφεσίβλητου με τη Δ.19 θ.5».
Παρά την προαναφερθείσα εσφαλμένη νομική προσέγγιση παρατηρούμε ότι το Δικαστήριο δεν εξάντλησε την κρίση του στο ζήτημα της δικογράφησης. Αντιθέτως, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της προσφερθείσας μαρτυρίας, καταλήγοντας στο ορθό συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ψευδής παράσταση ή δόλια συμπεριφορά εκ μέρους των Εφεσιβλήτων. Συνεπώς, το σφάλμα ως προς τη δικονομική αντιμετώπιση των λεπτομερειών δεν επηρεάζει την ορθότητα του τελικού αποτελέσματος, το οποίο εδράζεται στην ουσιαστική αποτυχία της Εφεσείουσας να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα της απάτης.
Σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε άσκοπο να υπεισέλθει στην εξέταση των δυο αυτών βάσεων αγωγής «καθότι ούτε λεπτομέρειες έχουν δικογραφηθεί που να τις υποστηρίζει αλλά ούτε και μαρτυρία έχει τεθεί για τις τεκμηριώνει». Και οι δυο επισημάνσεις είναι ορθές. Η ανάγκη για δικογράφηση πλήρων λεπτομερειών προκύπτει από την Δ.19, θ.5. Εντούτοις - κατ’ ανάλογη εφαρμογή των αρχών της Φακοντή ν. Βρυώνη (ανωτέρω) - η απουσία αιτήματος για παροχή λεπτομερειών από την άλλη πλευρά θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να προσμετρήσει σχετική μαρτυρία, εάν αυτή προσφερόταν κατά τη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, παρατηρείται πλήρης απουσία σχετικής μαρτυρίας. Συνακόλουθα, ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προχώρησε στην εξέταση των εν λόγω βάσεων αγωγής, εφόσον παρέμειναν νομικά και πραγματικά αστήριχτες.
Υπό το φως των ανωτέρω ο όγδοος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
(VII) Κατά πόσον η εκκαλούμενη απόφαση ήταν αναιτιολόγητη
Με τον δέκατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση ήταν αναιτιολόγητη και αυθαίρετη και ενάντια στην ενώπιον του μαρτυρία.
Η υποχρέωση για αιτιολογημένη απόφαση τίθεται επιτακτικά από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δίκαιης δίκης (βλ. μεταξύ άλλων, Ξυρίχης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 155/2022, ημερ. 8.10.2025). Σύμφωνα με την πάγια νομολογία η δέουσα αιτιολογία δικαστικής απόφασης προϋποθέτει: (α) ανάλυση της προσαχθείσας μαρτυρίας υπό το φως τον επιδίκων θεμάτων ως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα, (β) συγκεκριμένα ευρήματα, και (γ) σαφής δικαστική κρίση ως προς την έκβαση της υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων Pioneer Candy Ltd v. Tryfon & Sons (1981) 1 CLR 540, Neophytou v. Police (1981) 2 CLR 195). Στην Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490, τονίστηκε ότι:
«Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση, που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επιδίκων θεμάτων. Εφόσον επιχείρημα είναι δραστικό και παραγνωρίζεται, οι συνέπειες είναι ορατές στην απόφαση του δικαστηρίου και μπορεί να εξεταστούν στην έφεση».
Εν προκειμένω, προς υποστήριξη του λόγου έφεσης αναφέρεται ότι το συμπέρασμα στο οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε χωρίς αιτιολογία ότι το τίμημα πώλησης του μεριδίου ήταν €50.000,00 και πληρώθηκε σε τρίτο πρόσωπο με το οποίο ο Α.Χ. είχε δοσοληψίες, βρίσκεται σε αντίθεση με την κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία της λειτουργού του κτηματολογίου ΜΕ2 ότι η δηλωθείσα τιμή μεταβίβασης ήταν €30.000,00. Αναφέρεται κατά τρόπο αόριστο χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση, ότι τα συμπεράσματα και ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αιτιολογούνταν με βάση την ενώπιον του μαρτυρία. Για το δεύτερο, η απουσία εξειδίκευσης δεν επιτρέπει την οποιαδήποτε ενασχόλησή μας. Σε σχέση με το πρώτο – το οποίο επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν επιχειρηματολογία που παρατέθηκε και απαντήθηκε στο πλαίσιο εξέτασης του πρώτου και έβδομου λόγου έφεσης - επαναλάβουμε ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα με βάση την ενώπιον του μαρτυρία το οποίο είναι πλήρως αιτιολογημένο και ουδεμία αντίφαση προκύπτει μεταξύ της εν λόγω κατάληξης και της μαρτυρίας της ΜΕ2.
Υπό το φως των ανωτέρω ο δέκατος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός.
Παρ’ ότι οι δεύτερος και πέμπτος λόγοι έφεσης κρίθηκαν βάσιμοι, για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης δεν επηρεάζεται.
Συνακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €3.000,00 εναντίον της Εφεσείουσας και υπέρ των Εφεσιβλήτων.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ.ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ.ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο