ΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ v. ΕΛΛΗΝΑΣ & ΣΟΛΩΜΟΝΙΔΗΣ ΜΩΣΑΙΚΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 435/19, 29/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ v. ΕΛΛΗΝΑΣ & ΣΟΛΩΜΟΝΙΔΗΣ ΜΩΣΑΙΚΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 435/19, 29/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 435/19)

 

29 Μαΐου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ

Εφεσείων

και

 

ΕΛΛΗΝΑΣ & ΣΟΛΩΜΟΝΙΔΗΣ ΜΩΣΑΙΚΑ ΛΤΔ

Εφεσίβλητη

 

--------------------------------------------------

 

Χρίστος Γαλανός για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Αυγουστίνος Τσάρκατζης για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

--------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Ο Εφεσείων και η σύζυγος του μετά που επισκέφθηκαν τον εκθεσιακό χώρο της Εφεσίβλητης, προέβησαν σε παραγγελία ποσότητας μαρμάρων τύπου «Bianco Perlino» για τοποθέτηση στην υπό ανέγερση, τότε, οικία τους, εσωτερικά και εξωτερικά. Τα μάρμαρα παραδόθηκαν από την Εφεσίβλητη στον Εφεσείοντα το Φθινόπωρο 2010. Ο Εφεσείων τα έλεγχε κατά την παράδοση και επέστρεψε ορισμένα τεμάχια στην Εφεσίβλητη, η οποία τα αντικατέστησε. Η τοποθέτηση των μαρμάρων στην οικία του Εφεσείοντος έγινε από τον εργολάβο που διόρισε ο Εφεσείων και ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο 2010, το δε αποτέλεσμα είχε ικανοποιήσει τον Εφεσείοντα. Δυστυχώς, μετά την τοποθέτηση τους, αρχίσαν να παρουσιάζονται προβλήματα στα μάρμαρα, για τα οποία η αιτία αποτέλεσε αντικείμενο έντονης αντιδικίας πρωτοδίκως. Ο Εφεσείων αποπλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής προς την Εφεσίβλητη, εξακολουθεί όμως να οφείλει το ποσό €13.093,43 σε σχέση με το οποίο είχε εγερθεί η αγωγή. Ο Εφεσείων πρωτοδίκως ανταπαιτούσε ποσό €9.250 ως ειδικές αποζημιώσεις, €72.000 γενικές αποζημιώσεις για αγορά και εγκατάσταση νέου μαρμάρου πλέον γενικές αποζημιώσεις για αφαίρεση του υφιστάμενου.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Εφεσίβλητη - Ενάγουσα, περιλαμβανομένης της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων Μ.Ε.2 και 5, ενώ απέρριψε τους ισχυρισμούς της πλευράς του Εφεσείοντος, μη αποδεχόμενο ούτε και τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων Μ.Υ.3 και 4. Εξέδωσε ακολούθως απόφαση ως η απαίτηση και απέρριψε την Ανταπαίτηση.

 

         Ο Εφεσείων προσβάλλει την πιο πάνω κατάληξη με 10 Λόγους Έφεσης, τους οποίους ο ίδιος διαχώρισε σε τρεις ενότητες, ήτοι (α) Την «άρνηση» του πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχτεί ως μάρτυρα υπεράσπισης τον αρχιτέκτονα Π.Π. (Λόγος Έφεσης 1), (β) Την κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας πρωτοδίκως (Λόγοι Έφεσης 2 έως 9), και (γ) Την εσφαλμένη κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι γενικές αποζημιώσεις ύψους €72.000 αποτελούσαν στην πραγματικότητα ειδικές αποζημιώσεις (Λόγος Έφεσης 10).

 

         Η Εφεσίβλητη καταχώρισε Ειδοποίηση Αντέφεσης προβάλλοντας ότι (α) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιδίκασε τόκο προς 9% ετησίως επί εκάστου τιμολογίου (Λόγος Αντέφεσης 1), (β) Εσφαλμένα δεν απέρριψε την ανταπαίτηση του Εφεσείοντος και λόγω ελλιπούς δικογράφησης (Λόγος Αντέφεσης 2), (γ) Εσφαλμένα ασχολήθηκε με το κατά πόσο τα μάρμαρα ήταν σύμφωνα με το δείγμα ή την περιγραφή, αφ’ ης στιγμής είχε προβεί σε εύρημα ότι ο Εφεσείων παρέλαβε αυτά ανεπιφύλακτα (Λόγος Αντέφεσης 3), και (δ) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέρριψε τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 ως αναξιόπιστη (Λόγος Αντέφεσης 4).

 

         Στο βαθμό που Λόγοι Έφεσης αλληλοκαλύπτονται με Λόγους Αντέφεσης, θα εξεταστούν ταυτόχρονα.

 

Λόγος Έφεσης 1

 

         Αφού ακούστηκαν όλοι οι μάρτυρες της Εφεσίβλητης - Ενάγουσας και δύο μάρτυρες για τον Εφεσείοντα - Εναγόμενο, στις 21.2.2019 η υπεράσπιση κάλεσε ως μάρτυρα τον Π.Π.. Ακολούθησαν τα εξής:

 

         «Δικαστήριο:

            Μισό λεπτό. Συγγνώμη. Τώρα σας κατάλαβα. Είναι ο σύζυγος της κας Π…..; Η αδελφή μου είναι αρραβωνιασμένη με τον υιό της συζύγου του. Επομένως έχω κώλυμα, εφόσον θα τον φέρετε ως μάρτυρα, δεν θα μπορέσω να τον αξιολογήσω, σχετιζόμαστε και βρισκόμαστε σε κοινωνικές συναντήσεις και οικογενειακές υποχρεώσεις. Είναι και η νέα δικαστική πρακτική. Το ζήτημα είναι ότι αντιλαμβάνεστε ότι είναι περίεργες οι εποχές. Ούτως ή άλλως, υπάρχει μια αμοιβαία σχέση αυτοεκτίμησης.

 

            Κος Γαλανός: Είμαι σε δύσκολη θέση. Ζητώ από το Δικαστήριο λίγες μέρες να αξιολογήσω κατά πόσο θα επιμείνω να έρθει ο μάρτυρας ή αν θα κάνω ένα – δύο διαβήματα από την πλευρά μας για να μπορέσω να τοποθετηθώ ενώπιον σας.

 

            Δικαστήριο:

            Έχετε κάθε δικαίωμα να καλέσετε τον μάρτυρα εννοείται, αλλά σε αυτήν την περίπτωση οφείλω να εξαιρεθώ. Σε περίπτωση που επιθυμείτε να καλέσετε άλλο μάρτυρα, θα συνεχίσουμε την υπόθεση ως έχει.

 

            Κος Τσάρκατζης: Δηλαδή αν θα επιμένει ο συνάδελφος θα –

 

            Δικαστήριο:

            Θα ξεκινήσει η διαδικασία από την αρχή. Έχει ξανασυμβεί σε πολλές περιπτώσεις. Οφείλω να το αναφέρω γιατί θα έχω εξαιρετική δυσκολία στο να αξιολογήσω τον μάρτυρα».

 

         Μετά από αίτημα του συνηγόρου για τον Εφεσείοντα η αγωγή παρέμεινε στις 6.3.2019, ημερομηνία κατά την οποία αυτός δήλωσε ότι:

 

         «Τελικά δεν θα παρουσιάσω τον κύριο Παναγιώτου ως μάρτυρα. Ζητώ ημερομηνία για συνέχιση».

 

         Με την Έφεση ο κ. Γαλανός μέμφεται το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι είχε λάβει απόφαση να μην ακούσει το μάρτυρα χωρίς να δώσει στα μέρη τη δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν, ότι έθεσε την πλευρά του Εφεσείοντος σε δύσκολη θέση, ενώ η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα ήταν καθοριστικής σημασίας για την υπόθεση τους και δεν ήταν μάρτυρας που να μπορούσε να αντικατασταθεί. Επικαλείται επιπλέον παραβίαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος με την εισήγηση ότι η πλευρά τους αποστερήθηκε της δυνατότητας να κλητεύσει ένα σημαντικό μάρτυρα της επιλογής της.

 

         Με κάθε σεβασμό η προσέγγιση του συνηγόρου είναι τουλάχιστον ατυχής.

 

         Αφενός, το κατά πόσο θα εξαιρεθεί Δικαστής από την εκδίκαση υπόθεσης δεν είναι ζήτημα επί του οποίου εναπόκειται στους συνήγορους να τοποθετηθούν. Ο Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων ή των συνηγόρων, οι οποίοι και δεν έχουν δικαίωμα να καθορίσουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση τους (Αναφορικά με την αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά (1998) 1 Α.Α.Δ. 706).  Όπως αναφέρεται και στο Commentary on the Bangalore Principles of Judicial Conduct, UNODC, Σεπτεμβρίου 2007 (εφεξής τα «Bangalore Principles») στην παρ. 79:

 

«79. Even if the parties consent to a judge who feels he or she should be disqualified, the judge would not be justified in continuing to preside over the case. This is because the public also has an interest in the manifestly impartial administration of justice...».

 

         Το δικαίωμα διαδίκου σε εκδίκαση από αμερόληπτο και ανεξάρτητο Δικαστήριο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30 (2) του Συντάγματος και έχει αναγνωριστεί και στο Άρθρο 6(1) της ΕΣΔΑ, το οποίο αναφέρει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο. Το κριτήριο, όπως έχει νομολογηθεί, είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη (βλ. Πίτσιλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1994) 1 Α.Α.Δ. 268). Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Δέσπω Αποστολίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 576, το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το ΕΔΑΔ για την διαπίστωση προκατάληψης είναι «εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος». Παραθέτουμε απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση:

 

         «Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Εx p. Pinochet Ugarte (No. 2) (1999) 1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.

 

            Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, με την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η ύπαρξή του».

 

         Με τη θέσπιση του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς τον Ιανουάριο 2019[1] τέθηκαν βασικές κατευθυντήριες γραμμές με σκοπό την παροχή βοήθειας και καθοδήγησης στους δικαστές. Μεταξύ αυτών, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, περιλήφθηκε και πρόβλεψη για εξαίρεση του Δικαστή από οποιαδήποτε διαδικασία «στην οποία έχει κώλυμα να αποφασίσει την υπόθεση αμερόληπτα ή στην οποία μπορεί να φανεί σε ένα εύλογο παρατηρητή ότι έχει κώλυμα να αποφασίσει την περίπτωση αμερόληπτα».

 

         Στην υπό κρίση περίπτωση η πρωτόδικη Δικαστής δήλωσε ρητά ότι δεν θα μπορούσε να αξιολογήσει αμερόληπτα τον Π.Π. Αυτό επέβαλλε την εξαίρεση της σε περίπτωση που ο Π.Π. θα ήταν μάρτυρας, όπως ορθά δήλωσε, όση δυσχέρεια και εκτροχιασμός της δίκης και αν προκαλείτο. Ενδεικτικό του εύλογου της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου φαίνεται και από το ότι σε μετέπειτα αναθεώρηση του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς προστέθηκε και ότι:

 

            «Όταν ένας μάρτυρας (περιλαμβανομένων εμπειρογνωμόνων) είναι προσωπικά καλά γνωστός στο δικαστή, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν όλες οι περιστάσεις για τον κίνδυνο εξ αντικειμένου έλλειψης αμεροληψίας, περιλαμβανομένων του κατά πόσον αναμένεται ότι θα κριθεί η αξιοπιστία του μάρτυρα, της φύσης του επίδικου  θέματος και της στενότητας της γνωριμίας».

 

         Ούτε κατανοούμε που εδράζεται η θέση ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε θίξει το κώλυμα νωρίτερα, εφόσον προκύπτει ξεκάθαρα από το πρακτικό ότι μόνο αφού εμφανίστηκε ο προτεινόμενος μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου έγινε αντιληπτή η ύπαρξη κωλύματος.

 

         Πέραν των πιο πάνω, όμως, δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε τη στάση των συνηγόρων του Εφεσείοντος. Αφού τους παραχωρήθηκε ο χρόνος για να αποφασίσουν πως θα προχωρούσαν, δηλώθηκε απερίφραστα ότι είχαν αποφασίσει να μην παρουσιάσουν τον συγκεκριμένο μάρτυρα και να συνεχίσουν την ακροαματική διαδικασία με άλλους μάρτυρες. Δεν έχουμε δυσκολία να πούμε ότι η δήλωση τους αυτή αποκλείει τη μετέπειτα επίκληση της μη κλήσης του Π.Π. ως λόγο για ανατροπή της πρωτόδικης Απόφασης.

 

         Οι δικηγόροι αποτελούν παράγοντες της δίκης και οφείλουν να ενεργούν στο πλαίσιο της δεοντολογίας και του αμοιβαίου σεβασμού. Δεν επιτρέπεται να δηλώνουν ενώπιον Δικαστηρίου ότι αποφάσισαν να ενεργήσουν με ένα τρόπο, και ταυτόχρονα, στρατηγικά, να διατηρούν στη φαρέτρα τους όπλα ώστε να τα επικαλεστούν εάν το τελικό αποτέλεσμα δεν τους ικανοποιήσει.

 

         Η νομολογία στην οποία αναφέρεται ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα στο περίγραμμα του δεν τυγχάνει εφαρμογής, αφού αφορά σε περιπτώσεις όπου αποστερήθηκε σε διάδικους είτε το δικαίωμα κλήσης μάρτυρα είτε το δικαίωμα αντεξέτασης μαρτύρων. Στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για συνειδητή επιλογή της υπεράσπισης ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης, για την οποία και δεν μπορούν να μέμφονται το Δικαστήριο.

 

         Συνακόλουθα, ο πρώτος Λόγος Έφεσης δεν μπορεί να πετύχει.

 

Λόγοι που αφορούν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λόγοι Έφεσης 2 - 9 και Λόγος Αντέφεσης 4)

 

         Εν πρώτοις σημειώνουμε την καλά εδραιωμένη αρχή ότι το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο γενόμενο από το πρωτόδικο Δικαστήριο έργο της αξιολόγησης (βλ. Παντελής Αναστάση ν. Ανδρέα Φυσέντζου, Πολ. Έφ. 354/2014, ημερ. 5.10.2023). Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 26/2021, ημερ. 28.2.2024:

 

«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ’ εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή 6 αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (βλ. Kyriakou v. Aristotelous (1970) 1 C. L.R. 172 και Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ 300)».

 

         Βασικό άξονα των Λόγων Έφεσης 2, 3, 4, 7(1) καθώς και του Λόγου Αντέφεσης 4 αποτελεί η πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, ήτοι των Μ.Ε.2 και 5 και των Μ.Υ.3 και 4. Όπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση Τ.Ο. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 217/22 κ.ά., ημερ. 12.2.2026:

 

«Τονίζεται, όμως ότι η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinburgh Magistrates (1953) SC 34, Anastassiades v. The Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Kouppis v. The Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos (1989) 1 C.L.R.1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από το Δικαστήριο, μαρτυρία. Οι εμπειρογνώμονες έχουν επιπλέον καθήκον και υποχρέωση έναντι του Δικαστηρίου να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση (Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 162/14, ημερ. 2.5.2017)».

 

         Το επιχείρημα του Εφεσείοντος στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.4. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η θέση του πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αυτόν «αξιόπιστο» δεν συνάδει με τα όσα αναγράφονται στην Απόφαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιθέτως αναφέρει ότι:

 

«Ούτε ο τέταρτος μάρτυρας ικανοποίησε πλήρως με τη μαρτυρία του. Ο λόγος για τον οποίο αναφέρω το πιο πάνω δεν είναι λόγω ποιότητας αλλά λόγω ανεπάρκειας αυτής, εφόσον ήταν μερικώς και μόνο διαφωτιστική…».

 

         Προχωρεί δε στην λεπτομερή ανάλυση των κενών που διαπίστωσε σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.4, τα οποία περιλάμβαναν:

 

-           Το ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί για το μάρμαρο τύπου Bianco Perlino, η δε σύγκριση στην οποία ο Μ.Υ.4 προέβη ήταν με άλλα μάρμαρα τα οποία ο ίδιος θεωρεί καλύτερης ποιότητας

-           Το ότι ο Μ.Υ.4 ανέδειξε ως πρόβλημα του επίδικου μαρμάρου τις ανοιχτές ρωγμές. Δέχτηκε, όμως, ταυτόχρονα ότι είναι αναμενόμενο αυτό να διατρέχεται από ρωγμές λόγω του τεκτονισμού που έχει δεχθεί στο βουνό. Κατ’ επέκταση δεν προκύπτει το επίδικο μάρμαρο να φέρει χαρακτηριστικά μη αναμενόμενα από μάρμαρα τύπου Bianco Perlino.

-           Το ότι τα αποτελέσματα των αναλύσεων που έγιναν στα τρία δείγματα δεν είχαν ιδιαίτερες αποκλίσεις μεταξύ τους, πράγμα που οδηγεί στο ότι το δείγμα που δόθηκε στον Εφεσείοντα δεν διέφερε ποιοτικά από τα μάρμαρα που εξετάστηκαν (και που ήταν εξ αυτών που τοποθετήθηκαν στην οικία του).

-           Το ότι ο Μ.Υ.4 δεν διαφώτισε ως προς το γιατί τα μάρμαρα παρουσίασαν αλλοιώσεις σε μεταγενέστερο χρόνο, ενώ όταν τοποθετήθηκαν παρουσίαζαν ένα όμορφο αποτέλεσμα. Ειδικότερα το πρωτόδικο Δικαστήριο τόνισε ότι ο Μ.Υ.4 δεν επεξήγησε που οφείλονταν αυτές οι αλλοιώσεις.

 

         Δραττόμαστε, στο σημείο αυτό, της ευκαιρίας να υπενθυμίσουμε ότι ο δικαστικός λόγος απαιτεί ευκρίνεια και βεβαιότητα ως προς την κατάληξη τόσο σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων όσο και των υπολοίπων πτυχών της υπόθεσης (βλ. Ευθυμίου ν. Τταντής, Πολ. Έφ. 90/2018, ημερ. 11.10.2024). Εντούτοις, δεν ευσταθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εμποδίζετο από το να καταλήξει ότι η μαρτυρία δεν δικαιολογούσε εύρημα ότι τα επίδικα μάρμαρα ήταν ελαττωματικά και ότι ποιοτικά το δείγμα Τεκμήριο 41 δεν διαφέρει από τα μάρμαρα που τοποθετήθηκαν στην οικία του Εφεσείοντος. Το Δικαστήριο αξιολόγησε όλες τις εξετάσεις στις οποίες ο Μ.Υ.4 ανέφερε ότι προέβη και για τους πιο πάνω παρατιθέμενους λόγους εξήγησε γιατί έκρινε ότι δεν μπορούσε να στηριχτεί στη μαρτυρία του. Ως προς τη μη ύπαρξη ιδιαίτερων αποκλίσεων μεταξύ των τριών δειγμάτων μαρμάρου που εξετάστηκαν, αυτό αποτέλεσε θέση του ίδιου του Μ.Υ.4 ο οποίος είπε ότι δεν παρουσίασαν μεγάλη διαφορά στην απορροφητικότητα, ενώ οι λοιπές συγκρίσεις ήταν με μάρμαρα άλλου τύπου με διαφορετική ορυκτολογική σύσταση.

 

         Είναι γεγονός ότι αποτέλεσε θέση του Μ.Υ.4 ότι η απουσία χλωριούχων ή θειικών αλάτων στα δείγματα πηλού και κόλλας θα έπρεπε να οδηγήσει στο ότι τα προβλήματα δεν οφείλονταν στην υγρασία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όμως, δεν ήταν υποχρεωμένο να δεχθεί αυτή τη θέση. Ενώπιον του υπήρχε και η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι η αποσάθρωση των μαρμάρων οφείλεται στην «έντονη υγροσκοπική απορρόφηση των ομβρίων υδάτων από το τσιμεντοπηλό με τον οποίο εφαρμόστηκε το μάρμαρο, ο οποίος απορροφά με μεγάλη ευκολία το νερό μεταφέροντας το ακολούθως προς το μάρμαρο, λόγω του ότι δεν έγινε η δέουσα προστασία του μαρμάρου με ειδικά υγρομονωτικά primers», ενώ υπήρχαν και κατασκευαστικά προβλήματα στον αρμό, με αποτέλεσμα το νερό να εισχωρεί πλέον ελεύθερα προς το μέρος του υποστρώματος του μαρμάρου. Ο δε Μ.Ε.5 που προέβη σε μετρήσεις της υγρασίας, βρήκε ότι υπήρχε μεγάλη συσσώρευση τέτοιας. Αμφότεροι οι Μ.Ε.2 και 5 κρίθηκαν αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους έγινε πλήρως αποδεκτή. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.2 δέχτηκε ότι, εάν είχε ακολουθηθεί ο τρόπος τοποθέτησης που περιέγραψε ο Μ.Ε.3 και επιδεικνυόταν υψηλής στάθμης τεχνική τόσο στην τοποθέτηση των μαρμάρων όσο και στη συντήρηση τους, «πολύ πιθανό τα προβλήματα να ήταν λιγότερα».

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε άκρως πλεονεκτικότερη θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων, έχοντας παρακολουθήσει αυτούς στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής που να επιτρέπει την επέμβαση μας. Οι δε λόγοι για τους οποίους κατέγραψε ότι αποδέχτηκε τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και 5 και απέρριψε αυτήν των Μ.Υ.3 και 4 είναι εύλογοι.

 

         Θα πρέπει να πούμε επιπλέον ότι βρίσκουμε καθόλα λογική την πιο κάτω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου:

 

            «…ο εναγόμενος συμφώνησε ότι τα μάρμαρα έρχονταν σε παλέτες και κάποια τοποθετήθηκαν εξωτερικά, κάποια εσωτερικά. Δεν υπήρχε δηλαδή διαφορετική παραλαβή για τα όσα θα τοποθετούνταν έξω και διαφορετική παραλαβή για τα όσα θα τοποθετούνταν μέσα. Ο εναγόμενος συμφώνησε ότι με την παραλαβή τους ήταν ομοιόμορφα. Το ότι τα μάρμαρα αν και ενιαία παραλαβή, τα όσα τοποθετήθηκαν έξω από το σπίτι παρουσιάζουν προβλήματα τα οποία δεν παρουσιάζουν τα μάρμαρα εσωτερικά οδηγεί σε συμπέρασμα ότι άλλος εξωγενής παράγοντας είναι αυτός που ενεργοποίησε τη διαδικασία αλλοίωσής τους…».

 

         Υπενθυμίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αξιολογείται με λογική προσέγγιση και στο πλαίσιο της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Στυλιανού ν. Αριστείδου, Πολ. Έφ. 214/2019, ημερ. 10.9.2025).

 

         Εν πάση περιπτώσει ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο ο Εφεσείων θεωρεί μεμπτό το πιο πάνω συμπέρασμα είναι επειδή δεν συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Υ.4, ζήτημα με το οποίο έχουμε ήδη ασχοληθεί ανωτέρω.

 

         Ούτε και συμφωνούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο μετατόπισε το βάρος στον Εφεσείοντα να αποδείξει ότι τα μάρμαρα τοποθετήθηκαν ορθά. Αποτελούσε σαφή θέση της Εφεσίβλητης ότι τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν οφείλονταν σε λανθασμένη τοποθέτηση και κακή επιλογή υλικών τοποθέτησης. Το Δικαστήριο δεν στήριξε την κατάληξη του σε μη απόσειση οποιουδήποτε βάρους απόδειξης από μέρους του Εφεσείοντος. Αντιθέτως, αναφέρει ρητά την απουσία μαρτυρίας για τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν και τον τρόπο τοποθέτησης την αναδεικνύει «…για ό,τι σημασία έχει».

 

         Όσον αφορά στον Μ.Υ.3 και τα όσα προβάλλονται με τον Λόγο Έφεσης 4, δεν συμφωνούμε ότι αυτός κρίθηκε αναξιόπιστος επειδή επισκέφτηκε για δεύτερη φορά την οικία του Εφεσείοντος. Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο Μ.Υ.3 δεν εξέτασε κατά πόσο το συγκεκριμένο μάρμαρο είχε την αναμενόμενη εικόνα, δεν γνώριζε το συγκεκριμένο μάρμαρο, δεν κατέγραψε πώς τοποθετήθηκε το μάρμαρο ή έστω πώς ο ίδιος ως εμπειρογνώμονας θεωρούσε ότι θα έπρεπε να είχε τοποθετηθεί. Περιορίστηκε σε γενικολογίες και πιθανολόγησε ότι αν ακολουθείτο ο τρόπος τοποθέτησης που του περιέγραψε ο τεχνικός συντήρησης Μ.Ε.3, τα προβλήματα θα ήταν λιγότερα, ενώ δεν συνομίλησε καν με τον εργολάβο που τοποθέτησε τα μάρμαρα για να μάθει πως τοποθετήθηκαν και τι υλικά χρησιμοποιήθηκαν. Δέχτηκε μεν ότι από τις φωτογραφίες υπήρχαν ανοιχτοί αρμοί, πράγμα που αποτελεί λάθος και ευνοεί την εισχώρηση υγρασίας, αλλά απέρριψε ότι οι ζημιές προκλήθηκαν από την υγρασία. Επεσήμανε επιπλέον ότι ο Μ.Υ.3 δεν εξήγησε πώς κατέληξε στο ότι το επίδικο μάρμαρο ήταν κακής ποιότητας. Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δήλωσε απερίφραστα ότι το Τεκμήριο 14 δεν αποτελεί αποδεκτή μελέτη πραγματογνώμονα και ότι ο Μ.Υ.3 δεν παρείχε ασφαλές υπόβαθρο ως πραγματογνώμονας.

 

         Συνεπώς η πρόσδοση ιδιαίτερης βαρύτητας στην αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου για το ότι ο Μ.Υ.3 επισκέφθηκε για δεύτερη φορά την οικία του Εφεσείοντος, συνιστά απομόνωση μίας φράσης, ενώ η απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Υ.3 στηρίχθηκε στην πραγματικότητα σε  σοβαρούς και ουσιαστικούς λόγους. Ούτε και ευσταθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.3 απορρίφθηκε λόγω «ισχυριζόμενης έλλειψης προσόντων». Απορρίφθηκε για όλους τους λόγους που καταγράφονται πιο πάνω.

 

         Σύμφωνους μας βρίσκει και η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η απόφαση για τοποθέτηση μάρμαρου Bianco Perlino ήταν επιλογή του Εφεσείοντος. Εξάλλου αυτό συνάδει και με τη θέση του ιδίου ότι το είδε στον εκθεσιακό χώρο της Εφεσίβλητης, στο ξενοδοχείο Londa καθώς και σε άλλη οικία.

 

         Αναφορικά με τον ένατο Λόγο Έφεσης είναι ορθή η θέση της Εφεσίβλητης όπως καταγράφεται στο περίγραμμα της, ότι ο Εφεσείων δεν είχε προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία περί ατελείωτων εργασιών από μέρους της Εφεσίβλητης, ή ανταπαιτούσε κάποια θεραπεία σε σχέση με τέτοιες. Συναφώς, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό αυτό.

 

         Έπεται πως οι Λόγοι Έφεσης 2 έως 4 και 6 έως 9 και ο Λόγος Αντέφεσης 4 δεν ευσταθούν.

 

         Με τον Λόγο Έφεσης 5 προσβάλλεται το πρωτόδικο εύρημα ότι ο τεχνικός Μ.Ε.3 έτριψε τα εσωτερικά μάρμαρα μετά από επιθυμία και εντολή του Εφεσείοντος. Θέση του Μ.Ε.1 ήταν ότι η Εφεσίβλητη είχε συμφωνήσει να πληρώσει μόνο για το τρίψιμο των μαρμάρων εξωτερικά. Ο Μ.Ε.3 επιβεβαίωσε ότι αυτές ήταν όντως οι οδηγίες που του δόθηκαν και έτσι έπραξε. Θέση του ήταν ότι τα εσωτερικά μάρμαρα ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Ο Εφεσείων πλήρωσε για το τρίψιμο των εσωτερικών μαρμάρων, αφού αυτός του έδωσε εντολή να τα τρίψει.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε τη θέση του Μ.Ε.1 επί του θέματος. Ως προς τον Μ.Ε.3, παρατήρησε ότι το γεγονός πως σταμάτησε τις εργασίες τριψίματος όταν τελείωσε τα εξωτερικά μάρμαρα (πράγμα που αποτελούσε θέση και του Εφεσείοντος), οδηγεί στο ότι η εντολή του Μ.Ε.1 ήταν να τρίψει μόνο τα εξωτερικά. Περαιτέρω το Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο Εφεσείων είχε πει πως ο ίδιος ζήτησε από τον τεχνικό να προχωρήσει με εργασίες εσωτερικά όταν ο τελευταίος σταμάτησε το τρίψιμο, λέγοντας πως η Εφεσίβλητη τον πλήρωνε μόνο για τις εξωτερικές εργασίες.

 

         Έχοντας τα πιο πάνω κατά νουν δεν βρίσκουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το τρίψιμο των εσωτερικών μαρμάρων από τον Μ.Ε.3 έγινε μετά από επιθυμία και εντολή του Εφεσείοντος.

 

         Με δεδομένη την απόρριψη των Λόγων Έφεσης 1 έως 9 πιο πάνω, προκύπτει ότι η ενασχόληση μας με τα εγειρόμενα στους Λόγους Έφεσης 10 και Λόγους Αντέφεσης 2 και 3 παρέλκει, αφού θα αποτελεί ακαδημαϊκή και μόνο άσκηση. Δεδομένης της μη διαπίστωσης σφάλματος στην πρωτόδικη κρίση ότι οι ζημιές στα μάρμαρα δεν οφείλονται σε κάποια παράβαση από μέρους της Εφεσίβλητης, η εξέταση του τρόπου δικογράφησης αξιώσεων για αποζημιώσεις που αξιώνονταν στο πλαίσιο της Ανταπαίτησης από τον Εφεσείοντα δεν θα οδηγήσει σε επίλυση οποιουδήποτε εκκρεμούς ζητήματος.

 

         Θα μας απασχολήσει μόνο ο πρώτος Λόγος Αντέφεσης. Με την αγωγή της η Εφεσίβλητη αξίωνε την επιδίκαση τόκου προς 9% ετησίως τριάντα μέρες μετά την έκδοση εκάστου τιμολογίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ της Εφεσίβλητης νόμιμο τόκο επί ποσού €13.093,43 από την καταχώριση της αγωγής.

 

         Είναι γεγονός ότι δεν επεξηγείται στην πρωτόδικη Απόφαση ο λόγος για την απόρριψη του αιτητικού (Β).

 

         Στο σημείο αυτό τονίζουμε ότι, τα όσα προβάλλει στο περίγραμμα του ο Εφεσείων περί ποινικής ρήτρας δεν τέθηκαν πρωτοδίκως και άρα δεν θα εξεταστούν.

 

         Είναι γεγονός ότι τα τιμολόγια Τεκμήριο 3 δεν είναι υπογραμμένα από τον Εφεσείοντα. Είναι όμως υπογραμμένη η παραγγελία για το μάρμαρο τύπου Bianco Perlino Τεκμήριο 3 επί της οποίας αναγράφονται τα εξής:

 

«Εάν η πληρωμή δε γίνει εντός 30 ημερών από την ημερομ. του τιμολογίου, τότε το ποσό θα φέρει τόκο προς 9% ετησίως, μέχρι την εξόφληση».

 

         Ο Εφεσείων συμφώνησε με τον όρο αυτό της Συμφωνίας Πώλησης και άρα δεσμεύετο από αυτόν. Εκείνο, όμως, που δεν προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, είναι το ποιο τιμολόγιο ισχυρίζεται η Εφεσίβλητη ότι παρέμεινε απλήρωτο ώστε να μπορεί να καθοριστεί και η ημερομηνία από την οποία θα μπορούσε να είχε επιδικαστεί ο αξιούμενος τόκος. Το κενό αυτό είναι ουσιαστικό και περιορίζει την Εφεσίβλητη στην επιδίκαση νόμιμου τόκου.

 

         Τόσο η Έφεση όσο και η Αντέφεση απορρίπτονται.

 

         Τα έξοδα της Έφεσης και της Αντέφεσης θα υπολογιστούν στην κλίμακα έκαστης. Συναφώς, επιδικάζονται έξοδα €3.000 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα αναφορικά με την Έφεση και €2.400 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του Εφεσείοντος και εναντίον της Εφεσίβλητης αναφορικά με την Αντέφεση. Σύμφωνα με το Μέρος 39.2(4)(β) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 διατάσσεται όπως τα έξοδα μεταξύ των διαδίκων συμψηφιστούν.

 

 

 

                                                                            ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                            Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.



[1]    N.B. ο Οδηγός Δικαστικής Συμπεριφοράς αναθεωρήθηκε τον 5/2019, 9/2019, 11/2019, 9/2020 και 7/2022.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο