ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΛΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 202/2019, 17/7/2026
print
Τίτλος:
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΛΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 202/2019, 17/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 202/2019)

 

17 Ιουλίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΛΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΟΥ,

Εφεσείοντας,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Γ. Μυλωνά (κα) για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Μ. Μηλιώτου (κα) για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Όπως διορθώθηκε με διάταγμα ημερομηνίας 08.09.2026)

 

ΠΙΚΗΣ, Δ.:  Με την υπό κρίση έφεση προσβάλλεται το μέρος της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 30 Απριλίου 2019, βάσει του οποίου απορρίφθηκε η αγωγή του Εφεσείοντος (εκπροσωπούντος την αποβιώσασα Α.Χ. Μεταλλωρύχου – στο εξής η αποβιώσασα) εναντίον των Εφεσίβλητων (Εναγομένης 2), με την οποία αξίωνε: (α) Αποζημιώσεις για το συνολικό ποσό των υπολοίπων των τριών επίδικων δανείων, ήτοι Λ.Κ. 489.226,66 (€835.893,38) πλέον τόκους προς 8% ετησίως από 26.11.2005· (β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η αποβιώσασα και/η ο Ενάγων βάσει των συμφωνηθέντων δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς τους Εφεσίβλητους ως υπόλοιπο δανείων, και ως εκ τούτου, οι Εφεσίβλητοι υποχρεούνται να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την εξάλειψη ή/και ακύρωση όλων των υποθηκών ή/και επιβαρύνσεων επί της ακίνητης περιουσίας της αποβιωσάσης, οι οποίες είχαν εγγραφεί προς όφελος των Εφεσίβλητων, ως εξασφάλιση των επίδικων δανείων· (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εφεσίβλητους και/ή το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη διεκπεραίωση των όσων αναφέρονται στο υπό στοιχείο (β) ανωτέρω.

 

Το μέρος της εκκαλούμενης απόφασης που αφορά την Εναγόμενη 1 (Allianz Ανώνυμος Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής) - εναντίον της οποίας εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των €237.792,90 πλέον νόμιμο τόκο (το οποίο είχε εξ αρχής προσφερθεί στον Εφεσείοντα) - δεν προσβάλλεται με την παρούσα έφεση.

 

Με βάση τα γεγονότα τα οποία έγιναν δεκτά πρωτοδίκως, η αποβιώσασα συνήψε με τους Εφεσίβλητους τρεις συμφωνίες δανείων/μεσοπρόθεσμων γραμματίων: την πρώτη και δεύτερη στις 29.12.1998, από κοινού με τον σύζυγο και τον αδελφό του συζύγου της, για ποσά Λ.Κ. 180.000,00 (€307.548,26) και Λ.Κ. 185.000,00 (€316.091,27) αντίστοιχα, και την τρίτη στις 26.6.2003, ατομικώς, για ποσό Λ.Κ.41.000,00 (€70.052,66) (εφεξής οι «συμφωνίες δανειοδότησης»). Προαπαιτούμενο για τη χορήγηση των εν λόγω δανείων από τους Εφεσίβλητους, σύμφωνα με τους εσωτερικούς τους κανονισμούς, αποτέλεσε η κάλυψη της αποβιωσάσης και του σύζυγου της από συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής, το οποίο οι Εφεσίβλητοι κατάρτησαν με τους Εναγόμενους 1 την 1.1.1996. Ως εκ τούτου ο σύζυγος της αποβιωσάσης υπέγραψε στις 4.1.1999 (εκ μέρους του ιδίου και της συζύγου του) προτάσεις ομαδικής ασφάλειας ζωής για την κάλυψη των δύο συμφωνιών δανείων ημερομηνίας 29.12.1998, και η αποβιώσασα υπέγραψε ατομικώς, στις 18.7.2003, πρόταση για ασφάλεια ζωής για την κάλυψη της τρίτης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 26.6.2003.

 

Με τις προτάσεις ασφάλειας ζωής ο προτεινόμενος αιτείται την έγκρισή του για παροχή κάλυψης βάσει του γενικού σχεδίου ομαδικής ασφάλισης που έχουν συνάψει οι Εφεσίβλητοι με την Εναγόμενη 1. Με τον όρο 7.4 του συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης, το ασφάλισμα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβεί τις £80.000,00 κατά ασφαλιζόμενο. Από την 1.1.2004 μέχρι την 1.1.2006 το ποσό αυξήθηκε σε Λ.Κ.100.000,00 (179.860.14) ανά ασφαλιζόμενο. Οι προτάσεις ασφάλειας ζωής έγιναν δεκτές και η αποβιώσασα ασφαλίστηκε με το συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής και για τα τρία δάνεια, η δε ασφάλιση της ανανεωνόταν ετησίως μέχρι που απεβίωσε στις 26.11.2005. Κατά την ημερομηνία θανάτου τα οφειλόμενα ποσά για τα προαναφερθέντα δάνεια ήταν: για τις πρώτες δυο συμφωνίες δανείου Λ.Κ.249.428,29 (426.173,54) και Λ.Κ.204.561,51 (349.514,09) αντίστοιχα, και για την τρίτη συμφωνία Λ.Κ.36.558.33 (62.463,62), πλέον τόκους. 

 

Η εκδοχή την οποία προώθησε ο Εφεσείων πρωτοδίκως μέσω του συζύγου της αποβιωσάσης Μ.Χ. Μεταλλωρύχου, ήταν ότι ο τότε υπεύθυνος του Τμήματος Ασφαλειών των Εφεσίβλητων, ονόματι Α. Κουλουμπρής, πριν από τη σύναψη των προαναφερθέντων συμφωνιών δανειοδότησης και τη συνακόλουθη υποβολή των αντιστοίχων προτάσεων ασφάλειας ζωής, διαβεβαίωσε την αποβιώσασα και τον σύζυγό της, δολίως και ψευδώς, ότι το συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης κάλυπτε ολόκληρα τα υπόλοιπα των δανείων κατά τον χρόνο θανάτου, χωρίς ποτέ να τους αποκαλύψει ότι η ασφάλιση θα ήταν για περιορισμένο ποσό ή ότι δεν θα κάλυπτε ολόκληρο το υπόλοιπο των δανείων κατά τον χρόνο θανάτου. Η εν λόγω διαβεβαίωση, επιβεβαιώνεται από το έντυπο των προτάσεων για ασφάλεια ζωής, όπου στην (επιλεγείσα) Κάλυψη «Α» αναφέρεται: «Πληρώνει το υπόλοιπο του δανείου κατά την ημέρα του θανάτου». Η αποβιώσασα και ο σύζυγός της, στηριζόμενοι στις εν λόγω παραστάσεις, αποδέχθηκαν και προσυπέγραψαν τις συμφωνίες δανειοδότησης και προτάσεις ασφάλειας ζωής. Επειδή δεν τους έδιναν αντίγραφο του ομαδικού συμβολαίου ζωής, ο σύζυγος της αποβιωσάσης ζήτησε και έμαθε από τον Α. Κουλουμπρή και τον προηγούμενο Γενικό Διευθυντή των Εφεσίβλητων, Δ. Σταύρου – ο οποίος τύγχανε και προσωπικός του φίλος - ότι σε περίπτωση θανάτου θα πληρωθεί ό,τι υπόλοιπο δανείου έχει· αρνούμενος ότι τον πληροφόρησαν για την ύπαρξη ανώτατου ορίου ασφαλιστικής κάλυψης μέχρι 80 χιλιάδες λίρες Κύπρου αρχικά, το οποίο εν συνεχεία αυξήθηκε σε 100 χιλιάδες.

 

Οι Εναγόμενοι 1 και 2, με ξεχωριστές Υπερασπίσεις, αντέκρουσαν την αξίωση ως αβάσιμη. Υποστήριξαν ότι άπαντα τα συμφωνηθέντα τηρήθηκαν πιστά και ότι δεν υπήρξε εκ μέρους τους οποιοσδήποτε δόλος ή ψευδής παράσταση που να δικαιολογεί τις εναντίον τους εγερθείσες απαιτήσεις. Προς υποστήριξη των θέσεών τους κάλεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι τον Δ. Κούλα (ΜΥ.1), υπάλληλο της Εναγόμενης 1, ο οποίος εξήγησε τα περί των ασφαλιστικών καλύψεων για χρεώστες και μέλη των Εφεσίβλητων, με εξειδικευμένη αναφορά στα όσα καλύπτει το περί ης ο λόγος συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης, και την Α. Σωτηρίου (ΜΥ.2), υπάλληλο των Εφεσίβλητων, η οποία από το Μάϊο του 2014 είναι η προϊστάμενη του τμήματος Ασφαλειών και Άλλων Τραπεζικών Εργασιών των Εφεσίβλητων, και μεταξύ των καθηκόντων της είναι η διαχείριση του επίδικου ομαδικού συμβολαίου ασφάλισης ζωής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία ο Α. Κουλουμπρής ήταν μεν υπάλληλος των Εφεσίβλητων αλλά κατά την προώθηση των ασφαλιστικών εργασιών εκπροσωπούσε, ταυτόχρονα, και την Εναγόμενη 1. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΥ2 το ετήσιο ασφάλιστρο, για ένα έκαστο των τριών δανείων που ήταν ασφαλισμένη η αποβιώσασα, χρεωνόταν στη βάση του ασφαλισμένου κεφαλαίου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολογώντας την ενώπιόν του μαρτυρία, έκρινε τον ΜΕ.1 αναξιόπιστο, χαρακτηρίζοντάς τον αντιφατικό, ασυνεπή, γενικό και αόριστο. Αντιθέτως, δέχθηκε τη μαρτυρία των δύο μαρτύρων υπεράσπισης, σημειώνοντας ότι «οι μάρτυρες αυτοί παρέμειναν ακλόνητοι κατά την αντεξέταση απαντώντας απεριφράστως στα όσα ρωτούνταν, με τις τοποθετήσεις τους να είναι συγκεκριμένες, σταθερές και αδιάθλαστες».

 

Συνακόλουθα, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, προέβη σε ευρήματα απορρίπτοντας τις αιτιάσεις περί δόλου και ψευδών παραστάσεων. Με την υπό κρίση έφεση, ο Εφεσείων επιδιώκει την ανατροπή του απορριπτικού μέρους της πρωτόδικης απόφασης που σχετίζεται με τους Εφεσίβλητους. Ειδικότερα, η εκκαλούμενη απόφαση προσβάλλεται με τέσσερις λόγους έφεσης, οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως:

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει ως αναξιόπιστη  τη μαρτυρία του ΜΕ.1, παρότι ήταν ο μοναδικός μάρτυρας με ιδία γνώση των επίδικων γεγονότων. Υποστηρίζεται συναφώς ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες κατάρτισης των συμφωνιών, με αποτέλεσμα η μαρτυρία του ΜΕ.1 να παραμείνει ουσιαστικά αναπάντητη.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται η κρίση του Δικαστηρίου περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων υπεράσπισης (ΜΥ.1 και ΜΥ.2), οι οποίοι δεν είχαν ιδία γνώση των συνθηκών προχώρησης της αποβιωσάσης και του συζύγου της στο σχέδιο ομαδικής ασφάλισης για τις προαναφερθείσες δανειοδοτήσεις.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προσβάλλονται ως προϊόν εσφαλμένης αξιολόγησης τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε από τη μαρτυρία: (α) ότι η αποβιώσασα υπέστη οποιαδήποτε ζημία ως αποτέλεσμα του ότι βασίστηκε σε οποιαδήποτε δόλια ή ψευδή παράσταση των Εφεσίβλητων κατά τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, και (β) ότι, εάν η αποβιώσασα γνώριζε τους περιορισμούς της ασφαλιστικής κάλυψης, δεν θα υπέγραφε τα σχετικά συμβόλαια.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει τις αξιώσεις του Εφεσείοντος, ως αποτέλεσμα ελλιπούς και νομικά εσφαλμένης αξιολόγησης της ολότητας του αποδεικτικού υλικού. Ιδιαίτερα, καταλογίζεται στο Δικαστήριο αποτυχία να αποδώσει την πρέπουσα βαρύτητα στην παράλειψη των Εφεσίβλητων να καλέσουν ως μάρτυρες τους Α. Κουλουμπρή και Δ. Σταύρου.

 

Μελετήσαμε με προσοχή τα περιγράμματα αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων για τις δύο πλευρές, τα πρακτικά και τεκμήρια της δίκης καθώς και τα δικόγραφα.

 

Οι λόγοι έφεσης 1 και 2 είναι συναφείς και θα συνεξεταστούν καθότι άπτονται της αξιολόγησης των μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν πρωτοδίκως.

 

Οι πάγιες αρχές της νομολογίας, οι οποίες διέπουν το περιορισμένο πεδίο επέμβασης του Εφετείου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αποκρυσταλλώνονται, μεταξύ άλλων, στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 300, σελ. 320–321:

 

«Στο δικό μας σύστημα η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχή στο πρώτοδικο δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατά κανόνα το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο να αποφασίσει περί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Βλ. Kyriakou v. Aristotelous (1970) 1 C.L.R. 172, 176, Charalambides v. Hjisoteriou & Son and Others (1975) 1 C.L.R. 269, 277, Γιαννή κ.ά. v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 340, Σοφοκλή v. Λεωνίδου (1993) 1 Α.Α.Δ. 1003, Λοΐζου v. Ρώσσου, Πολιτική Έφεση 8784/19.5.94, Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 614 και Χριστοδούλου v. Αγαθοκλέους (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 396).

 

Στην  Αθανασίου (πιο πάνω) έγινε αναφορά σε απόσπασμα από την υπόθεση Whitehouse v. Jordan [1981] 1 W.L.R. 246 στο οποίο υπογραμμίζεται ότι το πλεονέκτημα που αποκτά το πρωτόδικο δικαστήριο με το να παρακολουθήσει και να ακούσει τους μάρτυρες πρέπει πάντοτε να γίνεται σεβαστό από το Εφετείο.

 

Εναπόκειται στο διάδικο ο οποίος αμφισβητεί τα ευρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την αξιοπιστία να πείσει το Εφετείο ότι αυτά είναι εσφαλμένα (Βλ. Mylonas and Others v. Kaili (1967) 1 C.L.R. 77, Sakellarides v. Papa Savva and Another (1966) 1 C.L.R. 261, 262 και Imam v. Papacostas  (1968) 1 C.L.R. 207, 208)».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες και να αξιολογήσει τη συμπεριφορά τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, προέβη σε μια πλήρως εμπεριστατωμένη, ενδελεχή και σφαιρική αξιολόγηση, η οποία δεν καταλείπει περιθώρια επέμβασης του παρόντος Δικαστηρίου. Χάριν πληρότητας παραθέτουμε αυτούσια την αξιολόγηση της μαρτυρίας από τον Ν. Γ. Σάντη Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) σελ. 8 – 13:

 

«Ο XXXXX Χαραλάμπους Μεταλλωρύχος (ΜΕ1), είπε πως, απ' ό,τι θυμόταν, προκειμένου οι εναγόμενοι 2 να παραχωρήσουν τα επίδικα δάνεια προς την XXXXX Χαραλάμπους είχαν θέσει ως ρητό όρο την προγενέστερη υπογραφή προτάσεων για ομαδική ασφάλεια ζωής από τους εναγομένους 1 και πως για το γεγονός αυτό (ο μάρτυς και η XXXXX Χαραλάμπους) είχαν ενημερωθεί προσωπικώς από κάποιον υπάλληλο των εναγομένων 2 (XXXXXΚουλουμπρή) πριν από την υπογραφή των δανειοδοτήσεων κατά την ημέρα υποβολής των αιτήσεων τους για την παραχώρηση των δανείων. Δήλωσε ο μάρτυς ότι ο XXXXX Κουλουμπρής τού είχε πει «.εγώ XXXXX μου θα σου κάνω την ασφάλεια που θα σε καλύπτει το υπόλοιπο που θα χρωστάς μετά θάνατο εάν μη κακό πεθάνετε..». Περιπλέον, είπε ο μάρτυς πως τόσον ο ίδιος όσον και η XXXXX Χαραλάμπους υπέγραψαν τις δηλώσεις ως εκ των παραστάσεων του XXXXX Κουλουμπρή, χωρίς ποτέ ο τελευταίος (ή άλλος αρμόδιος υπάλληλος των εναγομένων 2), να τους πει «.ότι οι ασφάλειες αυτές ήταν για περιορισμένο ποσό ή ότι δεν θα κάλυπτα[ν] ολόκληρο το υπόλοιπο των δανείων». Αυτές οι διαβουλεύσεις μάρτυρα, XXXXX Χαραλάμπους και XXXXX Κουλουμπρή, παρουσιάστηκαν από τον XXXXX Χαραλάμπους Μεταλλωρύχο (ΜΕ1), ως γενόμενες πριν από την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και με τα περί των ασφαλειών να έπονται αυτών («…τα δάνεια έγιναν πρώτα και μετά η ασφάλεια...»). Δικαίως ο κ. Κορφιώτης επιδίωξε να διευκρινίσει πως οι προτάσεις ασφάλειας ζωής, ως τα Τεκμήρια 5, 6 και 8 δεν αποτελούσαν ασφαλιστικά συμβόλαια αλλά προτάσεις ασφάλειας ζωής «.που έκανες εσύ για να ασφαλιστείς.», ως υπέβαλε στον μάρτυρα. Ο μάρτυς δεν απάντησε αμέσως ως θα αναμενόταν, προπαντός αν συνυπολογιστεί και το ότι τούτος (ως και η XXXXX Χαραλάμπους), υπογράφοντας τις προτάσεις ασφάλειας ζωής παρακαλούσαν τους εναγομένους 2 (ως καταγράφεται στα εν λόγω τεκμήρια), όπως τους εγκρίνουν «…για παροχή κάλυψης κάτω από το γενικό σχέδιο ομαδικής ασφάλισης ζωής που έχει συνάψει η Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ με την ασφαλιστική εταιρεία ALLIANZ Α.Ε.Α.Ζ...». Απεναντίας, ο μάρτυς τοποθετήθηκε με διάθεση υπεκφυγής, ως παρατήρησα από την Έδρα, λέγοντας (για ό,τι και αν τούτο σήμαινε ακριβώς σε συσχέτιση με το τι ρωτήθηκε), πως την πρόταση ασφάλειας ζωής τού την είχε υποβάλει «…η ίδια η ΣΠΕ Στροβόλου για τα δάνεια που έκαμνε...». Παρέμεινε επομένως αναπάντητο στην ουσία του το ερώτημα για το αν τούτος ήταν σε θέση να διαχωρίσει την πρόταση ασφάλειας ζωής από την όποια ασφαλιστική σύμβαση παρόλο που στην κυρίως εξέταση (Έγγραφο Α), προβαίνοντας σε μια σημασιολογική και ορολογική διαφοροποίηση μεταξύ των «…προτάσεων για ομαδική ασφάλεια ζωής...» και των ασφαλειών αυτών (λέγοντας πως τις ασφαλιστικές δηλώσεις τις υπέγραψαν ο μάρτυς και η XXXXX Χαραλάμπους κατόπιν τοποθετήσεων και παραστάσεων του XXXXX Κουλουμπρή που «...μας δήλωνε ότι οι ασφάλειες αυτές κάλυπταν ολόκληρα τα υπόλοιπα των δανείων...»), ανέδειξε ψήγματα επίγνωσης για τον διαχωρισμό και την ύπαρξη κάποιου είδους ασφαλιστικού συμβολαίου. Ακολούθως, ως διαφάνηκε, ο μάρτυς με επίφαση το ότι ουδείς πελάτης των εναγομένων 2 «…έχει συμβόλαια...», είπε πως «Βάλαμε τα αρχικά μας και κράτησαν [τα] συμβόλαια μέσα. Βάλαμε τα αρχικά μας ο κάθε πελάτης και έφευγε». Εν τέλει ο μάρτυς παραδέχθηκε, ως η εισήγηση του αντεξετάζοντα, πως «...κανένα μέλος δεν έχει συμβόλαιο διότι το συμβόλαιο είναι ένα, το εκάστοτε συμβόλαιο που έκαμνε η Συνεργατικής με την Allianz. Τα ασφαλισμένα μέλη δεν είχαν ποτέ τους προσωπικό συμβόλαιο». Δοσμένης της σπουδαιότητας του συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης ζωής (και όχι τόσον της πρότασης ασφάλειας ζωής) - καθότι είναι οι όροι του συμβολαίου που δεσμεύουν κατ' αρχήν τους συμβαλλομένους και όχι η πρόταση ασφάλειας ζωής - ο μάρτυς ρωτήθηκε ευστόχως για το αν είχε ζητήσει να μάθει ή να λάβει αντίγραφο τού συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης ζωής. Ο μάρτυς έδωσε και πάλι μια αμφίσημη, γενικόλογη και αόριστη απάντηση δηλώνοντας ότι απλώς «… εγώ ζήτησα και έμαθα. Αντίγραφα ουδέποτε μας έδιναν». Το λιγότερο που θα περίμενε κανείς θα ήταν πως με την ανάγνωση ή την υπογραφή αν μη τι άλλο των προτάσεων ασφάλειας ζωής από τον μάρτυρα και την XXXXX Χαραλάμπους (βλ. Τεκμήρια 5, 6 και 8), θα απαιτούνταν από αυτούς, διά επιτόπου και παραχρήμα αιτήματος τους προς αμφότερους τους εναγομένους, η παράδοση στον μάρτυρα ή και στην XXXXX Χαραλάμπους (για μελέτη και έρευνα), τού συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης ζωής (ή εκείνου που προσδιοριζόταν στις προτάσεις ασφάλειας ζωής ως «…γενικό σχέδιο ομαδικής ασφάλισης ζωής») και που, παρεμπιπτόντως, μηδέποτε διαφοροποίησε ο μάρτυς ως κάτι το διαφορετικό από το συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής. Δεν έγινε κάτι τέτοιο. Η σημασία του πράγματος - και με αυτό δεν πραγματεύομαι την αξιοπιστία του μάρτυρα διά σύμπλεξης στην αξιολογική διεργασία ζητημάτων επιπέδου/βάρους απόδειξης (κάτι το απαράδεκτο ως έχει ήδη διατυπωθεί πιο πάνω) - έγκειται και στο ότι οι όροι του συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης ζωής υπέχουν εδώ πρωταρχική αξία για τη διαπίστωση των συμβάντων επειδή, ο μεν ενάγων επικεντρώνεται στα όσα διημείφθησαν και συνέβησαν πριν από τη συνομολόγηση του συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης ζωής (με επικέντρωση στην υπογραφή των προτάσεων ασφάλισης ζωής), οι δε εναγόμενοι 1 και 2, στο περιεχόμενο του υπογραφθέντος και εγκριθέντος από τον μάρτυρα και την Ανδρούλλα Χαραλάμπους συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης ζωής. Αν, ως θα μπορούσε κατά μια ερμηνευτική να συναχθεί από τα λεχθέντα του, ήξερε ο μάρτυς ως και η XXXXX Χαραλάμπους για το συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής, πριν από την υπογραφή των συμφωνιών δανειοδότησης, τότε διερωτάται κανείς προς τι η αντιφατική, ανακόλουθη και συγκρουόμενη θέση του μάρτυρα με τα όσα είπε στη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Α), όπου διατράνωνε ότι «τόσο εγώ, όσο και η σύζυγος μου, αγνοούσαμε πλήρως και ουδέποτε ενημερωθήκαμε από οποιονδήποτε ως προς την ύπαρξη ενός τέτοιου συμβολαίου κατά την υπογραφή των προαναφερόμενων συμφωνιών δανείων και/ή μεσοπρόθεσμων γραμματίων ή και μεταγενέστερα» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Εάν ωστόσο ο μάρτυς, κατά μια διάφορη επεξηγηματική - και η προσπάθεια αυτή αναδίφησης των λεχθέντων του εκπορεύεται μόνο και μόνο από τη επιλεκτική τοποθέτηση του σε κρίσιμα μέρη της μαρτυρίας του, με τρόπο δυσερμήνευτο και ασαφή - θα μπορούσε να θεωρηθεί πως εννοούσε πως δεν ήξερε για το συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής (ή για το γενικό σχέδιο ομαδικής ασφάλισης ζωής), η μαρτυρία του θα σταχυολογούνταν ως εξίσου αντιφατική και ανακόλουθη υπό την έννοια ότι τούτος (ως απογράφεται και στην ως άνω περικοπή από τη γραπτή του κατάθεση), τονίζει πως τόσον ο ίδιος όσον και η XXXXX Χαραλάμπους αγνοούσαν το συμβόλαιο (μια που δεν είχαν κατατοπιστεί σχετικώς από τους εναγομένους 2 ή οποιονδήποτε άλλον), ακόμα και μεταγενέστερα της υπογραφής των αφορούντων συμφωνιών. Τέλος, ουδόλως εντυπωσίασε από απόψεως μαρτυριακής συμπεριφοράς κατά την εκφορά της περί ης ο λόγος μαρτυρίας το εγχείρημα του μάρτυρα να στρέψει την προσοχή από τα όσα τελικώς συμφώνησε με την XXXXX Χαραλάμπους και τους εναγομένους 1 και 2 (και) για το  συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής, μετατοπίζοντας τα πράγματα προς μια κατ' ισχυρισμόν συμφωνία δανείου που φαίνεται πως είχε συνομολογήσει ο μάρτυς με τη ΣΠΕ Πολύστυπου την 1.7.01 και για την οποία είχε εκδοθεί και σχετικό πιστοποιητικό ομαδικής ασφάλισης ζωής επί του οποίου καταγράφθηκε ότι: «Αν και όταν τα Ωφελήματα καταστούν πληρωτέα, η Σ.Π.Ε. ΠΟΛΥΣΤΥΠΟΥ έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει μέρος ή το σύνολο του Ασφαλισμένου Ποσού για εξόφληση τυχόν υπολοίπου δανείου του Ασφαλιζομένου που παραμένει» (βλ. Τεκμήριο 9). Αυτά όμως τα καταγραφέντα, ό,τι και αν σημαίνουν και όπως κι αν συμφωνήθηκαν - διασυνδεόμενα προφανώς με άλλη ομαδική ασφάλιση (GC 1036) και όχι με το συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής - δεν ισχύουν στην παρούσα όπου διαφορετικά είναι τα γεγονότα ενώ άγνωστα εκείνα (όλα) που συνέθεσαν την αναφερθείσα από τον μάρτυρα δανειοδότηση/ασφάλιση με την ΣΠΕ Πολύστυπου. Εκλαμβάνεται ότι εάν, τωόντι, ίσχυαν και εδώ εκείνα που παρουσιάζονται ως ισχύοντα με την ΣΠΕ Πολύστυπου, θα υπήρχε και κάποιο αντίστοιχο πιστοποιητικό ομαδικής ασφάλισης ζωής εκδοθέν από τους εναγομένους 1. Δεν τέθηκε τέτοια μαρτυρία. Το τι ο μάρτυς παρέθεσε ως συγκριτική μεταβλητή, ή και ως εν γένει μαρτυρία εν τίνι τρόπω, όμοιων ή παρόμοιων γεγονότων (με τα επίδικα), δεν απαρτίζει τίποτε περισσότερο από τη δική του ερμηνεία συνθηκών, γεγονότων και εικόνων, παρά παραστάσεων, δηλώσεων ή και μεθοδεύσεων των εναγομένων 2 ή και των εναγομένων 1 προς τον μάρτυρα ή και την XXXXX Χαραλάμπους. Υπάρχει και κάτι άλλο συναφές. Υποτιθέστο, χάριν συζήτησης, πως παραγνωριζόταν η αντικειμενική, αναντίρρητη και σαφής έγγραφη μαρτυρία που αφορά στην κείμενη περίπτωση και ανεξαρτήτως τού ότι δεν μπορεί ο μάρτυς ή η XXXXX Χαραλάμπους να μην γνώριζαν για το συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής, δεν θα μπορούσε παρά να ανακύψει ερώτημα, για ποιο λόγο - αφού ο μάρτυς ήταν πεπεισμένος περί της ορθότητας των όσων συνθέτουν οριζοντίως (διά της οπτικής του), την κάθε δανειοδότηση από Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία («ΣΠΕ») κατά τα πρότυπα της προλεχθείσας συνδιαλλαγής με την ΣΠΕ Πολύστυπου - επιζήτησε ως είπε (έστω γενικώς και αορίστως), αντίγραφα τού ασφαλιστικού συμβολαίου που αφορούσε στην (ή προέκυψε από την) πρόταση ασφάλειας ζωής και την επίδικη δανειοδότηση. 

 

Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Χαραλάμπους Μεταλλωρύχου (ΜΕ1).»

 

Στον αντίποδα της αναξιόπιστης και αντιφατικής συμπεριφοράς του ΜΕ.1, το πρωτόδικο Δικαστήριο σχημάτισε καθ’ όλα θετική εντύπωση για τη μαρτυρία των ΜΥ.1 και ΜΥ.2, αναφέροντας τα εξής, σελ. 13:

 

«Η μαρτυρία των XXXXX Κούλα (ΜΥ1) και XXXXX Σωτηρίου (ΜΥ2), δεν αμφισβητήθηκε ουσιωδώς με τον συνήγορο του ενάγοντα να υπογραμμίζει στην αγόρευση του πως και οι δύο αυτοί μάρτυρες κατέθεσαν «.τι πίστευαν ότι θα έπρεπε να είχε γίνει και όχι το τι στην πραγματικότητα έγινε κατά τον ουσιώδη χρόνο κάτι που οι ίδιοι δεν γνώριζαν.». Η θέση τούτη δεν άπτεται ευθέως της αξιοπιστίας των μαρτύρων κατά τον εξειδικευμένο ορισμό του όρου αλλά περισσότερο στην αποδεικτική εμβέλεια που θα μπορούσε να έχει η μαρτυρία τους στην υπόθεση. Ούτως ή άλλως οι μάρτυρες αυτοί παρέμειναν ακλόνητοι κατά την αντεξέταση απαντώντας απεριφράστως στα όσα ρωτούνταν, με τις τοποθετήσεις τους να είναι συγκεκριμένες, σταθερές και αδιάθλαστες.»

 

 

Δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε το οποίο να δικαιολογεί την επέμβασή μας στην υπό κρίση αξιολόγηση, η οποία ήταν στη βάση των καθιερωμένων κριτηρίων της νομολογίας.

 

Υπό το φως των ανωτέρω οι λόγοι έφεσης 1 και 2 κρίνονται αβάσιμοι.

 

Στρεφόμενοι στον τρίτο λόγο έφεσης, τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα οποία προσβάλλονται ως προϊόν πλημμελούς αξιολόγησης, καταγράφονται στο κάτωθι υπογραμμισμένο μέρος του αποσπάσματος από την εκκαλούμενη απόφαση (σελ. 17-18):

 

«Δεν φύεται από την αξιόπιστη μαρτυρία ότι η XXXXX Χαραλάμπους βασίστηκε σε οποιαδήποτε (δόλια ή και ψευδή) παράσταση των εναγομένων 1 και 2 στη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών πάσης φύσεως και πως από αυτό υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά (βλ. κατ' αναλογίαν, Κουτάλης ν Hellenic Bank  PublicCompany  Ltd, ΠΕ 36/11, ημ. 19.5.16, Τσιάρτας και Άλλου ν Alocay  Holdings Ltd και Άλλου (2010) 1(Γ) ΑΑΔ 1523, 1538-1539 και Χριστοφόρου και Άλλων ν Barclays  Bank Plc  (2009) 1(A)  AAΔ.25, 30-31). Το ότι η XXXXX Χαραλάμπους προχώρησε στις δανειοδοτήσεις με τους εναγομένους 2, απέρρευσε από δική της συνειδητή και ζυγιασμένη επιλογή (και του συζύγου της στο βαθμό που την αφορούσε), με τους δύο να έχουν μπροστά τους όλα τα γεγονότα για να αποφασίσουν λελογισμένως και ελευθέρως. Το ποιες ήσαν οι αντιλήψεις τους για όσα θα υπέγραφαν ή το ποια ήταν η γνώμη του συζύγου (με κριτήριο προγενέστερες δανειακές του συμβάσεις με άλλες ΣΠΕ), δεν μπορεί να καταλογιστεί ως παράσταση, τοσούτω δε μάλλον ψευδής ή δόλια, από μέρους των εναγομένων 2 προς το πρόσωπο του ιδίου και της XXXXX Χαραλάμπους. Μήτε και ενυπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ότι αν γνώριζε η XXXXXX Χαραλάμπους για τους περιορισμούς της ασφαλιστικής κάλυψης δεν θα υπέγραφε το συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής ή τις δανειοδοτήσεις, με τη διασάφηση που επιχειρήθηκε από τον ενάγοντα για τις αφορούσες πρόνοιες του συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης ζωής, να συγκρούεται και με τα όσα περιστοίχισαν την υπογραφή του αλλά και την υπογραφή των δανειοδοτήσεων και τις σαφείς κατά το χρόνο εκείνο προθέσεις των συμβαλλομένων».

 

Στην αιτιολογία αναφέρεται ότι από την αδιαμφισβήτητη και μη αντικρουσθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η αποβιώσασα υπέστη τις ζημίες που αξιώνονται στην αγωγή καθότι βασίστηκε στις ψευδείς ή και δόλιες παραστάσεις των Εναγόμενων 1 και των Εφεσίβλητων κατά ή προ της κατάρτισης των επίδικων συμφωνιών.  Ως αδιαμφισβήτητη μαρτυρία παρουσιάζεται το περιεχόμενο των προτάσεων ασφάλειας ζωής (στις οποίες αναφέρθηκαν και οι ΜΥ1 και ΜΥ2) όπου στην Κάλυψη «Α» αναφέρεται: «Πληρώνει το υπόλοιπο του δανείου κατά την ημέρα του θανάτου».  Στο περίγραμμα αγόρευσης αναπτύσσεται η θέση ότι οι ασφάλειες ζωής της αποβιωσάσης συνάφθηκαν αποκλειστικά στη βάση του περιεχομένου των προτάσεων ασφάλειας ζωής, τις οποίες ο Α. Κουλουμπρής αποδέχτηκε.  Συνακόλουθα, οι Εφεσίβλητοι χρέωσαν τον λογαριασμό της αποβιωσάσης αποδεχόμενοι την πρόταση, χωρίς ποτέ να κοινοποιήσουν το περιεχόμενο του ομαδικού συμβολαίου ασφάλειας ζωής στην αποβιώσασα.  Ως εκ τούτου, η πλευρά του Εφεσείοντος διατείνεται ότι οι όροι του ομαδικού συμβολαίου ζωής δεν αποτέλεσαν ποτέ μέρος της συμφωνίας των διαδίκων μερών, η οποία περιορίστηκε στα αναγραφόμενα επί των προτάσεων ασφάλειας ζωής.

 

Με κάθε σεβασμό, το εύρημα αναξιοπιστίας του ΜΕ.1 καθιστά την όλη μαρτυρία του μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614:

 

«Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων» 

 

Επομένως, ελλείψει αξιόπιστης μαρτυρίας, δεν μπορεί βάσιμα να γίνεται λόγος για δόλια ή ψευδή παράσταση του Α. Κουλουμπρή, ή για επιβεβαίωση των λεχθέντων του από το κείμενο των προτάσεων για ασφάλεια ζωής (Κάλυψη «Α»). Ωσαύτως, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το κείμενο των εν λόγω προτάσεων έγινε αντιληπτό από τον ΜΕ.1 και την αποβιώσασα ως καλύπτον (χωρίς περιορισμό) το σύνολο του δανείου κατά την ημέρα του θανάτου (βλ. παρ. 9, 17 και 18 της γραπτής δήλωσης του ΜΕ.1). Περιπλέον, ως ορθά υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ότι, αν γνώριζε η αποβιώσασα τους περιορισμούς της ασφαλιστικής κάλυψης, δεν θα υπέγραφε το συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής ή τις δανειοδοτήσεις, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται επηρεασμός (inducement) της αποβιωσάσης για προσχώρησή της στο συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης (βλ. Chitty on Contracts, 24η έκδοση, παρ. 9-041).  

 

Επιπρόσθετα, υπογραμμίζεται ότι η παροχή ασφαλιστικής κάλυψης, ως ρητά αναφέρεται στις προτάσεις ασφάλισης ζωής, τελούσε υπό την αίρεση των όρων του γενικού σχεδίου ομαδικής ασφάλισης και ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτούς. Οι εν λόγω προτάσεις δεν αποτελούσαν τη βάση για τη δημιουργία μιας αυτοτελούς συμβατικής σχέσης, ανεξάρτητης από το γενικό σχέδιο ομαδικής ασφάλισης, ούτε και θα μπορούσαν λογικά να εκληφθούν ως τέτοιες. Κατά συνέπεια, η αποδοχή των προτάσεων αυτών από την Εναγόμενη 1 και η πληρωμή ασφαλίστρου δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη συνομολόγηση μιας ξεχωριστής, ατομικής ασφαλιστικής σύμβασης (άνευ ανώτατου ορίου κάλυψης), αλλά αποκλειστικά και μόνο στην υπαγωγή των ασφαλισμένων στους όρους του γενικού σχεδίου ομαδικής ασφάλισης.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη και αδικαιολόγητη η απόρριψη των αξιώσεων του Εφεσείοντος στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας.  Στην αιτιολογία γίνεται αναφορά (α) σε εσφαλμένη και ελλιπή αξιολόγηση της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξειδίκευση, και (β) στην εσφαλμένη αξιολόγηση της παράλειψης των Εφεσίβλητων να καλέσουν ως μάρτυρες τους Α. Κουλουμπρή και Δ. Σταύρου, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν λειτουργοί των Εφεσιβλήτων, για να αντικρούσουν τη μαρτυρία του Μ.Χ. Μεταλλωρύχου. Πέραν τούτων, στο περίγραμμα αγόρευσης γίνεται επίκληση του δόγματος του estoppel by convention, προωθώντας τη θέση ότι, βάσει της κοινής αντίληψης μεταξύ του Α. Κουλουμπρή και του ΜΕ.1, προέκυψε κοινή συνισταμένη και κοινή συμφωνία ότι θα σύναπταν συμφωνία ασφάλισης για το υπόλοιπο του δανείου κατά τον χρόνο θανάτου της αποβιωσάσης.

 

Με κάθε σεβασμό, η κατ’ ισχυρισμόν εφαρμογή του estoppel by convention δεν εμπίπτει στο πλαίσιο του υπό εξέταση λόγου έφεσης. Ούτε στην έκθεση απαίτησης περιλαμβάνεται τέτοιος ισχυρισμός - για τον οποίο απαιτείτο ειδική δικογράφηση - ούτε πρωτοδίκως προωθήθηκε τέτοια θέση· επομένως δεν είναι επιτρεπτή η έγερση του για πρώτη φορά κατ’ έφεση. Σε ό,τι αφορά την κατ’ ισχυρισμόν εσφαλμένη αξιολόγηση και τα ευρήματα που αναφέρονται στο υπό στοιχείο (α) ανωτέρω, ελλείψει αιτιολόγησης δεν παρέχεται έδαφος προς εξέτασή τους. Αναφορικά με τη θέση που προβάλλεται στο υπό στοιχείο (β) ανωτέρω, δεν συμφωνούμε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η μη κλήτευση των εν λόγω προσώπων από τους Εφεσίβλητους δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα ως προς την αξιολόγηση της εκδοχής του Εφεσείοντος, αφής στιγμής ο μοναδικός τους μάρτυρας κρίθηκε αναξιόπιστος.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €5.100,00, πλέον Φ.Π.Α., εναντίον των Εφεσειόντων και υπέρ του Εφεσιβλήτων.

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο