ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ. 72/2023)
30 Απριλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Θ. Κοντάκος, για τον Εφεσείοντα
Α. Σιαπανή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσείων, πρωτοδίκως, αντιμετώπιζε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατηγορία ότι σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ οδηγούσε συγκεκριμένο μηχανοκίνητο όχημα δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του κόκκινου φανού, των φωτεινών σηματοδοτών οι οποίοι ρυθμίζουν την τροχαία κίνηση σε συγκεκριμένη διασταύρωση.
Ως προκύπτει από τον πρωτόδικο φάκελο, η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 24.3.2023. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο εφεσείων δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παρά το ότι κλητεύθηκε προς τούτο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για απόδειξη στις 27.3.2023, προς ικανοποίηση της εισήγησης της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, αιτιολογώντας τη σχετική απόφασή του.
Κατά την 27.3.2023, και πάλι στην απουσία του εφεσείοντα, κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας συγκεκριμένος αστυφύλακας ο οποίος κατέθεσε ότι «έχω στην κατοχή και φύλαξη μου στα πλαίσια των καθηκόντων μου, τον φάκελο της πιο πάνω υπόθεσης. Γνωρίζω τα γεγονότα από μελέτη του φακέλου που έκανα. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω τα γεγονότα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, τα οποία είναι ορθά και αληθινά». Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην ετυμηγορία του ως εξής:
«Αφού άκουσα τα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ1, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια και κατά συνέπεια αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Βρίσκω δε ότι κατά την ημερομηνία που φαίνεται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τον σχετικό αναφερόμενο νόμο και κανονισμό. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται σε χρηματική ποινή: 1η κατηγορία: €150.»
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται ως εσφαλμένη με ένα λόγο έφεσης, ο οποίος προβάλλει ότι εσφαλμένη, αντινομική και κατά παράβαση των Άρθρων 23 και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, καθώς και των Άρθρων 12 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ήταν η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας και δη δεύτερου βαθμού, ως αποδεικτικής βάσης για την καταδίκη του εφεσείοντα. Αιτιολογικά, προβάλλονται τα ίδια με το λεκτικό του λόγου έφεσης με ειδικότερη αναφορά στο ότι το πρόσωπο που είχε άμεση γνώση των επίδικων γεγονότων ήταν άλλος αστυφύλακας από αυτόν που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο οποίος άντλησε τη γνώση του από τον φάκελο της υπόθεσης. Προβάλλεται, συναφώς, ότι η αποδοχή της εν λόγω μαρτυρίας παραβιάζει τα αναφερόμενα άρθρα του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ιδιαιτέρως εφόσον η υπόθεση εκδικάστηκε ερήμην του εφεσείοντα. Κατά συνέπεια, τίθεται η εισήγηση ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι νομικά εσφαλμένη και αναιτιολόγητη και θα πρέπει να ακυρωθεί.
Από πλευράς της, η ευπαίδευτη συνήγορος για τον εφεσίβλητο απέδωσε μεγάλη σημασία στο διάγραμμα αγόρευσής της στο ότι δικαιολογημένα αποφασίστηκε η εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία του εφεσείοντα, ο οποίος επέλεξε να μην παρουσιαστεί στη δίκη του. Όμως, δεν είναι αυτό το υπό κρίση θέμα στην παρούσα έφεση, αφού η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να προχωρήσει σε τέτοια εκδίκαση, η οποία λήφθηκε στις 24.3.2023, δεν εφεσιβάλλεται. Αντικείμενο του λόγου έφεσης είναι η από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας αναφορικά με την πράξη που αποδίδετο στον εφεσείοντα και η καταδίκη του στη βάση αυτής.
Επομένως, αυτό είναι το θέμα το οποίο εξετάζουμε.
Κατ' αρχάς, διαπιστώνεται ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης αποτελούσαν εξ ακοής μαρτυρία. Το συγκεκριμένο πρόσωπο αναφέρθηκε σε γνώση του από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, από τα οποία ήταν σε θέση να αναφέρει ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο είναι ορθά και αληθινά. Επομένως, διαπιστώνεται ότι το τι ουσιαστικά ο μάρτυρας ανέφερε είναι ότι το περιεχόμενο του φακέλου επιβεβαίωνε την ορθότητα του τι αποδιδόταν στον εφεσείοντα.
Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι ο εφεσείων, έχοντας κλητευθεί ώστε να είναι παρών στην υπόθεσή του, απεκδύθηκε του δικαιώματος αυτού, δείχνοντας αδιαφορία για την εξέλιξη και το αποτέλεσμά της.
Δεν αποτελούσε, ιδιαιτέρως υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, σφάλμα η προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας όσον αφορά την καταγγελία που έγινε για την επίδικη πράξη του εφεσείοντα. Δεν υφίσταται οποιαδήποτε παραβίαση του Άρθρου 24 του Κεφ. 9, το οποίο προνοεί ότι δεν αποκλείεται η εξ ακοής μαρτυρία από οποιαδήποτε διαδικασία απλώς και μόνο επειδή είναι εξ ακοής. Ούτε η φύση του αδικήματος ή τα ευρύτερα δεδομένα της υπόθεσης προέβαλαν οποιοδήποτε βάσιμο λόγο γιατί να μην γινόταν αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, ως προβλέπεται στην επιφύλαξη του Άρθρου 24(1) ανωτέρω. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας μετέφερε, κατ' ουσίαν, το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, ως προφανώς ήταν από την καταγγελία συγκεκριμένου αστυφύλακα, επιβεβαιώνοντας ότι το κατηγορητήριο απέδιδε ορθά τα γεγονότα.
Ως αποτέλεσμα της οικειοθελούς απουσίας του εφεσείοντα από τη δίκη του, δεν ασκήθηκαν από μέρους του δικαιώματα που είχε, όπως, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 26(1) του Κεφ. 9, αναζήτηση προσαγωγής του προσώπου που προέβηκε στην καταγγελία για να αντεξεταστεί σε σχέση με την αρχική του δήλωση, είτε την από μέρους του προσαγωγή μαρτυρίας προς υπεράσπισή του. Οικειοθελώς, ο εφεσείων αδιαφόρησε για την υπόθεση που αντιμετώπιζε και το αποτέλεσμά της.
Κρίνοντας ως επιτρεπτή την αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας, ως τέθηκε στην παρούσα υπόθεση και υπό τις συνθήκες που τέθηκε, μπορεί με βεβαιότητα να κριθεί ότι υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ικανή μαρτυρία για να αποδείξει το τι αποδίδετο στον εφεσείοντα. Τα όσα το Άρθρο 27(2) του Κεφ. 9 προβλέπουν, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν καθιστούν το τι προσκομίστηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου χωρίς αποδεικτική αξία. Έστω και αν θα μπορούσε να κλητευθεί ως μάρτυρας ο καταγγέλλων αστυφύλακας, η μεταφορά της καταγγελίας του από άλλο συνάδελφό του ο οποίος είχε στην κατοχή και φύλαξή του στο πλαίσιο των καθηκόντων του τον εν λόγω φάκελο της υπόθεσης, δεν επηρεάζει δυσμενώς την ποιότητα της μαρτυρίας αυτής. Ούτε υφίσταται, στην παρούσα περίπτωση, οτιδήποτε άλλο που να υποβαθμίζει την ακρίβεια της καταγγελίας ή να φανερώνει ενδεχόμενο κίνητρο απόκρυψης ή παραποίησης των γεγονότων.
Δεν βρίσκουμε έρεισμα στις εισηγήσεις της πλευράς του εφεσείοντα, κρίνοντας ότι ήταν καθ' όλα επιτρεπτή η αποδοχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας προς απόδειξη της εναντίον του εφεσείοντα κατηγορίας. Τέτοια αποδοχή δεν αποτελεί νομικό ή πραγματικό σφάλμα.
Τηρουμένων των ως άνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προκύπτει από τα λεγόμενά του, έκρινε τον Μ.Κ.1 αξιόπιστο, αποδεχόμενο τη μαρτυρία του. Αυτό, υπό τα δεδομένα της μαρτυρίας, παραπέμπει στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε το γεγονός ότι ο μάρτυρας είχε στην κατοχή και φύλαξή του, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, τον φάκελο της υπόθεσης, κατέστη γνώστης των γεγονότων από μελέτη του φακέλου και ότι, από αυτήν τη μελέτη, μπορούσε να επιβεβαιώσει την ορθότητα των γεγονότων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο.
Ελλείπει, από τη διεργασία στην οποία προέβηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η ανάλυση του γιατί θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις και δεδομένα της υπόθεσης, η εξ ακοής αυτή μαρτυρία του Μ.Κ.1 να αποτελέσει το υπόβαθρο προς απόδειξη του ότι ο εφεσείων έπραξε ως του αποδιδόταν στο κατηγορητήριο. Αυτή η παράλειψη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτελεί σφάλμα.
Τέτοιο σφάλμα θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο ακύρωσης της καταδικαστικής απόφασης εναντίον του εφεσείοντα. Έχουμε, όμως, ανωτέρω αναλύσει τα όσα αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, εξηγώντας ότι ήταν καθ' όλα επιτρεπτή η αποδοχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας προς απόδειξη της κατηγορίας. Το σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περιορίζεται στο ότι παρέλειψε να εξηγήσει γιατί ήταν επιτρεπτή η αποδοχή της μαρτυρίας αυτής και η κρίση της ως αξιόπιστης και ικανής να αποδείξει την κατηγορία.
Υπό αυτά τα δεδομένα, ως ανωτέρω αναλύονται στην ολότητά τους, ασκώντας την εξουσία μας ως προβλέπεται στην επιφύλαξη του Άρθρου 145(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κρίνουμε ότι, ως αποτέλεσμα του εν λόγω σφάλματος μη επαρκούς αιτιολόγησης, δεν προέκυψε πράγματι ουσιώδης πλημμελής απονομή της δικαιοσύνης. Αν και το ζήτημα που εγείρεται με τον λόγο έφεσης θα μπορούσε μερικώς να αποφασιστεί υπέρ του εφεσείοντα, κρίνουμε ότι η ορθή απόφαση, υπό τις περιστάσεις, είναι η απόρριψη της έφεσης.
Υπό τα ως άνω δεδομένα επικυρώνεται η πρωτόδικη καταδικαστική κατάληξη. Η έφεση απορρίπτεται για τους πιο πάνω λόγους.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο