A. LAOURIS CONSTRUCTION COMPANY LTD κ.α. v. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 316/2019, 30/4/2026
print
Τίτλος:
A. LAOURIS CONSTRUCTION COMPANY LTD κ.α. v. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 316/2019, 30/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 316/2019)

 

30 Απριλίου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

  1.   A. LAOURIS CONSTRUCTION COMPANY LTD

  2.   ΑΛΕΞΗΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΗΣ (ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ

  3.   ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ A. LAOURIS CONSTRUCTION COMPANY LTD ΚΑΙ ΑΛΕΞΗΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΗΣ (ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ

Εφεσείουσες/Ενάγουσες

και

 

ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

Εφεσίβλητη/Εναγόμενη

 

------------------------------------------------

Γραφείο Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. (Θανάσης Κορφιώτης), για τις Εφεσείουσες/Ενάγουσες

Γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. (Δημήτρης Κρονίδης), για την Εφεσίβλητη/Εναγόμενη

 

[Η ακρόαση διεκπεραιώθηκε χωρίς τη φυσική παρουσία των μερών κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε δυνάμει του περί Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021]

------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΚΟΝΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 22.7.2019 με την οποία απέρριψε αγωγή των εφεσειουσών/εναγουσών εναντίον της εφεσίβλητης/εναγόμενης με έξοδα υπέρ της τελευταίας.

 

         Οι εφεσείουσες με την αγωγή τους αξίωναν συνολικό ποσό €971.693,90 ως ζημιές καθώς και γενικές αποζημιώσεις για την ταλαιπωρία και οικονομικές δυσκολίες που υπέστησαν από παράβαση γραπτής συμφωνίας ημερ. 9.6.2011 που συνήψαν με την εφεσίβλητη.

 

         Σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή των εφεσειουσών αυτές περί την 9.6.2011 συνήψαν γραπτή συμφωνία (η «Συμφωνία») με την εφεσίβλητη με ισχύ από 1.6.2011 μέχρι 31.5.2013 βάσει της οποίας ανέλαβαν την υποχρέωση να κατασκευάσουν προς όφελος της εφεσίβλητης τα σκάμματα για τοποθέτηση υπογείων καλωδίων στην Περιφέρεια Λευκωσίας - Κερύνειας - Μόρφου, Περιοχές Α και Β2, (το «Έργο») συμφώνως των όρων του Διαγωνισμού με στοιχεία [  ] (ο «Διαγωνισμός») έναντι ποσού €4.356.563,60, πλέον Φ.Π.Α. ή και «έναντι τέτοιου άλλου ποσού όπως αυτό θα προσδιοριζόταν βάσει των όρων» της Συμφωνίας. Η διάρκεια της Συμφωνίας επεκτάθηκε μέχρι τις 31.10.2013. Κατά τη διάρκεια της Συμφωνίας, ο Επιβλέπων Μηχανικός, τον οποίο διόρισε η εφεσίβλητη, εξέδωσε εντολές ή και οδηγίες για εκτέλεση εργασιών αξίας €1.022.873,45 για την αρχική περίοδο της Συμφωνίας και €36.734,00 για την περίοδο παράτασης του χρόνου συμπλήρωσης του Έργου (σύνολο €1.059.247,45). Οι εντολές και οι οδηγίες του Επιβλέποντα Μηχανικού για την εκτέλεση του έργου δίδονταν με αργό ρυθμό και δεν ανταποκρίνονταν στον αναμενόμενο όγκο εργασιών με συνέπεια (ανάμεσα σε άλλα) την αποτυχία υλοποίησης εκτέλεσης εργασιών στον ευλόγως αναμενόμενο βαθμό με υπαιτιότητα της εφεσίβλητης. Οι εφεσείουσες πληροφόρησαν σχετικά την εφεσίβλητη σε διάφορους χρόνους. Για περιορισμό των ζημιών τους οι εφεσείουσες, περί τον Ιούλιο του 2012 συμφώνησαν με την εφεσίβλητη να προβούν στη μείωση των συνεργείων εκτέλεσης των εργασιών. Λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εφεσίβλητης οι εφεσείουσες υπέστηκαν ζημιές ύψους €765.717,00 τις οποίες η εφεσίβλητη αρνήθηκε να ικανοποιήσει παρά τις σχετικές απαιτήσεις των εφεσειόντων, ποσό το οποίο αξίωσαν δια της αγωγής τους. Οι εφεσείουσες αξίωσαν επίσης το ποσό των €203.552,90 ως τόκους και χρηματοδοτικά έξοδα που υπέστηκαν λόγω της συμπεριφοράς της εφεσίβλητης και το ποσό των €2.424,00 λόγω της καθυστέρησης πληρωμής ή και της έγκαιρης πιστοποίησης των τιμολογίων που υπέβαλλαν προς την εφεσίβλητη.

 

         Από την πλευρά της η εφεσίβλητη προέβαλε πως η συνολική αξία της Συμφωνίας και του Έργου καθορίστηκε με μέγιστο ποσό εκείνο των €4.356.569,60 και ότι αν η χρονική διάρκεια της Συμφωνίας ολοκληρωνόταν χωρίς να δαπανηθεί το ποσό της Συμφωνίας, η εφεσίβλητη δεν δεσμευόταν να πληρώσει το υπόλοιπο ούτε και να παρέχει εργασία κατά την έκταση της Συμφωνίας που να αναλογεί ή και να συμποσούται στο πιο πάνω ποσό εντός της ίδιας περιόδου ισχύος της Συμφωνίας, ούτε και υποχρεούτο να παρέχει συνεχή εργασία προς τις εφεσείουσες ως οι τελευταίες διατείνονταν.

 

         Κατά την ακροαματική διαδικασία οι εφεσείουσες παρουσίασαν δυο μάρτυρες, τον Μ.Ε.1, Διευθυντή της εφεσείουσας 1, η οποία ήταν εκ των συνεταίρων και διευθύντρια της εφεσείουσας 3 και τον Μ.Ε.2, Ελεγκτή της εφεσείουσας 2, η οποία ήταν εκ των συνεταίρων της εφεσείουσας 3. Η εφεσίβλητη παρουσίασε τρεις μάρτυρες, τον Μ.Υ.1, Αναπληρωτή Εκτελεστικό Διευθυντή Δικτύων της, την Μ.Υ.2, Τεχνικό Έργων Δικτύων της και τον Μ.Υ.3, Επιβλέπων Μηχανικό του Έργου και Προϊστάμενο του Τμήματος Υπογείων Κατασκευών της.

 

         Οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 δεν άφησαν καλή εντύπωση στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε τη μαρτυρία τους για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρει στην απόφαση του. Αντίθετα οι Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 άφησαν καλή εντύπωση στο Δικαστήριο το οποίο αποδέχτηκε τη μαρτυρία και εκδοχή τους για τους λόγους που επίσης εξηγεί στην απόφαση του.

 

         Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στη διατύπωση των ευρημάτων του. Σύμφωνα με αυτά:

 

         Oι εφεσείουσες 1 και 2 είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης με το εγγεγραμμένο γραφείο τους στη Λευκωσία, ενώ η εφεσείουσα 3 αποτελεί νόμιμο συνεταιρισμό ο οποίος συστάθηκε από τις εφεσείουσες 1 και 2.

 

         «Την 9.6.11 υπογράφθηκε η συμφωνία (….), με χρονική ισχύ δύο ετών, αρχομένης της 1.6.11 μέχρι 31.5.13, η οποία αφορούσε στον Διαγωνισμό. Ο Διαγωνισμός και επέκεινα η κατακύρωση του συμβολαίου και η συνομολόγηση της συμφωνίας, είχαν ως αντικείμενο την εκσκαφή και επανόρθωση χανδάκων διαφόρων διαστάσεων τα οποία ήσαν αναγκαία για την τοποθέτηση νέων υπογείων τροφοδοτικών καλωδίων μέσης και χαμηλής τάσης για ηλεκτροδότηση νέων υποστατικών και την αύξηση φορτίου σε υφιστάμενα υποστατικά καταναλωτών των εναγομένων. Δυνάμει του Διαγωνισμού και για καλύτερη διαχείριση εκτέλεσης των εργασιών, η Περιφέρεια Λευκωσίας-Κερύνειας-Μόρφου είχε διαχωριστεί σε πέντε Περιοχές (…). Η συμφωνία, που κατακυρώθηκε ως εκ του Διαγωνισμού στους ενάγοντες 3 (για εκτέλεση του Έργου), αφορούσε στις Περιοχές Α και Β2 αντιστοίχως.

            …………………………………………………………………………………………..

            Οι εργασίες και ανάγκες του Τμήματος Υπογείων Κατασκευών των Εναγομένων καθορίζονται γενικώς από την ανάγκη επέκτασης του υπογείου ηλεκτρικού δικτύου διανομής οι οποίες προκύπτουν μέσα από αιτήσεις καταναλωτών των εναγομένων για ηλεκτροδότηση. Η συμφωνία αφορούσε σε διασκορπισμένες εργασίες εκσκαφών οι οποίες δεν ήσαν εκ των προτέρων γνωστές στους εναγομένους και προέκυπταν κατά ακανόνιστη ροή και ρυθμό.

            ………………………………………………………………………………………….

            Στον καθορισμό των απαιτήσεων και ενδεικτικών ποσοτήτων στον Διαγωνισμό, συνεκτιμήθηκε ο εκκρεμής όγκος εργασιών, ο ρυθμός κατάθεσης αιτήσεων από καταναλωτές τα προηγούμενα έτη και οι ενδείξεις και προβλέψεις του Τμήματος Υπογείων Κατασκευών για την επικρατούσα κατάσταση της οικοδομικής ανάπτυξης τη συζητούμενη χρονική περίοδο. Οι ενδεικτικές ποσότητες του Διαγωνισμού είχαν καθοριστεί από τους εναγομένους καλόπιστα και κατά τις επικρατούσες τότε συνθήκες, στοιχεία που το Τμήμα Υπογείων Κατασκευών κατείχε με τις εν λόγω ενδεικτικές ποσότητες να μην αμφισβητούνται από τους ενάγοντες. Ενώ η συμφωνία είχε διάρκεια μέχρι 31.5.13, οι εναγόμενοι, ως ένδειξη καλής θελήσεως προς τους ενάγοντες, την παρέτειναν με την άνευ όρων ομογνωμία τους μέχρι και την 31.10.13 (βλ. Τεκμήρια 8 και 9) κι αυτό επειδή το ποσό της συμφωνίας δεν είχε εξαντληθεί αλλά και διότι ήταν παρακινδυνευμένο να προκηρυχθεί νέος διαγωνισμός για τις ίδιες Περιοχές αφού η πρόβλεψη καθορισμού ποσοτήτων δεν μπορούσε να γίνει με ασφάλεια κατά τα τότε επικρατούντα δεδομένα τής γενικότερης οικονομικής κατάστασης στην Κύπρο, ως αυτά είχαν διαμορφωθεί ιδίως μετά την οικονομική κρίση του 2013 και τις αλυσιδωτές συνέπειες που επήλθαν (για αυτό και για άλλους λόγους).

            …………………………………………………………………………………………..

            Το ρεύμα εργασιών και η ανάγκη για εκσκαφές και τοποθέτηση υπογείων καλωδίων εξαρτιόνταν απολύτως από τις εισερχόμενες αιτήσεις πελατών.

            …………………………………………………………………………………………..

            Οι εναγόμενοι ήσαν ευθύς εξ αρχής σαφείς έναντι των εναγόντων σε όλα τα στάδια του Διαγωνισμού και της συνομολόγησης της συμφωνίας ως προς τα παρ΄ αυτών αναμενόμενα, με τους ενάγοντες τόσον πριν από όσον και μετά τη συμφωνία εκτελούσαν παρόμοιας φύσης και αντικειμένου συμφωνίες.

            …………………………………………………………………………………………..

            Οι ενδεικτικές ποσότητες του Διαγωνισμού κατά το στάδιο υποβολής των προσφορών έγιναν αποδεκτές από τους ενάγοντες οι οποίοι κατέθεσαν και διάρθρωσαν τις προσφορές σε τιμές μονάδος δίχως να αμφισβητήσουν τις ποσότητες ως τούτες είχαν καθοριστεί. Κατόπιν γραπτού αιτήματος των εναγόντων προς τους εναγομένους ημερομηνίας 5.11.10 (βλ. το Τεκμήριο 11), οι εναγόμενοι συναντήθηκαν με όλους τους ενδιαφερόμενους προσφοροδότες όπου και τους επεξηγήθηκαν οι όροι του Διαγωνισμού και η φύση των υπό εκτέλεση εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του θέματος των ποσοτήτων (βλ. Τεκμήριο 12).

            …………………………………………………………………………………………..

            Η αυξομείωση κατά 20% στις ενδεικτικές ποσότητες, ως τούτες αναφέρονται στη συμφωνία, αφορούσε σε προληπτική κάλυψη στην περίπτωση εκείνη που η ποσότητες θα αυξάνονταν και τέθηκε για να καλύψει το ενδεχόμενο αυτό. Ως εμπεριέχεται στον Όρο 1.0 της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 4, στη σελίδα 101), οι ποσότητες «…που δίδονται στο σχετικό έντυπο προσφοράς είναι ενδεικτικές για σκοπούς αξιολόγησης και κατακύρωσης του διαγωνισμού». Η τελική διαμόρφωση των αναφερόμενων επί τούτω ποσών στη συμφωνία ήταν ενδεικτικό και εξαρτώμενο από την ροή των αναλογούντων εργασιών. Με βάση τον Όρο 2.11.3 (Μέρος 2 των Γενικών Όρων - Τεκμήριο 4, σελίδα 35), προβλεπόταν ότι αν το ποσό της συμφωνίας δεν δαπανούνταν εντός της χρονικής διάρκειας της συμφωνίας, οι εναγόμενοι δεν δεσμεύονταν να πληρώσουν το υπόλοιπο ποσό. Το αντικείμενο και η φύση των εργασιών του Έργου - ως συνάγεται φερ΄ ειπείν και από τη δέσμη εγγράφων/Τεκμήριο 13 - δεν αφορούσε σε ένα συνεχές κατασκευαστικό έργο με συγκεκριμένο και προκαθορισμένο περιεχόμενο και χρονοδιάγραμμα επιμέρους εργασιών, αλλά καθοριζόταν από τις τρέχουσες αιτήσεις καταναλωτών για σύνδεση/παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Οι εναγόμενοι τήρησαν ολοκληρωτικώς τους όρους της συμφωνίας. Η θέση των εναγόντων για δήθεν παράβαση της συμφωνίας από τους εναγομένους ισοδυναμούσα σε διατάραξη (disruption) των αναληφθεισών εργασιών, όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από τη συμπεριφορά των εναγομένων έναντι των εναγόντων (βλ. κατ΄ αναλογίαν, London Borough Council of Merton v Stanley Hugh Leach Limited (1985) 32 BLR 51), αλλά προσκρούει και στους όρους της συμφωνίας αφού επί παραδείγματι με τον Όρο 1.15 της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 19), οι εναγόμενοι δεν ήσαν υποχρεωμένοι να παρέχουν συνεχή και καθημερινή εργασία στους ενάγοντες. Περιπλέον, κατά τον Όρο 2.11.3 (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 35), εάν η συμφωνία ολοκληρωνόταν χωρίς να δαπανηθεί το προβλεπόμενο ποσό, οι εναγόμενοι δεν δεσμεύονταν να πληρώσουν το υπόλοιπο ποσό της συμφωνίας. Τούτο αποτέλεσε εξάλλου και σημείο αναφοράς σε επιστολή (τηλεομοιότυπο) των εναγομένων προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 27.5.11 για κατακύρωση της προσφοράς και ανάθεσης εκτέλεσης των εργασιών προς τους τελευταίους αναφορικώς προς τις Περιοχές Α και Β2 (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 293), όπου αποτυπωνόταν και το ότι η συμφωνία «…δεν αναμένεται να ξεπεράσει το ποσό των €4.356.569,60. Σε περίπτωση που δαπανηθεί το πιο πάνω ποσό πριν την λήξη του Συμβολαίου η Αρχή έχει το δικαίωμα να προβεί στη διακοπή του. Εάν η χρονική διάρκεια του συμβολαίου ολοκληρωθεί χωρίς να έχει δαπανηθεί το ποσό του συμβολαίου, η Αρχή δεν δεσμεύεται καθ΄ οποιονδήποτε τρόπο να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό». Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την επιστολή (τηλεομοιότυπο) διά επιστολής τους ημερομηνίας 27.5.11 (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 297). Η από μέρους των εναγόντων διατήρηση σε ετοιμότητα υπεράριθμου, ως λέγουν, προσωπικού ελλείψει εργασίας, δεν δικαιολογούνταν κατά τις προβλέψεις της συμφωνίας και πάντως δεν αφορούσε στους εναγομένους. Κατά τη συμφωνία, οι ενάγοντες και ειδικότερα οι ενάγοντες 2 οι οποίοι εκτελούσαν τις εργασίες, αυξομείωσαν το προσωπικό τους και συνεπώς το ανάλογο κόστος των εργασιών που ήσαν έτοιμες προς εκτέλεση (βλ. Τεκμήριο 5). Το προσωπικό των εναγόντων για τις χρονικές περιόδους που δεν τους αναθέτονταν εργασίες, δεν διατηρούνταν σε ετοιμότητα αποκλειστικώς για τους εναγομένους δοσμένου και του ότι η συμφωνία δεν απαγόρευε ενασχόληση των εναγόντων με άλλα έργα εκτός της συμφωνίας. Όχι μόνο αυτό, αλλά πριν από τη συνομολόγηση της συμφωνίας και διαρκούσης της ισχύος αυτής κατακυρώθηκαν στους ενάγοντες προσφορές για εκτέλεση παρόμοιων εργασιών σε άλλες συμφωνίες/συμβόλαια με τους εναγομένους (βλ. Τεκμήριο 10). Οι ενάγοντες ποτέ δεν διέθεταν για εκτέλεση της συμφωνίας τρία συνεργεία σε ετοιμότητα για καθεμιά από τις δύο Περιοχές. Απεναντίας, παρουσίαζαν ένα συνεργείο σε κάθε Περιοχή, αποτελούμενο από ένα εκσκαφέα με μηχανοδηγό και γύρω στους δυο-τρεις εργάτες. Σε περίπτωση που σε μια εκ των δύο Περιοχών δεν υπήρχε εργασία προς διεκπεραίωση, το συνεργείο μετακινούνταν σε άλλη Περιοχή. Ο Όρος 1.8 της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 4, σελίδα 15) δεν απαιτούσε ιδιόκτητο εξοπλισμό, με τον ελάχιστο αποδεκτό εξοπλισμό για σκοπούς αξιολόγησης της προσφοράς να αφορά μόνο σε μια Περιοχή. Αν και ο ελάχιστος εξοπλισμός που απαιτείτο κατά τη συμφωνία παρουσιάστηκε και επιθεωρήθηκε από τους εναγομένους πριν από την έναρξη της συμφωνίας, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ο εξοπλισμός δεν παρουσιαζόταν και ο εργολάβος εκτελούσε τις εργασίες με ένα εκσκαφέα. Η υποχώρηση από τους εναγομένους ήταν συνειδητή για διατήρηση της ροής εργασίας προς τον εργολάβο.

            …………………………………………………………………………………………..

            Οι ενάγοντες είχαν πάντοτε πλήρη γνώση για τη φύση και το περιεχόμενο της συμφωνίας - και πέραν τού τεκμαρτού του πράγματος ένεκα του περιεχομένου της (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χατζηστυλλή ν Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2012) 1(Β) ΑΑΔ 989, 994), διεξήχθη και συνάντηση μεταξύ των συμβαλλομένων τον Νοέμβριο 2010 στα γραφεία των εναγομένων όπου και επεξηγήθηκαν οι όροι του Διαγωνισμού και άλλες πτυχές που αργότερα συναποτέλεσαν όρους ή μέρους των όρων της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 12) - με τις θέσεις των εναγόντων για παραβίαση της συμφωνίας αλλά και την ως εκ τούτης (της παραβίασης) πρόκλησης ζημιών στους ενάγοντες να μένουν έωλες βαρύνουσας και αξιόπιστης μαρτυρίας. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν και εξόφλησαν τους ενάγοντες για τις εργασίες που εκτέλεσαν βάσει της συμφωνίας, τόσον για την αρχική περίοδο αυτής όσον και για την περίοδο μέχρι 31.10.13, πληρώνοντας σε αυτούς €1,059.247,45. Οι ενάγοντες μηδέποτε τερμάτισαν τη συμφωνία.»

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, για τους λόγους που εξηγεί, τη θέση των εφεσειουσών ότι υφίστατο εξυπακουόμενος όρος στη Συμφωνία πως η εφεσίβλητη υποχρεούτο να μην παρεμποδίζει ή να αποτρέπει τις εφεσείουσες από την εκτέλεση των συμβατικών τους υποχρεώσεων ως επίσης τη θέση τους πως ο όρος 2.11.3 του Μέρους 2 των Γενικών Όρων - Τεκμήριο 4 ήταν «exclusion clause και/ή όρος απαλλακτικής ευθύνης». Προέβηκε επίσης σε εύρημα ότι η εφεσίβλητη καθ΄ όλους τους κρίσιμους χρόνους τήρησε πιστά τους όρους της Συμφωνίας.

 

         Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι οι εφεσείουσες απέτυχαν να αποδείξουν αιτιώδη συνάφεια και ευρύτερα να αποδείξουν την αγωγή στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είτε για την όποια προκύπτουσα ευθύνη της εφεσίβλητης βάσει της Συμφωνίας είτε για τις υποτιθέμενες ζημιές τις οποίες ανεπιτυχώς ισχυρίστηκαν πως υπέστησαν «ως εκ των παρεπόμενων της καταλογιζόμενης ούτω καλούμενης αντισυμβατικής και άλλης συμπεριφοράς» της εφεσίβλητης.

 

         Ακολούθως προχώρησε στην απόρριψη της αγωγής ως ανωτέρω αναφέρεται.

 

         Οι εφεσείουσες προσβάλλουν την πρωτόδικη απόφαση με έξι λόγους έφεσης.

 

         Με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλουν ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Μ.Ε.1 δεν παρουσίασε έγγραφα για να ενισχύσει την εκδοχή του είναι λανθασμένο. Υποστηρίζουν ότι ο Μ.Ε.1 προέβη σε δύο ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων των εφεσειουσών, αποκαλύπτοντας τα έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή του και δεν αντεξετάστηκε για την έννοια που απέδιδε σε αυτά, ούτως ώστε να δημιουργηθεί αμφισβήτηση από την εφεσίβλητη έτσι που να υπήρχε η ανάγκη κατάθεσης των εγγράφων αυτών. Εξάλλου, σύμφωνα πάντα με τις εφεσείουσες, τα έγγραφα αυτά αναφέρονταν κατά το πλείστο σε έγγραφα που υπογράφησαν και εστάλησαν από την εφεσίβλητη η οποία κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη ή το νόημα των εγγράφων όπως τα παράθεσε ο Μ.Ε.1.

 

         Ο λόγος αυτός έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση του Μ.Ε.1 στις σελίδες 8 - 9 της απόφασης του συνδέει τη μη παραπομπή του Μ.Ε.1  κατά τη μαρτυρία του σε έγγραφα ή άλλη μαρτυρία που υπήρχε κατά τις αναφορές του, με αποτέλεσμα να διαπιστώσει μια χαλαρότητα ή και ασυνέπεια λόγου με αποτέλεσμα να αμβλύνεται η σταθερότητα της μαρτυρίας του και η εκδοχή που προωθούσε αναφέροντας συγκεκριμένα παραδείγματα. Αυτό που εννοούσε το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ότι η παράλειψη προσκόμισης κατά την ακροαματική διαδικασία του συνόλου των εγγράφων πάνω στα οποία επιθυμούσαν να στηριχθούν οι εφεσείουσες, είχε ως αποτέλεσμα να μη γίνει αποδεχτή η εκδοχή τους και να μην αποδείξουν την υπόθεση τους, έχοντας υπόψη το βάρος απόδειξης που έφερε η πλευρά τους. Η παράλειψη αυτή δεν είχε να κάνει με τις θέσεις της υπεράσπισης και δεν «θεραπεύτηκε» μέσω των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης.

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο έκτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Με τους λόγους έφεσης υπ’ αρ. 1, 2, 3 και 5 οι εφεσείουσες προσβάλλουν συγκεκριμένα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλουν ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείουσες δεν τηρούσαν τα αναγκαία συνεργεία είναι λανθασμένο αφού, όπως υποστηρίζουν, ο ελάχιστος εξοπλισμός επιθεωρήθηκε και επιβεβαιώθηκε από την εφεσίβλητη πριν από την έναρξη εφαρμογής της Συμφωνίας ενώ ουδεμία μαρτυρία δόθηκε περί του αντιθέτου. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλουν ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί του αριθμού του απασχολούμενου προσωπικού είναι λανθασμένο αφού, σύμφωνα με τη θέση τους, αυτός επιβεβαιώθηκε πριν από την έναρξη εφαρμογής της συμφωνίας ενώ δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείουσες εκτελούσαν τις εργασίες με ένα εκσκαφέα είναι λανθασμένο διότι, όπως υποστηρίζουν, είναι αντίθετο με την προσαχθείσα μαρτυρία από τις εφεσείουσες, ενώ η εφεσίβλητη δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης ισχυρίζονται ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως κατά τη διάρκεια της Συμφωνίας οι εφεσείουσες χρησιμοποιούσαν τα μηχανήματα και απασχολούσαν το προσωπικό τους σε άλλα έργα, είναι αναληθές. Υποστηρίζουν ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση ως επίσης ότι τα λογιστικά δεδομένα, όπως παρατέθηκαν από τον Μ.Ε.2 δεν αμφισβητήθηκαν και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν μόνο ένα συνεργείο που εργαζόταν. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι η εφεσίβλητη είχε την ευκαιρία να καταθέσει το ημερολόγιο του Έργου, το οποίο υπογραφόταν καθημερινά από τον επιβλέποντα τεχνικό της, απ΄ όπου μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι τα εργατικά έξοδα δεν μπορούσαν να αφορούν την αμοιβή ενός συνεργείου 2 - 3 εργατών.

 

         Οι λόγοι αυτοί έφεσης επίσης δεν μπορούν να επιτύχουν.

 

         Παραπέμπουμε κατ΄ αρχάς στα όσα αναφέρονται στην Χ''Μάρκου v. Widehorizon (Cap. Market) Ltd (2010) 1(A) Α.Α.Δ. 108:

 

            «Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στα συμπεράσματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, καθώς και η διαπίστωση των πρωτογενών γεγονότων, ανάγονται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο βρίσκεται σε προνομιακή θέση να εκτιμήσει τα θέματα τούτα. (Papadopoulos v. Stavrou (1982) 1 C.L.R. 321). Το Εφετείο δικαιολογείται να επεμβαίνει στις διαπιστώσεις αξιοπιστίας, μόνο εφόσον καταφαίνεται ότι εξ αντικειμένου αυτές είναι ανυπόστατες. (Καννάουρου κ.ά. v. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, 39). Περαιτέρω, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί επέμβαση του Εφετείου εκεί όπου οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη δοθείσα μαρτυρία, ή όπου τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το Δικαστήριο. (Βλ. επίσης Αυξεντίου v. Δίγκλη (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1367).»

 

         Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 και αποδέχθηκε τη μαρτυρία των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3. Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τους πιο πάνω μάρτυρες δεν προσβάλλεται με αυτοτελείς λόγους έφεσης, πλην του έκτου λόγου έφεσης που αφορά σε ένα από τα κριτήρια που έλαβε υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο για να μη δεχθεί και να απορρίψει τη μαρτυρία του Μ.Ε.1. Υπενθυμίζουμε ότι ο έκτος λόγος έφεσης έχει απορριφθεί.

 

         Επομένως δεν μπορούν οι εφεσείουσες να επικαλούνται τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ούτε να ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε μαρτυρία της εφεσίβλητης η οποία ήταν ατεκμηρίωτη ή χωρίς αποδεικτικό έρεισμα ή ότι ισχυρισμοί του Μ.Υ.3 παρέμειναν  μετέωροι ή αυθαίρετοι. Τα πιο πάνω ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου βασίζονται στη μαρτυρία του Μ.Υ.3 την οποία αποδέχθηκε στην ολότητα της. Ο Μ.Υ.3, ηλεκτρολόγος μηχανικός, προϊστάμενος του Τμήματος Υπογείων Κατασκευών της εφεσίβλητης και Επιβλέπων Μηχανικός του έργου καθ’ όλους τους επίδικους χρόνους είχε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, «πλήρη και προσωπική γνώση όλων των γεγονότων και ζητημάτων» που αφορούσαν «την εκτέλεση του Συμβολαίου από τους Ενάγοντες» (βλ. γραπτή δήλωση του - Έγγραφο Ε, ειδικότερα παρ. 37 έως 48). Τονίζουμε επίσης ότι, όπως διαφαίνεται από τη μελέτη των πρακτικών (σελ. 77 έως 81) ο Μ.Υ.3, πέραν κάποιων γενικών υποβολών που του έγιναν, ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τις πιο πάνω αναφορές του.

 

         Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης υπ’ αρ. 1, 2, 3 και 5 απορρίπτονται.

 

         Απομένει ο τέταρτος λόγος έφεσης με τον οποίο οι εφεσείουσες προβάλλουν ότι το εύρημα του Δικαστηρίου «ότι η ουσία του συμβολαίου μπορούσε να εξαλειφθεί παντελώς με πρόταση εξαιρέσεως ευθύνης είναι λανθασμένο». Προς υποστήριξη της θέσης τους οι εφεσείουσες αναφέρουν ότι η μόνη διαφοροποίηση που θα μπορούσε να υπάρχει ήταν το συν πλην 20% αύξηση ή μείωση της εργασίας που θα ανατίθετο με τη Συμφωνία. Αναφέρουν επίσης ότι η ερμηνεία της προτάσεως εξαιρέσεως συνολικής ευθύνης από το Δικαστήριο είναι παράνομη και απαράδεκτη διότι η ερμηνεία που επέδωσε το Δικαστήριο αντίκειται στον κανόνα «Contra Proferentem», ο οποίος, στην έκταση που εφαρμόζεται, ευνοεί εκείνον που δεν βασίζει την απαίτηση του στην πρόταση εξαιρέσεως. Στην παρούσα περίπτωση ο κανόνας, όχι μόνο έχει παραβιαστεί, αλλά ερμηνεύεται κατά τρόπο ετεροβαρή υπέρ εκείνου που τον επικαλείται. Αναφέρεται ακόμα ότι η ερμηνεία που δόθηκε από το Δικαστήριο καταστρατηγεί την Αρχή της αναλογικότητας και ότι μόνο για την χαρτοσήμανση του εγγράφου οι εφεσείουσες επιβαρύνθηκαν με το ποσό των €9.500.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε το όλο ζήτημα ως ακολούθως:

 

            «Η θέση των εναγόντων ότι υφίστατο εξυπακουόμενος όρος στη συμφωνία πως οι εναγόμενοι υποχρεούνταν να μην παρεμποδίζουν ή να αποτρέπουν τους ενάγοντες από την εκτέλεση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα και την αξιόπιστη μαρτυρία, μηδέ και η μαρτυρία που παρεισέφρησε θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή αφού - σε ένα γενικότερο επίπεδο ανάλυσης και στην απουσία εξαιρέσεων που εδώ δεν υπάρχουν - συγκρούεται με τον απαγορευτικό κανόνα εισαγωγής εξωγενούς μαρτυρίας για ερμηνεία εγγράφων (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν Καλογήρου και Άλλων, ΠΕ 304/09, ημ. 28.9.15, Polykarpou v Polykarpou and Others (1982) 1 CLR 182, 190-192). Επί ενός ειδικότερου επιπέδου ανάλυσης - και ως αναγνωρίζει η νομολογία μας διά αποφάσεων όπως η Bauer v Διογένης Ηροδότου & Υιοί Λίμιτεδ (1994) 1 ΑΑΔ 325, 333, το σκεπτικό της οποίας παραφράζω αμέσως - η διά ερμηνείας συμπερίληψη σε συμφωνία όρου μη περιληφθέντος στο κείμενο της συμφωνίας συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον απολήγει στη συμπλήρωση της συμφωνίας με την προσθήκη νέου όρου και ότι εξυπακούεται η ύπαρξη τέτοιου όρου στη συμφωνία μόνο όταν η συμπερίληψη του κρίνεται απαραίτητο για την πρόσδοση εμπορικής δραστικότητας σε αυτή ώστε με βεβαιότητα να μπορεί να λεχθεί πως οι συμβαλλόμενοι αν είχαν ερωτηθεί αναντιλέκτως θα έλεγαν ότι ο όρος συνιστούσε μέρος της συμφωνίας. Εν προκειμένω, η ύπαρξη ρητών όρων στη συμφωνία όπως, δειγματικώς, των Όρων 2.3.2, 2.3.5, 2.11.3 και 2.12, το Όρου για τη Συνολική Αξία Συμβολαίου (ως το Τεκμήριο 4, στη σελίδα 335) και των επιστολών ημερομηνίας 27.5.11 (ως το Τεκμήριο 4, στη σελίδα 297), αποκλείουν την απόδοση αντίστοιχου εξυπακουόμενου όρου στη συμφωνία αφού οι ρητοί όροι της τελευταίας κρίνονται αντικειμενικώς ως περιεκτικοί και εμπορικώς δραστικοί για ό,τι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων. Οι προθέσεις των συμβαλλομένων επί του προκειμένου εξεικονίζονται εναργώς στο λεκτικό της συμφωνίας και τούτη είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Ergo Constructions Ltd v Tanielo Holding Ltd (2012) 1(A) ΑΑΔ 539, 547-548). Η πρόσθετη θέση των εναγόντων στην αγόρευση τους πως ο Όρος 2.11.3 (Μέρος 2 των Γενικών Όρων - Τεκμήριο 4, σελίδα 35) «…θεωρείται και/ή είναι exclusion clause και/ή όρος απαλλαχτικής ευθύνης ο οποίος βάση της πάγιας Νομολογία[ς] προσεγγίζεται αυστηρά και, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την εμβέλειά του, ερμηνεύεται εναντίον του μέρους που τον επικαλείται για τον λόγο ότι σε μια συναλλαγή ενυπάρχει στοιχείο αντινομίας στο να υπόσχεται έναντι ανταλλάγματος και να μην εκτελείς. Επίσης βάση της Νομολογίας πρόνοια, η οποία αποβλέπει στην εξαίρεση συμβαλλομένου από υποχρέωση που ανάγεται στο θεμέλιο, στην πεμπτουσία, της συμφωνίας, είναι ανίσχυρη να τον απαλλάξει από ευθύνη για την παράβασή της», δεν δικογραφείται από τους ενάγοντες - και είχαν υποχρέωση να το έπρατταν αν ήθελαν να δομήσουν ένα τέτοιο ισχυρισμό (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleadings, 13η εκδ., 1990, σελ. 1108) - με αποτέλεσμα τα όσα παρατέθηκαν συναφώς να καθίστανται απορριπτέα και να απορρίπτονται για τους παρόντες σκοπούς (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ΠΕ 75/13 ημ. 28.3.19, Latifundia Properties Ltd ν Ψακή και Άλλων (2003) 1(Β) ΑΑΔ 670, 676, Βραχίμη ν Κουλουμπρή (1992) 1(Β) ΑΑΔ 836, 839-840). Όπως και να έχουν τα πράγματα, η άποψη των εναγόντων, έστω και αν περιβαλλόταν από αξιόπιστη μαρτυρία - κι ακόμη αν κατατασσόταν στο απόγειο της εντός, ακόμη, του σημερινού πιο φιλελεύθερου πλαισίου που εφαρμόζεται στην Αγγλία εν σχέσει προς τέτοιους απαλλαχτικής ευθύνης όρους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Interactive E-Solutions JLT and Others v O3B Africa Limited (2018) EWCA Civ 62) - δεν θα μπορούσε να συναποτελέσει βήμα αποδοχής της θέσης των εναγόντων αφού θα απουσίαζε, ως εκ των αναλυθέντων, το αναγκαίο προς τούτο πραγματικό υπόβαθρο με δεδομένη πάντα και τη σαφήνεια τού υπό συζήτησιν όρου (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Saturn Building Co Ltd v Interamerican Insurance Co Ltd (2001) 1(B) ΑΑΔ 1097, 1102, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v Εταιρείας Αναψυκτικών Κεάν Λίμιτεδ (Αρ 2) (1998) 1(Δ) 2335, 2343.»

 

         Οι εφεσείουσες υποστηρίζουν στο περίγραμμα αγόρευσης τους ότι βάσισαν την απαίτηση τους (παρ. 12 της Έκθεσης Απαίτησης) στον όρο 1.0 Γενικά του Έντυπου προσφοράς, (παρ. 4) που έχει ως ακολούθως:

 

            «Οι ποσότητες που δίδονται στο σχετικό έντυπο προσφοράς είναι ενδεικτικές για σκοπούς αξιολόγησης και κατακύρωσης του διαγωνισμού. Η συνεπαγόμενη αξία του συμβολαίου δύναται να αυξομειωθεί κατά τη διάρκεια του συμβολαίου κατά 20%

(υπογράμμιση δική μας)

 

         Η εφεσίβλητη στην παράγραφο 10 της Υπεράσπισης της επικαλέστηκε τον όρο 2.11.3 των Γενικών Όρων του Συμβολαίου που έχει ως ακολούθως:

 

            «Εάν η χρονική διάρκεια του συμβολαίου ολοκληρωθεί χωρίς να έχει δαπανηθεί το ποσό του συμβολαίου, η Αρχή δεν δεσμεύεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό.»

 

         Οι εφεσείουσες στην Απάντηση τους (παρ. 8) επιφύλαξαν το δικαίωμα τους «να αναφερθούν εκτενέστερα στο πλήρες κείμενο Συμφωνίας και στο ακριβές της νόημα και/η την ερμηνεία της κατά την ακροαματική διαδικασία».

 

         Αποτελεί εισήγηση των εφεσειουσών ότι, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η θέση τους σχετικά με τον όρο 2.11.3, ότι δηλαδή  αποτελεί «exclusion clause και/ή όρο απαλλακτικής ευθύνης» και ότι ως τέτοιος θα έπρεπε να ερμηνευτεί εναντίον της εφεσίβλητης που τον επικαλέστηκε, δεν είχε δικογραφηθεί. Επικαλούνται πρόσθετα τη Διαταγή 19 Θ.4[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε) σύμφωνα με την οποία, ως υποστηρίζουν, «στα δικόγραφα αναφέρονται (…) τα βασικά και/ή ουσιώδη γεγονότα στα οποία βασίζεται η απαίτηση και όχι η νομική ανάλυση της υπόθεσης».

 

         Παρόλο που το ζήτημα αυτό δεν φαίνεται να καλύπτεται από τον λόγο έφεσης ή την αιτιολογία του, υποδεικνύουμε ότι δεν συμφωνούμε με τις εφεσείουσες. Κρίνουμε ότι τα όσα αναφέρονται στα δικόγραφα των εφεσίβλητων δεν καλύπτουν την πιο πάνω θέση τους, αφού δεν προκύπτει ούτε έστω και σε γενική μορφή ισχυρισμός περί «exclusion clause και/η όρος απαλλαχτικής ευθύνης». Ούτε μας βρίσκει σύμφωνους η ερμηνεία της Δ.19 Θ.4 από τους εφεσίβλητους. Κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται η Δ.19 Θ.19[2] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε) και κατ΄ αναλογία τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacobs, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 346:

 

            «The material terms of the agreement which are relied on in the instant case should be set out, and if the precise words are of special significance, they should be set out verbatim, but it is in general sufficient to state the effect of any document or the purport of any conversation as briefly as possible, without setting out the whole document or conversation, and the precise words should not be stated unless of course they are themselves material (see R.S.C., Ord. 18, r. 7 (2) and see Bristow v. Wright (1781) 2 Doug. 665, per Lord Mansfield C.J.).

            …………………………………………………………………………………………..

            After the terms of the agreement have been clearly stated the plaintiff must show whether his claim is founded under or by virtue of the terms of the agreement or whether it is founded upon a breach of the agreement, and in the latter event, the plaintiff must show that the defendant has failed to fulfil or to comply with or has broken the terms of the agreement and in what particulars.»

 

         Στη Βραχίμη (ανωτέρω) από την οποία έλαβε καθοδήγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι:

 

            «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους (1990) 1 Α.Α.Δ.):-

 

                     "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. CD. Hay and Sons Ltd (1971) 1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής."»

 

         Περαιτέρω στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω), από την οποία επίσης έλαβε καθοδήγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι:

 

            «Οι αυθεντίες στις οποίες ο εφεσείων αναφέρθηκε στο περίγραμμα του δεν βοηθούν ιδιαίτερα. Αφορούν περισσότερο την αρχή ότι όπου υπάρχουν τα δικογραφημένα γεγονότα και το αναγκαίο υποστηρικτικό πλαίσιο γεγονότων, το Δικαστήριο, εν ανάγκη, στην προσπάθεια του να αποδώσει δικαιοσύνη δύναται να εντάξει την υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να αποδώσει θεραπεία έστω και αν η απαίτηση δεν εδράζεται στην υπό τις περιστάσεις ορθή νομική αξίωση, (Kennedy Hotels v. Indjirdjian (1992) 1 Α.Α.Δ. 400). Η παροχή σχετικής μαρτυρίας επιτρέπεται εάν όμως ενυπάρχει στο δικόγραφο το γεγονός ακόμη και στη γενικότητα του, (Νικήτα ν. Κ.Ο.Α. (2003) 1 Α.Α.Δ. 344).

 

            Στην υπό κρίση υπόθεση δεν ήταν εύλογη η αντίληψη ότι ο εφεσείων εννοούσε με τη δικογραφία του ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είχε τροποποιηθεί σε βαθμό απαλλαγής του ως εγγυητού. Στην Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά. (2003) 1 Α.Α.Δ. 670, τονίστηκε εκ νέου η ανάγκη ορθής δικογράφησης με επανάληψη της αρχής ότι η επίλυση θεμάτων που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας είναι ανεπίτρεπτη, (Παπακόκκινου ν. Θεοδοσίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 379 και Λυσιώτης ν. Αχιλλέως (1998) 1 Α.Α.Δ. 1567). Εκεί ο ισχυρισμός ότι η επιστολή τερματισμού δεν είχε παραληφθεί έγκαιρα ήταν ουσιωδέστατος και θα έπρεπε να περιέχετο σαφώς στην έκθεση υπεράσπισης και δεν καλυπτόταν από τη γενική τοποθέτηση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνταν να τερματίσουν τη συμφωνία διά επιστολής και/ή καθόλου. Η γενική άρνηση δεν εξυπακούει και θετικούς ισχυρισμούς.»

 

         Παραπονούνται οι εφεσείουσες ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε την άποψη του Μ.Υ.3 στην παράγραφο 26 της γραπτής δήλωσης του (Έγγραφο Ε) ότι:

 

            «Η αυξομείωση κατά +/-20% στις ενδεικτικές ποσότητες του Συμβολαίου και άρα η εν λόγω αυξομείωση στην συνεπαγόμενη αξία του Συμβολαίου (Όρος 1.0 Γενικά (του Εντύπου Προσφοράς) – Τεκμήριο 14, σελ. 101), αφορούσε ουσιαστικά την προληπτική κάλυψη της περίπτωσης αύξησης των ποσοτήτων και τέθηκε για να καλύψει το ενδεχόμενο με τη λήξη της διάρκειας του Συμβολαίου να μην είχε καταστεί δυνατό η προκήρυξη νέου Διαγωνισμού και κατακύρωση νέου Συμβολαίου λόγω τυχόν επιπλοκών στη διαδικασία, όπως π.χ. προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών. Άλλωστε γίνεται ξεκάθαρο στον όρο 1.0 που αναφέρω πιο πάνω ότι οι ποσότητες που δίδονται στο σχετικό έντυπο προσφοράς είναι ενδεικτικές για σκοπούς αξιολόγησης και κατακύρωσης του διαγωνισμού.»

 

         Τα παράπονα των εφεσειουσών εστιάζονται στο γεγονός ότι στον επίμαχο όρο γίνεται αναφορά σε αυξομείωση της αξίας του συμβολαίου και όχι μόνο σε αύξηση της αξίας του, λεκτικό που αγνοήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

         Διαφεύγει όμως των εφεσειουσών ότι παρόμοια εξήγηση, ότι δηλαδή οι ποσότητες που δίδονται στο σχετικό έντυπο προσφοράς είναι ενδεικτικές για σκοπούς αξιολόγησης και κατακύρωσης του Διαγωνισμού, έδωσε και ο Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του. Παραθέτουμε τη σχετική ερώτηση και απάντηση του από τις σελίδες 34 - 35 των πρακτικών:

 

            «Ε.    Τελειώνω, κύριε πρόεδρε. Επίσης σας υποβάλλω ότι όσον αφορά αυτό το σημείο κύριε μάρτυς ότι η αυξομείωση κατά συν-πλην 20% στις ενδεικτικές ποσότητες συμβολαίου, αφορούσε ουσιαστικά την πιθανότητα αύξησης των ποσοτήτων και τέθηκε για να καλύψει το ενδεχόμενο μετά τη λήξη της διάρκειας του συμβολαίου να μην είχε καταστεί δυνατόν η κατακύρωση νέου συμβολαίου λόγω επιπλοκών στη διαδικασία όπως π.χ προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών.

            Α.      Ναι, αυτή είναι μια πρακτική που ακολουθείται σίγουρα. Το συν-πλην 20% μπαίνει σε περίπτωση που θα χρειαστεί να εκτελεστούν κάποιες επιπρόσθετες εργασίες να ξεπεράσουν το ποσό του συμβολαίου γι΄ αυτό γίνεται αναφορά για το συν-πλην 20%.»

 

         Ο όρος 2.11.3 επαναλήφθηκε και επιβεβαιώθηκε με επιστολή της εφεσίβλητης ημερ. 27.5.2011 (Τεκμήριο 4, σελ. 293) και οι εφεσείουσες τον αποδέχθηκαν με επιστολή τους ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 4, σελ. 297), κάτι που τονίζει το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελ. 16 και 19 της απόφασης του.

 

         Κρίνουμε περαιτέρω ότι ο κανόνας Contra Proferentem δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση αφού δεν παρατηρείται ασάφεια ή αμφιβολία συμβολαίου, κάτι που επίσης τονίζει το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ. 19 της απόφασης του όπου κάνει λόγο για ρητούς, περιεκτικούς και εμπορικούς δραστικούς όρους για ό,τι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων καθώς και στη σελ. 20 όπου αναφέρεται σε δεδομένη σαφήνεια του πιο πάνω όρου.

 

         Στην υπόθεση Μεταλλικά Η. Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Syst. Ltd (2001) 1 A.A.Δ. 500, 515-516 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι:

 

            «Η εισήγηση (…) ότι μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά βρίσκει έρεισμα στη νομολογία (Βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φουτάς ν. Εταιρεία Βάσος κλπ. (1993) 1 Α.Α.Δ. 168 και Chitty on Contracts, General Principles, 27 εκ., παραγ. 12-053).

            ………………………………………………………………………………………….

            Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης (Βλ. Chitty, πιο πάνω, παραγ. 12-040). Όπως το έθεσε ο Lord Cottenham L.C. στη Lloyd v. Lloyd [1837] 2 My. & Cr. 192, 202:

 

            "If the provisions are clearly expressed, and there is nothing to enable the court to put upon them a construction, different from that which the words import, no doubt the words must prevail; but if the provisions and expressions be contradictory and if there be grounds, appearing on the face of the instrument, affording proof of the real intention of the parties, then that intention will prevail against the obvious and ordinary meaning of the words."

 

            Σε μετάφραση:

 

            "Αν οι πρόνοιες μιας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτε που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να τις ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό τους, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου, οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων".

 

         Η ερμηνεία της σύμβασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο έγινε σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες, αφού έλαβε υπόψη του, ως φαίνεται πιο πάνω, το σύνολο της  παραπέμποντας σε διάφορους όρους αυτής, σε διάφορα έγγραφα ως επίσης το γεγονός ότι οι εφεσείουσες ουδέποτε τερμάτισαν τη συμφωνία. Είναι τουλάχιστον ανακόλουθο εκ μέρους των εφεσειουσών να ισχυρίζονται παράβαση της συμφωνίας από την εφεσίβλητη τη στιγμή που δεν την τερμάτισαν.

 

         Υπενθυμίζουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι το ποσοστό της μείωσης των ποσοτήτων λόγω της μειωμένης ροής εντολών εκτέλεσης εργασιών «μειώθηκε δραματικά κατά 75% περίπου» με όλα τα επακόλουθα και ζημιές (βλ. γραπτή δήλωση - Έγγραφο Α, παρ.13) ως επίσης  τη μαρτυρία του Μ.Ε.2. Αντίθετα αποδέχθηκε τη μαρτυρία των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3.

 

         Κρίνουμε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη τήρησε ολοκληρωτικά τους όρους της συμφωνίας είναι ορθό υπό τις περιστάσεις.

 

         Τέλος, κρίνουμε ότι η αναφορά των εφεσειουσών στο περίγραμμα αγόρευσης τους ότι η Συμφωνία αποτελεί αντίγραφο πρότυπου συμβολαίου FIDIC, δεν καλύπτεται από τη δικογραφία. Επιπρόσθετα, η μελέτη των πρακτικών καταδεικνύει ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία επ΄ αυτού ενώ δεν καλύπτεται ούτε από τον λόγο έφεσης ή την αιτιολογία του. Επομένως δεν μπορεί να εξεταστεί.

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Συνεπεία των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με €5.100 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειουσών.

 

 

 

                                                                    ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                    Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                    Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.



[1] Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, enumbered consecutively. Dates, sums, and enumbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person.

[2] Wherever the contents of any document are material, it shall be sufficient in any pleading to state the effect thereof as briefly as possible, without setting out the whole or any part thereof, unless the precise words of the document or any part thereof are material.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο