ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: E7/23)
30 Απριλίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. DB TECHNOLOGIES BV
2. ANAERGIA ΙNC
Εφεσείουσες
v.
MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD
Εφεσίβλητης
--------------------
Τ. Χαχολιάδης, για Τεύκρος Χαχολιάδης Δ.Ε.Π.Ε., για τις Εφεσείουσες
Θ. Πιερίδης, για Ηρακλής Ν. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Με οκτώ λόγους έφεσης οι Εφεσείουσες, πρωτοδίκως Εναγόμενες 1 και 2 στην αγωγή υπ’ αρ. 2165/21, προσβάλλουν την απόφαση ημερομηνίας 11.1.23 του Ε.Δ. Λευκωσίας, με την οποίαν απέρριψε την αίτηση τους ημερομηνίας 17.3.22. Με την εν λόγω αίτηση είχαν αιτηθεί όπως παραμεριστούν και ή ακυρωθούν:
· Η άδεια σφράγισης κλητηρίου, η άδεια επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας και η άδεια υποκατάστατης επίδοσης του, ημερομηνίας 10.9.21, οι οποίες είχαν χορηγηθεί στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης υπ’ αρ. 250/21.
· Η διενεργηθείσα υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου στις 11.11.21 σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις τους.
· Η εκδοθείσα ερήμην τους τελική απόφαση εναντίον τους, ημερομηνίας 19.1.22, στην πιο πάνω αγωγή.
Γενικές Αρχές
Οι γενικές νομολογιακές αρχές εν σχέσει με τον παραμερισμό ερήμην απόφασης (set aside) κρίνουμε ότι συνοψίζονται επαρκέστατα στην υπόθεση Jurgen κ.ά. ν. Σταυρινού, Πολ. Έφ. 80/2014, ημερ. 1.6.20, στην οποία λέχθηκε ότι:
«Η νομολογία που λαμβάνεται στο ζήτημα που παραμερισμού νομοτύπων αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην είναι πολύ γνωστή και επαρκώς θεμελιωμένη. Το Δικαστήριο, όπως λέχθηκε στην Evans v. Bartlam (1937) 2 Al E.R. 646 και επαναλήφθηκε σε πλείστες όσες αποφάσεις όπως τη Bush κ.ά. ν. Γιαννή (2001) 1 Α.Α.Δ. 1342 και Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 229, κατευθύνει την προσοχή του σε δύο παράγοντες, ο πρώτος εκ των οποίων αφορά στο κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό και ο άλλος σχετίζεται με το κατά πόσο έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή με αναγκαία επί τούτου υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση επί της ουσίας, (Annual Practice 1970 σελ.. 117, παρ. 13/9/4). Οι δύο αυτοί παράγοντες εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί, (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης (1997) 1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael (1982) 1 C.L.R. 204)».
Πρωτόδικη Απόφαση
Στην κρινόμενη περίπτωση ο πρωτόδικος Δικαστής κατ’ αρχάς σημείωσε ότι οι Εφεσείουσες προωθούν δύο βασικούς λόγους προς επιτυχία της αίτησης τους και συγκεκριμένα, αφενός τη μη δέουσα επίδοση του κλητηρίου και αφετέρου την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Σε σχέση με την επίδοση έκρινε ότι «έγινε νόμιμα, νομότυπα και σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 10.9.21». Σε σχέση με την έγκαιρη λήψη γνώσης για την επίδοση, σημείωσε ότι οι Εφεσείουσες παραδέχονται όχι μόνον ότι οι δύο ηλεκτρονικές διευθύνσεις ανήκουν και εξακολουθούν να υφίστανται και να χρησιμοποιούνται από τις Εφεσείουσες εταιρείες αλλά και ότι ήταν μέσω αυτών των διευθύνσεων που οι ίδιες έλαβαν αργότερα (8.2.22) γνώση για την εναντίον τους εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 19.1.22. Η θέση την οποία προέβαλαν, ήτοι περί αβλεψίας και παράλειψης να εντοπιστούν τα ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 11.11.21 εντός των φακέλων των σχετικών ηλεκτρονικών ταχυδρομείων, κρίθηκε «ως ευκαιριακή και πρόχειρη, ιδιαίτερα επί της παραδοχής τους ότι ήταν μέσω αυτών που εν τέλει έλαβαν γνώση της διαδικασίας». Για κάποιους άλλους ισχυρισμούς κρίθηκε ότι είναι ασαφείς, γενικοί και ότι «δεν πείθουν άνευ ετέρου για την ειλικρίνεια τους». Προσέθεσε δε το πρωτόδικο Δικαστήριο για τις Εφεσείουσες ότι:
«Αναφέρουν συγκεκριμένα ότι οι επιδόσεις κατέληξαν στην ανεπιθύμητη αλληλογραφία «junk mail». Ακολούθως, υποστηρίζουν ότι, τυχαία, βρέθηκαν και από τις δύο Εναγόμενες την ίδια ημέρα, τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αποστάλθηκαν από τους δικηγόρους της Καθ’ ης η αίτηση, στα οποία επισυνάφθηκαν η Απόφαση και επιστολή απαίτησης ημερομηνίας 04.02.2022. Είναι πραγματικά άξιο απορίας πως έλαβαν γνώση του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 04.02.2022, μόλις τέσσερις μέρες μετά την αποστολή του, που εάν οι ισχυρισμοί τους ήταν αληθείς, θα κατέληγε επίσης στην ανεπιθύμητη αλληλογραφία, αλλά δεν έλαβαν γνώση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων ημερομηνίας 17.11.2021 (προφανώς εννοούσε «11.11.21») για περίοδο πέραν των δύο μηνών».
Με βάση τα πιο πάνω το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η παράλειψη των Εφεσειουσών να εμφανιστούν στην αγωγή είναι αδικαιολόγητη, καθώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους δεν είναι πειστικοί. Εξετάζοντας θέση της Εφεσίβλητης, προσέθεσε περαιτέρω ότι:
«Αποτελεί θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι, εσκεμμένα δεν καταχώρισαν έγκαιρα το Σημείωμα Εμφάνισης, με σκοπό την προώθηση της παρούσας αίτησης αμέσως μετά την έκδοση του πιστοποιητικού, δυνάμει του άρθρου 53 του Κανονισμού Ε.Κ. αρ. 1215/2012, για την αναγνώριση και εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1 και προκειμένου να καθυστερήσουν την πληρωμή του εξ’ (sic) αποφάσεως χρέους. Με βρίσκει σύμφωνο η θέση αυτή εφόσον αναπόδραστα σ’ αυτήν την μεθόδευση οδηγούν οι περιστάσεις της υπόθεσης.
Εν σχέσει με την προϋπόθεση κατάδειξης καλής υπεράσπισης το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ότι οι Εφεσείουσες δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι τα έγγραφα ημερομηνίας 25.11.16 αποτελούν γραμμάτια συνήθους τύπου, βάσει του Άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, δεν αμφισβητούν την υπογραφή ή ορθή εκτέλεση των εν λόγω γραμματίων και δεν εγείρουν οποιαδήποτε εκ των δύο υπερασπίσεων του Άρθρου 80 ή απάτη δυνάμει του Άρθρου 17 ή εξαναγκασμό δυνάμει του Άρθρου 15 του εν λόγω Νόμου. Κατά την πρωτόδικη κρίση καθίσταται πρόδηλο ότι ούτε καν ως ισχυρισμό δεν προβάλλουν οι Εφεσείουσες μια εκ των νόμιμων υπερασπίσεων οι οποίες δύνανται να εγερθούν κατά απαιτήσεων βασισμένων σε γραμμάτια συνήθους τύπου. Ως εκ τούτου η απόρριψη της αίτησης κρίθηκε ως πρακτικά και νομικά επιβεβλημένη.
Παρά την ως άνω κατάληξη του, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε σε αυτό το σημείο, ξεχωριστά, για σκοπούς πληρότητας, τους εγερθέντες από την Εφεσίβλητη λόγους ένστασης στην αίτηση. Ο πρωτόδικος αυτός σχολιασμός αφορά κυρίως και πάλι τα ζητήματα αφενός της έγκαιρης γνώσης για την επίδοση και αφετέρου της ύπαρξης καλής υπεράσπισης, πλην όμως αφορά και κάποια άλλα ζητήματα όπως την επίδοση του ίδιου του κλητηρίου (αντί ειδοποίησης), την εφαρμογή εθνικής ή ευρωπαϊκής νομοθεσίας, τη μη ανάρτηση της μονομερούς αίτησης για απόφαση στον Δικαστικό Πίνακα και το ισοζύγιο της ευχέρειας σε αιτήσεις παραμερισμού.
Λόγοι Έφεσης 1 και 2 – Σφράγιση και Άδεια Επίδοσης
Οι Εφεσείουσες ανέπτυξαν σε μια ενότητα τους λόγους έφεσης 1 και 2, προφανώς επειδή με αυτούς, κατά βάσιν, στρέφονται εναντίον της άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και της άδειας για υποκατάστατη επίδοση, οι οποίες είχαν δοθεί στις 10.9.21 στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης αρ. 250/21 (εφεξής «η Γενική Αίτηση»).
Με τον λόγο έφεσης 1 οι Εφεσείουσες προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέτασε τον ισχυρισμό τους ότι η άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και η άδεια υποκατάστατης επίδοσης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ήταν υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητες και όχι ορθές ή νομότυπες.
Με τον λόγο έφεσης 2 οι Εφεσείουσες προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε αφενός ότι η επίδοση της αγωγής, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, πραγματοποιήθηκε νόμιμα και νομότυπα και αφετέρου ότι οι Εφεσείουσες έλαβαν γνώση της διαδικασίας της αγωγής.
Ας σημειωθεί διευκρινιστικά πως η πιο πάνω Γενική Αίτηση συνιστά τη διαδικασία κατά την οποία μονομερώς το Ε.Δ. Λευκωσίας (υπό άλλη σύνθεση) όχι μόνο επέτρεψε τη σφράγιση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου για επίδοση εκτός Κύπρου αλλά και ενέκρινε τόσο την επίδοση της (μελλοντικής) αγωγής εκτός δικαιοδοσίας όσο και την υποκατάστατη επίδοση της, ως ανωτέρω. Ρύθμισε δηλαδή ζητήματα τα οποία αφορούσαν τόσο τη Δ.2 κ.2 όσο και τη Δ.6 κ.1 των (παλαιών) Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Διευκρινίζουμε εξαρχής πως δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στην παρούσα και δεν προτιθέμεθα να συζητήσουμε εκτενώς την πρακτική αυτή, ήτοι το να ζητούνται, στο πλαίσιο της αίτησης για σφράγιση, διατάγματα τα οποία αφορούν την επίδοση ή και τον τρόπο επίδοσης αγωγής η οποία δεν έχει ακόμα καταχωριστεί και η οποία, αν και όταν καταχωριστεί, θα λάβει νέο αριθμό, θα αποτελεί νέο φάκελο διαδικασίας και ενδεχομένως να τεθεί ενώπιον διαφορετικού Δικαστή.
Αξίζει όμως να σημειώσουμε πως σύμφωνα με την υπόθεση Tlais Enterprises Ltd v. Her Majesty’s Revenue & Customs (2015) 1(A) A.A.Δ. 616, η αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου και η καταχώριση του γίνεται στη βάση της Δ.2 κ.2, η οποία είναι μια διαφορετική δικονομική πρόνοια από την πρόνοια για επίδοση του είτε με βάση τη Δ.5 είτε με βάση τη Δ.6, η οποία αφορά εξειδικευμένα την εκτός δικαιοδοσίας επίδοση. Στην ίδια υπόθεση αναγνωρίστηκε ότι στην πράξη «[Σ]υνήθως, η αίτηση για σφράγιση και καταχώριση […] συνδέεται με ταυτόχρονη αίτηση για άδεια επίδοσης στο εξωτερικό κάτω από τη Δ.6, …».
Τέτοια ήταν η πρακτική που είχε ακολουθηθεί στις υποθέσεις Sayegh v. Credit Suisse (1996) 1(B) A.A.Δ. 836, Her Brittanic Majesty’s Secretary of State v. A. P. Lanitis Investments Ltd (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 995 και GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1584. Μάλιστα και στις τρεις αυτές υποθέσεις καταχωρίστηκε αργότερα μια ενιαία αίτηση, στο πλαίσιο της αγωγής, βάσει της οποίας αίτησης εν τέλει επετεύχθη ακύρωση τόσο της σφράγισης όσο και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Η ακύρωση τους όμως είχε ως υπόβαθρο, στην πρώτη υπόθεση την απόκρυψη στοιχείων και στις άλλες δύο υποθέσεις την ανεπάρκεια της μαρτυρίας, κατά το στάδιο της Γενικής Αίτησης. Με άλλα λόγια, οι αιτήσεις αφορούσαν το κατά πόσον κατά το στάδιο της Γενικής Αίτησης υπήρχε μαρτυρικό υλικό το οποίο να δικαιολογούσε την έκδοση των διαταγμάτων σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ήτοι την άσκηση δικαιοδοσίας για πρόσωπο εκτός επικρατείας. Ειδικότερα, στην Her Brittanic Majesty’s Secretary of State (ανωτέρω) τονίστηκε ότι αυτό «… το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια» και παρατέθηκε, από την υπόθεση Amathus Navigation Co. Ltd v. Concord Express Liners κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 1030, το εξής σχετικό απόσπασμα:
«To αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης· δηλαδή, η διαπίστωση των προϋποθέσεων για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας. Γι' αυτό, η μόνη μαρτυρία στην οποία ο ενάγων μπορεί να στηριχθεί, είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτησή του για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό».
Αντίθετη ήταν η πρακτική στις υποθέσεις S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl (1993) 1 Α.Α.Δ. 762, Tlais Enterprises (ανωτέρω) και Directo Capital Investments Ltd κ.α. ν. Global Finance κ.α. (2016) 1(Β) Α.Α.Δ. 1817. Σε αυτές, η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, εξασφαλίστηκε στο πλαίσιο της αγωγής. Και πάλι όμως καταχωρίστηκε μια ενιαία αίτηση εντός της αγωγής, για ακύρωση τόσο της άδειας σφράγισης όσο και της άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ή και υποκατάστατης επίδοσης. Στην πρώτη εξ αυτών, την S.P.P. Projects Ltd (ανωτέρω), η κατάληξη ήταν πως το αίτημα για ακύρωση του κλητηρίου και της επίδοσης του στο εξωτερικό μπορούσε να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος που είχε εκδοθεί με μονομερή αίτηση. Στη δεύτερη, την υπόθεση Tlais Enterprises (ανωτέρω), για πρώτη φορά εξετάστηκε πιο σφαιρικά το όλο θέμα και λέχθηκε πως «[Δ]εν αποκλείεται στην Κύπρο η καταχώρηση χωριστής αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος κάτω από τη Δ.48. Εφόσον όμως θεματικά η σφράγιση κλητηρίου που έχει σκοπό να επιδοθεί στο εξωτερικό συμπλέκεται και με την άδεια για επίδοση, η ταυτόχρονη επιδίωξη ακύρωσης και των δύο δεν απαγορεύεται εφόσον κρίνεται στην ουσία το υπόβαθρο των γεγονότων που δικαιολογούσαν την σφράγιση, αλλά και την επίδοση». Στην τρίτη, την υπόθεση Directo Capital Investments Ltd κ.ά. (ανωτέρω), τονίστηκε μεν πως το ορθότερο δικονομικό διάβημα ήταν η προσβολή του αρχικού διατάγματος που επέτρεψε τη σφράγιση αλλά προστέθηκε πως «[Δ]εν ήταν όμως απαγορευτικό ως προς την εν τέλει επιλογή τους να πλήξουν το διάταγμα για άδεια για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό. Αν ο λόγος της αίτησης παραμερισμού της άδειας για επίδοση είναι η έλλειψη δικαιοδοσίας το ουσιαστικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο».
Τα πιο πάνω όμως δεν αναιρούν σε καμμιά περίπτωση το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέτασε την κρινόμενη εδώ αίτηση παραμερισμού, δεν είχε ενώπιον του τον φάκελο της Γενικής Αίτησης με τη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση, που είχε εξετάσει άλλος πρόεδρος του Ε.Δ. Λευκωσίας κάποιους μήνες προηγουμένως. Αυτό υπό την έννοια ότι οι Εφεσείουσες, προέβησαν μόνο σε κάποιες αναφορές ως μέρος του ιστορικού.
Η διαφορά της υπόθεσης Directo Capital Investments Ltd κ.ά. (ανωτέρω), με την παρούσα υπόθεση εστιάζεται στο ότι εδώ η βάση της αίτησης παραμερισμού δεν είναι η έλλειψη δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό μέσα από την αιτιολογία των εξεταζόμενων λόγων έφεσης, τα επιχειρήματα των Εφεσειουσών εστιάζονται σε κατ’ ισχυρισμόν μειονεκτήματα και παρατυπίες της ίδιας της Γενικής Αίτησης, καθώς και της συνοδεύουσας εκείνην ένορκης δήλωσης.
Είναι αχρείαστο και δεν κρίνουμε απαραίτητο να παραθέσουμε λεπτομερώς όσα εξ αυτών των επιχειρημάτων έχουν ως επίκεντρο είτε το ότι δεν είχαν γίνει πριν τη Γενική Αίτηση προσπάθειες επίδοσης της αγωγής είτε το ότι καμμιά μαρτυρία δεν δόθηκε περί του ότι υπήρξε πρακτική δυσκολία επίδοσης της αγωγής. Είναι αυτονόητο ότι καμμιά τέτοια προσπάθεια ή μαρτυρία δεν μπορούσε να υπάρξει, αφού η αγωγή καταχωρίστηκε μετά τη Γενική Αίτηση, βάσει της οποίας εξασφαλίστηκε η άδεια για σφράγιση. Η άλλη ενότητα επιχειρημάτων αφορά εισηγήσεις ότι η Δ.6 κ.1 απουσίαζε από τη νομική βάση της Γενικής Αίτησης, ότι η χορήγηση των αδειών ήταν αδικαιολόγητη διότι δεν είχαν καταδειχθεί εξαιρετικοί λόγοι, ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία πως η επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου θα διασφάλιζε πως η αγωγή θα περιέρχετο σε γνώση των Εφεσειουσών και τέλος ότι, αφού η Εφεσείουσα 1 εδρεύει στην Ολλανδία και η Εφεσείουσα 2 στον Καναδά, έπρεπε να γίνει επίδοση μέσω της «διπλωματικής οδού που περιγράφεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 και στην Σύμβαση της Χάγης».
Η ουσία, όμως, όλων των επιχειρημάτων, είναι πως, όπως συνάγεται από το περίγραμμα των Εφεσειουσών, τα παράπονα τους επικεντρώνονται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το κατά πόσον μπορούσε να εκδοθεί το διάταγμα ημερ. 10.9.21 στη Γενική Αίτηση. Οι Εφεσείουσες δέχονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά τις πρόνοιες Ενωσιακού Δικαίου ή Διεθνών Συνθηκών, εντούτοις διατηρεί την εξουσία να επιτρέπει στη βάση ημεδαπής νομοθεσίας την επίδοση με υποκατάστατο τρόπο αλλά προβάλλουν ότι αυτό είναι δυνατόν μόνον όταν ο ενάγων αποδεικνύει ότι υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις ή εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο (βλ. Cecil a.o. v. Bayat a.o. (2011) EWCA Civ 135). Υπενθυμίζουμε προς τούτο ότι δυνάμει σχετικής τροποποίησης η Δ.5 κ.9 από το 2016 προνοούσε ότι «[Σ]ε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στο θεσμό 2 της παρούσας Διαταγής, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σ΄αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις, περιλαμβανομένης και δημοσίευσης σε οποιοδήποτε μέσο με ηλεκτρονική μορφή, ή άλλο ευλόγως προσφερόμενο από την εκάστοτε τεχνολογία, τρόπο».
Είμαστε υποχρεωμένοι να επαναλάβουμε πως κανένα από τα πιο πάνω στοιχεία δεν ευρίσκετο ενώπιον του ευπαίδευτου προέδρου, ο οποίος εξέτασε την αίτηση παραμερισμού και εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Οι Εφεσείουσες επιχειρηματολογούν ως εάν η Γενική Αίτηση να ήταν μέρος της αγωγής και να ευρίσκετο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστή, ο οποίος εξέτασε την αίτηση παραμερισμού, πλην όμως δεν ευσταθεί κάτι τέτοιο.
Στην πραγματικότητα, εντοπίζονται ομοιότητες με την προαναφερθείσα υπόθεση S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl (1993) 1(A) A.A.Δ. 762, υπό την έννοια ότι και εκεί το αίτημα για ακύρωση του κλητηρίου και για παραμερισμό της επίδοσης στο εξωτερικό «τέθηκε και εξετάστηκε ανεξάρτητα από το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου με το οποίο εγκρίθηκε η επίδοσή του στο εξωτερικό (Ηνωμένο Βασίλειο) με τον καθορισθέντα τρόπο (διπλοασφαλισμένη επιστολή στη διεύθυνση των εναγομένων)». Τονίζουμε πως εκεί μάλιστα η παλαιότερη αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και με υποκατάστατο τρόπο, είχε υποβληθεί στην ίδια την αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση διότι, ως εξήγησε, το αίτημα για ακύρωση της άδειας επίδοσης μπορούσε να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος το οποίο είχε εκδοθεί με μονομερή αίτηση και με το οποίο είχε εξουσιοδοτηθεί η επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό. Είχαν τονιστεί, μεταξύ άλλων τα πιο κάτω στην S.P.P. Projects Ltd (ανωτέρω):
«Στη περίπτωσή μας επιδιώχθηκε η ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσής του ανεξάρτητα από το προηγούμενο διάταγμα του δικαστηρίου. Έγκριση του αιτήματος θα οδηγούσε στην ύπαρξη δυο συγκρουόμενων διαταγμάτων του δικαστηρίου, που είναι ανεπίτρεπτο. […]. Επομένως, το αίτημα είχε ως αποκλειστικό σκοπό την ανατροπή του βάθρου στο οποίο στηρίχθηκε η διαταγή του δικαστηρίου για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στο Ηνωμένο Βασίλειο και μπορούσε να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος».
(έμφαση δοθείσα)
Εκτός των ανωτέρω, τα οποία προδιαγράφουν την απόρριψη του ουσιώδους μέρους των λόγων έφεσης 1 και 2, ας σημειωθεί περαιτέρω πως οι Εφεσείουσες, στα πλαίσια των ίδιων λόγων έφεσης δέχονται ότι υπήρξε «υποκατάστατη επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου». Αυτό για το οποίο παραπονούνται είναι πρώτον, ότι επιδόθηκε το ίδιο το κλητήριο ένταλμα αντί ειδοποίησης του κλητηρίου και δεύτερον, ότι οι ίδιες, οι Εφεσείουσες, δεν απέκτησαν γνώση της διαδικασίας της αγωγής διότι τα επιδοθέντα έγγραφα που στάληκαν «μέσω email κατέληξαν στο “junk box” των γενικών ηλεκτρονικών διευθύνσεων» (των Εφεσειουσών). Όπως προσθέτουν, αυτό έγινε επειδή οι Εφεσίβλητοι «επέλεξαν να επιδώσουν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις γενικές ηλεκτρονικές διευθύνσεις» των Εφεσειουσών, «αντί σε κάποια εκ των ηλεκτρονικών διευθύνσεων των διευθυντών» των Εφεσειουσών, τις οποίες και γνώριζαν από την παλαιότερη συνεργασία που είχαν οι διάδικοι για την ίδια υπόθεση («έργο»). Υπενθυμίζουμε εδώ και τη σαφέστερη θέση τους στην αρχική ένορκη δήλωση τους πως ο λόγος εξαιτίας του οποίου δεν εμφανίστηκαν ήταν το ότι τα ηλεμηνύματα ημερ. 11.11.21 «… δεν περιέπεσαν στην προσοχή και γνώση» τους (§64).
Κατά τη δική μας κρίση, τα πιο πάνω συνιστούν, εμμέσως πλην σαφώς, παραδοχή περί του ότι στις 11.11.21 πραγματοποιήθηκε επίδοση αφενός, του δικογράφου, ήτοι του κλητηρίου το οποίο διέταξε ο πρωτόδικος Δικαστής στη Γενική Αίτηση και αφετέρου, με τον τρόπο τον οποίο διέταξε ο εν λόγω πρωτόδικος Δικαστής. Εξ ου άλλωστε, και το ότι η συνακόλουθη και βασική θέση των Εφεσειουσών είναι πως η υποκατάστατη επίδοση προς τις ίδιες δεν εξυπηρέτησε εν τέλει τον σκοπό της διότι «δεν έλαβαν έγκαιρα γνώση της Αγωγής». Ζήτημα το οποίο παραθέτουν εν τάχει στην αιτιολογία του λόγου έφεσης 2 αλλά το πράττουν με παραπομπή στην επιχειρηματολογία την οποία αναπτύσσουν στα πλαίσια των λόγων έφεσης 3, 6 και 7, όπου και το εξετάζουμε ειδικότερα, δεδομένου ότι πράγματι ένα τέτοιο ζήτημα αφορά κατ’ ακρίβειαν τους λόγους μη εμφάνισης στην αγωγή.
Στη βάση όλων των πιο πάνω οι λόγοι έφεσης 1 και 2 υπόκεινται σε απόρριψη.
Λόγος Έφεσης 8 – Άδεια Υποκατάστατης Επίδοσης
Παρεμφερής με τα προηγηθέντα είναι και ο λόγος έφεσης 8, δεδομένου ότι καταλήγει στην εισήγηση πως εσφαλμένα επετράπη η επίδοση δικαστικών εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην Ολλανδία, για την Εφεσείουσα 1 και στον Καναδά, για την Εφεσείουσα 2. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι αντίστοιχα δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις, αφενός του Άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων («ο Κανονισμός») και αφετέρου του Άρθρου 15 της κυρωθείσας από τον Ν.40/82 Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων Εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις («η Σύμβαση»).
Βασικά, το νόημα των εν λόγω άρθρων, των οποίων το ουσιώδες μέρος είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημο, είναι πως σε περίπτωση ερημοδικίας το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην έκδοση απόφασης εκτός εάν διαπιστώσει ότι διενεργήθηκε επίδοση είτε με βάση το δίκαιο του κράτους παραλαβής είτε με βάση άλλον τρόπο προβλεπόμενο στον Κανονισμό ή στη Σύμβαση. Τόσον ο Κανονισμός (Άρθρο 14) όσον και η Σύμβαση (Άρθρο 10) επιτρέπουν υπό όρους την επίδοση, κοινοποίηση ή αποστολή δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς. Έχουμε τη γνώμη πως δεν απαιτείται στην παρούσα εξαντλητική ανάλυση των προνοιών αυτών και των ζητημάτων που εγείρονται, για τους λόγους που παραθέτουμε κατωτέρω.
Εν πρώτοις θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι ο πρωτόδικος Δικαστής δεν ήταν σε θέση να ελέγξει το βάθρο επί του οποίου σε άλλη διαδικασία και δη στη Γενική Αίτηση, είχε χορηγηθεί η άδεια για υποκατάστατη επίδοση στο εξωτερικό. Υπενθυμίζουμε εδώ, ως κατ’ αναλογίαν εφαρμοζόμενα, τα λεχθέντα στην Alpha Bank Cyprus Ltd κ.ά. ν. Dau κ.ά. (2013) 1(Γ) Α.Α.Δ 1935, περί του ότι τα έγγραφα που θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να επιδίδονται, είναι αυτά που καθορίζονται στο διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και κάθε έγγραφο που προβλέπεται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ή διαδικαστικούς κανονισμούς. Κατά δεύτερον, θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι οι Εφεσείουσες εδώ δέχονται αφενός ότι παρά τις πρόνοιες Ενωσιακού Δικαίου ή Διεθνών Συνθηκών, εντούτοις το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία σε κατάλληλες περιπτώσεις να επιτρέψει την επίδοση με υποκατάστατο τρόπο και αφετέρου ότι είχαν παραληφθεί τα έγγραφα ακριβώς με τον τρόπο που είχε εγκριθεί στη Γενική Αίτηση. Όλα τα πιο πάνω, υπό τις περιστάσεις, θέτουν τέρμα στην εισήγηση ότι υπήρξε παραβίαση των πιο πάνω άρθρων, ήτοι είτε του Άρθρου 19 του Κανονισμού είτε του Άρθρου 15 της Σύμβασης.
Ο λόγος έφεσης 8 υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγος Έφεσης 4 – Ex Debito Justitiae
Με τον λόγο έφεσης 4 οι Εφεσείουσες προβάλλουν ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι «δεν μπορούσε να ενεργοποιηθεί το δόγμα ex debito justitiae». Σύμφωνα με την υπόθεση Μανώλη ν. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2017) 1 Α.Α.Δ. 207 η κυπριακή νομολογία υιοθετεί την αντίληψη πως κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα, το οποίο δημιουργεί υποχρέωση για ex debito justitiae παραμερισμό μιας ερήμην απόφασης.
Στην παρούσα περίπτωση στη βάση των όσων αναφέραμε πιο πριν δεν τίθεται ζήτημα κακής επίδοσης. Ήταν συνεπώς ορθή η πρωτόδικη αναφορά για την οποίαν παραπονούνται οι Εφεσείουσες. Άλλωστε, όπως και οι ίδιες καταγράφουν στο περίγραμμα τους, είναι «σε περίπτωση ακύρωσης του Διατάγματος Επίδοσης στο εξωτερικό και του διατάγματος για Υποκατάστατη Επίδοση» που θα ετίθετο ζήτημα ακύρωσης ex debito justitiae.
Ο λόγος έφεσης 4 υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγοι Έφεσης 3, 6 και 7 – Γνώση – Παράλειψη Εμφάνισης
Οι Εφεσείουσες στο περίγραμμα τους αναπτύσσουν σε μια ενότητα και τους λόγους έφεσης 3, 6 και 7, προφανώς επειδή αφορούν όλοι αφενός, ζητήματα λήψης γνώσης για τις γενόμενες επιδόσεις και για την ύπαρξη της αγωγής και αφετέρου, τη δική τους μεταγενέστερη συμπεριφορά. Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς κατά σειράν υποστηρίζουν πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε:
· Ότι τα ηλεμηνύματα, τα οποία αποτελούσαν μέρος του Τεκμηρίου 38 της δικής τους αρχικής ένορκης δήλωσης, έχουν παραποιηθεί, καταλήγοντας έτσι στο συνακόλουθο συμπέρασμα ότι οι Εφεσείουσες δεν έλαβαν γνώση της αγωγής στις 8.2.22, ως ισχυρίζονταν αλλά νωρίτερα (3ος λόγος).
· Ότι οι Εφεσείουσες δεν κατέδειξαν σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης στην αγωγή (6ος λόγος).
· Ότι οι Εφεσείουσες, με την αίτηση παραμερισμού, επιχείρησαν να καθυστερήσουν τη δικαστική διαδικασία και να αποφύγουν την πληρωμή των υποχρεώσεων τους (7ος λόγος).
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, είναι παραδεκτό ότι η Εφεσίβλητη, συμμορφούμενη με το εκδοθέν στη Γενική Αίτηση διάταγμα, επέδωσε στις 11.11.21 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις των Εφεσειουσών το κλητήριο, τη Γενική Αίτηση και το διάταγμα ημερ. 10.9.21, καθώς και μεταφράσεις τους στα αγγλικά. Στον φάκελο της αγωγής εντοπίζεται σχετική ένορκη δήλωση ημερ. 17.11.21, του ασκούμενου δικηγόρου (Σ. Αδάμου), ο οποίος είχε αποστείλει τα σχετικά συνοδευτικά ηλεμηνύματα. Μάλιστα, επισυνάπτει αυτά ως Τεκμήριο 2, καθώς και σχετικά αποδεικτικά. Ειδικότερα, στην περίπτωση της Εφεσείουσας 1 επισυνάπτει αποδεικτικό παραλαβής («Your message has been delivered to the following recipients») ενώ για την Εφεσείουσα 2 επισυνάπτει μόνο αποδεικτικό αποστολής («Delivery to these recipients or groups is complete, but no delivery notification was sent by destination server»). Τα εν λόγω ηλεμηνύματα με τα συνοδευτικά τους, επισύναψαν και οι Εφεσείουσες ως Τεκμήρια 2 και 3 στην αρχική ένορκη δήλωση τους, ως είχαν εκτυπωθεί από δικηγόρο του γραφείου, το οποίο τις εκπροσωπεί (ήτοι την κα Κούλα Βασιλείου).
Το επόμενο αναντίλεκτο γεγονός ήταν ότι πράγματι στις 4.2.22 οι δικηγόροι της Εφεσίβλητης απέστειλαν, στις ίδιες ηλεκτρονικές διευθύνσεις των Εφεσειουσών, ηλεμήνυμα συνοδευόμενο από απαίτηση πληρωμής (στα αγγλικά) και από αντίγραφο της δικαστικής απόφασης ημερ. 19.1.22 και πιστοποίηση apostille. Η θέση των Εφεσειουσών ήταν πως δεν γνώριζαν προηγουμένως την ύπαρξη της αγωγής και ότι για αυτήν πληροφορήθηκαν μόλις στις 8.2.22 όταν περιέπεσε στην αντίληψη των υπαλλήλων τους, οι οποίοι έχουν πρόσβαση στις πιο πάνω γενικές ηλεκτρονικές διευθύνσεις, το πιο πάνω ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων της Εφεσίβλητης ημερ. 4.2.22. Ο εκ των δικηγόρων των Εφεσειουσών, ο οποίος προέβη στην αρχική ένορκη δήλωση, επεσύναψε ως Τεκμήριο 38 εκτυπώσεις ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ημερ. 8.2.22 των Εφεσειουσών με τους δικηγόρους τους, από την οποία, κατ’ ισχυρισμόν του, φαίνεται ότι οι Εφεσείουσες έμαθαν για την αγωγή μόλις στις 8.2.22 (§68 αρχικής ένορκης δήλωσης των Εφεσειουσών).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απεδέχθη τον ισχυρισμό περί λήψης γνώσης για την αγωγή στις 8.2.22. Έχουμε ήδη παραθέσει μέρος του πρωτόδικου συλλογισμού δια του οποίου είχε επισημάνει αφενός τη «σύμπτωση» ως προς το ότι και οι δύο Εφεσείουσες εντόπισαν την ίδια μέρα (8.2.22) τα ηλεμηνύματα ημερ. 4.2.22 και αφετέρου το, σημειωθέν ως, αξιοπερίεργο γεγονός ότι αυτά δεν κατέληξαν στην ανεπιθύμητη αλληλογραφία (junk mail). Παραθέτουμε εδώ και τη συνέχεια του πρωτόδικου συλλογισμού:
«Στην ως άνω αντίληψη μου συνηγορεί επίσης το γεγονός ότι επισυνάπτουν, όπως βρίσκω ότι είναι πράγματι παραποιημένα, ηλεκτρονικά μηνύματα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ανατρέχοντας στα Τεκμ. 2 και 3 της Ε/Δ της ένστασης, δηλαδή την ηλεκτρονική αλληλογραφία που αφορά την επίδοση της Αγωγής στους Αιτητές, με ευκολία διαπιστώνεται ότι, υπάρχουν παραποιημένες/ διαγραμμένες προωθήσεις των σχετικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Μπορεί δηλαδή εύκολα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές φρόντισαν να μη φαίνεται σε κανένα από αυτά τα έγγραφα πότε πραγματικά προώθησαν τα επιδοθέντα δικόγραφα για πρώτη φορά στους δικηγόρους τους ή γενικά σε οποιονδήποτε τρίτο, κάτι που θα απεδείκνυε και πότε πραγματικά τα παρέλαβαν και έλαβαν γνώση αυτών. Και τούτο δεν έγινε τυχαία, αφού μόνο σκόπιμα θα μπορούσαν να διαγραφούν οι σχετικές προωθήσεις πριν την εκτύπωση των σχετικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων».
Ο περαιτέρω πρωτόδικος σχολιασμός έγινε όντως στη συνέχεια, στο σημείο που εξετάστηκαν οι λόγοι ένστασης. Παρατηρούμε όμως ότι εκεί ο πρωτόδικος Δικαστής στην πραγματικότητα αναπαρήγαγε απλώς τις §11 έως 16 της ένορκης δήλωσης της Εφεσίβλητης. Δεν θα μας απασχολήσει η ούτως ή άλλως ανεπιθύμητη αναπαραγωγή verbatim των εν λόγω αποσπασμάτων, χωρίς μάλιστα σχετική παραπομπή στην προέλευση τους ή έστω κάποιον πρωτόδικο σχολιασμό ή δικαστική κρίση επ’ αυτών (βλ. κατ’ αναλογίαν Aspis Holdings Public Company Ltd ν. Αθηνοδώρου (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 45, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Κιτρομηλίδη κ.ά., Πολ. Έφ. 126/2013, ημερ. 1.7.20). Αξίζει όμως να παραθέσουμε το καταληκτικό μέρος αυτών (των τριών σελίδων), το οποίο έχει ως εξής:
«Είναι ξεκάθαρο ότι, το σύνολο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που επεσύναψαν οι Αιτητές στην Ε/Δ, έχουν τύχει επέμβασης, είναι παραποιημένα και αλλοιωμένα. Οι δε αλλοιώσεις και επεμβάσεις που φαίνονται δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τυχαίες. Έχουν προφανώς, σκοπό να αποκρύψουν από το Δικαστήριο την πραγματική ημερομηνία που έλαβαν γνώση της ύπαρξης της Αγωγής. Η μόνη δε λογική εξήγηση που θα είχαν λόγο οι Αιτητές να πράξουν τούτο, ήταν εάν γνώριζαν την ύπαρξη της αγωγής πριν την έκδοση της απόφασης και εσκεμμένα παρέλειψαν την καταχώριση εμφάνισης, με στόχο να καθυστερήσουν τη διαδικασία με την καταχώριση της παρούσας αίτησης».
Ασχέτως της ορθότητας ή όχι της κρίσης περί εσκεμμένης και δόλιας δράσης, η ως άνω καταληκτική ρήση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι συνεπής με την αρχική κατάληξη του ότι πρώτον, οι Εφεσείουσες «εσκεμμένα δεν καταχώρισαν έγκαιρα το Σημείωμα Εμφάνισης» έχοντας ως σκοπό την προώθηση της αίτησης παραμερισμού «προκειμένου να καθυστερήσουν την πληρωμή του εξ’ (sic) αποφάσεως χρέους» και δεύτερον, ότι «αναπόδραστα σ’ αυτήν την μεθόδευση οδηγούν οι περιστάσεις της υπόθεσης». Όμως, η τελευταία αυτή διαπίστωση δεν συνάδει με τους καθιερωμένους κανόνες λογικής (αίτιο – αιτιατόν) υπό την έννοια ότι δεν δύναται να τεθεί ως αξίωμα πως επειδή επήλθε καθυστέρηση με την καταχώριση αίτησης παραμερισμού έπεται πως εσκεμμένως δεν καταχωρίστηκε εμφάνιση για να ακολουθήσει αίτηση παραμερισμού και να επιφέρει καθυστέρηση στην πληρωμή. Αυτό επειδή, ναι μεν η παράλειψη εμφάνισης και η συνακόλουθη αίτηση επιφέρει καθυστέρηση, πλην όμως, η παράλειψη εμφάνισης δυνατόν να οφείλεται σε αμέλεια οποιουδήποτε ή και σε τυχαίους παράγοντες και όχι αποκλειστικά σε οργανωμένη δόλια μεθόδευση και σχεδιασμό.
Μάλιστα, εάν η πιο πάνω πρωτόδικη διαπίστωση εξεταστεί μαζί με την άλλη παραπλήσια θέση, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε (από την §16 των Εφεσειουσών), καταδεικνύει ότι ο ίδιος σκοπός είχε εκληφθεί πρωτοδίκως και ως ο λόγος για την αναφερόμενη παραποίηση των ηλεμηνυμάτων του Τεκμηρίου 38 της αρχικής ένορκης δήλωσης. Ο όλος πρωτόδικος συλλογισμός αναλύεται στο ότι οι Εφεσείουσες έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της αγωγής εγκαίρως αλλά «εσκεμμένα παρέλειψαν την καταχώριση εμφάνισης, με στόχο να καθυστερήσουν τη διαδικασία με την καταχώριση» της αίτησης παραμερισμού και οι «παραποιήσεις» στα ηλεμηνύματα έχουν «σκοπό να αποκρύψουν από το Δικαστήριο την πραγματική ημερομηνία που έλαβαν γνώση της ύπαρξης της αγωγής».
Με κάθε σεβασμό, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με ένα τέτοιο συλλογισμό και δεν πιστεύουμε ότι χρειάζεται να πούμε πολλά για τους λόγους της διαφωνίας μας. Η δικαστική εμπειρία καταδεικνύει ότι μια αγωγή τέτοιας εμβέλειας οδηγούμενη σε ακρόαση με αντιδικία χρειάζεται (δυστυχώς) κάποια έτη για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Έτσι, κάποιος επιτήδειος ο οποίος θα είχε ως στόχο την καθυστέρηση της διαδικασίας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επέλεγε την καταχώριση εμφάνισης παρά να αφήσει εσκεμμένα τη διαδικασία να ολοκληρωθεί (εντός δύο μηνών) στην απουσία του και να ελπίζει αόριστα ότι θα επιτύχει αργότερα να ανακόψει τα μέτρα εκτέλεσης εναντίον του. Κατά τη δική μας κρίση δεν ήταν εύλογη η πρωτόδικη κατάληξη ότι οι Εφεσείουσες άφησαν σκοπίμως να παρέλθει η 10ήμερη προθεσμία εμφάνισης και ότι μετά ανέμεναν πότε θα ληφθούν μέτρα εκτέλεσης για να κινηθούν με αίτηση παραμερισμού. Μια αίτηση της οποίας επίσης το αποτέλεσμα δεν μπορούσαν να διασφαλίσουν εκ των προτέρων, οπότε το βάρος που θα είχαν θα ήταν ασυγκρίτως μεγαλύτερο.
Όσον αφορά το Τεκμήριο 38 θα πρέπει να σημειωθεί πως περιλαμβάνει τρία ηλεμηνύματα και για δύο εξ αυτών περιλαμβάνει αντίστοιχες προωθήσεις (forward). Έχουν ως εξής:
(1) Ηλεμήνυμα ημερ. 4.2.22, των δικηγόρων της Εφεσίβλητης προς τις Εφεσείουσες, μέσω των ίδιων διευθύνσεων στις οποίες είχε επιδοθεί η αγωγή. Σε αυτό επισυνάπτονται η επιστολή απαίτησης πληρωμής, η δικαστική απόφαση και η πιστοποίηση apostille. Το ολιγόλεκτο κείμενο αναφέρεται μόνο στο ότι επισυνάπτονται έγγραφα (“Please find attached enclosures for your immediate attention”).
Το πιο πάνω ηλεμήνυμα, ο εκ των δικηγόρων των Εφεσειουσών (Τεύκρος Χαχολιάδης), το προώθησε στις 15.3.22 και ώρα 16:21 σε δικηγόρο του γραφείου τους (Κούλα Βασιλείου), χωρίς κάποιο κείμενο.
(2) Ηλεμήνυμα ημερ. 8.2.22 και ώρας 08:37, του προέδρου της Εφεσείουσας 2 (Andrew Benedek) προς άλλον αξιωματούχο της (Thor Erikson) και κοινοποίηση τόσο στον δικηγόρο τους (Τεύκρο Χαχολιάδη), όσο και σε αξιωματούχους της Εφεσείουσας 1 (Andy Kepel) και της Εφεσείουσας 2 (Diana Benedek).
Σε αυτό υπάρχει το εξής κείμενο: “Thor, I don’t get this, did Miltiades go to court without us knowing?”. Ακολουθεί στην ίδια γραμμή μικρό μέρος με μαύρη σκιαγράφηση που δεν επιτρέπει την ανάγνωση και στο τέλος αυτού ακόμα ένα ερωτηματικό.
Το πιο πάνω ηλεμήνυμα ο εκ των δικηγόρων των Εφεσειουσών (Τεύκρος Χαχολιάδης) το προώθησε επίσης στις 15.3.22 και ώρα 16:27, δηλαδή λίγα λεπτά μετά την προώθηση του πιο πάνω πρώτου μηνύματος, στην ίδια δικηγόρο του γραφείου τους (Κούλα Βασιλείου).
(3) Ηλεμήνυμα ημερ. 8.2.22 και ώρας 8:38, της αξιωματούχου της Εφεσείουσας 2 (Diana Benedek) προς άλλον αξιωματούχο της (Thor Erikson) και κοινοποίηση τόσο στον δικηγόρο τους (Τεύκρο Χαχολιάδη), όσο και σε αξιωματούχο της Εφεσείουσας 1 (Andy Kepel), καθώς και στον πρόεδρο της Εφεσείουσας 2 (Andrew Benedek).
Σε αυτό υπάρχει το εξής κείμενο: “Tefkros if i read the document- it appears that the Miltiades won in court and the court is ordering us to pay? How can this be when he did not even have a lawyer? Please explain”.
Αυτό το ηλεμήνυμα δεν εμφανίζει προώθηση προς οποιονδήποτε αλλά μόνο εκτύπωση από τον παραλήπτη δικηγόρο (Τεύκρο Χαχολιάδη).
Όπως έχουμε καταδείξει πιο πριν, ο πρωτόδικος Δικαστής υιοθέτησε, μάλιστα χωρίς κάποια μαρτυρία ειδικού, τη θέση της Εφεσίβλητης ότι οι Εφεσείουσες είχαν παραποιήσει τις προωθήσεις των ηλεμηνυμάτων. Αυτό το οποίο παραγνώρισε πλήρως ήταν πως η ένορκη δήλωση είχε γίνει από δικηγόρο στην Κύπρο και ότι τα συγκεκριμένα τρία ηλεμηνύματα ήταν έγγραφα τα οποία εκτύπωσαν οι δικηγόροι με σκοπό να τα επισυνάψουν στην ένορκη δήλωση. Ειδικότερα, οι προωθήσεις των δύο πρώτων, στις οποίες προέβη ο παραλήπτης δικηγόρος Τεύκρος Χαχολιάδης προς τη δικηγόρο Κούλα Βασιλείου στις 15.3.22, προφανώς σχετίζονται με την προετοιμασία για καταχώριση της αίτησης παραμερισμού, η οποία έγινε την μεθεπόμενη, στις 17.3.22. Εξ ου και τα εκτύπωσε η ίδια, όπως εξάλλου δηλώνει και η Εφεσίβλητη, στηριζόμενη στην υφιστάμενη έντυπη ένδειξη σε αυτά. Το τρίτο, και πάλι για τον ίδιο σκοπό, εκτυπώθηκε από τον Τεύκρο Χαχολιάδη, ο οποίος ήταν και πάλι εκ των παραληπτών.
Παρά το ότι επρόκειτο για εκτυπώσεις ηλεμηνυμάτων στις οποίες είχαν προβεί οι δικηγόροι τους από αλληλογραφία που είχαν στην κατοχή τους, εντούτοις το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε στις ίδιες τις Εφεσείουσες ότι «φρόντισαν» να μην φαίνεται σε κανένα μήνυμα η ημερομηνία προώθησης. Όμως, η απουσία της ημερομηνίας αυτής δεν αναιρούσε το γεγονός ότι και τα δύο ουσιώδη ηλεμηνύματα ημερ. 8.2.22, ήτοι το δεύτερο και τρίτο, ήταν υπαρκτά. Η όποια σκέψη ή υπόνοια ότι είχαν κατασκευαστεί και σταλεί επίτηδες δεν συνήδε με το γεγονός ότι στο δεύτερο υπήρξε και μια ερώτηση που σκιαγραφήθηκε, ως εμπίπτουσα στο επαγγελματικό απόρρητο. Δεν υπήρχε δηλαδή λόγος σε τυχόν κατασκευασμένο ηλεμήνυμα να ενταχθεί τέτοια ερώτηση που να πρέπει να αποκρυβεί μετά από λίγες ημέρες με σκιαγράφηση.
Ούτε όμως το γεγονός της φερόμενης «σύμπτωσης» εντοπισμού και από τις δύο Εφεσείουσες την ίδια μέρα είχε τη σημασία την οποία απέδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην αρχική ένορκη δήλωση τους οι Εφεσείουσες δηλώνουν ότι είναι συνδεδεμένες εταιρείες μεταξύ τους και ότι ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών (§26, 60). Είναι φανερό ότι οι Εφεσείουσες διασυνδέονται άμεσα μεταξύ τους, εξ ου και το ότι το δεύτερο ηλεμήνυμα ο Andrew Benedek το απέστειλε στις 08:37 και στην Diana Benedek, η οποία ένα λεπτό αργότερα, στις 08:38 απευθύνθηκε η ίδια στον δικηγόρο τους τον Τεύκρο Χαχολιάδη. Εσφαλμένα αυτό είχε εκληφθεί ως η «σύμπτωση» ανακάλυψης της αγωγής και από τις δύο Εφεσείουσες την ίδια μέρα. Οι υπόλοιπες τυχόν αναντιστοιχίες ή σφάλματα (π.χ. σε περιγραφή ή αριθμό αγωγής) ήταν επουσιώδεις λεπτομέρειες και δεν μπορούσαν να ασκήσουν οποιαδήποτε επίδραση. Η δε ένδειξη «Re» στην ηλεκτρονική αλληλογραφία δεν σημαίνει υποχρεωτικά «Reply», ως εισηγείται η Εφεσίβλητη, αφού ιστορικά ανάγεται πρωτίστως στη λατινική φράση «In Re» (regarding, reference, in the matter of).
Κατά τη δική μας κρίση το μόνο εύλογο συμπέρασμα ήταν ότι τα κλητήρια είχαν επιδοθεί στη βάση των διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί, ότι ήταν δυνατό για τις Εφεσείουσες να λάβουν δεόντως και εγκαίρως γνώση για τις επιδόσεις (όπως ακριβώς και έλαβαν αργότερα), πλην όμως, για λόγους που οφείλονται στους υπαλλήλους τους, ήτοι στις ίδιες, αυτό δεν έγινε εγκαίρως και δη, δεν έγινε πριν από τις 8.2.22.
Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι ευσταθούν οι λόγοι έφεσης 3 και 7. Σε σχέση με τον λόγο έφεσης 6 ευσταθεί το ότι κατεδείχθη ο λόγος της μη έγκαιρης εμφάνισης, που ήταν αντίστοιχα η μη έγκαιρη γνώση υπό τις πιο πάνω περιστάσεις. Το κατά πόσον αυτό συνιστά ικανοποιητικό λόγο σε αίτηση παραμερισμού είναι ασφαλώς διαφορετικό ζήτημα και θα εξεταστεί κατωτέρω, εάν απαιτηθεί.
Λόγος Έφεσης 5 – Συζητήσιμη Υπεράσπιση
Με τον λόγο έφεσης 5 οι Εφεσείουσες προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι απέτυχαν να καταδείξουν μια εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Σύμφωνα με την υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. ν. Mariala Construction Ltd (1996) 1(B) Α.Α.Δ. 11 το βάρος ανήκει στον εναγόμενο να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Είναι αρκετό να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Δεν απαιτείται βέβαια απόδειξη της υπεράσπισης του αλλά, όπως τονίστηκε στην Τεγκεράκης κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 289, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του εναγομένου, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, τα οποία να υποστηρίζουν την εκδοχή του εναγομένου.
Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης συνιστά το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής (Siberia Air v. Πουλλικά (2005) 1 Α.Α.Δ. 893). Όπως λεπτομερέστερα είχε τεθεί στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 28:
«Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπ' όψιν στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα, είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρ' όλον ότι λαμβάνονται υπ' όψιν από το Δικαστήριο, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης».
Στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα είχαν ως βάση το ότι η Εφεσείουσα 1, η Εφεσίβλητη, η εταιρεία Loizos Iordanou Constructions Ltd (εφεξής «η Iordanou») και η εταιρεία Medcon Construction Ltd (εφεξής «η Medcon») συνέστησαν κοινοπραξία και μετά την επιτυχία της σε δημόσιο διαγωνισμό υπέγραψαν στις 17.12.14 συμφωνία (“Final Consortium Agreement”) για τον σχεδιασμό, κατασκευή και λειτουργία Μονάδας Ολοκληρωμένης Εγκατάστασης Διαχείρισης Απορριμμάτων και Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων Επαρχίας Λεμεσού. Στις 3.3.15 υπέγραψαν ακόμα δύο συμφωνίες μεταξύ τους, με τις οποίες ρυθμίζοντο, μεταξύ άλλων, το ποσοστό συμμετοχής εκάστου μέρους στο πιο πάνω έργο, ο τρόπος λήψης αποφάσεων της κοινοπραξίας, ο τρόπος τερματισμού της και γενικά οι μεταξύ τους σχέσεις.
Αργότερα και μετά από σχετικές διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών, υπεγράφη στις 24.11.16 η προαναφερθείσα Συμφωνία Εκχώρησης Οικονομικών Δικαιωμάτων, δια της οποίας, η Εφεσίβλητη και η Iordanou, εκχώρησαν τα οικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, σε σχέση με το έργο, στην Εφεσείουσα 1 και στη Medcon. Ως εγγύηση πιστής τήρησης αυτών των υποχρεώσεων της Εφεσείουσας 1 η ίδια υπέγραψε στις 25.11.16 τρία γραμμάτια συνήθους τύπου προς όφελος της Εφεσίβλητης. Αντίστοιχα γραμμάτια υπεγράφησαν και προς όφελος της Iordanou. Την πληρωμή όλων των γραμματίων εγγυήθηκε η Εφεσείουσα 2 σε πρώτη ζήτηση.
Η Εφεσείουσα 1 συμμορφούμενη με τις υποχρεώσεις της βάσει της εκχώρησης, ήτοι τους όρους 3(e) και 3(f) αυτής, κατέβαλε €100.000 στις 25.11.16 και €270.000 (το ποσόν του πρώτου γραμματίου) στις 8.2.17, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίρρηση εκ μέρους της.
Το δεύτερο και το τρίτο γραμμάτιο, αξίας €340.000 έκαστο, θα καθίσταντο πληρωτέα άμα τη εκδόσει αντίστοιχα του δεύτερου και τρίτου ενδιάμεσου πιστοποιητικού πληρωμής για τη λειτουργία του έργου. Στις 17.7.18 και αφού ο Εργοδότης του έργου εξέδωσε και πλήρωσε στην Εφεσείουσα 1 και στη Medcon Construction Ltd το δεύτερο ενδιάμεσο πιστοποιητικό για τη λειτουργία του έργου και αφού έτσι κατέστη πληρωτέο το ποσό των €340.000, ως ο όρος 3(g) της εκχώρησης, η Εφεσίβλητη με επιστολή της απαίτησε από την Εφεσείουσα 1 τη συμμόρφωση της με τους όρους της εκχώρησης και του γραμματίου. Η Εφεσείουσα 1 όμως αρνήθηκε την καταβολή του οφειλόμενου ποσού και με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 18.7.18 προέβαλε για πρώτη φορά ισχυρισμούς περί εξαπάτησης και ή δόλου και ή ψυχικής πίεσης και ή εξαναγκασμού της προς υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης και των γραμματίων.
Εν τω μεταξύ, ο Εργοδότης εξέδωσε και το τρίτο ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής, γεγονός το οποίο ενεργοποίησε και τον όρο 3(h) της εκχώρησης, οπότε κατέστη πληρωτέο και το τρίτο γραμμάτιο αξίας επίσης €340.000. Παρά δε τις επανειλημμένες οχλήσεις προς τις Εφεσείουσες, εντούτοις αρνήθηκαν την καταβολή οποιουδήποτε ποσού στην Εφεσίβλητη.
Τα πιο πάνω αποτελούν τα γεγονότα όπως κατά βάσιν τα συνόψισε και ο πρωτόδικος Δικαστής. Οι Εφεσείουσες δεν διαφωνούν με τα γεγονότα αυτά ούτε προσβάλλουν κάποια από τις σχετικές πρωτόδικες καταγραφές. Δέχονται δε ότι η αξίωση της Εφεσίβλητης βασίζεται σε δύο γραμμάτια συνήθους τύπου τα οποία υπέγραψε η Εφεσείουσα 1 με την εγγύηση της Εφεσείουσας 2.
Η εκδοχή των Εφεσειουσών είναι πως η αναφερόμενη συμφωνία εκχώρησης ημερ. 24.11.16 ήταν προϊόν εξαναγκασμού, οικονομικού εξαναγκασμού και αποτέλεσμα οικονομικής πίεσης, αθέμιτης πίεσης και ψυχικής πίεσης από την Εφεσίβλητη, στοιχεία τα οποία κατά την εισήγηση, καθιστούν την εκχώρηση και τα γραμμάτια άκυρα ή ακυρωτέα κατά τρόπον που προκύπτει καλή υπεράσπιση βάσει της επιφύλαξης του Άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου. Παραπέμπουν όσον αφορά το υπόβαθρο αυτού του ισχυρισμού στα όσα γεγονότα παραθέτουν στις §24 έως 64 της αρχικής ένορκης δήλωσης τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρεται να εξέτασε τις εν λόγω θέσεις. Στην πραγματικότητα όμως και για αυτό το θέμα υιοθέτησε verbatim τις θέσεις της Εφεσίβλητης, όπως ορθώς επισημαίνουν οι Εφεσείουσες. Σε αυτή την επιλογή του οφείλεται, κατά την κρίση μας, η υιοθέτηση ακόμα και του επιχειρήματος ότι οι ισχυρισμοί των Εφεσειουσών είχαν «ήδη τεθεί […] και αξιολογηθεί τουλάχιστον πέντε φορές στα πλαίσια πέντε διαφορετικών διαδικασιών, με το ίδιο σε όλες απορριπτικό αποτέλεσμα». Αναφερόταν εδώ το πρωτόδικο Δικαστήριο σε προηγηθείσες πρωτόδικες αποφάσεις που είχαν δοθεί αφενός σε γενική αίτηση της Εφεσείουσας (332/18) για παραπομπή σε διαιτησία και αφετέρου σε αιτήσεις στις αντίστοιχες αγωγές της Iordanou (2555/818, 2988/18) είτε για ενδιάμεσα διατάγματα είτε για αναστολή διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας, για τις οποίες μάλιστα εκκρεμούσαν οι τέσσερεις εκ των πέντε εφέσεων, που είχαν καταχωριστεί (Ε46/20, Ε93/820, Ε82/21, Ε230/21).
Δεν μπορούσαν όμως οι αποφάσεις αυτές να προκαθορίσουν το αποτέλεσμα της αίτησης των Εφεσειουσών για παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης και δη του ζητήματος της ύπαρξης ή όχι καλής υπεράσπισης. Το συγκεκριμένο πρωτόδικο σχόλιο ήταν τουλάχιστον ατυχές και δεν επιθυμούμε να δώσουμε άλλη συνέχεια. Άλλωστε αυτό που έχει σημασία για σκοπούς της παρούσας έφεσης, είναι πως το πρωτόδικο Δικαστήριο συμφώνησε με τη θέση ότι τα όσα ανέφεραν οι Εφεσείουσες ήταν γενικά ή αόριστα και ότι δεν απεκάλυπταν την υπεράσπιση που προέβαλλαν, ήτοι δεν απεκάλυπταν ότι τα γραμμάτια «αποτελούν προϊόν εξαναγκασμού και ή οικονομικού εξαναγκασμού και για αυτό είναι άκυρα και ή ακυρώσιμα». Έχουμε από δικής μας πλευράς, καθηκόντως εξετάσει με προσοχή όλους τους ισχυρισμούς των Εφεσειουσών στην προσπάθεια να ελέγξουμε ακριβώς αυτή τη θέση τους και την πρωτόδικη κατάληξη, παρά το σφάλμα που έχει παρατηρηθεί.
Προέχει κάποια σύνοψη των σχετικών νομικών αρχών. Το Άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου προβλέπει ότι το περιεχόμενο γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κώστα ν. Τσιακλή κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1418, το Άρθρο 80 καθιερώνει μεν αυστηρό κανόνα απόδειξης αλλά ο κανόνας αυτός δεν είναι απόλυτος αφού η επιφύλαξη του εν λόγω άρθρου εισάγει εξαίρεση σύμφωνα με την οποία αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Ασφαλώς το Άρθρο 80 αναφέρεται στον «εξαναγκασμό» όπως αυτός ορίζεται στο Άρθρο 15 του περί Συμβάσεων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο «εξαναγκασμός» είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή η παράνομη κατακράτηση ή η απειλή κατακράτησης περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με την πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία. Κατά το Άρθρο 19 του ιδίου Νόμου, εάν η συναίνεση σε συμφωνία παρεσχέθη συνεπεία εξαναγκασμού, τότε η σύμβαση είναι ακυρώσιμη (voidable) κατ’ επιλογήν του μέρους του οποίου η συναίνεση εξασφαλίστηκε με αυτό τον τρόπο.
Όπως διαπιστώνουμε από το περίγραμμα, τη νομολογία και τα συγγράμματα στα οποία γίνεται αναφορά, οι Εφεσείουσες δεν προβάλλουν ότι υπήρξε εξαναγκασμός υπό την ως άνω κλασική μορφή του. Αυτό που υποστηρίζουν είναι πως υπήρξε «οικονομικός εξαναγκασμός» (economic duress). Ο οποίος όντως αποτελεί μέρος του ημεδαπού δικαίου, κατά τον τρόπο που εξηγείται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Το Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.ά. (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 1000:
«Ο όρος "εξαναγκασμός" που αναφέρεται στο άρθρο 15 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αναιρεί την "ελεύθερη συναίνεση", αλλά όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος μας, δεν καλύπτει απειλές στις επιχειρήσεις ή το εμπόριο. Οι μετέπειτα εξελίξεις που σημειώθηκαν στον αγγλικό νόμο στον τομέα αυτό αναφέρονται στην Universe Tankships v. ITF (ανωτέρω) και μας φέρνουν στο δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού που είναι αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) που οδηγεί και αυτό σε ακύρωση της σύμβασης αν ανατρέπει την ελεύθερη βούληση του εξαναγκασθέντος. Το δόγμα αυτό σαν δόγμα του δικαίου της επιείκειας εφαρμόζεται κατά συνέπεια και στην Κύπρο και καλύπτει τις εμπορικές συναλλαγές και εμπορικές συμβάσεις. Με βάση την αγγλική νομολογία που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 516, οικονομικός εξαναγκασμός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση και είναι επομένως σημαντικό να διαπιστωθεί κατά πόσο το άτομο που υπέστη την πίεση δεν διαμαρτυρήθηκε ή κατά πόσο είχε υπαλλακτική οδό και δεν την έλαβε, π.χ. δικαστικά μέτρα για άρση του εξαναγκασμού ή για ακύρωση της σύμβασης ή που επιβεβαίωσε τη σύμβαση. Ο οικονομικός εξαναγκασμός εφαρμόζεται εκεί που η φαινομενική συγκατάθεση της μιας πλευράς είναι προϊόν πίεσης που ασκείται από την άλλη πλευρά, την οποία ο νόμος δεν θεωρεί νόμιμη».
Στην αναφερόμενη πιο πάνω παλαιότερη υπόθεση Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 516 αναγνωρίστηκε ότι ο οικονομικός εξαναγκασμός «… επιφέρει τα ίδια ακυρωτικά αποτελέσματα που επιφέρει κάθε άλλη μορφή καταναγκασμού», ήτοι η σύμβαση η οποία συνομολογείται ως αποτέλεσμα οικονομικού εξαναγκασμού είναι ακυρώσιμη (voidable), κατ’ επιλογήν του εξαναγκασθέντος (βλ. και «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Π.Γ. Πολυβίου, 2021, Τόμος Α΄, σ. 321). Στην ίδια υπόθεση, Κούτας (ανωτέρω), υιοθετήθηκε από την Pao On v. Lan Yiu (1979) 3 All E.R. 65, το ακόλουθο απόσπασμα:
“Duress, whatever form it takes, is a coercion of the will so as to vitiate consent. Their Lordships agree with the observation of Kerr J in The Siboen and The Sibotre that in a contractual situation commercial pressure is not enough. There must be present some factor 'which could in law be regarded as a coercion of his will so as to vitiate his consent'. This conception is in line with what was said in this Board's decision in Barton v. Armstrong […]. In determining whether there was a coercion of will such that there was no true consent, it is material to enquire whether the person alleged to have been coerced did not protest; whether, at the time he was allegedly coerced into making the contract, he did or did not have an alternative course open to him such as an adequate legal remedy; whether he was independently advised; and whether after entering the contract he took steps to avoid it. All these matters are, as was recognised in Maskell v. Horner, relevant in determining whether he acted voluntarily or not.
In the present case […]. In short, there was commercial pressure, but no coercion. […].
American law (Willstone on Contracts) now recognises that a contract may be avoided on the ground of economic duress. The commercial pressure alleged to constitute such duress must, however, be such that the victim must have entered the contract against his will, must have had no alternative course open to him, and must have been confronted with coercive acts by the party exerting the pressure: see Willstone on Contracts. American judges pay great attention to such evidential matters as the effectiveness of the alternative remedy available, the fact of absence of protest, the availability of independent advice, the benefit received, and the speed with which the victim has sought to avoid the contract. Recently two English judges have recognised that commercial pressure may constitute duress the pressure of which can render a contract voidable: see Kerr J in The Siboen and the Sibotre and Mocatta J in North Ocean Shipping Co Ltd v. Hyundai Constrution Co Ltd. Both stressed that the pressure must be such that the victim's consent to the contract was not a voluntary act on his part. In their Lordship's view, there is nothing contrary to principle in recognising economic duress as a factor which may render a contract voidable, provided always that the basis of such cognition is that it must amount to a coercion of will, which vitiates consent. It must be shown that the payment made or the contract entered into was not a voluntary act”.
(έμφαση δοθείσα)
Μετά την παράθεση και άλλων αποσπασμάτων από αγγλική σχετική νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις σχετικές αρχές στην Κούτας (ανωτέρω) ως εξής:
«Από τα αποσπάσματα των Αγγλικών αποφάσεων που παραθέτουμε πιο πάνω προκύπτει ότι απαραίτητο στοιχείο του οικονομικού καταναγκασμού είναι η άσκηση πίεσης σε ένα συμβαλλόμενο να εγκαταλείψει ή να τροποποιήσει προς ζημιά του καθορισμένα συμβατικά δικαιώματά του προς όφελος του συμβαλλόμενου που ασκεί την πίεση την οποία ο νόμος θεωρεί απαράδεκτη και άδικη (inequitable). H πιο συνηθισμένη μορφή οικονομικού καταναγκασμού είναι η απειλή παράβασης συμβολαίου από το συμβαλλόμενο που ασκεί την πίεση εκτός εάν ο άλλος συμβαλλόμενος δεχθεί είτε να μειώσει το προς αυτόν οφειλόμενο ποσό είτε να αυξήσει το ποσό που οφείλει να πληρώσει βάσει του συμβολαίου. H κακόπιστη, άδικη και ασυνείδητη συμπεριφορά του προσώπου που εσκεμμένα ασκεί την πίεση ή που κομίζει όφελος από την άσκηση της πίεσης αποτελεί το βασικότερο συστατικό του οικονομικού καταναγκασμού. Απαιτείται επίσης ύπαρξη συνθηκών είτε οικονομικής αδυναμίας του θύματος είτε κινδύνου πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς σ' αυτόν αν αρνηθεί να υποχωρήσει στις πιέσεις και η ταυτόχρονη ανυπαρξία λογικής διαζευκτικής λύσης ή θεραπείας. Το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού είναι αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) οι αρχές του οποίου προστατεύουν τον αδύνατο έναντι του δυνατού και τον αγαθό έναντι του πονηρού, του άδικου, του ασυνείδητου και του κακόπιστου».
Όσον αφορά την παρούσα δεν κρίνουμε ότι απαιτείται λεπτομερής παράθεση των όσων οι Εφεσείουσες προέβαλαν στις προαναφερθείσες §24 έως 64 της αρχικής δήλωσης τους. Αρκούμαστε στην παράθεση ορισμένων βασικών στοιχείων, πρώτα για τις §24 έως 34.
Προβάλλεται στις εν λόγω πρώτες παραγράφους, χωρίς να αντικρούεται, ότι η Εφεσείουσα 1 ήταν η μόνη εκ των τεσσάρων εταίρων η οποία συμμετείχε με ποσοστό 16% στην κοινοπραξία. Οι άλλες τρεις εταιρείες (οι κυπριακές) συμμετείχαν με ποσοστό 28% εκάστη. Το κατακυρωθέν έργο αποτελείτο αφενός από το κατασκευαστικό σκέλος και αφετέρου από τη 10ετή περίοδο λειτουργίας και διαχείρισης του έργου. Η Εφεσείουσα 1 ανέλαβε την επεξεργασία αποβλήτων, τον εξοπλισμό και την παραγωγή ενέργειας, ως η μόνη εκ των εταίρων με την απαραίτητη τεχνογνωσία. Η Medcon και η Iordanou ανέλαβαν την κατασκευή. Η Εφεσίβλητη περιορίστηκε σε ρόλο συνδιαχειριστή. Η κοινοπραξία ανέλαβε το όλο έργο για το ποσό των €73.117.800. Τραπεζικές εγγυήσεις για την πιστή εκτέλεση έδωσαν μόνον η Εφεσείουσα 1 και η Medcon, ήτοι €4,5 εκ. εκάστη, καθότι οι άλλοι δύο εταίροι δεν διέθεταν τα απαραίτητα κεφάλαια. Μάλιστα η Εφεσείουσα 1 και η Medcon δέχθηκαν να αναβληθεί η καταβολή προς αυτές των ποσών €1,5 εκ. και €2,5 εκ. αντίστοιχα, που είχε ήδη καταβάλει ο Εργοδότης, ούτως ώστε να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση του έργου.
Τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην υπογραφή της εκχώρησης εκτίθενται στις §35 έως 64 και καταλαμβάνουν 15 σελίδες. Καλύπτουν όχι μόνο το χρονικό διάστημα από 23.6.16 έως τις 24.11.16 ημερομηνία της εκχώρησης, αλλά και μέχρι την προσφυγή της Εφεσείουσας 1 στις 4.9.18 στο Ε.Δ. Λευκωσίας, με τις Γ.Α. 332/18 και Γ.Α. 333/18, καθώς και τις ακολουθήσασες στις 13.9.18 και 30.10.18 αγωγές της Iordanou υπ’ αρ. 2555/18 και 2988/18, εναντίον και πάλι των Εφεσειουσών.
Οι Εφεσείουσες παραθέτουν αρκετές λεπτομέρειες των σχέσεων μεταξύ εταίρων, των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν, των εκατέρωθεν απόψεων, εισηγήσεων και ενεργειών. Προβάλλουν ότι τα πρώτα μεγάλα προβλήματα προέκυψαν αναφορικά με τη Μονάδα Επεξεργασίας Υγρών Αποβλήτων («ΜΕΥΑ»), για την οποία υπήρχε μια διαφορά στο κόστος, ύψους €2,5 εκ. Προσθέτουν ότι ακόμα και όταν διαπιστώθηκε ότι η διαφορά στο κόστος αυτό οφείλεται σε λάθος του μηχανικού του έργου, η Εφεσίβλητη και η Iordanou εκβιαστικά μπλόκαραν την υποβολή απαίτησης με αποτέλεσμα ο Εργοδότης να αρνείται να αποζημιώσει, επικαλούμενος μη έγκαιρη υποβολή της απαίτησης. Υποστηρίζουν ότι η Εφεσίβλητη και η Iordanou εμπόδιζαν και την καταβολή των καθυστερημένων πληρωμών προς την Εφεσείουσα 1 ύψους €1,5 εκ. παρά την αποδοχή τους σε συνέλευση της κοινοπραξίας στις 21.7.16. Παράλληλα η Εφεσείουσα 1 ενημερώθηκε από τη Medcon ότι η Εφεσίβλητη και η Iordanou ζητούσαν όπως επέλθει «διαζύγιο» μεταξύ των συνεταίρων. Είναι δεκτό πως η Εφεσείουσα 1 απάντησε στις 27.7.16 (Τεκμήριο 14) ότι εάν δεν καταβάλλονταν οι καθυστερημένες πληρωμές δεν θα εισέρχετο σε συζητήσεις για εξαγορά των μεριδίων της Εφεσίβλητης και της Iordanou. Ο εκβιασμός υπό της Εφεσίβλητης και της Iordanou συνεχίστηκε αφού εξακολούθησαν να αποτρέπουν τη λήψη αποφάσεων για τη ΜΕΥΑ. Ζητούσαν δε από την Εφεσείουσα 1 και τη Medcon να τους υποβάλουν μια «σεβαστή προσφορά». Η Εφεσίβλητη και η Iordanou ζητούσαν €3.4 εκ. για να αποχωρήσουν από την κοινοπραξία. Προτάσεις για μικρότερο ποσό απερρίφθησαν. Υπήρχε κίνδυνος το έργο να διακοπεί και η Εφεσείουσα 1 με τη Medcon να έχαναν τις εγγυήσεις που είχαν παράσχει.
Υποστηρίζεται επίσης, ότι η διαφύλαξη των εν λόγω εγγυήσεων ήταν το σημαντικότερο για την Εφεσείουσα 1, όπως αποτυπώνεται σε ηλεμηνύματα της προς τους Ολλανδούς δικηγόρους της ημερ. 11.8.16 και 23.8.16 (Τεκμήριο 21), στα οποία αποτυπώνεται και η κατ’ ισχυρισμόν εκβιαστική και παρακωλυτική συμπεριφορά της Εφεσίβλητης και της Iordanou. Η Εφεσείουσα 1 δέχεται ότι μελέτησε το ενδεχόμενο να παρέπεμπε τη διαφορά στα αρμόδια Κυπριακά Δικαστήρια, όπως προέβλεπε η συμφωνία των συνεταίρων ημερ. 3.3.15, πλην όμως αυτό θα καθυστερούσε πάρα πολύ, πράγμα που θα οδηγούσε το έργο σε αδιέξοδο και σε παραβίαση της σύμβασης ανάθεσης με ζημιά εκατομμυρίων στην ίδια την Εφεσείουσα 1. Για αυτό, οι Εφεσείουσες υποστηρίζουν στην ένορκη δήλωση ότι:
«54. Συνακόλουθα η Εναγόμενη 1 μη έχοντας άλλη εύλογη εναλλακτική επιλογή και στην προσπάθεια της να ολοκληρώσει το Έργο ούτως ώστε να περιορίσει τόσο την οικονομική της ζημία όσο και την ζημία στην φήμη της, ιδιαίτερα και ειδικότερα της συνδεδεμένης της εταιρείας Εναγόμενη 2, εξαναγκάστηκε να συμφωνήσει να καταβάλει τα ποσά που οι Ενάγοντες και ο Loizos εκβιαστικά απαιτούσαν και στις 24.11.2016 συμβλήθηκε μαζί με την Medcon από τη μια ως εκδοχείς (assignees) και με τους Ενάγοντες και τον Loizos ως εκχωρητές (assignors) στην Συμφωνία Εκχώρησης με την οποία οι τελευταίοι εκχώρησαν τα οικονομικά τους δικαιώματα σε σχέση με το Έργο στην Εναγόμενη 1 και στη Medcon - οι οποίοι θα κατέβαλλαν σ' αυτούς αφενός μεν η Εναγόμενη 1 το συνολικό πόσο το ποσό των €2.2 εκ. Ευρώ και η Medcon το συνολικό ποσό των €1.3 εκ. Ευρώ όσα δηλαδή απαιτούσαν εξαρχής οι Ενάγοντες και ο Loizos - και η Εναγόμενη 1 και 2 εξαναγκάστηκαν να παρέχουν τις εγγυήσεις και ή τα γραμμάτια που προβλέπονταν στην εν λόγω συμφωνία συμπεριλαμβανομένων των επίδικων εγγυήσεων και ή γραμματίων στην βάση των οποίων εκδόθηκε η Ερήμην Απόφαση».
Έχουμε εξετάσει με τη μέγιστη προσοχή τα πιο πάνω προβαλλόμενα από τις Εφεσείουσες. Με κάθε σεβασμό δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι αυτά αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, για λόγους που εξηγούμε κατωτέρω.
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα να ήταν ab initio άκυρη ή να ακυρώθηκε αργότερα η συμφωνία εκχώρησης ημερ. 24.11.16, στη βάση των όσων υποστηρίζουν οι Εφεσείουσες. Η συμφωνία εκχώρησης ήταν έγκυρη και παρέμενε έγκυρη, εκτός εάν την ακύρωνε ή τερμάτιζε κάποιος από τους συμβαλλόμενους. Το μόνο θέμα το οποίο θα μπορούσε να συζητηθεί θα ήταν το εάν η εκχώρηση ήταν ακυρώσιμη (voidable) εξαιτίας του προβαλλόμενου οικονομικού εξαναγκασμού. Υπό τέτοιες περιστάσεις όμως θα απαιτείτο από τις Εφεσείουσες να είχαν προχωρήσει στην ακύρωση και ή τερματισμό της συμφωνίας εκχώρησης για ένα τέτοιο λόγο, ήτοι λόγω του οικονομικού εξαναγκασμού. Σε αντίθετη περίπτωση η συμφωνία παραμένει έγκυρη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4η έκδοση, (reissue), Τόμος 9(1), παράγραφος 607:
“A “voidable contract” is one which is initially valid, but where one or more of the parties has a right of election to avoid or to continue and so validate it. Unless and until a right of avoidance is exercised a voidable contract remains valid”.
(έμφαση δοθείσα)
Εξετάζονται λοιπόν τα όσα ακολούθησαν την υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης. Δεν θα αποδώσουμε ιδιαίτερη σημασία στην εξόφληση στις 8.2.17 του πρώτου γραμματίου, το οποίο ήταν πληρωτέο στις 31.1.17. Οι Εφεσείουσες επικαλούνται ότι δεν μπορούσαν μέχρι τότε να ενεργήσουν ελεύθερα διότι η Εφεσίβλητη και η Iordanou «ήταν ακόμη κατά τον εν λόγω χρόνο συνέταιροι στην Κοινοπραξία» και αποκλειστικός αντιπρόσωπος της κοινοπραξίας έναντι του Εργοδότη ήταν ακόμα κάποιος λειτουργός της Εφεσίβλητης (Γιαννάκης Ιωάννου). Κάτι τέτοιο θα μπορούσε δυνητικά να δικαιολογήσει την καθυστέρηση (στο να ακυρωθεί η εκχώρηση) μέχρι την αποχώρηση των εκχωρητών.
Εξ αντιδιαστολής όμως προς το πιο πάνω, αποκτούν σημασία ειδικά οι ενέργειες των Εφεσειουσών μετά την αποχώρηση της Εφεσίβλητης και της Iordanou από την κοινοπραξία. Δεν μπορεί λοιπόν να μην συνεκτιμηθεί εδώ πως η Εφεσείουσα 1 όχι μόνο δεν τερμάτισε οποτεδήποτε τη συμφωνία εκχώρησης αλλά την επόμενη μέρα της αποχώρησης της Εφεσίβλητης και της Iordanou από την κοινοπραξία, ήτοι στις 18.10.17, η Εφεσείουσα 1 και η Medcon ανέθεσαν υπεργολαβικά τη διαχείριση μέρους του έργου σε τρίτη εταιρεία, την MD Limassol Waste Management Company Ltd (Τεκμήριο 28). Επρόκειτο σαφώς για μέτρο επιβεβαίωσης της εκχώρησης (affirmation).
Ουσιαστικά η Εφεσείουσα 1 (με τη Medcon), ανέλαβε έκτοτε το έργο, ακριβώς λόγω της συμφωνίας εκχώρησης, στη βάση της σύμβασης ανάθεσης και λειτουργίας. Ήγειρε θέμα πολύ αργότερα και δη μόνον όταν στις 17.7.18 η Εφεσίβλητη απαίτησε την πληρωμή του δεύτερου γραμματίου. Πλην όμως και πάλι δεν τερμάτισε τη συμφωνία εκχώρησης. Δεν άσκησε δηλαδή το δικαίωμα που είχε, εάν προτίθετο να επιμένει στην προβολή ισχυρισμού για οικονομικό εξαναγκασμό.
Μάλιστα, στις 4.9.18 η Εφεσείουσα 1 καταχώρισε στο Ε.Δ. Λευκωσίας τις δύο Γενικές Αιτήσεις υπ’ αρ. 332/18 και 333/18, χωρίς και πάλι να έχει προηγηθεί τερματισμός ή να τεθεί στις διαδικασίες αυτές (ή και άλλες) ζήτημα τερματισμού. Με την πρώτη γενική αίτηση ζήτησε απλώς τον διορισμό διαιτητή προς επίλυση των διαφορών των μερών «λόγω του ότι τα μέρη στην προγενέστερη τους αλληλογραφία δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στο πρόσωπο του διαιτητή». Εναντίον της απορριπτικής απόφασης καταχώρισε έφεση (Ε230/21). Με τη δεύτερη ως άνω γενική αίτηση της ζήτησε μονομερώς διάταγμα που να απαγόρευε στην Εφεσίβλητη και στην Iordanou να προχωρήσουν δικαστικώς «αναφορικά με τις διαφορές που απορρέουν από τη Συμφωνία Εκχώρησης», την οποία απέσυρε αργότερα (μετά τη μη έκδοση του διατάγματος μονομερώς και την καταχώριση ένστασης από τους αντιδίκους).
Εννοείται βέβαια, πως ούτε μέχρι την καταχώριση της κρινόμενης εδώ αίτησης παραμερισμού, στις 17.3.22, η Εφεσείουσα 1 προχώρησε σε οποιονδήποτε τερματισμό ή ακύρωση της συμφωνίας εκχώρησης. Αντιλαμβανόμαστε ότι μια τέτοια ενέργεια θα έθετε ξανά ζητήματα κατοχής και λειτουργίας του έργου, εξέλιξη ενδεχομένως μη επιθυμητή στις Εφεσείουσες. Πλην όμως δεν είναι λογικό να εγείρεται μετά από έξι έτη, το 2022, ζήτημα οικονομικού εξαναγκασμού επί σκοπώ απεγκλωβισμού μόνο από το επαχθές μέρος μιας συμφωνίας, ήτοι μόνο για τη μη πληρωμή των γραμματίων, τα οποία ήταν ουσιαστικά το αντάλλαγμα για την εκχώρηση. Άλλωστε, κατά το Άρθρο 64 του περί Συμβάσεων Νόμου, σε κάθε περίπτωση στην οποία ο συμβαλλόμενος κατ’ επιλογήν του οποίου η σύμβαση είναι ακυρώσιμη (voidable), προχωρήσει σε τερματισμό της, τότε ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να εκπληρώσει οποιαδήποτε υποχρέωση ενώ και ο υπαναχωρών υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος που έχει προσποριστεί (βλ. και «Το Δίκαιο των Συμβάσεων, ανωτέρω, Τόμος, Β΄, σ. 796»).
Υπενθυμίζουμε ότι, στη βάση της ένορκης δήλωσης των Εφεσειουσών, η απαίτηση της άλλης πλευράς ήταν όπως η Εφεσείουσα 1 και η Medcon υποβάλουν προσφορά «η οποία θα προνοούσε είτε το δικαίωμα αγοράς είτε το δικαίωμα πώλησης της συμμετοχής των συνεταίρων» (§41). Ήταν κατόπιν αυτού που η Εφεσείουσα 1 συμφώνησε με τη Medcon «ότι είτε θα αποχωρούσαν μαζί από την Κοινοπραξία είτε θα παρέμεναν ως μοναδικοί συνέταιροι στην Κοινοπραξία» (§41). Υπήρχαν δηλαδή και άλλες επιλογές κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων. Έχει δε τη σημασία του πως κατόπιν συνεννόησης της Εφεσείουσας 1 με τη Medcon, οι δύο αυτές εταιρείες υπέβαλαν πρώτες προσφορά στις 5.8.16 για εξαγορά των άλλων δύο εταίρων (§42). Παρομοίως, συνεκτιμάται και το ότι αρκετά πριν την υπογραφή της εκχώρησης, η Εφεσείουσα 1, στις 23.8.16 «ζήτησε τη βοήθεια του δικηγόρου της στην Ολλανδία ούτως ώστε να συνδράμει στις διαπραγματεύσεις για να εξαγοράσει τον κίνδυνο» (§49). Αυτά, χωρίς να παραγνωρίζεται ότι οι οικονομικά ισχυροί εταίροι εξαρχής ήταν η Εφεσείουσα 1 και η Medcon, οι οποίες ήταν και οι μόνες που είχαν τη δυνατότητα να παράσχουν τις αρχικές τραπεζικές εγγυήσεις.
Όλα τα πιο κάνω, κατά τη δική μας κρίση, καταδεικνύουν ότι οι Εφεσείουσες δεν είχαν επιτύχει να καταδείξουν εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Από τον συνδυασμό όλων των στοιχείων αναδύετο μεν εμπορική ή συναλλακτική πίεση από την Εφεσίβλητη, η οποία όμως πίεση δεν έφθασε ποτέ μέχρι το σημείο να αναιρέσει το εκούσιο της επιλογής των Εφεσειουσών. Εξ ου και δεν προχώρησαν οποτεδήποτε στην ακύρωση της συμφωνίας εκχώρησης για λόγους οικονομικού εξαναγκασμού. Η μη ακύρωση είναι το πιο καθοριστικό στοιχείο, το οποίο εκβαραθρώνει την προβληθείσα υπεράσπιση.
Ο λόγος έφεσης 5 υπόκειται σε απόρριψη.
Κατάληξη
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η έφεση απορρίπτεται.
Το ότι οι Εφεσείουσες πέτυχαν σε κάποιους λόγους λαμβάνεται υπ’ όψιν στα έξοδα που θα κληθούν να καταβάλουν.
Επιδικάζονται προς όφελος της Εφεσίβλητης και εις βάρος των Εφεσειουσών 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, έξοδα €5.000 συν Φ.Π.Α.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ. Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ. Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο