ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΖΑΚΑΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 20/2023, 25/6/2026
print
Τίτλος:
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΖΑΚΑΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 20/2023, 25/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 20/2023)

 

25 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΖΑΚΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Κ. Πιερούδη (κα), για τον Εφεσείοντα 

Ν. Παπούτσα (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη 

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας αντιμετώπισε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου κατηγορητήριο το οποίο περιείχε κατηγορίες για αδικήματα κατά παράβαση Άρθρων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα τα αδικήματα της εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα 27 κιλών και 884,8 γραμμαρίων κάνναβης (κατηγορίες 2, 3 και 4 αντίστοιχα). Αντιμετώπισε, επίσης, την κατηγορία της συνωμοσίας με άλλα πρόσωπα προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, σχετική είναι η κατηγορία 1, όπως και αδίκημα για παράβαση του Νόμου περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν.188(I)/2017 και πιο συγκεκριμένα για νομιμοποίηση του ποσού των €450 το οποίο κατείχε και γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του αδικήματος της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 5 επί του κατηγορητηρίου).

 

Μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκε ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 2 και 4 και ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κατηγορία 5.

 

Τα γεγονότα που αφορά η υπόθεση, σε συντομία, όπως προκύπτουν από την απόφαση του Κακουργιοδικείου Πάφου, έχουν ως ακολούθως: Στις 17.7.2022 ο εφεσείοντας αφίχθηκε με πτήση από τη Θεσσαλονίκη στο αεροδρομίου Πάφου μεταφέροντας μαζί του δύο βαλίτσες εντός των οποίων υπήρχαν κλειστές αεροστεγώς νάιλον συσκευασίες οι οποίες παρείχαν ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β και συγκεκριμένα κάνναβη συνολικού βάρους 27 κιλών και 884,8 γραμμαρίων τα οποία και σκόπευε να παραδώσει σε άλλα πρόσωπα στη Δημοκρατία. Τις εν λόγω βαλίτσες του τις είχε παραδώσει άλλο πρόσωπο στη Θεσσαλονίκη δίδοντας του σε φάκελο τόσο τα σχετικά με τη μεταβίβαση του στη Δημοκρατία αεροπορικά εισιτήρια όσο και το χρηματικό ποσό των €450.

 

Ο εφεσείοντας, όπως τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου με ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις. Σημειώνουμε, όπως αναφέρει και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση για επιβολή ποινής, ότι μετά την καταδικαστική απόφαση από το Κακουργιοδικείο, ο κατηγορούμενος μέσω του δικηγόρου του δήλωσε την παραδοχή του για τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 2‑5 που αντιμετώπιζε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο μεταχειρίστηκε την εν λόγω παραδοχή «ως μεταμέλεια από μέρους του εφεσείοντα και αντίληψη του λανθασμένου των ενεργειών του, στοιχείο το οποίο εκ των πραγμάτων μειώνει σε κάποιο βαθμό το ενδεχόμενο επανάληψης τέτοιων έκνομων ενεργειών από μέρους του» (βλ. σχετικά  ΤΡΑΝΤΑ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2016) 2 Α.Α.Δ. 1116).

  

Έλαβε, επίσης, υπ' όψιν του τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα όπως αυτές προκύπτουν από έκθεση του λειτουργού των Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερομηνίας 23.1.2023. Σύμφωνα με την έκθεση ο εφεσείοντας μεγάλωσε σε δύσκολη οικογένεια, δεν είχε καλές διαπροσωπικές σχέσεις με τη μητέρα του, το 2006 νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρικό νοσοκομείο της Ελλάδας και για οκτώ μήνες ήταν στο σπίτι λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή. Ευάλωτος, ως ήταν, άρχισε τη χρήση ουσιών.

 

Τέθηκε, επίσης, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ιατρική γνωμάτευση ψυχιάτρου σύμφωνα με την οποία «ο κατηγορούμενος πάσχει από εξάρτηση βενζοδιαζεπινών».

 

Λήφθηκε, επίσης, υπ' όψιν από το Κακουργιοδικείο ότι ο εφεσείοντας ενεπλάκη στην όλη επιχείρηση εισαγωγής της μεγάλης αυτής ποσότητας ναρκωτικών στη Δημοκρατία με σκοπό την παράδοσή της σε πρόσωπα εδώ μόνο ως μεταφορέας, εισπράττοντας κατά τον χρόνο που του παραδόθηκαν οι βαλίτσες που περιείχαν τα ναρκωτικά το χρηματικό ποσό των €450, ενώ η συνολική αμοιβή του θα ήταν €1000.

 

Ο εφεσείοντας εφεσιβάλλει την ποινή που του επιβλήθηκε ως έκδηλα υπερβολική και νομικά εσφαλμένη. Αναφέρεται σχετικά στον λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έδωσε υπερβολική σημασία στην αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών και δεν έλαβε υπ' όψιν του την ιδιαιτερότητα της υπόθεσης αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά του εφεσείοντα, ειδικά τα προβλήματα της ψυχικής του υγείας. Αποδίδει, επίσης, στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι παραγνώρισε, χωρίς να συνεκτιμήσει επαρκώς και/ή καθόλου, τους μετριαστικούς παράγοντες που συγκεντρώνει στο πρόσωπό του ο εφεσείοντας και δη το λευκό ποινικό του μητρώο, τα προβλήματα υγείας που έχει, τη συνεργασία του με την Αστυνομία για εντοπισμό και σύλληψη των προσώπων που θα παραλάμβαναν την κάνναβη στη Δημοκρατία. Επιχειρηματολογεί, επίσης, ότι δεν δόθηκε η δέουσα σημασία στην έκθεση της ψυχιάτρου που είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το γεγονός ότι «πάσχει από εξάρτηση βενζοδιαζεπινών» αφαιρούσε από αυτόν τη δυνατότητα να αντιληφθεί το έκνομο των ενεργειών του, αναφέροντας ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά άτομα εξαρτώμενα από ναρκωτικές ουσίες για να μεταφέρουν ναρκωτικά αφού είναι αδύναμα άτομα με περιορισμένες αντιστάσεις και εύκολη λεία συνεπώς στους εμπόρους ναρκωτικών.

 

Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Ποινική Έφεση 67/2021, ημερομηνίας 17.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:


«Σε ό,τι αφορά την εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε πρωτόδικο Δικαστήριο, επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά την πάγια νομολογία ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, (2014) 2 (Α) ΑΑΔ 329, και ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 222/2014, ημερομηνίας 25/11/2015). Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1991) 2 Α.Α.Δ. 525)
Όπως σημειώσαμε πρόσφατα και στην υπόθεση ΕΛΕΝΟΔΩΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 68/2020, ημερομηνίας 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B180, η νομολογία υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναζίπ ν. Αστυνομίας, (2014) 2(Β) Α.Α.Δ. 808, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά, είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση
Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:

«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».

 

Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 350:

«Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική.»

 

Στην εν λόγω απόφαση τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, η πάγια αρχή ότι σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες υπάρχει ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών και η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών καθίσταται επιτακτική. Επαναλήφθηκε για ακόμη μια φορά ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε συνεχή και ανησυχητική έξαρση, επιφέρουν ολέθρια και καταστροφικά αποτελέσματα στη ζωή και υγεία των συνανθρώπων μας και δημιουργούν, σωρευτικά, εστίες εγκλήματος. Δόθηκε, επίσης, ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι ο εφεσείοντας επιδόθηκε στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, σε πολύ μεγάλες ποσότητες, ενεργώντας εν γνώση του, ως μεταφορέας/μεσολαβητής αποδεχόμενος ότι ο κοινός σκοπός του ιδίου ως και του ιθύνοντα νου της παράνομης επιχείρησης ήταν η μόλυνση και καταστροφή της κοινωνίας. Ο εφεσίβλητος δηλαδή, αποτέλεσε σημαντικό κρίκο της αλυσίδας της εγκληματικής επιχείρησης που είχε ως στόχο τη διακίνηση και προμήθεια ναρκωτικών ουσιών στην κυπριακή κοινωνία.
 

Δεν παραγνωρίστηκε ούτε στην απόφαση ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ (ανωτέρω) η συνεργασία ενός κατηγορούμενου με τις διωκτικές αρχές και στη συνέχεια η παραδοχή στο Δικαστήριο, αφού όπως και το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, αποτελούσε σοβαρό μετριαστικό παράγοντα. Τονίστηκε όμως ότι στην εν λόγω υπόθεση ο παράγοντας «συνεργασία» του εφεσίβλητου ήταν πολύ περιορισμένης αξίας, αφενός γιατί συνελήφθη επ' αυτοφώρω για κατοχή ναρκωτικών και αφετέρου η μη αποκάλυψη του ιθύνοντα νου μείωσε στο ελάχιστο την αξία της συνεργασίας, στοιχεία στα οποία το Κακουργιοδικείο φαίνεται να μην είχε προσδώσει τη δέουσα σημασία. Αναφέρθηκε δε ότι ήταν η έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση των μελών της αστυνομίας που τερμάτισε την εγκληματική συμπεριφορά του εφεσίβλητου και απέτρεψε την εκ μέρους του διακίνηση και διάθεση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών στην κυπριακή κοινωνία.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, τόνισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων υπό κρίση που προκύπτει από τη μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών που κατείχε ο κατηγορούμενος, 27 κιλά και 884,8 γραμμάρια κάνναβης, η οποία θα διοχετεύετο αργότερα στην αγορά και σε νέους κυρίως ανθρώπους και το γεγονός ότι ο ρόλος του, μεταφορέας των ναρκωτικών, δεν ήταν επουσιώδης εφόσον αποτέλεσε βασικό και αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διάδοσης του αργού θανάτου (βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2005) 2 Α.Α.Δ, 466, VALDEZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 144/2016 και 145/2016, ημερομηνίας 21.2.2017, XHAFERI ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 207/2021, ημερομηνίας 16.11.2022), ECLI:CY:AD:2022:B453.
 

Ορθά, επίσης, ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος κατέφυγε στη διάπραξη των επίδικων σοβαρών αδικημάτων και δη η οικονομική του αδυναμία και η εξάρτησή του από ναρκωτικές ουσίες, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη σοβαρή παράνομη συμπεριφορά που υπέδειξε. Όφειλε, ο εφεσείοντας να αναζητήσει νόμιμες πηγές εσόδων και όχι να ενδώσει στον πειρασμό και να καταφύγει στην αποκόμιση γρήγορου οικονομικού οφέλους με την εν λόγω παράνομη δράση του. Σχετική είναι η υπόθεση ΜΑΚΡΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 15.

  

Οι υποθέσεις ναρκωτικών ταλανίζουν εδώ και χρόνια την κυπριακή κοινωνία. Δυστυχώς, παρατηρείται συνεχής έξαρση και αύξησή τους. Η νομολογία είναι πολύ πλούσια σε υποθέσεις του είδους αυτού. Όπως έχει αναφερθεί χαρακτηριστικά και στην υπόθεση ΣΑΜΠΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 100:

 

«Τα ναρκωτικά αποτελούν τη μάστιγα μιας σύγχρονης κοινωνίας, ιδιαιτέρως σε μια χώρα όπως την Κύπρο η οποία έχει ιδιαίτερα προβλήματα τα οποία ανάγονται στην κατοχή μέρους της χώρας μας από τα τουρκικά στρατεύματα και της αναγκαιότητας στήριξης της νεολαίας. Τα ναρκωτικά, ως επί το πλείστον, έχουν στόχο νεαρά πρόσωπα. Η αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της μορφής, αντανακλάται από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, που για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β προνοείται ποινή φυλάκισης 8 χρόνων, και για το αδίκημα της κατοχής ιδίας φύσεως, με σκοπό την προμήθεια προς τρίτα πρόσωπα, η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση δια βίου. Αυτό καταδεικνύει την αγωνία της κοινωνίας και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου για αδικήματα αυτής της μορφής. Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας αυτής των ναρκωτικών. Βλ. Hadavand v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 359

 

Στην BORA ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα πιο κάτω:


«Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής τέτοιων ουσιών με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα, τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών.
Δεν είναι χωρίς σημασία να τονιστεί ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στα πλαίσια
  εξατομίκευσης της κάθε ποινής. Προεξάρχουσας όμως σημασίας είναι η αποτροπή προς τον σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων (Selmani κα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/2013 κα, ημερ. 5.10.2016)

Στην δε ΣΑΚΚΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 196/2020, ημερομηνίας 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, αναφέρθηκε ότι η νομολογία όντως υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες.

 

Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι καθ' όλα σωστή και ισορροπημένη. Έλαβε υπ' όψιν του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, ακόμα και την παραδοχή του μετά την έκδοση της καταδικαστικής του απόφασης ως ανωτέρω αναφέρεται, τον ρόλο που διαδραμάτισε στην υπόθεση, όπως επίσης και την ευαλωτότητά του λόγω οικονομικής στενότητας αλλά και εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες. Ορθά όμως τόνισε ότι «ούτε όμως η ιδιότητα του απλού μεταφορέα των ναρκωτικών έναντι μικρό οικονομικού οφέλους αλλά ούτε και οι λόγοι που κατατάσσουν τον Κατηγορούμενο στα προαναφερόμενα αδύναμα άτομα, είναι στοιχεία ικανά να επιδράσουν στην επιβολή ποινής κατά τρόπον που να εξασθενεί η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε σε νομολογία και στις ποινές που έχουν επιβληθεί από άλλα Δικαστήρια σε υποθέσεις παρόμοιας φύσης και παρόμοιων γεγονότων ως αυτά υπό κρίση. Ειδικότερα, παρέπεμψε στην Ποινική Έφεση 112/21, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ημερομηνίας 19.12.2022, όπου ανέφερε σχετικά το Ανώτατο Δικαστήριο:

 

«Εν προκειμένω, ορθά έκρινε το Κακουργιοδικείο ότι η παρούσα περίπτωση κατατάσσεται ανάμεσα στις πιο σοβαρές. Επρόκειτο για εισαγωγή μίας πολύ μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών η οποία, αν δεν γινόταν ο σχετικός έλεγχος στο αεροδρόμιο, θα διοχετευόταν στην αγορά, με καταστροφικές συνέπειες για τους χρήστες και για την κοινωνία γενικότερα. Όπως διαχρονικά υποδεικνύει η νομολογία και επαναλήφθηκε στη Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 400, «η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για την μεταφορά των ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου». (Βλ. Επίσης Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 577).

Ο εφεσείων, έστω και εάν ενεπλάκη στην όλη επιχείρηση μόνο ως μεταφορέας για να εισπράξει μία μικρή αμοιβή, χωρίς να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στην οργάνωση της όλης επιχείρησης, δεν παύει από το να αποτελεί ένα σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα της εισαγωγής των ναρκωτικών στη χώρα μας. Το γεγονός ότι του δόθηκε μία βαλίτσα κλειδωμένη, ως ισχυρίστηκε, δεν μειώνει τη δική του εμπλοκή. Ανέλαβε να μεταφέρει αυτή τη βαλίτσα μεγάλου βάρους, που ήταν γεμάτη με ναρκωτικά, και να την εισάξει στη Δημοκρατία. Δε διαπιστώνουμε ότι το Κακουργιοδικείο έσφαλε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στον καθορισμό του ρόλου του εφεσείοντα στην όλη επιχείρηση.

Ούτε οι προσωπικές του συνθήκες και τα οικονομικά του προβλήματα, τα οποία τον οδήγησαν να διαπράξει τα εν λόγω αδικήματα, μεταφέροντας, έναντι αμοιβής €1.000, τα ναρκωτικά από την Ελλάδα στη Κύπρο, μειώνουν τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων.»

 

Επίσης, ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές για τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος διέπραξε, το μέγιστο ύψος των οποίων αποτελεί βασική παράμετρο που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Ειδικότερα, για το αδίκημα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου αλλά και για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου.

 

Ορθά, επίσης, τονίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε πρόσωπα τα οποία διαπράττουν αδικήματα ως και αυτά που διέπραξε ο κατηγορούμενος και τα οποία σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες. Αναφέραμε με τη σειρά μας το εξής απόσπασμα από την απόφαση BORA (ανωτέρω):

 

«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών.»

 

Αναφέρθηκαν, επίσης, από το Κακουργιοδικείο, άλλες υποθέσεις παρόμοιας φύσης και περιστατικών με την υπό κρίση για σκοπούς επιβολής ποινής τονίζοντας το Κακουργιοδικείο ότι η ποινή που επιβάλλεται σε έναν παραβάτη είναι αλληλένδετη, τόσο με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης αλλά και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη εφόσον προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για ίδιας φύσεως αδικήματα και τούτο έτσι ώστε να υπάρχει όσο είναι δυνατόν κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών.

  

Στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου για τον εφεσείοντα, γίνεται λόγος ότι στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2014) 2 Α.Α.Δ. 939, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 15 ετών μειώθηκε σε 12 έτη για αδικήματα κατοχής μεγάλης ποσότητας κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Σημειώνουμε ότι στην εν λόγω υπόθεση η μείωση της ποινής επήλθε λόγω της παραδοχής στην οποία είχε προβεί ο εκεί εφεσείοντας στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση η παραδοχή του εφεσείοντα έγινε μετά την ανάγνωση της απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία βρέθηκε ένοχος. Επίσης, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η εν λόγω απόφαση έχει εκδοθεί το 2014, 12 και πλέον χρόνια προηγουμένως, και δυστυχώς παρατηρούμε ότι παρά τα τόσα χρόνια που έχουν περάσει, το πρόβλημα των ναρκωτικών εξακολουθεί να μαστίζει την κοινωνία σε όλες της τις εκφάνσεις γεγονός που καθιστά επιτακτική την επιβολή αποτρεπτικών ποινών για να μπορούμε να είμαστε σύμφωνοι με τα όσα αναγράφουμε καθημερινά, ότι σε περίπτωση έξαρσης ενός αδικήματος οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται πρέπει να είναι αποτρεπτικές.

 

Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αγνόησε την πρόθεση του εφεσείοντα να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης.

 

Θεωρούμε την ποινή που έχει επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο ως καθόλα ορθή, ισοζυγισμένη και αρμόζουσα τόσο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όσο και στις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα. Και οι δύο λόγοι έφεσης απορρίπτονται.

 

Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της.

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο