ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 80/2025)
25 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
DEB ABBAS,
Εφεσίβλητου.
______________________________
Μ. Κουτσόφτας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα
Εφεσίβλητος αυτοπροσώπως
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ–ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσίβλητος – κατη- γορούμενος στην Ποινική Υπόθεση 3864/2024, έχει κριθεί ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία σε δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της συμμετοχής σε λαθρεμπόριο μεταναστών, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 8 και 10 του Κυρωτικού Νόμου 11(ΙΙΙ)/2003 και Άρθρων 3 και 6(1)(a), (2)(b), 3(a) του Πρωτοκόλλου ΙΙΙ κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών δια Εδάφους, Θαλάσσης και Αέρος της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος (κατηγορία 1) και το αδίκημα της συμμετοχής σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 4 του Ν.11(ΙΙΙ)/2003 και του Άρθρου 5 (1)(α)(ΙΙ)(a) της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και των Συμπληρωματικών σε αυτήν Πρωτοκόλλων (κατηγορία 4).
Σημειώνουμε ότι ο εφεσίβλητος- κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και άλλες κατηγορίες, στις οποίες έχει αθωωθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου που δόθηκε στις 20.2.2025.
Τα γεγονότα που αφορούν στη διάπραξη των αδικημάτων αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου τα οποία παραθέτουμε πιο κάτω για σκοπούς εξέτασης της παρούσας έφεσης.
«Στις 3/4/2024 και ώρα 23.00 η άκατος της Λιμενικής και Ναυτικής αστυνομίας «ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ» με κυβερνήτη τον ΜΚ2, έλαβε οδηγίες και απέπλευσε από τον Ναυτικό Σταθμό Λάρνακας με προορισμό το γεωγραφικό στίγμα 3451 Β και 03442 Α, που εντοπιζόταν σε απόσταση 35 ναυτικών μιλίων από το Κάβο Γκρέκο, για επιχείρηση έρευνας και διάσωσης αριθμού προσώπων που επέβαιναν σε σκάφος. Αφίχθηκε στο σημείο στις 3/4/2024 και ώρα 0030 όπου εντόπισε ακινητοποιημένη τη βάρκα. Εκεί βρισκόταν ήδη και η αστυνομική άκατος «ΟΝΗΣΙΛΛΟΣ» . Η βάρκα ήταν αλιευτικό καΐκι περί τα 18 μέτρα μήκος με κλειστή γέφυρα. Η άκατος «ΟΝΗΣΙΛΛΟΣ», κατόπιν οδηγιών, πλεύρισε τη βάρκα και παρέλαβε 121 επιβαίνοντες και αναχώρησε για το λιμάνι της Λάρνακας. Στη συνέχεια πλεύρισε τη βάρκα και η αστυνομική άκατος «ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ» και παρέλαβε 50 άτομα. Παρέμειναν πάνω στη βάρκα 65 πρόσωπα τα οποία παραλήφθηκαν από την αστυνομική άκατο «ΘΗΣΕΑΣ» που κατέπλευσε στο σημείο περί ώρα 04:00. Η ρυμούλκηση της βάρκας δεν ήταν εφικτή και ως εκ τούτου αφέθηκε στο σημείο με τις δύο τελευταίες ακάτους να αναχωρούν για το λιμάνι Λάρνακας. Η βάρκα είχε αναχωρήσει από το Alabdeh του Λιβάνου με 237 επιβάτες, Συριακής καταγωγής, με προορισμό την Κύπρο χωρίς οποιοδήποτε σωστικό βοήθημα. Ο κατηγορούμενος υποδείχθηκε από επιβάτες ως ο πλοηγός της βάρκας. Στις 4/4/2024 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του και συνελήφθηκε. Αφού του δόθηκαν γραπτώς τα δικαιώματα του, του λήφθηκε κατάθεση όπου παραδέχθηκε ότι ήταν ο μοναδικός οδηγός της βάρκας καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Παραδέχθηκε περαιτέρω ότι αποδέχθηκε να πλοηγήσει τη βάρκα με αντάλλαγμα να μην καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και να έρθει στην Κύπρο δωρεάν. Μέρος της συμφωνίας που έκανε με τους διακινητές ήταν και η λήψη μαθημάτων πως να πλοηγεί τη βάρκα και να χειρίζεται πυξίδα, συμμετέχοντας ενεργά στο λαθρεμπόριο μεταναστών αφού γνώριζε ότι η βάρκα που θα πλοηγούσε ήταν για τη μεταφορά μεταναστών στην Δημοκρατία. Η δράση του αυτή ήταν εντός εγκληματικής οργάνωσης που διακινούσε παράνομους μετανάστες.»
Αρχικά ο εφεσίβλητος ‑ κατηγορούμενος είχε, μέσω της τότε συνηγόρου του, εφεσιβάλει την καταδικαστική απόφαση του Κακουργιοδικείου με την Ποινική Έφεση 72/2025. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με τη σειρά του εφεσίβαλε τις επιβληθείσες ποινές ως έκδηλα ανεπαρκείς με την υπό κρίση έφεση. Η Ποινική Έφεση 72/2025 απεσύρθη από τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να παραμείνει προς εξέταση μόνο η παρούσα έφεση που καταχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με την οποία εφεσιβάλλεται η ποινή των 4 ετών φυλάκισης που επέβαλε στον εφεσίβλητο το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας σε κάθε μία από τις δύο κατηγορίες που βρέθηκε ένοχος, δηλαδή τις κατηγορίες 1 και 4, ως έκδηλα ανεπαρκής και ως αποτέλεσμα σφάλματος αρχής προβάλλοντας δύο λόγους έφεσης. Οι δύο λόγοι έφεσης είναι πανομοιότυποι, αναφέρονται στις κατηγορίες 1 και 4 αντίστοιχα και ως αιτιολογία προβάλλονται οι θέσεις ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή προκύπτει τόσο από την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή όσο και από τις συνθήκες διάπραξης των συγκεκριμένων αδικημάτων, παραγνώριση του σκοπού του νομοθέτη ο οποίος δεν ήταν άλλος από την επιβολή αυστηρότερων ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα και παραγνώριση της νομολογίας ως προς το ύψος των ποινών που πρέπει να επιβάλλονται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων. Προβάλλεται, επίσης, η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε μόνο λεκτικά την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής χωρίς να προσδώσει τη δέουσα βαρύτητα στην ανάγκη για την καταστολή τέτοιων αδικημάτων εν όψει της ανησυχητικής αυξητικής τάξης του παρατηρείται, καθώς και για προστασία ευρύτερα της κοινωνίας.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας του Εφετείου προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
"Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας 91) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου 93) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου 09) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, ν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015)."»
Περαιτέρω, υπενθυμίζουμε, τα πιο κάτω λεχθέντα στην ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΧΑΤΖΗΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 20/2021, ημερομηνίας 19.10.2021, ως προς τη σημασία που δίδεται σε προηγούμενες αποφάσεις, στις οποίες επιβλήθηκε ποινή για παρόμοια αδικήματα:
«Οι προηγούμενες αποφάσεις είναι, βεβαίως, ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, χωρίς, όμως, να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα που ο καθορισμός αρχών ενέχει, εφόσον η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123).»
Πολύ πρόσφατα, στην απόφασή μας ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ V. ALI SHAIN, Ποινική Έφεση 1/2025, ημερομηνίας 18.11.2025, είχαμε και πάλι την ευκαιρία να πραγματευτούμε το ίδιο ζήτημα αναφορικά με αυτά τα αδικήματα. Σημειώσαμε σχετικά:
«Υπενθυμίζουμε, επίσης, ότι για το εν λόγω αδίκημα προβλέπεται στον νόμο ποινή μέχρι τα 10 έτη. Στις δε ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. KHAN, Ποινική Έφεση 123/23, ημερομηνίας 15.9.2023, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. TERZELAKI κ.ά., Ποινική Έφεση 6/2023 κ.ά., ημερομηνίας 4.6.2024, επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο, η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών.
Επισημαίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε, ρητώς, στην απόφασή του, τους παράγοντες που αναφέρονται στην αγγλική LE AND STARK (ανωτέρω) και ορθά σημείωσε ότι εν προκειμένω πληρούνταν τρεις από τους επτά από αυτούς, εν ολίγοις, κυρίως, οι πιο πάνω αναφερόμενοι από τον εφεσείοντα.
Δεν παρέλειψε, επίσης, να λάβει υπόψη τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση. Αυτό που προσμέτρησε ως ελαφρυντικός παράγοντας, ώστε να καταλήξει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην προσβαλλόμενη ποινή, ήταν η νεαρή ηλικία του εφεσίβλητου (21 ετών, κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος) και η συνακόλουθη εκτίμησή του ότι αυτή, σε συνδυασμό με το καθαρό ποινικό του μητρώο και τις λοιπές προσωπικές του περιστάσεις, συνηγορούσαν υπέρ μίας ποινής η οποία θα λάμβανε υπόψη τον σκοπό της αναμόρφωσης. Η κρίση του αυτή δεν προσβάλλεται με τον λόγο έφεσης.»
Τα πιο πάνω λεχθέντα ίσχυαν και στην παρούσα περίπτωση. Ο εφεσίβλητος είναι ηλικίας 23 ετών, αιτητής ασύλου, κατάγεται από πολύ φτωχή οικογένεια και ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί και να στηρίξει έτσι την οικογένειά του που δυσπραγεί. Είναι ο μόνος που εργάζεται και τόσο η μητέρα του όσο και τα αδέλφια του εξαρτώνται αποκλειστικά από αυτόν για τη διαβίωσή τους.
Το Κακουργιοδικείο ορθά ανέφερε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο εφεσίβλητος προκύπτει από τις προβλεπόμενες ποινές, οι οποίες για τα συγκεκριμένα αδικήματα που κρίθηκε ένοχος, είναι ποινές φυλάκισης που δεν υπερβαίνον τα 10 έτη ή χρηματική ποινή και στις δύο ποινές.
Αναφέρθηκε, επίσης, σε νομολογία όπου τονίζεται η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στη Δημοκρατία και τα προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσης ως και τα προβλήματα αστυνόμευσης που επιφέρουν.
Έκανε, επίσης, αναφορά στις υποθέσεις KHAN (ανωτέρω) και TABRIZI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 421 αλλά και την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου YOUSOR v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 202/2024, ημερομηνίας 25.2.2025.
Παρέπεμψε, επίσης, στην υπόθεση TERZELAKI (ανωτέρω) όπως και στην αγγλική απόφαση LE AND STARK (ανωτέρω) και στους επιβαρυντικούς παράγοντες που εκεί καταγράφονται.
Σωστά, επίσης, αναφέρθηκε ότι ο εφεσίβλητος διέπραξε τα αδικήματα έχοντας οικονομικό όφελος, αποδέχθηκε να πλοηγήσει τη βάρκα με αντάλλαγμα να μην καταβάλει οποιονδήποτε ποσό. Γνώριζε εξ αρχής τον σκοπό που ήταν η μεταφορά μεταναστών στην Κύπρο και συμφώνησε με τους διακινητές να λάβει μαθήματα να πλοηγεί αλλά και να χειριστεί πυξίδα. Ο αριθμός των μεταναστών στη βάρκα ήταν πολύ μεγάλος, 236 άτομα και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι με τη συμπεριφορά του ο εφεσίβλητος και χωρίς κανένα ενδοιασμό κατέστησε εαυτόν ενεργό μέλος ομάδας που εκμεταλλευόταν ανθρώπους. Ορθά, έλαβε υπ’ όψιν του τις προσωπικές του περιστάσεις καθώς και το γεγονός ότι δεν ήταν ο ιθύνων νους για τη διοργάνωση του ταξιδιού.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, θεωρούμε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν είναι ορθές και δίκαιες και αντικατοπτρίζουν τόσο τη σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη, χωρίς να μπορεί να θεωρηθούν έκδηλα ανεπαρκείς. Δεν διαπιστώνουμε, παράλληλα, ούτε σφάλμα αρχής ούτως ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή μας. Και οι δύο λόγοι έφεσης απορρίπτονται.
Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο