ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Αίτηση Αρ.: 1/2026)
18 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΖΟΡΜΠΑΣ,
Αιτητής,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Καθ’ ης η αίτηση.
______________________________
Αίτηση για παράταση του χρόνου για καταχώρηση έφεσης ημερομηνίας 23.1.2026
Σ. Χαραλάμπους με Κ. Γιαννακού (κα), για τον Αιτητή
Σ. Παπουή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ’ ης η αίτηση
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, κατά την 10.9.2025 επιβλήθηκε στον αιτητή ποινή, μετά από καταδικαστική απόφαση εναντίον του. Κατά την 12.9.2025, ο αιτητής καταχώρισε αυτοπροσώπως έφεση, την Ποινική Έφεση 242/2025, προβάλλοντας, ως λόγο έφεσης, το υπερβολικό της ποινής. Συγκεκριμένα, η μόνη αναφορά στην εν λόγω ειδοποίηση έφεσης ήταν χειρόγραφη αναφορά «Υπερβολική Ποινή».
Με την παρούσα αίτησή του, ο αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος το οποίο να παρατείνει τον χρόνο καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης κατά της απόφασης καταδίκης εναντίον του και να επιτρέπει την καταχώριση τέτοιας έφεσης εντός του χρόνου που το Δικαστήριο θα κρίνει εύλογο. Βάση για την αίτηση αποτελεί το Άρθρο 134 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
Προς υποστήριξη της αίτησής του, ο αιτητής, στην ένορκή του δήλωση, αναφέρεται στη διαφωνία που προέκυψε μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του πρωτοδίκως σε σχέση με τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης μετά την καταδίκη του και τον τερματισμό της μεταξύ τους συνεργασίας. Ο ίδιος, ως αναφέρει, καταχώρισε έφεση η οποία εξετάστηκε από το Εφετείο στις 14.10.2025, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε νομική συμβουλή και χωρίς να έχει οποιοδήποτε νομικό σύμβουλο. Δεν είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο και την έκταση του ένδικου μέσου της έφεσης και ότι το τι καταχώρισε αυτοπροσώπως αφορούσε μόνο την ποινή. Αναφέρεται, συναφώς, στην ημερομηνία εμφάνισής του ενώπιον του Εφετείου, στις 14.10.2025, κατά την οποία ανέφερε ότι καταδικάστηκε για εμπρησμό χωρίς στοιχεία και στο ότι αντιλήφθηκε ότι η έφεση που καταχώρισε αφορούσε μόνο το ύψος της ποινής όταν η υπόθεση είχε πλέον ανατεθεί στον νέο δικηγόρο που διόρισε, όταν του παραδόθηκε το εφετήριο έγγραφο.
Τα ως άνω είναι που αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης, χωρίς να είναι δυνατόν να προστεθούν σε αυτά οποιοιδήποτε ισχυρισμοί ή θέσεις μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον αιτητή.
Από την πλευρά της, η καθ' ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στη βάση τεσσάρων λόγων, ως αυτοί παρατίθενται στο σώμα της ένστασης. Προβάλλεται, κατ' ουσίαν, το αβάσιμο και αδικαιολόγητο της αίτησης, αφού δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος ή εξαιρετικές περιστάσεις για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης και δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις της νομολογίας για την παράταση του χρόνου αυτού, ενώ παρατηρείται, επίσης, αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης.
Σύμφωνα με το Άρθρο 134 του Κεφ. 155, για να παραταθεί ο χρόνος καταχώρισης έφεσης, είναι απαραίτητη η απόδειξη βάσιμου λόγου. Στην ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Αίτηση 8/2025, ημερομηνίας 17.9.2025, είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα και που αναδεικνύουν την αναγκαιότητα να υπήρξε ουσιαστική αδυναμία του εφεσείοντα να ενεργήσει εγκαίρως και ορθώς προς τον σκοπό καταχώρισης έφεσης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παρατείνει τον χρόνο αυτό θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι προεξάρχουσα αρχή αποτελεί η ανάγκη για τελεσιδικία χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Ως υποδείξαμε:
«Στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Ποινική Αίτηση Αρ. 7/25, ημερομηνίας 17.7.2025, συνοψίστηκαν οι νομολογιακές αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα. Λέχθηκε, συναφώς:
«Οι αρχές με βάση τις οποίες κρίνονται αιτήματα για παράταση του χρόνου καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης καταγράφονται στο πιο κάτω απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Αίτ. 8/24, ημερ. 29.10.2024:
«Αρχής γενομένης από την υπόθεση Αγαπίου κ.ά. v. Σαλάτα, Ποιν. Αίτ. 11/2022, ημερ. 20.12.23, είχαμε την ευκαιρία σε σειρά παρόμοιων αιτήσεων να αναφερθούμε στις εφαρμοζόμενες σχετικές αρχές, οι οποίες θεωρούμε ότι συνοψίζονται επαρκέστατα στην υπόθεση Rolandos Enterprises Public Ltd κ.ά. v. Frou Frou Investments Ltd, Ποιν. Αίτ. 5/20, ημερ. 3.2.21 ως εξής:
"Διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο καταχώρισης έφεσης δυνάμει του άρθρου 134 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ασκείται κατόπιν απόδειξης «βάσιμου λόγου» στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Θεωρούμε χρήσιμο να υπομνήσουμε τη βασική νομολογιακή αρχή ότι παράταση δίδεται όταν συντρέχει ουσιαστική αδυναμία του εφεσείοντα να ενεργήσει έγκαιρα και ορθά για την καταχώριση έφεσης (βλ. Komurgu & Άλλος ν Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 83), τα χρονικά δε πλαίσια που θέτει ο νομοθέτης για τη λήψη δικονομικών μέτρων είναι σημαντικά και σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον που συνυπάρχει στην τελεσιδικία και στο τελέσφορο της διαδικασίας".
Οι σχετικές αρχές επαναλήφθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση LGS HANDLING LTD, Ποιν. Αιτ. 22/2018, ημερ. 22 Φεβρουαρίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:B125, στην οποία λέχθηκε ότι:
"...η προεξάρχουσα αρχή που λαμβάνεται υπόψη είναι η ανάγκη για τελεσιδικία χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση παράτασης χρόνου ασκείται με φειδώ και λαμβάνει υπόψη τους λόγους αδυναμίας έγκαιρης καταχώρησης της έφεσης, τόσο κατά το χρόνο εντός του οποίου έπρεπε αυτή να είχε καταχωρηθεί, όσο και κατά τη διάρκεια της περιόδου από την εκπνοή της προθεσμίας, μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παράταση, (Delincyp Company Ltd v. Wogang κ.ά. Ποινική Αίτηση υπ' αρ. 10/2018, ημερ. 15.10.2018). Η αδυναμία καταχώρησης πρέπει να είναι ουσιαστική και πρέπει να εμπίπτει εντός του εξαιρετικού εκείνου μέτρου το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντισταθμίζον την ανάγκη για τελεσιδικία, (Δημοκρατία ν. Γεωργίου Ποινική Αίτηση αρ. 9/2015, ημερ. 26.1.2016 και Λουκαΐδης ν. Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, Ποινική Αίτηση αρ. 15/2017, ημερ. 13.3.2018), ECLI:CY:AD:2018:B107".
Αν οι συνθήκες της υπόθεσης το δικαιολογούν, το δικαστήριο μπορεί, χαλαρώνοντας τον κανόνα, να δεχθεί το αίτημα για παράταση (Ηλιάδη ν Δήμου Λάρνακας (1996) 2 ΑΑΔ 236).
Τονίζουμε περαιτέρω ότι, ως έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Χρυσικού v. Δήμου Λάρνακας, Ποιν. Αίτ. 14/17, ημερ. 15.1.18, η έννοια του «καλού λόγου» έχει τη σημασία της παροχής επαρκούς και πειστικής αιτιολογίας για αδυναμία ενέργειας και όχι απλής δυσκολίας».
Για δε την αδυναμία η οποία αφορά τη μη καταχώριση έφεσης θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι επέδρασε ουσιωδώς καθόλη τη διάρκεια του κρίσιμου χρόνου ως παράγων ανασταλτικός στην άσκηση έφεσης (Naydenov v. Δημοκρατίας (2015) 2(Β) Α.Α.Δ. 607).»
Έχουμε την άποψη ότι τα όσα τέθηκαν από μέρους του αιτητή δεν οδηγούν σε διαπίστωση ύπαρξης ουσιαστικής αδυναμίας καταχώρισης, εγκαίρως, έφεσης κατά της καταδίκης. Αναφορά γίνεται από τον αιτητή στο ότι, κατά τον ορισμό της έφεσης που ο ίδιος είχε καταχωρίσει, για οδηγίες, αυτός προέβαλε ότι καταδικάστηκε χωρίς στοιχεία. Δεν εξηγείται όμως πουθενά τι είναι που εμπόδισε τον αιτητή να προβάλει τέτοια θέση όταν δύο μέρες μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσής του καταχωρούσε έφεση προβάλλοντας το υπερβολικό της ποινής. Η κοινή λογική, άλλωστε, θα ανέμενε να προβληθεί πρώτα η θέση περί λανθασμένης καταδίκης και ακολούθως θέμα επιβολής υπερβολικής ποινής.
Σε κάθε περίπτωση, δεν εντοπίζουμε να υφίστατο οποιαδήποτε αδυναμία του αιτητή να προβάλει θέση αμφισβήτησης της καταδίκης του. Ούτε η όποια διαφωνία του με τον προηγούμενο δικηγόρο του, αλλά ούτε οτιδήποτε άλλο από τα λεγόμενά του, υποστηρίζει ύπαρξη τέτοιας αδυναμίας.
Από τα ως άνω και μόνο, καθίσταται αντιληπτό ότι, στην παρούσα περίπτωση, δεν αποκαλύπτεται βάσιμος λόγος στη βάση του οποίου το Δικαστήριο να μπορούσε να χαλαρώσει τον κανόνα και να δεχτεί το αίτημα για παράταση. Αντίθετη θεώρηση θα έπληττε την ανάγκη για τελεσιδικία, η οποία, ως προαναφέρθηκε, αποτελεί προεξάρχουσα αρχή προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Καταλήγουμε ότι τα όσα προβάλλονται με την αίτηση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το αίτημα, καθιστώντας αχρείαστη την ενασχόλησή μας με οτιδήποτε άλλο αφορά η παρούσα αίτηση, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου καταχώρισής της.
Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο