MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMITED (ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕΝΗΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ (CHRIS) ΙΑΚΩΒΙΔΗ) κ.α. v. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε26/2020, 21/4/2026
print
Τίτλος:
MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMITED (ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕΝΗΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ (CHRIS) ΙΑΚΩΒΙΔΗ) κ.α. v. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε26/2020, 21/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε26/2020)

 

 21 Απριλίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1. MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMITED (ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕΝΗΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ (CHRIS) ΙΑΚΩΒΙΔΗ),

2.    ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (CHRIS) ΙΑΚΩΒΙΔΗ (ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC),

Εφεσείοντες,

v.

 

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Α. Λουκαρή (κα) για Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Στις 10.01.2020 εκδόθηκε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία, κατόπιν αίτησης των εφεσίβλητων (ως εναγόμενων 1), απορρίφθηκε η αγωγή που είχαν καταχωρίσει οι εφεσείοντες εναντίον τους.  Το υπόβαθρο στο οποίο στηρίχθηκε η αίτηση, και το οποίο έγινε αποδεκτό από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν η έλλειψη προώθησης της αγωγής.  Ειδικότερα, ως αποφάνθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 08.06.2015, μέχρι και την καταχώριση της αίτησης για απόρριψη, ήτοι 03.10.2019, οι εφεσείοντες δεν καταχώρισαν έκθεση απαίτησης παρ’ ότι, εν τω μεταξύ, είχαν εξασφαλισθεί διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και διάταγμα φίμωσης (gagging order).

 

Με πέντε (5) λόγους έφεσης οι εφεσείοντες διεκδικούν τον παραμερισμό της προαναφερόμενης, εκκαλούμενης πλέον, απόφασης.  Το περιεχόμενο των λόγων έφεσης έχει ως ακολούθως:

 

«Πρώτος Λόγος Έφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή αντινομικά και/ή κατά παράβαση των νομοθετικών και δικονομικών προνοιών και/ή κανονισμών και/ή της σχετικής επί του θέματος Νομολογίας, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία λανθασμένα και/ή πεπλανημένα ακύρωσε το διάταγμα αποκάλυψης ημερομηνίας 10/06/2015 και/ή την αγωγή εναντίον όλων των Εναγομένων δυνάμει αίτησης η οποία καταχωρήθηκε μόνο από τους Εφεσίβλητους και/ή την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.

……………………………………………………………………………………………

 

Δεύτερος Λόγος Έφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή αντινομικά και/ή κατά παράβαση νομοθετικών και/ή δικονομικών προνοιών και/ή κανονισμών και/ή της σχετικής επί του θέματος Νομολογίας και/ή μη αξιολογώντας ορθά την προσκομισθείσα μαρτυρία και/ή τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και/ή λανθασμένα αποφάσισε ότι δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις η ακύρωση του διατάγματος αποκάλυψης ημερομηνίας 10/06/2015 που εκδόθηκε υπέρ των Εφεσειόντων, το οποίο κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο εναντίον των Εφεσιβλήτων στις 02/07/2015, καθώς και η απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης αυτής και/ή λόγω κατάχρησης της διαδικασίας.

 

…………………………………………………………………………………………..

 

Τρίτος Λόγος Έφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα αποφάσισε τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 10/06/2015 και την απόρριψη της αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το πιο πάνω διάταγμα, καθότι δεν έλαβε υπόψη του τη σχετική Νομολογία και/ή την Νομοθεσία και/ή τη Διαταγή 26 Θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή τη δικονομική διαδικασία που θα έπρεπε να προηγηθεί της καταχώρησης αίτησης παραμερισμού και ακύρωσης του πιο πάνω διατάγματος και της αγωγής, ήτοι ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα δεν έλαβε υπόψη του ότι οι Αιτητές έπρεπε προηγουμένως να καταχωρήσουν αίτηση μη προώθησης της αγωγής.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Τέταρτος Λόγος Έφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα και/ή βασιζόμενο σε λανθασμένη αντίληψη και/ή σε ανεπαρκή και/ή αβάσιμη μαρτυρία και/ή μη λαμβάνοντας υπόψη του την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ενέκρινε την Αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης του διατάγματος αποκάλυψης ημερομηνίας 10/06/2015 και/ή εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα απέρριψε την αγωγή χωρίς να ληφθεί υπόψη η ανεπανόρθωτη βλάβη που υπόκεινται οι Εφεσείοντες με την προσβαλλόμενη απόφαση και/ή την αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Πέμπτος Λόγος Έφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του και/ή δεν προσέδωσε τη δέουσα και/ή επαρκή σημασία και/ή βαρύτητα στη Νομοθεσία και τη Νομολογία και/ή δεν έλαβε υπόψη του, την ελλιπή νομική βάση που υποστήριζε την Αίτηση Παραμερισμού και/ή ακύρωσης του διατάγματος αποκάλυψης ημερομηνίας 10/06/2015 και η έγκριση της οποίας οδήγησε και στην απόρριψη της αγωγής εφόσον το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε και/ή δεν έλαβε υπόψη και/ή δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στην ελλιπή νομική βάση της Αίτησης Παραμερισμού σχετικά με όλα τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα τα οποία και τελικά εξέδωσε.»

 

 

Αντιλαμβανόμαστε, μέσα από το περιεχόμενο όλων των λόγων έφεσης, ότι αυτοί είναι μεταξύ τους συνυφασμένοι και απολήγουν σε ένα καίριο ερώτημα, ήτοι, κατά πόσον ορθά, δυνάμει της νομοθεσίας και της νομολογίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο, και υπό τα δεδομένα που βρίσκονταν ενώπιον του, ενέκρινε την αίτηση των εφεσίβλητων, ημερομηνίας 03.10.2019, και απέρριψε την αγωγή των εφεσειόντων, καθώς, επίσης, ακύρωσε και τα διατάγματα αποκάλυψης και φίμωσης, ημερομηνίας 10.06.2015, τα οποία είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο της αγωγής, και κατέστηκαν απόλυτα στις 02.07.2015.

 

Συνακόλουθα, όλοι οι λόγοι έφεσης θα συνεξετασθούν, υπό το πρίσμα των θέσεων και των επιχειρημάτων που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, τόσο μέσα από τα περιγράμματα αγόρευσης τους, αλλά, και προφορικά ενώπιον μας.

 

Έχουμε διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή τόσο τις θέσεις που προωθήθηκαν από τις δύο πλευρές, όσο και την επικαλούμενη νομολογία, ως σχετική με τις εκατέρωθεν εκδοχές.  Φρονούμε ότι είναι χρήσιμο, και βοηθητικό, να υποδείξουμε, από αυτό το πρόωρο στάδιο, πως οι θεραπείες που παραχωρούνταν μέχρι την εισαγωγή των νέων Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 σε διατάγματα αποκάλυψης (διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal) στηρίζονταν στο Άρθρο 32 του Ν. 14/1960, ως προσωρινή θεραπεία, και θα έπρεπε να πληρούνται οι τρεις βασικές, προκύπτουσες από την εν λόγω διάταξη, προϋποθέσεις, αλλά, και οι προϋποθέσεις έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων, ως έχουν καθιερωθεί μέσα από την αγγλική νομολογία.  Αυτό προκύπτει από τη νομολογία μας (δέστε (1) Avila Management Services Limited κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403 και (2) Penderhill Holdings Limited κ.α. v. Darya Abramchyk κ.α. (2014) 1 Α.Α.Δ. 118, (3) KPM SERVICES EUROPE LIMITED v. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε137/2021, ημερομηνίας 31.01.2024 και (4) VETRONIX AG v. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. 104/2017, ημερομηνίας 17.11.2025).  Στην Αγγλία είναι επιτρεπτό να καταχωρούνται τέτοιες αιτήσεις, για διατάγματα αποκάλυψης, και πριν την καταχώριση της Απαίτησης.  Αυτή η δυνατότητα παρέχεται πλέον και στην Κύπρο με την εισαγωγή των νέων Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, (δέστε Μέρος 23.2(2)).  Θα διαφανεί στην πορεία αν στις αιτήσεις που θα καταχωρούνται πριν την Απαίτηση θα ενταχθούν και οι αιτήσεις για διατάγματα αποκάλυψης.  Σημειώνουμε, βέβαια, ότι η παρούσα υπόθεση αφορά σε χρόνο προ της εισαγωγής των προαναφερόμενων νέων Κανονισμών του 2023. 

 

Μέρος του σκεπτικού του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο το οδήγησε στην κατάληξη του να απορρίψει την αγωγή, έχει ως ακολούθως:

 

«Εκείνο που αβίαστα και διαυγώς προκύπτει, είναι πως τα διατάγματα Norwich Pharmacal, δεν παύουν να έχουν προσωρινό χαρακτήρα και διατηρούν τον χαρακτήρα προσωρινής και ενδιάμεσης θεραπείας. Καθ' όσον δε αφορά την έκθεση απαιτήσεως επί τέτοιας φύσεως αγωγής, αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση από τις σχετικές δικονομικές διατάξεις και τα προβλεπόμενα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η υποχρέωση δυνάμει της σχετικής Διαταγής 26 Θ.1 και 13(1) παραμένει καθόλα ενεργή και ουσιαστική. Δεν πρόκειται συνεπώς περί μάταιης προώθησης της αγωγής, ως η σχετική εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων, που θα δημιουργούσε ακόμα περισσότερα δικαστικά έξοδα και σπατάλη δικαστικού χρόνου.»

 

Κρίνουμε ότι, συνακόλουθα των προλεγόμενων, το πρωτόδικο σκεπτικό είναι ορθό.  Τα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 10.06.2015 ήταν προσωρινά και όχι τελικά.  Ως υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο, σύμφωνα με πρακτικό του, «Το προσωρινό διάταγμα έγινε απόλυτο με την διαφοροποίηση ότι η συμμόρφωση των Καθ’ ων η αίτηση σε αυτό θα πρέπει να γίνει εντός 3 μηνών από σήμερα.».  Το περιεχόμενο, άλλωστε, των διαταγμάτων, στο οποίο έχουμε ανατρέξει, συνηγορεί ότι επρόκειτο για ενδιάμεσα διατάγματα.  

 

Θεωρούμε χρήσιμη, επίσης, την παραπομπή στην υπόθεση Penderhill (ανωτέρω), στην οποία είχαν εκδοθεί πρωτόδικα προσωρινά διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, όπου εξηγείται πως «Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1848). Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά. (ανωτέρω)).»

 

Εν’ όψει των προαναφερόμενων, κρίνουμε ότι η θέση των εφεσειόντων, πως επειδή τα επίδικα προσωρινά διατάγματα είχαν το ίδιο αντικείμενο με τις τελικές θεραπείες, δεν θα είχε νόημα η προώθηση της αγωγής τους, δεν είναι ορθή.  Υπήρχε, θεωρούμε, νόημα στην προώθηση της αγωγής για την εξασφάλιση τελικών διαταγμάτων ισχυόντων μετά την αγωγή.  Αν βέβαια ο διάδικος που εξασφαλίζει προσωρινό διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal θεωρεί ότι έχει επιτύχει τον σκοπό του και ότι δεν υπάρχει αντικείμενο προώθησης της αγωγής, τότε, την αποσύρει, αν όμως, έχει λόγο να ισχύσουν τα διατάγματα και μετά την αγωγή του οφείλει να την προωθήσει και ζητήσει, από το Δικαστήριο, την έκδοση τελικών θεραπειών, έστω και αν αυτές είναι ίδιες με τις ενδιάμεσες, προκειμένου να υπάρχει νομικό έρεισμα για τη συνέχιση του σκοπού της αγωγής.  Εφόσον, όμως, πρόκειται για ενδιάμεσο διάταγμα η χρονική του ισχύς είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη, εν ζωή, της αγωγής.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως διαφαίνεται μέσα από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, λειτούργησε υπό την ορθή νομική προσέγγιση.  Με τη δεδηλωμένη πρόθεση των εφεσειόντων ότι δεν είχε νόημα γι’ αυτούς να καταχωρίσουν έκθεση απαίτησης για να προωθήσουν την αγωγή, ήτοι την προώθηση έκδοσης τελικών διαταγμάτων, παραμένοντας, σημειωτέον, απόλυτοι στην θέση τους, κρίνουμε ότι δεν παρέμεναν περιθώρια για διαφορετική κατάληξη, αλλιώς το πρωτόδικο Δικαστήριο θα συντηρούσε, επ’ αόριστον, σε εκκρεμότητα μία αγωγή χωρίς αυτή να είχε αντικείμενο ύπαρξης ή διατήρησης. 

 

Περαιτέρω, και κατ’ ακολουθίαν των πιο πάνω, η εισήγηση των συνηγόρων των εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει διάταγμα απόρριψης της αγωγής όχι, όμως, άμεσα, αλλά, μόνο αν μετά που θα παρεχόταν κάποια προθεσμία για καταχώριση έκθεσης απαίτησης αυτοί δεν συμμορφώνονταν, δεν γίνεται αποδεκτή, καθ’ ότι, πρώτον, οι εφεσείοντες δεν προώθησαν τέτοιο αίτημα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και, δεύτερον, η τοποθέτηση την οποία προώθησαν δεν ήταν εύλογο να οδηγήσει σε τέτοια επιλογή.  Μόνο αν δήλωναν ότι χρειάζονταν χρόνο τότε, προφανώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα εξέταζε κατά πόσον ήταν ορθό και δίκαιο να θέσει έναν τέτοιο όρο στο, απορριπτικό της αγωγής, διάταγμα που εξέδωσε.

 

Κρίνουμε ότι, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η απόρριψη της αγωγής ήταν εύλογη και δικαιολογημένη, δυνάμει των εξουσιών που παρέχονταν στο πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση της Δ.26 Κ.1 , των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ήταν μέρος της νομικής βάσης της επίμαχης αίτησης ημερομηνίας 03.10.2019.

 

Κοντολογίς, τα δεδομένα που βρίσκονταν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήτοι (α) το γεγονός ότι κατά τον χρόνο (20.01.2020) που αυτό αποφάσισε την επίμαχη αίτηση, και δη τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής (08.06.2015), δεν υπήρχε καταχωρημένη έκθεση απαίτησης, και (β) ενόψει της τοποθέτησης των εφεσειόντων ότι δεν είχαν πρόθεση να προωθήσουν την αγωγή, η πρωτόδικη κατάληξη ήταν ορθή.  Ως προκύπτει, δεν ήταν μόνο θέμα καθυστέρησης στην καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αλλά, και δεδηλωμένης πρόθεσης για μη προώθηση της αγωγής.  Αντίθετη επιλογή θα συνιστούσε συνεισφορά στην κατάχρηση της διαδικασίας, αφού η διατήρηση της αγωγής θα εξυπηρετούσε άλλον σκοπό από αυτόν που είχαν εξασφαλισθεί τα προσωρινά διατάγματα με επείγουσα διαδικασία.  Δεν αποφαινόμαστε κατά πόσο επρόκειτο για εσκεμμένη καθυστέρηση, εκ μέρους των εφεσειόντων, ωστόσο επρόκειτο, υπό τις περιστάσεις, για δικονομικά αδιέξοδη εξέλιξη την οποία το Δικαστήριο όφειλε να τερματίσει στη βάση του σχετικού αιτήματος των εφεσίβλητων.

 

Όσον αφορά στην απόρριψη, πέραν της αγωγής, και των ενδιάμεσων διαταγμάτων, ημερομηνίας 10.06.2015, κρίνουμε ότι αυτή ήταν η λογική απόρροια μετά την απόρριψη της αγωγής, αφού λόγω της φύσης τους, ως ενδιάμεσα, και να μην διέταζε το πρωτόδικο Δικαστήριο την απόρριψη τους, αυτά δεν θα είχαν ισχύ μετά την απόρριψη της αγωγής (δέστε κατ’ αναλογίαν την υπόθεση Ιωάννου v. Μανώλη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1423).  Επίσης, κρίνουμε ότι το γεγονός πως τα προσωρινά διατάγματα, ημερομηνίας 10.06.2015, κατέστηκαν απόλυτα εκ συμφώνου δεν είχε πλέον σημασία, μετά την απόρριψη της αγωγής.  Έστω ότι τα διατάγματα, ημερομηνίας 10.06.2015, είχαν καταστεί απόλυτα, εκ συμφώνου, πάλι ενδιάμεσα ήταν, δεν άλλαξαν χαρακτήρα.  Η συμφωνία των εφεσίβλητων προφανώς αφορούσε στα διατάγματα και όχι στο ότι η αγωγή θα παρέμενε χωρίς προώθηση.   

 

Θεωρούμε ότι όλα τα πιο πάνω, γεγονότα και νομικό πλαίσιο, ήταν τα πιο καθοριστικά στοιχεία που βρίσκονταν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα, των εφεσειόντων, περί λανθασμένης άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου ή της διακριτικής του ευχέρειας, και πως αυτό δεν έλαβε υπόψη την ανεπανόρθωτη βλάβη που θα προκαλούνταν στους εφεσείοντες, δια της αποστέρησης του δικαιώματος τους να προωθήσουν άλλες διαδικασίες που κίνησαν για αποκατάσταση της ισχυριζόμενης ζημιάς τους, φρονούμε ότι θα είχαν νόημα, και θα επιβαλλόταν να αξιολογηθούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, μόνο αν οι εφεσείοντες δήλωναν την πρόθεση τους να προωθήσουν την αγωγή, ζητώντας προθεσμία για καταχώριση έκθεσης απαίτησης, ώστε να προωθήσουν την έκδοση των τελικών διαταγμάτων που αξίωναν με την αγωγή τους.

 

Σημειώνουμε, ακόμη, ότι δεν παραγνωρίζουμε τη θέση που προωθήθηκε, εκ μέρους των εφεσειόντων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπερέβη τις εξουσίες του όταν εξέδωσε και τα ακόλουθα διατάγματα, υπό στοιχεία 2 και 3 της επίμαχης αίτησης:

 

«2.  Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Καθ’ ων η Αίτηση και/ή τους δικηγόρους τους και/ή τους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους και/ή οποιαδήποτε πρόσωπα έλαβαν αντίγραφα από τους Καθ’ ων η Αίτηση έμμεσα ή άμεσα, όπως επιστρέψουν στους Αιτητές και/ή καταστρέψουν και/ή καταστήσουν μη χρησιμοποιήσιμα τα έγγραφα και/ή όλα τα αντίγραφα αυτών που αποκαλύφθηκαν και/ή δόθηκαν από τους Αιτητές υποχρεωτικά (compulsory) δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος Αποκάλυψης ημερομηνίας 10/06/2015 και/ή που αποκαλύφθηκαν και/ή δόθηκαν από τους Αιτητές κατά ή περί τις 02/10/2015 και/ή που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση του Σωτήρη Αντωνίου ημερομηνίας 02/10/20156 στην οποία ορκίσθηκε προς συμμόρφωση του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος αποκάλυψης ημερομηνίας 10/06/2015, το οποίο κατέστηκε εκ συμφώνου απόλυτο εναντίον των Αιτητών στις 02/07/2015.

 

3.  Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύσει στους Καθ’ ων η Αίτηση και/ή στους δικηγόρους τους και/ή στους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή σε οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους και/ή σε οποιαδήποτε πρόσωπα έλαβαν αντίγραφα από τους Καθ’ ων η Αίτηση έμμεσα ή άμεσα, να διατηρήσουν αντίγραφα σε οποιαδήποτε μορφή (έντυπη και/ή ηλεκτρονική και/ή άλλως πως) οποιουδήποτε και/ή μέρος του οποιουδήποτε εγγράφου που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Σωτήρη Αντωνίου ημερομηνίας 02/10/2015 στην οποία ορκίσθηκε προς συμμόρφωση του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος αποκάλυψης ημερομηνίας 10/06/2015, το οποίο κατέστηκε εκ συμφώνου απόλυτο εναντίον των Αιτητών στις 02/07/2015.»

 

Εισηγούνται οι εφεσείοντες ότι τέτοια διατάγματα δεν ήταν επιτρεπτό να εκδοθούν, καθ’ ότι, επί της επίμαχης αίτησης δεν περιλαμβανόταν στη νομική βάση το Άρθρο 32(1) του Ν. 14/1960, αλλά μόνο το Άρθρο 32(2) του ίδιου νόμου, το οποίο δεν προβλέπει για τέτοια εξουσία.  Έχουμε αξιολογήσει τη θέση.  Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας αποφασίσει την απόρριψη της αγωγής, είχε πλέον σύμφυτη εξουσία να δώσει οδηγίες ως προς τη διαχείριση και τη διάθεση των εγγράφων και πληροφοριών που οι εφεσείοντες κατείχαν δυνάμει συμμόρφωσης των εφεσίβλητων με τα προσωρινά διατάγματα, ούτως ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε παράνομη κατοχή, αφού θα καθίστατο ως τέτοια μετά την απόρριψη της αγωγής. Η εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίνουμε ότι ασκήθηκε ορθά, βασισμένη στη λογική των πραγμάτων, όπως εξελίχθηκαν, αλλά, και νομιμοποιούμενο προς τούτο, επικαλούμενο το σύγγραμμα Commercial Injuctions, Steven Gee, Q.C., 6η έκδοση, σελίδες 633-635 και τα όσα αυτό πραγματεύεται στον τίτλο «Ordering the return of documents when an order for compulsory disclosure is aside inter partes or on appeal».  Αν και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με φειδώ (δέστε Πολιτική Αίτηση Αρ. 145/2015 (Ολομέλεια Ανωτάτου Δικαστηρίου) (2016) 1 Α.Α.Δ. 2967), η περίπτωση που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν κατάλληλη και δεν αντιστρατευόταν οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση.  Παραπέμπουμε, επίσης, στην υπόθεση Μιχαηλίδης κ.α. v. Μαυρονικόλα κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2016, ημερομηνίας 07.07.2017, ECLI:CY:AD:2017:A254, στην οποία τονίζεται, με αναφορά σε αγγλική νομολογία, ότι η νομοθετική ρύθμιση ενός θέματος δεν εμποδίζει την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Σ’ αυτό το στάδιο θεωρούμε ότι αναδεικνύεται και η σημασία της προώθησης της αγωγής ώστε να εξασφαλίζονταν τελικές θεραπείες σ’ ότι αφορά στην αποκάλυψη των εγγράφων και των όποιων πληροφοριών.

 

Παράλληλα, και επιπρόσθετα της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων ζήτησαν οι εφεσίβλητοι και την υποστήριξαν με μαρτυρία, οι δε εφεσείοντες, επί της ένστασης τους, δεν ήγειραν ζήτημα ελλιπούς νομικής βάσης λόγω συμπερίληψης μόνο της διάταξης του Άρθρου 32(2) του Ν. 14/1960, και όχι και της διάταξης του Άρθρου 32(1).   Επίσης, προκύπτει, ότι εν τέλει η ακρόαση των θέσεων και των δύο πλευρών διεξάχθηκε υπό αυτά τα δεδομένα, τα οποία δεν θεωρούμε ότι προκάλεσαν οποιαδήποτε δικονομική βλάβη στους εφεσείοντες ή με αυτά εξασφαλίστηκε οποιοδήποτε δικονομικό πλεονέκτημα στους εφεσίβλητους (δέστε ως σχετική, με παρόμοια περιστατικά, την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Badjinder Brab κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε235/2015, ημερομηνίας 25.07.2023 όπου κρίθηκε ότι επρόκειτο για παρατυπία η οποία ορθά θεραπεύθηκε με σχετικό διάταγμα απαλλαγής).

 

Τέλος, δεν χρειάζεται, θεωρούμε, να προβούμε σε ιδιαίτερη ανάλυση σ’ ότι αφορά στο παράπονο των εφεσειόντων πως το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή τόσο εναντίον των εφεσίβλητων όσο και των υπόλοιπων εναγομένων, ήτοι των εναγομένων 2 και 3.  Είναι, θεωρούμε, αρκούντως ικανοποιητικό το γεγονός ότι οι εν λόγω εναγόμενοι, με τοποθέτηση τους ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συμφώνησαν με την αίτηση των εφεσίβλητων, την οποία έκανε δεκτή το πρωτόδικο Δικαστήριο, ωστόσο, οι εφεσείοντες, ως επέλεξαν, δεν τους επέδωσαν την ειδοποίηση έφεσης και ούτε τους συμπεριέλαβαν ως διάδικους – εφεσίβλητους - στην έφεση.  Συνεπώς, δεν θα ήταν δικονομικά επιτρεπτό να αποφανθούμε επί των δικαιωμάτων τους χωρίς να τους έχουμε ακούσει, και τούτο, χάριν στην προαναφερόμενη επιλογή των εφεσειόντων.

 

Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, ουδείς λόγος έφεσης κρίνεται βάσιμος.  Ως εκ τούτου, η πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση, κρινόμενη ως ορθή, επικυρώνεται.  Η έφεση απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων έξοδα έφεσης ύψους €7.400,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει.

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο