Π. Α. v. Α. Κ., Πολιτική Έφεση Αρ.: 28/2025, 15/5/2026
print
Τίτλος:
Π. Α. v. Α. Κ., Πολιτική Έφεση Αρ.: 28/2025, 15/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 28/2025)

 

15 Μαΐου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

Π. Α.

Εφεσείων

 

v.

 

 

Α. Κ.

 

Εφεσίβλητης

 

--------------------

 

Τ. Τζίρτη (κα), για τον Εφεσείοντα

Μ. Χατζηδάκης για Άντρη Μ. Κυριάκου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Οι διάδικοι συνήψαν σύμφωνο συμβίωσης στις 6.3.20. Από τη σχέση τους απέκτησαν δύο θυγατέρες, οι οποίες γεννήθηκαν στις 5.12.19 και 9.9.21, αντίστοιχα. Η διάσταση επήλθε τον Ιούλιο του 2021. Κατά τους επίδικους χρόνους, οι ανήλικες διέμεναν με την Εφεσίβλητη.

 

Η Εφεσίβλητη, με εναρκτήρια αίτηση της η οποία καταχωρίστηκε στις 27.1.22, ζητούσε τον καθορισμό της συνεισφοράς του Εφεσείοντος για τη διατροφή των ανήλικων τέκνων τους στο ποσό των €1.200 μηνιαίως, υποστηρίζοντας ότι τα συνολικά έξοδα των ανηλίκων ανέρχονταν στο ποσό των €2.846,66 μηνιαίως. Η Εφεσίβλητη, δικηγόρος στο επάγγελμα, διατηρούσε δική της δικηγορική εταιρεία και εργοδοτούσε, σύμφωνα με την ίδια, πέντε υπαλλήλους. Ο Εφεσείων διατηρούσε δική του εργοληπτική εταιρεία. Υποστήριξε ότι δεν αναλάμβανε έργα εξ ολοκλήρου, αλλά ως υπεργολάβος και ότι εργοδοτούσε έναν μόνο υπάλληλο. Περαιτέρω ισχυρίστηκε πως το εισόδημα του ανέρχετο στο ποσό των €880 μηνιαίως, απορρίπτοντας τη θέση της Εφεσίβλητης η οποία ισχυριζόταν ότι το εισόδημα του ήταν πέραν των €2.200 μηνιαίως. Υποστήριξε, επίσης, ότι το εισόδημα της Εφεσίβλητης ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των €4.000 μηνιαίως, απορρίπτοντας τη θέση της ότι ήταν €1.800 μηνιαίως και προβάλλοντας ότι από τη διάσταση ο ίδιος συνεισέφερε οικειοθελώς στη διατροφή των παιδιών του €250 μηνιαίως, ποσό το οποίο από τον Φεβρουάριο του 2023 το αύξησε στα €300 μηνιαίως.

 

Η ακρόαση της αίτησης πρωτόδικα, ως υπόθεσης «Ταχείας Εκδίκασης» σύμφωνα με τη Δ.30 θ.6 των τότε ισχυόντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διεξήχθη στη βάση ενόρκων δηλώσεων τις οποίες κατέθεσαν οι διάδικοι, οι οποίοι δεν αντεξετάστηκαν.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο Άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Ν.216/90, το οποίο επιβάλλει στους γονείς υποχρέωση για από κοινού διατροφή του ανήλικου τέκνου τους, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός, στο Άρθρο 37(1), το οποίο προβλέπει ότι η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου και στο Άρθρο 37(2), το οποίο προβλέπει ότι η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, επίσης, στην Κυριακίδης ν. Θεμιστοκλέους, Έφ. Αρ. 18/19, ημερ. 3.12.20, όπου συνοψίστηκαν οι γενικές αρχές, οι οποίες αφορούν τις διατροφές ανηλίκων, ως ακολούθως:

 

«Το μέτρο όμως της διατροφής δεν μπορεί να εξευρεθεί με απόλυτους αριθμούς, ούτε αναμένεται η απόδειξη των κονδυλίων με περισσή αυστηρότητα (Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2010) 1 ΑΑΔ 951).  Η κοινή πείρα και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να προσδιοριστούν οι ανάγκες του δικαιούχου (Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδη (1998) 1 ΑΑΔ 1386).  Βέβαια οι οικονομικές ανάγκες των παιδιών δεν είναι στατικές (Ζαχαρουδιού ν. Ιωάννου (2000) 1 ΑΑΔ 1614) και το ζητούμενο πάντοτε είναι να διατηρηθεί το επίπεδο ζωής των ανηλίκων που θα είχαν εάν οι γονείς τους συμβίωναν, όσο αυτό είναι δυνατόν (Κορελλίδης ν. Κορελλίδη (2012) 1 ΑΑΔ 1975).  Οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των εισοδημάτων τους (Μαρκουλλίδης (ανωτέρω) και Δημητρίου ν. Περδίου (2005) 1 ΑΑΔ 1418). Κατά την εκδίκαση αίτησης για διατροφή το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά έχει καθήκον να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και συντήρησης (Μαρκουλλίδης (ανωτέρω))».

 

Όπως λέχθηκε, επίσης, στην Α. Γ. ν Σ. Α. Τ., Έφεση Αρ. 36/18, ημερ. 7.5.20:

 

«"η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του.".  Συνεπώς η λέξη "διατροφή" δεν αποδίδει την πλατιά έννοια που ο σοφός νομοθέτης φρόντισε επιγραμματικά να αποδώσει.  Η διατροφή, σύμφωνα με την έννοια που δίδει ο νόμος, δεν καλύπτει μόνο τη δαπάνη για την τροφή. Περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη όπως τροφή, στέγη, ντύσιμο, φωτισμό, θέρμανση, ψυχαγωγία, νοσηλείες και φάρμακα, συγκοινωνία, επικοινωνία, έξοδα για γενική μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση.  Ο νομοθέτης με την διατύπωση του Νόμου καθόρισε τόσο το πλάτος της διατροφής όσο και το επίπεδο της πάντοτε μέσα στα μέτρα του δυνατού (βλ. Κουμαντου Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 2ος Τόμος σελ. 44 κ.ε)».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση, αφού αξιολόγησε την ενώπιον του μαρτυρία, καθόρισε τα έξοδα αμφοτέρων των ανηλίκων στο συνολικό ποσό των €1.746, αφού αφαίρεσε προηγουμένως από τα έξοδα το ποσό των €90 μηνιαίως το οποίο λάμβανε η Εφεσίβλητη ως επίδομα τέκνου και για τα δύο παιδιά. Ως προς τα εισοδήματα των διαδίκων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι έκαστος εξ αυτών φερόταν ως εργοδοτούμενος σε εταιρεία στην οποία ήταν και μέτοχος, η μεν Εφεσίβλητη σε ποσοστό 90%, ο δε Εφεσείων, ως ο μόνος μέτοχος και πως δεν πήρε κάποιος από αυτούς μέρισμα από την εταιρεία του κατά τα επίδικα έτη. Αποδέχτηκε ως μηνιαίο μισθό από την εργασία τους, τα όσα καταγράφονταν στις σχετικές βεβαιώσεις που προσκόμισαν από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή το ποσό των €1.800 μηνιαίως για την Εφεσίβλητη και το ποσό των €880 μηνιαίως για τον Εφεσείοντα. Πρόσθεσε όμως ότι οι ασφαλιστέες αποδοχές των διαδίκων, ως καταγράφοντο στις σχετικές βεβαιώσεις, δεν πρέπει να αντικατόπτριζαν τον μισθό που τους καταβάλλετο στην πράξη και πως ήταν αδύνατο να προσδιορίζετο επακριβώς το ύψος των απολαβών τους. Το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη, ως ανέφερε, το επίδομα μονογονιού που έλαβε η Εφεσίβλητη για τους μήνες από τον Οκτώβριο του 2022 μέχρι και τον Μάρτιο του 2023, εξέδωσε διάταγμα στις 7.11.24, με το οποίο ο Εφεσείων διατάχθηκε να καταβάλλει στην Εφεσίβλητη €550 συνολικά, ήτοι €275 μηνιαίως για κάθε παιδί από 27.1.22, ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης.

 

Ο Εφεσείων, με πέντε λόγους έφεσης, προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να εξαλειφθεί το κονδύλι «Φροντίστρια/Νταντά», διότι προϋπήρχε της διάστασης των διαδίκων και για αυτό τον λόγο συνυπολογίστηκε στα έξοδα των ανηλίκων (πρώτος λόγος), αποφάσισε ότι η αναλογία των ανηλίκων στο ενοίκιο ύψους €700 ανερχόταν στα €466,66 (δεύτερος λόγος), δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια και ούτε ανέφερε γιατί, αφού εξέδωσε διάταγμα διατροφής αναδρομικά από την καταχώριση της αίτησης, δικαιολογείτο από τότε η αυτόματη αύξηση του 10% με βάση το Άρθρο 38(2) του Ν. 216/90 και δεν έκαμε μνεία για μη επιβολή της, αφού τόσο τα έξοδα των ανηλίκων, όσο και τα εισοδήματα των διαδίκων στη διάρκεια που εκκρεμούσε η αίτηση ήταν τα ίδια από την καταχώριση της αίτησης, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης και ούτε υπήρχε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι αυτά αυξήθηκαν (τρίτος λόγος), δεν πρόσθεσε στα εισοδήματα της Εφεσίβλητης το επίδομα μονογονιού ενώ δέχτηκε τον ισχυρισμό της ότι έλαβε τέτοιο επίδομα ύψους €376 μηνιαίως για έξι μήνες από τον Οκτώβριο του 2022 μέχρι και τον Μάρτιο του 2023 (τέταρτος λόγος), και κατέληξε χωρίς να δώσει αιτιολογία, στο να επιδικάσει τα έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντος (πέμπτος λόγος).

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποδεχθεί ποσό ύψους €350 μηνιαίως, ως την αναλογία των παιδιών στον μισθό της οικιακής βοηθού, ο οποίος σύμφωνα με το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου ήταν €520 μηνιαίως.

 

Η Εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι κατέβαλλε συνολικά το ποσό των €700 μηνιαίως για «Φροντίστρια/Νταντά» και συγκεκριμένα ότι κατέβαλλε το ποσό των €400 μηνιαίως ως μισθό, πλέον €153,81 για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, πλέον τα έξοδα σίτισης της. Η θέση του Εφεσείοντος ήταν ότι το κονδύλι αυτό ήταν επιλογή της Εφεσίβλητης, ότι δεν υφίστατο πλέον, ότι η οικιακή βοηθός δεν φρόντιζε μόνο τα παιδιά αλλά καθάριζε και μαγείρευε, λόγω των πολλών ωρών εργασίας της Εφεσίβλητης και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι ανήλικες βρίσκονταν στο νηπιαγωγείο μέχρι το απόγευμα και εισηγήθηκε να αναλαμβάνει τις ανήλικες ο ίδιος. Προέβαλε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό για την οικιακή βοηθό, επειδή σύμφωνα με τη θέση του, δεν ήταν «αναγκαίο και/ή έχει εξαλειφθεί πλέον».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε πως εφόσον το κονδύλι για οικιακή βοηθό προϋπήρχε της διάστασης των διαδίκων, καθ’ ον χρόνο είχαν ένα παιδί, δεν ήταν δυνατό να είχε εξαλειφθεί η αναγκαιότητα όταν τα παιδιά έγιναν δύο και πήγαιναν σε νηπιαγωγείο. Υπέμνησε, επίσης, πως οι υπηρεσίες που προσέφερε η οικιακή βοηθός δεν ήταν άσχετες με τη διαβίωση των ανηλίκων και τη διατήρηση του επιπέδου ζωής που θα είχαν, αν οι γονείς τους συμβίωναν.

 

Κρίνουμε πως η κρίση του Δικαστηρίου, υπό τα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης, ήταν εύλογη. Οι διάδικοι εργοδοτούσαν οικιακή βοηθό κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης όταν είχαν ένα παιδί, γεγονός παραδεκτό. Παραδεκτό γεγονός ήταν, επίσης ότι η Εφεσίβλητη διατηρούσε δική της δικηγορική εταιρεία και ότι η ίδια εργαζόταν πολλές ώρες. Ως δε ανέφερε ο Εφεσείων στη μαρτυρία του: «Η δε Αιτήτρια εργάζεται πολλές ώρες και, Σάββατα και έχει προβλήματα με τη φύλαξη …». Στην Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 951 το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά απέρριψε την εισήγηση του εφεσίβλητου ότι ήταν αχρείαστο το έξοδο της εργοδότησης οικιακής βοηθού, εφόσον ο ίδιος ήταν που είχε εισηγηθεί την εργοδότηση της όταν διέμενε με την οικογένεια του. Τα γεγονότα της απόφασης Ι. Σ. ν. Ε. Κ., Έφεση Αρ. 20/21, ημερ. 29.1.24, στην οποία μας παρέπεμψε η συνήγορος του Εφεσείοντος, όπου το Εφετείο επικύρωσε πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε κονδύλι για οικιακή βοηθό ως μη απαραίτητο έξοδο, διαφέρουν από τα υπό κρίση, εφόσον στην Ι. Σ. ν. Ε. Κ. (ανωτέρω), η εφεσείουσα ήταν δημόσιος υπάλληλος και δεν εργαζόταν τα απογεύματα και επομένως είχε χρόνο να φροντίσει τα δύο ανήλικα παιδιά της.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων παραπονείται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι η αναλογία των ανηλίκων στο ενοίκιο ύψους €700 ανέρχεται στα €466,66, ήτοι τα 2/3 αυτού, ενώ θα έπρεπε να λάβει υπόψη το ποσό που η Εφεσίβλητη θα χρειαζόταν, εν πάση περιπτώσει, για τη δική της στέγαση, το οποίο έπρεπε να είχε αφαιρέσει από το μηνιαίο ποσό ενοικίου που καταβάλλει. Μόνο το επιπλέον κόστος ενοικίασης μεγαλύτερου διαμερίσματος, κατά την εισήγηση, αφορά τα ανήλικα και σε αυτή τη διαφορά έχει υποχρέωση ο υπόχρεος γονέας να συνεισφέρει. Ο Εφεσείων, στην ένορκη του δήλωση, υποστήριξε ότι από το ενοίκιο των €700 μηνιαίως, μόνο το ποσό των €200 αφορά τις ανήλικες, αφού το ποσό των €500 μηνιαίως θα το χρειαζόταν η Εφεσίβλητη για δική της στέγαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ποσό ύψους €466,66 ως η αναλογία των παιδιών στο ενοίκιο των €700 μηνιαίως, ως ήταν η θέση της Εφεσίβλητης.

 

Ως προς τη νομολογιακή αρχή ότι μέρος του ενοικίου κατοικίας του γονέα που έχει τη φύλαξη των παιδιών συνιστά έξοδο των ίδιων των παιδιών, παραπέμπουμε στη Μ. Φ. Χ. ν. Μ. Κ. Χ., Έφ. Αρ. 28/21, ημερ. 23.6.22, όπου λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με το ενοίκιο που κατέβαλλε μητέρα τριών ανηλίκων:

 

«Το να διατηρεί χώρο κατάλληλο για τη διαμονή τριών παιδιών, των ηλικιών των συγκεκριμένων παιδιών, λαμβάνοντας υπόψη και το βιοτικό επίπεδο που η οικογένεια απολάμβανε προηγουμένως, είναι έξοδο που λαμβάνεται υπόψη, στην έκταση που υπερβαίνει το κόστος μικρότερου χώρου όπου η ίδια θα διέμενε μόνη αν δεν ήταν τα παιδιά. Αυτό είναι που αναδύεται από την Λ.Λ. ν. Ι.S., Έφ. Δευτ. Οικ. Δικ. Αρ.37/2015, ημερ.4.9.2018, που ο Εφεσείων μας παρέπεμψε, θεωρώντας ότι υποβοηθούσε την επιχειρηματολογία του. Η Λ.Λ. μνημονεύεται και στην πρωτόδικη απόφαση.  Είχε αναφερθεί ότι:

 

«Σύμφωνα με το άρθρο 37(2) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90 όπως τροποποιήθηκε) η διατροφή περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και δεν μπορεί παρά στα «αναγκαία» να εμπίπτει και η στέγαση του.  Το πρόβλημα που εγείρεται στην παρούσα εντοπίζεται στη θέση του ευπαιδεύτου πρωτόδικου Δικαστή ότι δεν θα «ακολουθήσει το λόγο της Παπαντωνίου», αντιλαμβανόμενος προφανώς ότι η εν λόγω αυθεντία εισήγαγε (γενική) νομική αρχή ότι «η καταβολή ενοικίου από τον γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο δεν αποτελεί μέρος της διατροφής».  Προσεκτική όμως  μελέτη της υπό αναφορά απόφασης αποκαλύπτει ότι δεν καθιερώνει τέτοια αρχή.  Και αυτό εφόσον αναγνωρίζει ότι «το ενοίκιο ως καταναλωτικό έξοδο» είναι δυνατό να συνυπολογιστεί στη διατροφή στην περίπτωση που «θα βαρυνόταν ο έχων τη φύλαξη του ανηλίκου, πρόσθετα από αυτό της ανάγκης στέγασης του ιδίου.».  Δηλαδή - όπως το αντιλαμβανόμαστε - το ενοίκιο που καταβάλλει ο έχων τη φύλαξη του ανηλίκου γονέας δεν αποτελεί μέρος της διατροφής, μόνο στην περίπτωση που αυτός δεν επιβαρύνεται   επιπρόσθετα των εξόδων της δικής του στέγασης και με έξοδα στέγασης του ανηλίκου.   Η παρούσα όμως περίπτωση  δεν είναι τέτοια. Οι ανάγκες στέγασης της εφεσίβλητης θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν με ενοικίαση μικρότερου διαμερίσματος, με μικρότερο ενοίκιο, ενώ η ύπαρξη και του ανηλίκου απαιτούσαν ενοικίαση μεγαλύτερου διαμερίσματος με ανάλογη αύξηση όλων των εξόδων.

 

37. (2) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του.»

 

 Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι μέρος του ενοικίου της κατοικίας όπου διαμένει η Εφεσίβλητη συνιστούσε έξοδο των ιδίων των παιδιών, αφού στην περίπτωση που η Εφεσίβλητη διέμενε μόνη θα ήταν λογικό και αναμενόμενο να ενοικίαζε μικρότερο από την κατοικία διαμέρισμα ή να διέμενε στο δικό της ιδιόκτητο διαμέρισμα».

 

Κρίνουμε ότι η πρωτόδικη κρίση στην εκκαλούμενη απόφαση ήταν εύλογη. Τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον μας το οποίο να καταδεικνύει ότι ο συνυπολογισμός των 2/3 του ενοικίου ως το μερίδιο που αναλογεί στα παιδιά ήταν είτε αδικαιολόγητος, είτε εκτός των νομολογιακών αρχών.

 

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ εξέδωσε διάταγμα για αναδρομική διατροφή από την καταχώριση της αίτησης, δεν έκαμε μνεία για μη επιβολή της αύξησης του 10%, η οποία επέρχεται με βάση το Άρθρο 38(2) του Ν.216/90. Στην αιτιολογία αυτού, ο Εφεσείων προβάλλει ότι το Δικαστήριο επεδίκασε αναδρομική διατροφή, ενώ θα έπρεπε να λάβει υπόψη ότι επειδή είχαν παρέλθει 2,5 χρόνια από την καταχώριση της αίτησης μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης και επειδή δεν υπήρξε ισχυρισμός για αύξηση των εξόδων των ανηλίκων σε αυτό το διάστημα, δεν δικαιολογείτο η αυτόματη αύξηση του 10% κάθε δύο χρόνια με βάση το Άρθρο 38(2) του Ν.216/90, η οποία επιβλήθηκε στις 27.1.24.

 

Διαφωτιστική επί του θέματος της αναδρομικότητας των διαταγμάτων διατροφής ανηλίκων είναι η Α. Σ. ν. Ε. Α., Έφ. Αρ. 14/22, ημερ. 26.1.23, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Στην Παπαντωνίου ν. Παπαντωνίου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1875 αναφέρθηκε πως δύναται να διαταχθεί αναδρομική καταβολή της διατροφής από την ημέρα της υποβολής της αίτησης ή από κάποιο μεταγενέστερο χρονικό σημείο ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλ. επίσης Κλεοβούλου ν. Χριστοδούλου (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 886 και Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 839). Στην δε ΧΧ KONYALIAN και ΧΧ PASKULOV, ΄Εφεση αρ. 2/20, 24.6.21 αναφέρθηκε:

 

 «Η αναδρομικότητα του διατάγματος είναι καθόλα επιτρεπτή εφόσον ανατρέχει στην ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης και ήταν υπό τις περιστάσεις καθόλα εύλογη (βλ. Χρυσάνθου ν. Χρυσάνθου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1890). Η έκδοση νωρίτερα προσωρινού διατάγματος με μεγαλύτερο ποσό δεν μπορεί να εμποδίσει το Δικαστήριο να διατάξει αναδρομικότητα ισχύoς του τελικού διατάγματος. Οι δύο διαδικασίες κρίνονται επί διαφορετικών παραμέτρων και προϋποθέσεων και εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς».

 

Το Άρθρο 38(2) του Ν.216/90, προνοεί τα εξής:

 

«(2)  Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), το ύψος του ποσού της διατροφής αυξάνεται αυτόματα κατά δέκα τοις εκατόν (10%) ανά περίοδο εικοσιτεσσάρων μηνών:

 

Νοείται ότι, το Δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αίτησης του υπόχρεου διατροφής, να διατάξει όπως μη ισχύσει η αυτόματη αύξηση και/ή το ύψος αυτής περιοριστεί.  Σε περίπτωση υποβολής τέτοιας αίτησης αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού αύξησης:

 

Νοείται περαιτέρω ότι, η απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος εδαφίου εκδίδεται εντός τριών μηνών από την καταχώρηση της αίτησης και δυνατόν να έχει αναδρομική εφαρμογή από την ημερομηνία κατά την οποία η αυτόματη αύξηση θα είχε εφαρμογή δυνάμει του παρόντος εδαφίου».

 

Το Άρθρο 38(2) εκρίθη συνταγματικό από την πλειοψηφία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου (2017) 1 Α.Α.Δ. 952, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Το άρθρο 38(2) σε καμία περίπτωση δεν προκαθορίζει δικαιώματα διά νόμου χωρίς προηγούμενη ακρόαση ενώπιον του αρμοδίου Οικογενειακού Δικαστηρίου.  Η αυτόματη αύξηση του 10% υπεισέρχεται στην εικόνα μόνο εφόσον έχει προηγηθεί η έκδοση διατάγματος διατροφής κατά το άρθρο 36 του Νόμου, υπό το φως και των προνοιών του άρθρου 37 και τελεί πάντοτε υπό την αίρεση του εδαφίου (1) του άρθρου 38, ότι το Δικαστήριο με σχετική αίτηση μπορεί να τροποποιήσει το διάταγμα διατροφής ή και να τερματίσει τη διατροφή, αν έχουν μεταβληθεί οι συνθήκες έκδοσης του σχετικού διατάγματος.  Έπεται ότι το ίδιο το διάταγμα διατροφής μπορεί να τύχει ανά πάσα στιγμή επανεξέτασης, ενώ ακόμη και η ρύθμιση της αυτόματης αύξησης του 10% ανά περίοδο 24 μηνών, υπόκειται σε διαφοροποίηση είτε εξ ολοκλήρου, είτε με περιορισμό του ύψους της, εφόσον αιτηθεί προς τούτο ο υπόχρεος διατροφής.  Ο νομοθέτης έχει επίσης προνοήσει ότι όταν υποβληθεί τέτοια αίτηση, αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού αύξησης για την περίοδο των 3 μηνών εντός της οποίας το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την απόφαση του.  Η απόφαση δυνατό να έχει και αναδρομική εφαρμογή από την ημερομηνία κατά την οποία η αυτόματη αύξηση θα είχε εφαρμογή δυνάμει του εδαφίου. 

 

Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι η ρύθμιση του άρθρου 38(2) έγινε απλώς για σκοπούς υποβοήθησης της καταβολής της διατροφής χωρίς να παρίσταται ανάγκη συνεχόμενων αιτήσεων για επανακαθορισμό αυτής και ουδαμώς αποστερεί τον υπόχρεο διατροφής από του να αιτηθεί στο Δικαστήριο οποτεδήποτε για να μην ισχύει η αύξηση αυτή, ή, να περιοριστεί το ύψος της.  Όλα αυτά εν πάση περιπτώσει πρέπει να ιδωθούν και υπό το φως της εν γένει εξουσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου να επανεξετάζει, να διαφοροποιεί και, ακόμη, να τερματίζει την ίδια την υποχρέωση διατροφής. 

 

Το άρθρο 38(2) δεν έχει δημιουργήσει κάποιο μαχητό ή αμάχητο τεκμήριο.  Δεν υπάρχει εδώ, η διά νόμου πρόβλεψη περί αναγωγής ορισμένων εννόμων συνεπειών από ορισμένα υποθετικά πραγματικά στοιχεία. Απλώς έχει μεταθέσει το βάρος στον υπόχρεο διατροφής να αποτείνεται εκείνος σε περίπτωση που δεν επιθυμεί την αύξηση αυτή, αύξηση που είναι εν πάση περιπτώσει προς όφελος του δικαιούχου και κυρίως των ανηλίκων τέκνων.  Τέτοια μετάθεση βάρους δεν αντίκειται ούτε στο Σύνταγμα, ούτε σε οποιοδήποτε Νόμο.  Ούτε και απαγορεύεται η δικαστική προσβολή της ρυθμίσεως που έχει γίνει, ώστε να είναι αδύνατη η δικαστική προστασία, (Π.Δ. Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο: Ατομικά Δικαιώματα Τόμος Β΄ σελ. 1210-1211, παρ. 1526)».

 

Κατ’ αρχάς επισημαίνουμε ότι με τον τρίτο λόγο έφεσης δεν προσβάλλεται η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιδικάσει αναδρομική διατροφή. Αυτό εξάλλου διευκρίνισε και η δικηγόρος του Εφεσείοντος ενώπιον μας. Έχουμε εξετάσει τις θέσεις που έχουν προβληθεί εκ μέρους του Εφεσείοντος αναφορικά με την αυτόματη αύξηση της διατροφής, τις οποίες όμως δεν συμμεριζόμαστε. Στο διάταγμα δεν διαλαμβανόταν οτιδήποτε για την αυτόματη αύξηση του 10% κάθε δύο χρόνια. Το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε οποιαδήποτε μνεία περί αυτού. Η αύξηση του ποσού διατροφής κατά 10% πηγάζει από τον ίδιο τον Νόμο και είναι αυτόματη. Το γεγονός ότι, λόγω της αντιπαράθεσης σε κάποια δικαστική διαφορά ή και άλλων συστημικών δυσκολιών, δυνατόν να απαιτηθεί χρόνος για την επίλυση της, ασφαλώς δεν συνιστά ικανό λόγο για να αποστερείται ο εν τέλει δικαιωθείς διάδικος οποιωνδήποτε τυχόν δικαιωμάτων είχε ούτως ή άλλως εξαρχής, όπως εδώ είχε εκ του Νόμου. Σημειώνουμε, επίσης, ότι ούτε και ζητήθηκε, κατά τις γραπτές αγορεύσεις της πρωτόδικης διαδικασίας, όπως το Δικαστήριο λάβει υπόψη το θέμα αυτό, σε περίπτωση που επιδικαζόταν αναδρομική διατροφή. Αλλά ούτε και αργότερα, κατά τη λήψη μέτρων είσπραξης της επιδικασθείσας διατροφής, ηγέρθη οποτεδήποτε τέτοιο ζήτημα. Καταλήγουμε ότι ήταν εντός των πλαισίων της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει ως διέταξε, χωρίς να κάνει μνεία για την αυτόματη αύξηση του 10%.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν πρόσθεσε στα εισοδήματα της Εφεσίβλητης το επίδομα μονογονιού.

 

Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς το κατά πόσο το επίδομα μονογονιού πρέπει να λογίζεται ως εισόδημα του γονέα ή να αφαιρείται από τα έξοδα του ανηλίκου, μπορεί να αντληθεί από την Μάρκου ν. Μάρκου, Έφεση Αρ. 22/19, ημερ. 24.6.21, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:


«Θεωρούμε λοιπόν ορθή την προσέγγιση ότι το μονογονεϊκό επίδομα πρέπει να πιστώνεται στα εισοδήματα του γονιού που το λαμβάνει. Το επίδομα αυτό έχει ως στόχο την παροχή οικονομικής βοήθειας στον γονέα που δεν συζεί με άλλο πρόσωπο και που έχει όλο το βάρος συντήρησης του νοικοκυριού. Προϋπόθεση για την χορήγηση του είναι βέβαια να διαμένει με τον γονέα και ένα τουλάχιστον παιδί, ωστόσο, το επίδομα έχει ξεκάθαρο σκοπό την διευκόλυνση του γονέα, έστω προς αντιμετώπιση των εξόδων του παιδιού ή παιδιών που διαμένουν μαζί του. Και η πρόνοια του σχετικού νόμου ότι το επίδομα απαλλάσσεται του φόρου εισοδήματος, προϋποθέτει ότι συνιστά μέρος του εισοδήματος του προσώπου, συνήθως γονέα, που το λαμβάνει».

 

Ο Εφεσείων ισχυρίστηκε, κατά την πρωτόδικη διαδικασία, ότι η Εφεσίβλητη λάμβανε ως επίδομα μονογονιού το ποσό των €422 μηνιαίως και ότι αυτό το ποσό θα έπρεπε να προστεθεί στα εισοδήματα της. Η Εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι έλαβε επίδομα μονογονιού ύψους €376 μηνιαίως, μόνο για την περίοδο από τον Οκτώβριο 2022 μέχρι και τον Μάρτιο του 2023. Ανέφερε, ακόμα, ότι προηγουμένως δεν μπορούσε να αιτηθεί το εν λόγω επίδομα, λόγω του ότι ήταν απαραίτητο να έχει διάταγμα φύλαξης των παιδιών, διάταγμα στο οποίο αντιτίθετο αρχικά ο Εφεσείων, ο οποίος τελικά συναίνεσε στις 16.6.22 (Τεκμήριο 24). Το εν λόγω επίδομα τερματίστηκε διότι ο Εφεσείων αρνήθηκε να συνεργαστεί και να υπογράψει σχετική κοινή ένορκη δήλωση μαζί της. Η Εφεσίβλητη προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι δεν έπαιρνε πλέον επίδομα μονογονιού, κατέθεσε ως Τεκμήριο 25, επιστολή από την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας ημερ. 4.4.23, με την οποία την ενημέρωναν ότι τα στοιχεία που υπέβαλε στη αίτηση της για επίδομα μονογονιού παρουσίαζαν ουσιώδεις ελλείψεις και την καλούσαν να τα προσκομίσει. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 26 ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων της προς τους δικηγόρους του Εφεσείοντος ημερ. 18.5.23, με την οποία τους ενημέρωναν ότι η αίτηση της Εφεσίβλητης δεν μπορούσε να εξεταστεί αν δεν προσκόμιζε κοινή ένορκη δήλωση με τον Εφεσείοντα αναφορικά με τη διαμονή και διατροφή των ανηλίκων. Ο Εφεσείων, στην ένορκη δήλωση που καταχώρισε προς υπεράσπιση, προέβαλε πως η Εφεσίβλητη ελάμβανε €422 μηνιαίως ως επίδομα μονογονιού, χωρίς όμως να σχολιάσει τη θέση της ότι αυτό είχε τερματιστεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι στην κατάληξη του για το ύψος της συνεισφοράς του Εφεσείοντος, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων και «το ποσό που έλαβε η Αιτήτρια ως επίδομα μονογονιού», αποδεχόμενο προφανώς τη θέση της Εφεσίβλητης ότι αυτό διακόπηκε εφόσον αναφέρεται σε παρελθόντα χρόνο. Φρονούμε πως το εν λόγω συμπέρασμα του Δικαστηρίου ήταν, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, εύλογο.

 

Όμως, παρόλο που το Δικαστήριο υπέμνησε πως έλαβε υπόψη το εν λόγω επίδομα, καμιά διαφοροποίηση δεν έκανε ως προς το ύψος της διατροφής που ο Εφεσείων διατάχθηκε να καταβάλει για την εν λόγω περίοδο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το εύρημα του Δικαστηρίου ως προς τα εισοδήματα των διαδίκων δεν έχει εφεσιβληθεί, καταλήγουμε ότι το εισόδημα της Εφεσίβλητης ανερχόταν στα €2.176 (€1.800 + €376) για την περίοδο από τον Οκτώβριο 2022 μέχρι και τον Μάρτιο 2023. Ως εκ τούτου, το συνολικό εισόδημα των γονέων ανερχόταν κατά την προαναφερόμενη περίοδο στα €3.056 και η συνεισφορά του Εφεσείοντος στα συνολικά έξοδα των ανηλίκων ύψους €1.746 καθορίζεται στο ποσό των €502 και για τα δύο παιδιά, δηλαδή €251 μηνιαίως για κάθε παιδί (Μισθός πατέρα €880 Χ έξοδα ανηλίκων €1.746 ÷ μισθός και των δύο γονέων €3.056 = €502 ÷ 2 = €251).

 

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει μερικώς.

 

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα τον καταδίκασε στα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας.

 

Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η επιδίκαση εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η γενική αρχή είναι ότι τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου, εκτός αν αιτιολογημένα και για καλό λόγο το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά (βλ. Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477, Μιχαηλίδου ν. Μάρκου (2005) 1 Α.Α.Δ 1020, Λ. Λ. ν. Κ. Κ., Έφ. Αρ. 1/19, ημερ. 12.5.22).

 

Εν προκειμένω, η Εφεσίβλητη έχει πετύχει στην αξίωση της, δεδομένου ότι εξασφάλισε την έκδοση διατάγματος διατροφής για μεγαλύτερο ποσό από αυτό το οποίο ισχυριζόταν ο Εφεσείων ότι κατέβαλλε οικειοθελώς ως διατροφή, ποσό το οποίο η Εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι σταμάτησε να το καταβάλλει, συνεπώς ήταν η επιτυχούσα διάδικος. Η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα ήταν εντός της διακριτικής του ευχέρειας και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος παρέμβασης μας.

 

Κατάληξη

 

Η έφεση επιτυγχάνει μερικώς, ως ανωτέρω.

 

Το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 7.11.24, τροποποιείται με την αφαίρεση της τελείας μετά το ποσό «€275» και την προσθήκη αμέσως μετά της φράσης «εκτός από την περίοδο από 27.10.22 μέχρι και 27.3.23 για την οποία διατάσσεται να καταβάλει €251 μηνιαίως για κάθε παιδί».

 

Ως προς τα έξοδα της Έφεσης, λαμβάνοντας υπόψη τη μερική επιτυχία του Εφεσείοντος και την ειδική φύση της διαδικασίας, επιδικάζουμε υπέρ του Εφεσείοντος και εις βάρος της Εφεσίβλητης μειωμένο ποσό εξόδων εκ €350 πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                               Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                               Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο