ADANEL TRADING LTD κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 183/2023, 184/2023, 16/7/2026
print
Τίτλος:
ADANEL TRADING LTD κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 183/2023, 184/2023, 16/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

16 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

(Ποινική Έφεση Αρ. 183/2023)

 

ADANEL TRADING LTD,

Εφεσείοντες,

 

v.

 

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,

Εφεσίβλητου.

(Ποινική Έφεση Αρ. 184/2023)

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΑΡΧΟΥ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,

Εφεσίβλητου.

______________________________

Α. Γ. Πιττάτζης για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντες στην 183/2023 και Εφεσείοντα στην 184/2023

Π. Βαρνάβας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο στις 183/2023 και 184/2033

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η εφεσείουσα εταιρεία στην Ποινική Έφεση 183/2023 και ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση 184/2023, οι οποίοι στο τι ακολουθεί θα αποκαλούνται από κοινού ως εφεσείοντες, κρίθηκαν ένοχοι από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου σε κατηγορία τερματισμού απασχόλησης κατά παράβαση Άρθρων των περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου, Ν.100(I)/1997. Τους αποδιδόταν, αφενός στην εταιρεία, ότι στις 13.12.2017 τερμάτισε την απασχόληση συγκεκριμένης μισθωτού η οποία βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης (κατηγορία 1) και, αφετέρου στον εφεσείοντα διευθυντή της εφεσείουσας εταιρείας, ότι, ως διευθυντής της επέτρεψε και ή την παρακίνησε ώστε κατά την εν λόγω ημερομηνία να προβεί στον εν λόγω τερματισμό απασχόλησης (κατηγορία 2). Επιβλήθηκε συνολική χρηματική ποινή ύψους €1.500.‑ τα οποία κατανεμήθηκαν σε €800.‑ στην εφεσείουσα εταιρεία στην κατηγορία 1 και €700.‑ στον εφεσείοντα στην κατηγορία 2. 

 

Με την πρωτόδικη απόφαση, οι εφεσείοντες αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν σε αντίστοιχες κατηγορίες που αντιμετώπιζαν για άμεση διάκριση λόγω φύλου και δυσμενή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης, κατά παράβαση Άρθρων των περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμων του 2002‑2014.

 

Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται από τους εφεσείοντες με πανομοιότυπους λόγους έφεσης οι οποίοι αφορούν την καταδίκη αυτών.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται πλημμελής και εσφαλμένη εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 74(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 αναφορικά με τη σειρά των τελικών αγορεύσεων. Αποδίδεται, συναφώς, σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς το ότι κάλεσε την Υπεράσπιση να αγορεύσει πρώτη, δίδοντας στην Κατηγορούσα Αρχή το δικαίωμα απάντησης στη βάση του ότι ο εφεσείων κατέθεσε ενόρκως.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο «πλημμελής ερμηνεία του άρθρου 4Β(2) του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου» ενώ με τον τρίτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο «πλημμελής ερμηνεία του άρθρου 4Β(1) του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου». Είναι προφανές ότι υφίσταται λάθος στις ως άνω αναφορές, αφενός λόγω μη ύπαρξης τέτοιου άρθρου στον αναφερόμενο νόμο, αφετέρου δε, εν όψει του τι προβάλλεται στην αιτιολογία του καθενός από τους εν λόγω λόγους έφεσης. Προφανώς εννοείται ο Νόμος περί Προστασίας της Μητρότητας. Προβάλλεται, σε σχέση με τον λόγο έφεσης 2, ότι ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως αξιόπιστη την εκδοχή του κατηγορουμένου 2, ότι δηλαδή η συμπεριφορά της παραπονούμενης ήταν τέτοια που δικαιολογείτο η άμεση απόλυση και ενώ κατέστη παραδεκτό ότι είχε ενημερώσει γραπτώς την εργοδοτούμενη για τους λόγους απόλυσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και έκρινε ότι μία τέτοια γραπτή κοινοποίηση έπρεπε να γίνει εκ των προτέρων της απόλυσης, κάτι το οποίο δεν προβλέπεται στον νόμο. Σε σχέση με τον τρίτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι κατέστη εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη εργοδοτείτο επί δοκιμαστικής βάσης και κατά συνέπεια, μέσω λανθασμένης ερμηνείας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αυτό ουσιαστικά μετατρέπει, με την απόφασή του, όλες τις επί δοκιμασίας εργοδοτήσεις σε εργοδοτήσεις αορίστου χρόνου εφόσον η εργοδοτούμενη είναι έγκυος, τροποποιώντας με αυτόν τον τρόπο τη σύμβαση εργοδότησης.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι κατέληξε σε εσφαλμένα ευρήματα μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα, αφού, ενώ τον έκρινε αξιόπιστο και ενώ αποδέχτηκε ότι η παραπονούμενη εργαζόταν υπό δοκιμασία, δεν αποδέχτηκε ότι η περίοδος δοκιμασίας ήταν για τέσσερεις μήνες γιατί δεν προσφέρθηκε «απτή» απόδειξη περί τούτου, κάτι το οποίο δεν απαιτείτο από τον νόμο ούτε είχε τέτοια υποχρέωση ο εργοδότης.

 

Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με τις παρούσες εφέσεις, περιλαμβανομένων των όσων τέθηκαν πρωτοδίκως αλλά και όσων τέθηκαν ενώπιόν μας από τις δύο πλευρές.

 

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης, δεν θεωρούμε ότι δικαιολογείται η πλευρά των εφεσειόντων να προβάλλει τέτοιο παράπονο. Πέραν της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης επί του προκειμένου, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό της πρωτόδικης διαδικασίας, μπορεί μεν ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εφεσείοντες να εισηγήθηκε ότι αγορεύει τελευταίος, όμως του προσφέρθηκε η ευκαιρία να αγορεύσει πρώτος. Αδιαμαρτύρητα είναι που έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου γραπτώς την αγόρευσή του, προσθέτοντας προφορικά σύντομες τοποθετήσεις. Από το πρακτικό της πρωτόδικης διαδικασίας διαπιστώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο τήρησε στάση που επέτρεψε στους δύο συνήγορος να τοποθετούνται ελεύθερα κατά τη διάρκεια των τελικών αγορεύσεων, ανεξαρτήτως σειράς αγόρευσης. Επομένως, ούτε διαπιστώνεται οποιοσδήποτε επηρεασμός της πλευράς των εφεσειόντων, ούτε αυτή στερήθηκε της ευχέρειας να θέσει την επιχειρηματολογία της, απαντώντας ερωτήματα του Δικαστηρίου και σχολιάζοντας σχετικές τοποθετήσεις της αντίδικης πλευράς. Ως αποτέλεσμα, δεν θεωρούμε ότι οι εφεσείοντες δικαιολογούνται να παραπονούνται.

 

Αβάσιμο κρίνουμε τον πρώτο λόγο έφεσης.

 

Οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4 παρουσιάζονται, ως εκ του περιεχομένου τους, να είναι συναφείς σε βαθμό που καθιστά ευχερή την παράλληλη εξέτασή τους μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης κρίσης.

 

Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία καταγράφηκαν από την ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστή ως εξής:

 

«Δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω:

1. Κατά τον επίδικο χρόνο η Κ1 ήταν δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ο Κ2 ήταν διευθυντής της.

2. Η παραπονούμενη Α.Χ. κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εργοδοτούμενη της Κ1.

3. Στις 20.12.2017 η κα. Β.Π., ξεκίνησε εκ νέου να εργοδοτείται στην Κ1.

Αποτελούν επίσης (παραδεκτώς από την Υπεράσπιση) μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα παρακάτω:

1. Τα Τεκμήρια 1‑7 συμπεριλαμβανομένων αποστάλθηκαν και παραλήφθηκαν αντιστοίχως από τους αποστολείς και παραλήπτες που αναφέρονται σε αυτά.

2. Η ΜΚ2 εργοδοτήθηκε στην Κ1 την 01/08/2017. Τα καθήκοντά της που της είχαν ανατεθεί ήταν στο λογιστήριο της επιχείρησης της Κ1. Πριν την 01/08/2017 στη θέση που προσλήφθηκε η ΜΚ2 εργαζόταν η κα. Β.Π.

3. Στις 04/12/2017 και χωρίς ο Κ2 να γνωρίζει ότι η ΜΚ2 εγκυμονούσε, τερμάτισε την εργοδότησή της.

4. Κατά τον χρόνο τερματισμού της εργοδότησης, ο Κ2 δεν προέβαλε στη ΜΚ2 οποιαδήποτε δικαιολογία για τον τερματισμό της εργοδότησης της, ούτε και την ενημέρωσε την επίδικη ημερομηνία γραπτώς. Της ανέφερε ότι δεν ήθελε να την πληγώσει και δεν της έδωσε εξηγήσεις για τον λόγο παύσης της.

5. Η εγκυμοσύνη της ΜΚ2 περιήλθε στη γνώση των Κ δια μέσω της επιστολής της πρώτης, ημερομηνίας 05/12/2017 (Τεκμήριο 1) η οποία κοινοποιήθηκε και στο Τμήμα Εργασίας και στην Επιτροπή Ισότητας Φύλων.

6. Στις 06/12/17 (Τεκμήριο 2) η Κ1, δια μέσω του Κ2, απέστειλε επιστολή στη ΜΚ2 ενημερώνοντας την ότι η απόφαση τους για τερματισμό της απασχόλησης της ανακλήθηκε.

7. Η ΜΚ2 επανήλθε στην εργασία τις στις 12/12/2017 και ακολούθως η εργοδότησή της τερματίστηκε εκ νέου προφορικά στις 13/12/2017. Ακολούθως με επιστολή της Κ1 ημερ. 17/12/2017 (Τεκμήριο 7) μέσω ιδιώτη επιδότη, η ΜΚ2 ενημερώθηκε γραπτώς και της δόθηκαν και οι επιταγές με αρ. [....] και [....] της Τράπεζας Κύπρου για ποσά που αντιστοιχούσαν στις ημέρες που εργάστηκε το Δεκέμβριο καθώς και αναλογία Χριστουγεννιάτικου δώρου (Τεκμήριο 7) τις οποίες η ΜΚ2 δεν αποδέχτηκε.

8. Στα πλαίσια προσπάθειας εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης, οι Κ μέσω της ΜΚ1 υπέβαλαν πρόταση διευθέτησης των διαφορών της ΜΚ2 με τους Κ, προτείνοντας αποζημίωση ίση με τρεις μηνιαίους μισθούς, τους οποίους η ΜΚ2 δεν αποδέχτηκε.»

 

Εφόσον οι εφεσείοντες επικαλούνται κατάληξη σε λανθασμένα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί των γεγονότων, ως αποτέλεσμα της από μέρους του αξιολόγησης της μαρτυρίας, ορθό είναι να επαναλάβουμε τις αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

 

«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.

· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.

 Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»

Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:

«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»

 

Ως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, παρά την περί του αντιθέτου επίκληση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε δύο σημεία από την όλη μαρτυρία του εφεσείοντα. Ως εξήγησε:

 

«Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 από την άλλη, παρουσιάζει συνοχή σε συνδυασμό με τα όσα έχω μέχρι στιγμής αποδεχτεί. Δεν έχει προσθέσει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο πέραν του ότι, (α) εργοδότησε την ΜΚ2 σε δοκιμαστική περίοδο 4 μηνών και (β) ότι δεν ήταν ευχαριστημένος από την απόδοση της ΜΚ2 και για τούτο της είχε κάνει προφορικές επιστήσεις τόσο προ της πρώτης απόλυσης στις 04/12/2017 όσο και κατά τις 17/12/2017 που η ΜΚ2 επέστρεψε στην εργασία της αφότου ανακλήθηκε η απόλυσή της. Τα δύο πιο πάνω σημεία, δεν προτίθεμαι να τα αποδεχτώ για τους εξής λόγους:

1. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε απτή μαρτυρία, επιβαιβεωτική ή άλλως πως ότι η φύση και περίοδος εργοδότησης της ΜΚ2 ήταν σε δοκιμαστική περίοδο 4 μηνών, όπως δεν υπάρχει επίσης οποιαδήποτε τέτοια μαρτυρία ότι είχε προηγουμένως προειδοποιήσει την ΜΚ2 για τη συμπεριφορά ή την απόδοση της. Επίσης, καθώς αποτελεί μη αμφισβητούμενο επίσης‑ουσιαστικά γεγονός ότι ανέφερε στη ΜΚ2 κατά την απόλυσης της ότι "δεν ήθελε να της πει το λόγο για να μην την πληγώσει", δεν θα μπορούσαν να είχαν αλλιώς τα πράγματα. Εάν δηλαδή της είχε κάνει τις επιστήσεις που ο ίδιος ανέφερε ότι έκανε, για πιο λόγο να μην την έλεγε εν τέλει, ότι ο λόγος απόλυσης της είναι η μη συμμόρφωση της σε εκείνες τις επιστήσεις;»

 

Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα των εφεσειόντων. Δεν αναζητήθηκε από την πλευρά των εφεσειόντων οτιδήποτε σε σχέση με υποχρέωση γραπτών (απτών) επισημάνσεων κατά τη διάρκεια εργοδότησης επί δοκιμαστική βάση, ως επικαλούνται. Το τι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ήταν ότι, για τους λόγους που εξήγησε, δεν αποδέχτηκε τη θέση ότι η φύση και περίοδος εργοδότησης της παραπονούμενης ήταν σε δοκιμαστική περίοδο τεσσάρων μηνών. Δεν εντοπίζουμε, επί του προκειμένου, το πρωτόδικο Δικαστήριο να παρέβηκε οποιαδήποτε αρχή που να καθιστά το εν λόγω συμπέρασμά του παράλογο ή αντίθετο προς αποδεκτή μαρτυρία ή, με οποιοδήποτε τρόπο, τρωτό. Πέραν, όμως, τούτου, έχουμε την άποψη ότι η σειρά των γεγονότων καταδεικνύει εντελώς διαφορετική κατάσταση πραγμάτων. Και αυτό, αφού προκύπτει ο αρχικός τερματισμός της απασχόλησης να ανακλήθηκε, η παραπονούμενη επανήλθε στην εργασία, μάλιστα με διαφορετικά καθήκοντα, και ακολούθησε ο επίδικος τερματισμός απασχόλησης στις 13.12.2017 για τον οποίο ο ισχυρισμός ήταν ότι έγινε για τους λόγους που μεταγενέστερα, με επιστολή ημερομηνίας 17.12.2017, γνωστοποιήθηκαν στην παραπονούμενη. Επομένως, αυτό είναι το υπόβαθρο επί του οποίου αποφασίστηκε η υπό κρίση υπόθεση.

 

Παράλληλα με το πιο πάνω, ως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, ούτε προηγούμενες προειδοποιήσεις προς την παραπονούμενη έγιναν αποδεκτές.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι με επάρκεια που παρέθεσε και ανέλυσε τις νομοθετικές πρόνοιες του υπό κρίση αδικήματος.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Ν.100(I)/1997, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι πριν την τροποποίηση που επήλθε με τον Ν.20(I)/2018:

 

«4.‑(1)(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4Β, μισθωτή, η οποία ενημερώνει γραπτώς τον εργοδότη της ότι βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, προστατεύεται από απόλυση για περίοδο εκτεινόμενη από την αρχή της εγκυμοσύνης της μέχρι και τρεις μήνες μετά το πέρας της άδειας μητρότητας.

(β) Κατά την αναφερόμενη στην παράγραφο (α) περίοδο, απαγορεύεται σε εργοδότη:

(i) να δίδει προειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης ή προειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης η οποία εκπνέει κατά την υπό αναφορά περίοδο,

(ii) να τερματίζει απασχόληση, ή

(iii) να προβαίνει σε ενέργειες με στόχο την οριστική αντικατάσταση της μισθωτής.

(2) Ο εργοδότης δύναται να ζητήσει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, την παρουσίαση πιστοποιητικού εγγεγραμμένου ιατρού κατάλληλης ειδικότητας, στο οποίο να αναγράφεται η ημερομηνία αναμενόμενου τοκετού της μισθωτής.

(3) Τερματισμός απασχόλησης ή προειδοποίηση για τερματισμό απασχόλησης μισθωτής ανακαλείται, ανεξάρτητα από το αν ο εργοδότης γνώριζε ότι η μισθωτή βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, εφόσον η μισθωτή γνωστοποιήσει σε αυτόν την εγκυμοσύνη της με πιστοποιητικό εγγεγραμμένου ιατρού εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημέρα που λαμβάνει γνώση για την απόλυση ή την πρόθεση απόλυσης.»

 

Το δε Άρθρο 4Β του Νόμου προνοεί ότι:

 

«4Β.‑(1) Οι διατάξεις των άρθρων 4 και 4Α δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που‑

(α) η μισθωτή είναι ένοχη σοβαρού παραπτώματος ή συμπεριφοράς, η οποία δικαιολογεί τη ρήξη της σχέσης εργοδότησης,

(β η σχετική επιχείρηση έπαυσε να λειτουργεί, και

(γ) η περίοδος διάρκειας της σύμβασης εργασίας έχει λήξει, εξαιρουμένων των περιπτώσεων στις οποίες η μη ανανέωση της σύμβασης εργασίας συνδέεται με την κατάσταση εγκυμοσύνης, τον τοκετό, τη γαλουχία ή με την άδεια μητρότητας της μισθωτής.

(2) Σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του εδαφίου (1), ο εργοδότης, οφείλει να γνωστοποιεί γραπτώς στη μισθωτή τους λόγους του τερματισμού της απασχόλησης ή της προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης και να τους αιτιολογεί δεόντως.»

 

Είναι προφανές ότι οι ως άνω νομοθετικές πρόνοιες επέδρασαν στον τρόπο που οι εφεσείοντες ενήργησαν ανακαλώντας τον αρχικό τερματισμό μετά που τους γνωστοποιήθηκε η εγκυμοσύνη της παραπονούμενης. Επομένως, ο μεταγενέστερος επίδικος τερματισμός, ο οποίος επήλθε στις 13.12.2017, θα έπρεπε να εμπίπτει στις ως άνω νομοθετικές πρόνοιες.

 

Δεν είναι άνευ σημασίας η υπόδειξη από μέρους της ευπαίδευτης πρωτόδικης Δικαστού ότι ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων που οι εφεσείοντες αντιμετώπιζαν προσδιοριζόταν στις 13.12.2017. Επομένως, επαρκώς κρίνουμε, ανέλυσε και αποφάσισε το επίδικο ζήτημα ως εξής:

 

«Ό,τι απασχολεί το Δικαστήριο σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2 είναι το κατά πόσο υφίστανται οι εξαιρέσεις (α) ή και (γ) πιο πάνω, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, δηλαδή η σχέση εργοδότη‑εργοδοτούμενης, η γνωστοποίηση εγκυμοσύνης και γνώση του γεγονότος αυτού από τον εργοδότη καθώς και η απόλυση εκκρεμούσης της πιο πάνω περιόδου αποτελούν μη αμφισβητούμενα γεγονότα.

Η εισήγηση ωστόσο του κ. Πιττάτζιη στην προκειμένη, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει για τον εξής απλό λόγο: όπως εξηγείται ανωτέρω, αποτελεί προϋπόθεση επίκλησης των εν λόγω εξαιρέσεων η εκ των προτέρων αιτιολογημένη γνωστοποίηση των λόγων απόλυσης ή προειδοποίησης απόλυσης ενός εργοδοτουμένων, γραπτώς, κάτι που εν προκειμένω, αδιαμφισβήτητα και παραδεκτώς, δεν έγινε. Επομένως ακόμη και εάν αποδεχόμουν ότι η ρήξη στη σχέση των Κ με τη ΜΚ2 (για την οποία έχω κάνει εύρημα) ήταν τέτοιας εμβέλειας που δικαιολογούσε την απόλυση της, αφ' ης στιγμής η ίδια δεν ενημερώθηκε γραπτώς όπως ακριβώς προνοείται στο Νόμο, η ευθύνη του σε σχέση με την απόλυση της ενόσω εγκυμονούσε δεν μπορεί να απεμπολιστεί στη βάση των ρητών εξαιρέσεων του άρθρου 4Β.

Στη βάση επομένως των πιο πάνω, κρίνω περαιτέρω των λοιπών ευρημάτων, ότι η απασχόληση της ΜΚ2, τερματίστηκε μονομερώς από την Κ1, στις 13/12/2017, κατά παράβαση των προνοιών του αρ. 4 και 9 του Ν.100(I)/97

 

Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση. Τα όσα αφορούν την υποχρέωση γνωστοποίησης γραπτώς των λόγων τερματισμού της απασχόλησης και δέουσας αιτιολόγησής τους σαφώς και δεν θα ήταν λογικό να περιλαμβάνουν μεταγενέστερη ικανοποίηση τέτοιας γνωστοποίησης. Δεν απαιτείται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά επί τούτου στον νόμο αφού το όλο κείμενο προβάλλει να είναι ξεκάθαρο ως προς το ποια ήταν η πρόθεση του νομοθέτη. Εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να υπήρχε ευχέρεια ο εργοδότης να τερμάτιζε την απασχόληση και να γνωστοποιούσε μεταγενέστερα τους λόγους και την αιτιολογία αυτών, θα το έπραττε με σχετική πρόνοια. Η λογική των πραγμάτων συνηγορεί με εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής με τον τερματισμό της απασχόλησης ώστε ακριβώς να αποφεύγεται περίσταση όπως εν προκειμένω που η απασχόληση τερματίστηκε στις 13.12.2017 και η γραπτή γνωστοποίηση ακολούθησε στις 17.12.2017. Γεγονός παραμένει ότι στις 13.12.2017 η απασχόληση τερματίστηκε χωρίς να ικανοποιήθηκε η υποχρέωση που επιβάλλει το Άρθρο 4Β(2) του ως άνω Νόμου. Το γεγονός ότι, για οποιοδήποτε λόγο, επιδόθηκε γραπτή επιστολή στις 17.12.2017 δεν αναιρεί το ως άνω γεγονός ούτε ικανοποιεί την ως άνω νομοθετική υποχρέωση.

 

Ούτε το γεγονός ότι τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώραν κατά τη διάρκεια χρόνου κατά τον οποίο δεν θα υπήρχε δικαίωμα αποζημίωσης με βάση τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο, Ν.24/1967, ανατρέπουν την πρωτόδικη κρίση. Ως υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο αναλύοντας τη νομική πτυχή της υπόθεσης, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 9Α του Νόμου, σε περίπτωση παραβάσεως του Νόμου δεν έχουν εφαρμογή διατάξεις που θέτουν, ως προϋπόθεση της ευθύνης του παραβάτη ή και του δικαιώματος για αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία, ένα ελάχιστο διάστημα απασχολήσεως ή ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας του εργοδοτούμενου, ούτε διατάξεις που θέτουν ανώτατο όριο αποζημιώσεως. Συμφωνία δε, με την οποία προβλέπεται προϋπόθεση ευθύνης ή ανώτατο όριο αποζημίωσης κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων είναι άκυρη. Το ενδεχόμενο δε η περίοδος διάρκειας της σύμβασης εργασίας να έχει λήξει, από μόνο του προβλέπεται ως εξαίρεση στο εδάφιο 1(γ) του Άρθρου 4Β του Νόμου. Επομένως, δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση που να επιτρέπει επέμβασή μας.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, επαναλαμβάνουμε, ο τερματισμός της απασχόλησης της παραπονούμενης, στις 13.12.2017, παρέμενε χωρίς γραπτή γνωστοποίηση των λόγων και αιτιολόγησής τους. Δεν εντοπίζουμε έρεισμα σε οποιοδήποτε από τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης ούτε δικαιολογείται θεώρηση ότι με την απόφασή του το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέτρεψε οτιδήποτε αφορά σε περίοδο δοκιμασίας κατά την εργοδότηση.

 

          Αβάσιμοι κρίνονται και οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4.

 

Ως αποτέλεσμα των ως άνω, οι παρούσες εφέσεις απορρίπτονται στην ολότητά τους. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο