ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥΡΑΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 226/2023, 25/6/2026
print
Τίτλος:
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥΡΑΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 226/2023, 25/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 226/2023)

 

25 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥΡΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Χ. Στρατουράς, για τον Εφεσείοντα

Γ. Σοφοκλή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

          ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορία παράβασης του Άρθρου 11Β και 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/1986. Συγκεκριμένα, κατηγορείτο ότι, στις 17.10.2020, οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα ενώ τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών.

 

          Ως προκύπτει, ο εφεσείων παραδέχτηκε την εν λόγω κατηγορία, ενώ, παράλληλα, είχε εκδοθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση διαδικασίας  διάταγμα θεραπείας του δυνάμει του Άρθρου 6 του περί Θεραπείας Κατηγορούμενων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων Νόμου του 2016, Ν.41(I)/2016. Κατά την 25.10.2023, ο εφεσείων είχε συμπληρώσει επιτυχώς το πρόγραμμα θεραπείας του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο άκουσε τα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς επίσης τον συνήγορο του εφεσείοντα και στη βάση των όσων εξήγησε στην απόφασή του για επιβολή ποινής, επέβαλε στον εφεσείοντα χρηματική ποινή ύψους €800, 5 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησής του και στέρηση του δικαιώματός του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για τα επόμενα 12 συνεχόμενα Σαββατοκύριακα, αυτών αρχομένων από το Σάββατο 28.10.2023. Διέταξε, επίσης, όπως ο εφεσείων καταβάλει το ποσό των €214,40 ως κόστος των εργαστηριακών αναλύσεων και το ποσό των €100 ως έξοδα των μαρτύρων κατηγορίας. Κατόπιν παράκλησης του συνηγόρου του εφεσείοντα, περαιτέρω διέταξε όπως η χρηματική ποινή που επιβλήθηκε πληρωθεί με μηνιαίες δόσεις των €150 έκαστη, με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα την πρώτη εργάσιμη μέρα του μηνός Δεκεμβρίου και ακολούθως την πρώτη εργάσιμη μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης.

 

          Με την παρούσα έφεσή του, ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση, ημερομηνίας 25.10.2023, με τέσσερεις λόγους έφεσης.

 

          Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα και ή παράβαση του Συντάγματος και ή των νόμων και ή της νομολογίας με την απόφασή του να συνεχίσει την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του εφεσείοντα, καλώντας τον σε απολογία και καταδικάζοντας τον στο αδίκημα που αντιμετώπιζε στη βάση της σφαίρας του εγκλήματος και όχι στη θεώρησή του ως προβλήματος δημόσιας υγείας, ενώ ο εφεσείων δικαιούτο να επιλέξει θεραπεία αντί ποινής, κάτι το οποίο έπραξε τυγχάνοντας θεραπείας με πλήρη επιτυχία. Αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένη ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας (Ν.41(I)/2016) και, συνακόλουθα, παραβίαση των συνταγματικών και ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων του εφεσείοντα.

 

          Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν αξιολόγησε σωστά τα γεγονότα και τη μαρτυρία. Αιτιολογικά, προβάλλεται λανθασμένη εφαρμογή των συνταγματικών και νομικών δικαιωμάτων του εφεσείοντα και της κοινής λογικής ως προς το ότι ο εφεσείων δεν μπορούσε να αποκαλύψει προσωπικά δεδομένα τρίτων προσώπων χωρίς την άδειά τους.

 

          Με τον τρίτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα και κατ' παράβαση του Συντάγματος και ή των νόμων και της νομολογίας ερμήνευσε και εφάρμοσε τη νομοθεσία. Αναφορά, και πάλι, γίνεται αιτιολογικά στον Νόμο 41(I)/2016 και επίκληση γίνεται λανθασμένων υποθέσεων από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων είχε προβεί σε παραβιάσεις της σύμβασής του και προχώρησε στη συνέχιση της υπόθεσης και καταδίκης του εφεσείοντα χωρίς να δικαιολογήσει επαρκώς ή καθόλου την απόφασή του αυτή. Επίκληση γίνεται, επίσης, της θέσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε τον εφεσείοντα δεχόμενο περιεχόμενο επιστολής που αναφερόταν σε άρνηση του εφεσείοντα να δώσει πληροφορίες, παραγνωρίζοντας την έκθεση της συμβουλευτικής επιτροπής ότι ο εφεσείων τήρησε το συμβόλαιό του με επιτυχία και έτυχε θεραπείας. Ως αποτέλεσμα το πρωτόδικο Δικαστήριο επέδειξε προκατάληψη και ή επηρεασμό από τέτοια ανεξάρτητα γεγονότα.

 

          Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η επιβληθείσα ποινή ως έκδηλα υπερβολική, υπό τις περιστάσεις.

 

          Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση αλλά και πρωτόδικη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των όσων οι δύο πλευρές έθεσαν ενώπιόν μας, αλλά και των όσων προβλήθηκαν πρωτοδίκως.

 

          Έχουμε την άποψη ότι, όσον αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης, αυτός δεν μπορεί παρά να εξεταστεί στη βάση του τι προβάλλει η έκθεση του λόγου έφεσης και η αιτιολογία αυτού. Είναι καλώς γνωστόν ότι επιχειρηματολογία που περιλαμβάνεται στο διάγραμμα αγόρευσης του συνηγόρου του εφεσείοντα δεν είναι δυνατόν να διευρύνει την εμβέλεια του λόγου έφεσης ως προβάλλεται στην ειδοποίηση έφεσης και αιτιολογείται σχετικά. Περαιτέρω δε, έχουμε την άποψη ότι οι πρώτοι τρεις λόγοι έφεσης καθίστανται προβληματικοί, εν όψει του ότι πραγματεύονται θέματα τα οποία σε καμία περίπτωση δεν τέθηκαν πρωτοδίκως με τον τρόπο που τίθενται ενώπιόν μας. Ως προκύπτει από το πρακτικό της υπό κρίση συνεδρίας του Δικαστηρίου, ήταν πλήρως αντιληπτός ο χειρισμός από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εξ ου και ακούστηκαν τα γεγονότα, ο συνήγορος του εφεσείοντα αγόρευσε προς μετριασμό, τοποθετούμενος, κατόπιν ερωτήματος του Δικαστηρίου, και αναφορικά με την αναγκαιότητα διατήρησης της άδειας οδήγησής του, εισηγούμενος την απαλλαγή του εφεσείοντα ως προνοούσε η σχετική νομοθεσία πριν την τροποποίησή της. Δεν εντοπίζουμε να είχε τεθεί θέμα εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου Ν.41(I)/2016 με τον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο διαχειριζόταν τη διαδικασία, ούτε το θέμα με την αναζήτηση προσωπικών δεδομένων άλλων προσώπων αφορούσε το θέμα της ποινής ως παράβαση του διατάγματος θεραπείας. Ως έχουμε υποδείξει ανωτέρω, ο συνήγορος του εφεσείοντα επικαλέστηκε τις προσωπικές του περιστάσεις και εν τέλει αναζήτησε και τη διευθέτηση της πληρωμής της χρηματικής ποινής διά μηνιαίων δόσεων. Είναι καλώς γνωστόν ότι θέματα που δεν τέθηκαν πρωτοδίκως δεν μπορούν να αποτελέσουν επίδικα θέματα κατ' έφεση.

 

          Αν υπάρχει φυσικά κάτι που θα μπορούσε να λεχθεί επί των ως άνω, και λόγω της συνάφειας του θέματος ως προς τους τρεις αυτούς λόγους έφεσης, είναι το αβάσιμό τους ως αποτέλεσμα του τι έλαβε χώραν πρωτοδίκως αλλά και του τι προνοείται στις σχετικές νομοθεσίες. Για σκοπούς πληρότητας είναι που προβαίνουμε στην κάτωθι εξήγηση.

 

          Σύμφωνα με το Άρθρο 11Β του Ν.174/1986, πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό ενώ τελεί υπό την επήρεια ναρκωτικών, διαπράττει αδίκημα. Το αδίκημα αυτό ενσωματώθηκε στον Νόμο το έτος 2016 με τον Νόμο 13(I)/2016. Ως αποτέλεσμα σχετικής τροποποίησης του Άρθρου 11Ζ του ιδίου νόμου, η οποία ενσωματώθηκε στον νόμο με τον Ν.131(I)/2020, με ισχύ από 1.10.2020, η προβλεπόμενη ποινή για το ως άνω αδίκημα ανέρχεται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €8.000 ή σε στέρηση της ικανότητας του αδικοπραγούντος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια ή σε όλες ή οποιαδήποτε ή οποιεσδήποτε από τις εν λόγω ποινές. Με επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα, επιπρόσθετα των πιο πάνω ποινών και νοουμένου ότι ο αδικοπραγείσας αιτηθεί στο Δικαστήριο έκδοση διατάγματος θεραπείας, να εκδώσει διάταγμα θεραπείας σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 6 του Ν.41(I)/2016.

 

          Παράλληλα με τα ως άνω, ο Ν.41(I)/2016, ενώ αρχικά προέβλεπε, σε περίπτωση επιτυχίας της θεραπείας, την απαλλαγή του κατηγορουμένου προσώπου, μετά από σχετική τροποποίηση, κατά το έτος 2017, προβλέπει, στο Άρθρο 7(1)(5) ότι σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος θεραπείας, η εκδίκαση της υπόθεσης αναβάλλεται μέχρι την ολοκλήρωση της θεραπείας και, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος τηρήσει το θεραπευτικό συμβόλαιο, παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε αυτό να επιληφθεί της υπόθεσης.

 

          Ως αποτέλεσμα των ως άνω προνοιών, είναι προφανές ότι δεν υφίσταται επιλογή ενός κατηγορουμένου προσώπου να συγκατατεθεί ή αιτηθεί θεραπεία αντί ποινής. Είναι προφανές ότι τέτοιο διάταγμα προβλέπεται ως δυνατότητα επιπρόσθετα των προβλεπόμενων ποινών. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν τέτοιο διάταγμα να μπορεί να διαταχθεί αντί οποιασδήποτε από τις προβλεπόμενες ποινές, θα το έπραττε μέσω τέτοιας πρόνοιας. Αν δε πρόθεση του νομοθέτη παρέμενε, σε περίπτωση επιτυχούς συμπλήρωσης θεραπείας, η απαλλαγή του κατηγορουμένου, δεν θα προέβαινε στην ως άνω τροποποίηση παραπέμποντας την υπόθεση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για να της επιληφθεί. Επομένως, αβάσιμες είναι οι περί του αντιθέτου εισηγήσεις της πλευράς του εφεσείοντα.

 

          Από δε το πρακτικό της δικασίμου, διαπιστώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε πολύ καλά υπ' όψιν του την ολοκλήρωση της θεραπείας του εφεσείοντα και το θέμα της άρνησης να δώσει πληροφορίες σε σχέση με τις περιστάσεις του δεν αφορούσε το θέμα του διατάγματος θεραπείας αλλά τη γνώση του Δικαστηρίου των περιστάσεων του ώστε να του επιβληθεί η αρμόζουσα ποινή. Άλλωστε, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε στον συνήγορο του εφεσείοντα ότι είχαν δοθεί οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ώστε να εξεταστεί και το ενδεχόμενο έκδοσης κηδεμονευτικού διατάγματος. Στη συνέχεια, ως προκύπτει, ακούστηκαν τα γεγονότα, αναφέρθηκαν οι βαθμοί ποινής με τους οποίους ο εφεσείων βαρυνόταν αλλά και το λευκό του ποινικό μητρώο. Ένδειξη της παρανόησης των γεγονότων από πλευράς συνηγόρου του εφεσείοντα αποτελεί και το ότι αναρωτήθηκε κατά πόσο απαιτείτο να προβάλλει το βιογραφικό του και της οικογένειάς του, με το Δικαστήριο να του εξηγεί ότι δεν δικάζεται η οικογένεια αλλά ο εφεσείων ο οποίος παραδέχτηκε το αδίκημα και για σκοπούς επιβολής ποινής θα ήταν βοηθητικό να γνωρίζει το Δικαστήριο τις περιστάσεις του ώστε να μην τιμωρηθεί με πιο αυστηρή ποινή απ' ότι θα έπρεπε. Είναι τότε που ο συνήγορος του εφεσείοντα αναφέρθηκε στις προσωπικές του περιστάσεις.

 

          Επομένως, δεν εντοπίζεται, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, σφάλμα από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τον τρόπο που προσέγγισε τη διαδικασία, ούτε διαπιστώνεται οποιαδήποτε εσφαλμένη ερμηνεία ή ενέργεια από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου με τη διαχείριση της υπόθεσης κατόπιν της συμπλήρωσης της θεραπείας του εφεσείοντα, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης και προχωρώντας στην επιβολή της ποινής που το ίδιο έκρινε αρμόζουσα με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης.

 

          Ως αποτέλεσμα, αβάσιμοι κρίνονται οι τρεις πρώτοι λόγοι έφεσης και ως τέτοιοι απορρίπτονται.

 

          Εξετάζοντας τον τέταρτο λόγο έφεσης, είναι χρήσιμο να τεθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι ο εφεσείων βρέθηκε θετικός στη χρήση κοκαΐνης, κάνναβης ή και ρητίνης κάνναβης. Έλαβε υπ' όψιν της, η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής, τόσο τη σοβαρότητα του αδικήματος, διαφαινόμενη και από την προβλεπόμενη ποινή, όσο και την ανησυχητική συχνότητα, ως την χαρακτήρισε, με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης, κάτι που καθιστά αναγκαίο το στοιχείο της αποτροπής στην ποινή, τόσο σε σχέση με τον συγκεκριμένο παραβάτη, όσο και σε σχέση με άλλους επίδοξους παραβάτες. Δεν παρέλειψε, όμως, να ικανοποιήσει και το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη, χωρίς αυτό να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και της ανάγκης για αποτροπή. Ως εξήγησε:

 

«Προς όφελος λοιπόν του κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του έστω και σε αυτό το στάδιο, ενόψει του γεγονότος ότι μέσω αυτής έχει εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και χρήμα, το λευκό του ποινικό μητρώο, το γεγονός ότι κατόπιν έκδοσης διατάγματος θεραπείας ο κατηγορούμενος έχει επιτυχώς τηρήσει το εν λόγω πρόγραμμα και παρουσιάζεται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου καθαρός από οποιεσδήποτε ουσίες, γεγονός που δεικνύει και τη μεταμέλεια του, ως επίσης και την προσπάθεια του να αλλάξει πορεία στη ζωή του ενόψει του ότι πλέον έχει εξεύρει εργασία και εργάζεται. Δεν μπορεί όμως ταυτόχρονα να παραγνωρίζεται ότι η συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος είναι εγωιστική και εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια και σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Κανένας ιδιαίτερος λόγος δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών αποφάσισε εν τέλει να οδηγήσει. Επομένως, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω,  αλλά και τις πιθανές συνέπειες που θα μπορούσαν να προκληθούν από τη συμπεριφορά του αυτή, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που τα σοβαρά τροχαία ατυχήματα βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση και οφείλει να στείλει το μήνυμα ότι μια τέτοια οδική συμπεριφορά δεν μπορεί να είναι ανεκτή. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης για πάταξη τέτοιων φαινομένων δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών.»

 

          Είναι στη βάση των ως άνω που το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην επιβολή της ως άνω χρηματικής ποινής πλέον βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης και στέρησης του δικαιώματος κατοχής άδειας οδήγησης ως διατάχθηκε.

 

          Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. YAZKOV, Ποινική Έφεση 64/2025, ημερομηνίας 9.10.2025, είχαμε την ευκαιρία να επιληφθούμε ανάλογης κατηγορίας. Είχε πρωτοδίκως επιβληθεί ποινή φυλάκισης 2 μηνών η οποία αυξήθηκε σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Εξηγήθηκε η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω και της έξαρσης που παρουσιάζεται σε αυτού του είδους τα αδικήματα. Τέλεση των οποίων έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σοβαρών κινδύνων στους δρόμους. Η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων αντανακλάται στην προβλεπόμενη για αυτά ποινή και επιβάλλει αυστηρή αντιμετώπισή τους.

 

          Στη βάση των ως άνω, διαπιστώνεται ότι οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα αλλά και η ολοκλήρωση της θεραπείας του με επιτυχία αποτέλεσαν τα στοιχεία εκείνα που οδήγησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στην ποινή που του επέβαλε. Η επιλογή της εν λόγω χρηματικής ποινής, συνδυαζόμενης με τα διατάγματα που εκδόθηκαν, κάθε άλλο παρά έκδηλα υπερβολική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπό τις περιστάσεις. Αντιθέτως, είναι αυτές οι περιστάσεις που εντάσσουν την επιβληθείσα ποινή εντός των επιτρεπτών πλαισίων. Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, ώστε να δικαιολογείται παρέμβασή μας στην πρωτόδικη κρίση.

 

          Αβάσιμος κρίνεται και ο τέταρτος λόγος έφεσης.

 

          Ως αποτέλεσμα η παρούσα έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της.

 

          Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

                            

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο