ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 128/2026)
16 Ιουλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ZAKARIA AL LIDDAWI,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Χ. Κ. Φελλάς για Χρίστος Κ. Φελλάς & Συνεργάτες, για τον Εφεσείοντα
Ζ. Κούμουρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στο αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του Άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ειδικότερα, παραδέχθηκε ότι στις 5.11.2025 αποδέχθηκε περιουσία, ένα αυτοκίνητο αξίας €20.000, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν κλοπιμαία περιουσία.
Με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε το αίτημα του συμφώνως του Άρθρου 81 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ώστε να ληφθούν υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής σε αυτόν, άλλες τέσσερεις υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας.
Τα αδικήματα που αναφέρονται στις άλλες τέσσερεις υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψη, αφορούν κλοπή από όχημα, κλοπή γυναικείας τσάντας, οδήγηση κλοπιμαίου αυτοκινήτου χωρίς να έχει άδεια και ασφάλεια σε ισχύ με το οποίο επίσης προκάλεσε τροχαίο ατύχημα και κλοπή οχήματος.
Λέχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, πρόκειται για την υπόθεση 1646/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην οποία καταδικάστηκε στις 27.5.2025 σε 2 μήνες ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της κλοπής. Στην εν λόγω υπόθεση, κατά το στάδιο επιβολής ποινής λήφθηκε υπόψη άλλη μία υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορούσε κλοπή πινακίδων εγγραφής, μεταφορά επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο και μεταφορά μάχαιρας εκτός της κατοικίας.
Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τέθηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τον συνήγορό του. Προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι αυτός γεννήθηκε στο Λίβανο, είναι σήμερα ηλικίας 20 ετών, και είναι παιδί πολυμελούς οικογένειας αναγνωρισμένων προσφύγων που ήρθε στην Κύπρο με την οικογένειά του το 2015. Εργάστηκε ως οικοδόμος και αχθοφόρος ενώ ο πατέρας του, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, δεν μπορεί να εργαστεί και η οικογένειά του στηρίζεται και στο δικό του εισόδημα για τη συντήρησή της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης 15 μηνών της οποίας επιδιώκεται η ανατροπή με την υπό κρίση έφεση στην οποία προβάλλονται πέντε λόγοι έφεσης. Με τους πρώτο και τρίτο λόγους έφεσης προσβάλλεται το μέρος της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αναστείλει την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε, ενώ αντικείμενο των λόγων έφεσης 2, 4 και 5 είναι ο ισχυρισμός ότι η 15μηνη ποινή φυλάκισης είναι υπερβολική και υπέρμετρα αυστηρή.
Πρόσφατα, στην απόφασή μας M.A. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινικές Εφέσεις 216/2022 και 221/2022, ημερομηνίας 25.2.2026, είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε τη νομολογία σε σχέση με τις αρχές που εφαρμόζει το Εφετείο, αναφορικά με εφέσεις που αφορούν το ύψος της ποινής που επιβάλλεται από πρωτόδικο Δικαστήριο. Σημειώσαμε σχετικά τα ακόλουθα:
«Η πάγια αρχή της νομολογίας είναι ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Ζ.Α.Η. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 137/2022 κ.ά., ημερομηνίας 8.11.2024).
Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, SELMANI Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).»
Στις υποθέσεις ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ZΑΝΕΤΤΟΥ ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 304, HARRINGTON JULIAN ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2007) 2 Α.Α.Δ. 531 και JOANNOU & PARASKEVAIDES LTD v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2009) 2 Α.Α.Δ. 435 έγινε παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία αναφορικά με τους λόγους που μπορούν να καταδείξουν ανεπάρκεια της ποινής, συμπεριλαμβανομένης και της εσφαλμένης καθοδήγησης του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα. Χαρακτηριστικά, στην ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗ (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι στην παλαιότερη PHILIPPOU v. REPUBLIC, (1983) 2 C.L.R. 245 «γίνεται ριζική ανάλυση των παραγόντων που επενεργούν στον καθορισμό της επάρκειας της ποινής». Στην PHILIPPOU (ανωτέρω), η λανθασμένη καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα θεωρήθηκε ως αυτοτελής λόγος ο οποίος δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου στον καθορισμό της ποινής.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής, καθήκον το οποίο πάντοτε πρέπει να εκτελείται από το πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2008) 2 ΑΑΔ 478), τόσο την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. ΧΑΡΤΟΥΠΑΛΛΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2002) 2 Α.Α.Δ. 28) όσο και τις προσωπικές του περιστάσεις μέσα από τις οποίες προκύπτουν και τα όποια προβλήματα της οικογένειάς του. Τόνισε όμως, ορθά, ότι η διεργασία εξατομίκευσης δεν θα πρέπει να υπερισχύει του καθήκοντος του Δικαστηρίου για την επιβολή της αρμόζουσας ποινής στο συγκεκριμένο παραβάτη (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΕΥΑΓΟΡΟΥ, (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).
Έλαβε επίσης υπόψη του ότι ο εφεσείοντας βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη που αφορά παρόμοιας φύσης αδικήματα σημειώνοντας ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών είναι παράγοντας που περιορίζει τον βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει στον κατηγορούμενο αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου (βλ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποινική Έφεση 2/2019, ημερομηνίας 25.2.2021 και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 79/2019, ημερομηνίας 27.4.2021), ECLI:CY:AD:2021:B173.
Επίσης, ορθά σημείωσε, ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του και άλλες υποθέσεις που παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και παρέπεμψε σχετικά στην ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2002) 2 Α.Α.Δ. 598.
Παρέθεσε επίσης, διάφορες αποφάσεις που αφορούν αδικήματα όπως αυτά που παραδέχθηκε ο εφεσείοντας και τις ποινές που έχουν επιβληθεί σε αυτά, τονίζοντας ότι αυτές αποτελούν ενδεικτική κατευθυντήρια γραμμή αφού η ποινή που επιβάλλεται στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών κάθε παραβάτη.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος και επανέλαβε τη διαπίστωση ότι τα αδικήματα αυτά διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση. Σε αδικήματα όπως τα υπό εξέταση πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις, οι κλεπταποδοχές και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Παρέπεμψε σχετικά σε νομολογία (βλ. ΚΑΜΜΟΥΓΙΑΡΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2003) 2 Α.Α.Δ. 565, ΠΑΝΑΓΙΔΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 104, 106, ΤΣΙΛΙΚΙΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, BALAMPANIDIS V. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 210/18, ημερομηνίας 10.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B178, EKOLE ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 108/2021 ημερομηνίας 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62 και DYGDALOWICZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 11/2021, ημερομηνίας 4.11.2022).
Ορθά κατά την άποψη μας προχώρησε και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Η ποινή που επέβαλε είναι ισορροπημένη, δεν είναι έκδηλα υπερβολική και λαμβάνοντας υπόψη και τις άλλες υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει λόγος παρέμβασής μας. Σημειώνουμε ότι στην πρόσφατη απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΖΑΒΟΥ, Ποινική Έφεση 232/2025, ημερομηνίας 26.5.2026 όπου αντικείμενο της Έφεσης ήταν μεταξύ άλλων και η ανεπάρκεια της ποινής φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα της κλεπταποδοχής, το Εφετείο επικύρωσε την ποινή που είχε πρωτόδικα επιβληθεί.
Οι λόγοι έφεσης 2, 4 και 5 απορρίπτονται.
Ερχόμαστε να εξετάσουμε τους έτερους λόγους έφεσης, με τους οποίους αμφισβητείται η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, να μην αναστείλει την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε ότι τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινής γι’ αυτό και δεν ανέστειλε τις ποινές φυλάκισης που επέβαλε στον εφεσείοντα. Τόνισε επίσης τον αριθμό και τη χρονική διάσταση των περιστατικών υπό κρίση και έκρινε ότι η ανάγκη για αποτροπή επεκτείνεται και για σκοπούς ειδικής αποτροπής.
Στην πρόσφατη απόφασή μας ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. IVAN ZHEL YAZKOV, Ποινική Έφεση 64/2025, ημερομηνίας 9.10.2025, σημειώσαμε τα πιο κάτω αναφορικά με τον τρόπο ελέγχου από το Εφετείο ποινών φυλάκισης και αναστολής:
«Στην υπόθεση LYUDMILA SOKOLOVA ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 100/2023, ημερομηνίας 11.9.2023 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:
«Ως επισημαίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Καραολή, Ποινική Έφ. αρ. 230/2019, ECLI:CY:AD:2021:B177, ημερ. 27/4/2021:
«Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη, στην κάθε περίπτωση, τις περιστάσεις της υπόθεσης και του αδικοπραγούντα, με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Στο πλαίσιο αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη.
Η ευχέρεια που παρέχει ο Νόμος για αναστολή εκτέλεσης της ποινής είναι ευρεία, με το εκδικάζον Δικαστήριο να έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής, περιλαμβανομένης της επιλογής για αναστολή της εκτέλεσής της. Κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Είναι στη βάση των πιο πάνω αρχών που εξετάζεται ο τρόπος που άσκησε την πιο πάνω εξουσία του το πρωτόδικο Δικαστήριο για να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Το Εφετείο δεν επεμβαίνει εκτός αν διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει υποπέσει σε λανθασμένη κρίση στη βάση της λογικής και των καθιερωμένων αρχών της νομολογίας (Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποινικές Εφέσεις αρ. 92/2017 και 93/2017, ημερ. 19/7/2019 και Αστυνομία ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2019, ημερ. 15/10/2020).
Ο περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/1972, θεσπίστηκε έτσι ώστε να προσφέρεται η δυνατότητα διεύρυνσης του περιθωρίου επιείκειας προς ένα πρόσωπο με απόφαση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε αρχικά με το Ν.41(Ι)/1997, ο οποίος περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης καθιστώντας τις προϋποθέσεις ανελαστικές. Συναρτάτο δηλαδή με την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, είτε στο πρόσωπο ενός κατηγορουμένου, είτε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Ακολούθησε στη συνέχεια η τροποποίηση του με τον Ν.186(Ι)/2003 μέσω του οποίου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583).»
Όπως έχει τονισθεί την υπόθεση ΑΓΓΕΛΟΣ ΙΩΣΗΦ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2012) 2 Α.Α.Δ. 930:
«Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»»
Στην υπόθεση ΔΑΦΝΗ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση 121/2017, ημερομηνίας 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, έχουν επίσης αναφερθεί τα ακόλουθα:
«Είναι γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες το Εφετείο μπορεί να επέμβει σε επιβληθείσα πρωτοδίκως ποινή. Το είδος και το ύψος της αρμόζουσας ποινής αποτελεί ευθύνη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν διαπιστωθεί ότι η ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι αποτέλεσμα σφάλματος αρχής ή έκδηλα ανεπαρκής ή έκδηλα υπερβολική.
Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930,αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.
[.]
Η αρχή της αποτρεπτικότητας, ως παράγοντας που αφορά την ποινή, έχει ευρύτερη υπόσταση της ειδικής αποτροπής και έχει σκοπό να αποτρέψει άλλους επίδοξους δράστες από τη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 486).»
Είναι η θέση μας με βάση όλα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αναστείλει την ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον εφεσείοντα, είναι ορθή υπό τις περιστάσεις. Υπενθυμίζουμε ότι ο εφεσείοντας βαρύνετο με προηγούμενη καταδίκη για παρόμοιας φύσης αδίκημα, στην οποία του επιβλήθηκε ποινή μετά που είχε ληφθεί υπόψη και άλλη υπόθεση. Στην παρούσα επίσης υπόθεση είχαν ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στον εφεσείοντα άλλες τέσσερις υποθέσεις ίδιας φύσης και πάλι με την κατηγορία που παραδέχθηκε στην κυρίως υπόθεση στην οποία του επιβλήθηκε ποινή. Η συμπεριφορά του εφεσείοντα, καταδεικνύει ότι κάθε άλλο παρά δικαιολογούσε την αναστολή των ποινών φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί. Θεωρούμε ορθή την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης σε αυτόν και δεν δικαιολογείται η παρέμβασή μας.
Οι λόγοι έφεσης 1 και 3 επίσης απορρίπτονται.
Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο