ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΡΔΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 237/2023, 16/7/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΡΔΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 237/2023, 16/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 237/2023)

 

16 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΡΔΟΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Προσωπικά, για τον Εφεσείοντα

Ε. Γιακουμεττή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ο εφεσείων αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, ότι διέρρηξε συγκεκριμένο υποστατικό και έκλεψε εξοπλισμό νυχτερινού κέντρου συνολικής αξίας €132.700.‑ (κατηγορία 1), ότι απέσπασε από συγκεκριμένο πρόσωπο €700.‑ με ψευδείς παραστάσεις, δηλαδή ότι πώλησε σε αυτόν συγκεκριμένο αντικείμενο το οποίο γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαίο παρουσιάζοντας το ως δικό του (κατηγορία 2) και ότι, κατά ανάλογο τρόπο, απέσπασε από άλλο πρόσωπο €1.650.‑ (κατηγορία 3).

 

Κατόπιν ακρόασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο στην πρώτη κατηγορία, όμως για αντικείμενα αξίας €2.850.‑ και όχι αξίας του αναφερόμενου στο κατηγορητήριο ποσού, ασκώντας την εξουσία που του παρέχεται με βάση το Άρθρο 85(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Αθώωσε δε και απάλλαξε τον εφεσείοντα στις κατηγορίες 2 και 3.

 

Είναι χρήσιμο, για σκοπούς καλύτερης αντίληψης της υπό κρίση υπόθεσης, να καταγράψουμε το αντικείμενο της υπόθεσης, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο συνόψισε αυτό εισαγωγικά στην απόφασή του:

 

«Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι τον Ιανουάριο του 2019 διέρρηξε κτίριο ιδιοκτησίας του, το οποίο ενοικιαζόταν από άλλο πρόσωπο και έκλεψε περιουσία αξίας €132.000. Του καταλογίζεται επίσης η πώληση κλοπιμαίων, παριστάνοντας ότι αυτά δεν ήταν αντικείμενο κλοπής σε δύο άλλα πρόσωπα, όσον αφορά τις κατηγορίες 2 και 3. Ο Κατηγορούμενος παραδέχεται ότι άλλαξε κλειδαριές και πώλησε αντικείμενα τα οποία δεν ήταν ιδιοκτησίας του. Αντιτείνει ότι ο ενοικιαστής του όφειλε σειρά ενοικίων, τον ειδοποίησε ότι τερματίζεται η μεταξύ τους σύμβαση και ότι θα πωλήσει αντικείμενα ιδιοκτησίας του έναντι του χρέους. Είναι η θέση του ότι τα πιο πάνω δημιούργησαν κατάσταση ανάγκης και ότι διεκδίκησε τα δικαιώματα του με καλή πίστη. Ακόμα εγείρει ισχυρισμούς μεροληπτικής και ελλειπούς διερεύνησης από την Αστυνομία.»

 

Η παρούσα έφεση αφορά μόνο την καταδίκη του εφεσείοντα. Προβάλλονται, συνολικά, έξι λόγοι έφεσης.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα στον τρόπο που αξιολόγησε και ερμήνευσε μαρτυρία και άλλο μαρτυρικό υλικό καταλήγοντας σε εύρημα ενοχής του εφεσείοντα στην πρώτη κατηγορία στη βάση του ότι έκρινε ότι δεν μπορούσε να κριθεί ότι ο εφεσείων θεωρούσε ότι ασκούσε νόμιμο δικαίωμά του σχετικά με τις πράξεις που έλαβαν χώραν μεταξύ των επίδικων ημερομηνιών. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης  αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα στον τρόπο που ερμήνευσε το Άρθρο 8 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αποδίδοντας ποινικό αδίκημα στον εφεσείοντα του οποίου η πράξη που συνιστούσε το αδίκημα διαπράχθηκε κατά την άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης κατά τον ουσιώδη χρόνο των πράξεων του. Για τους ως άνω δύο λόγους έφεσης, επίκληση γίνεται της θέσης ότι ο εφεσείων ειλικρινώς θεωρούσε ότι ασκούσε δικαιώματά του στην περιουσία του, χωρίς πρόθεση καταδολίευσης και με πλήρη άγνοια του νόμου και των σχετικών νομικών διαδικασιών που έπρεπε να ακολουθηθούν για να ανακτήσει κατοχή του υποστατικού του και την αποπληρωμή του προς αυτόν χρέους.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκαν τα Άρθρα 66, 83 και 84 του Κεφ. 155. Σε σχέση με το Άρθρο 66, προβάλλεται ως μειονέκτημα στο κατηγορητήριο η εσφαλμένη αναφορά σε σχέση με την ιδιοκτησία του υπό κρίση κτηρίου. Προσβάλλεται, επίσης, η καταδίκη του εφεσείοντα για μικρότερο ποσό από το αναφερόμενο στο κατηγορητήριο.

 

Ο τέταρτος λόγος έφεσης προσβάλλει την πρωτόδικη κρίση σε σχέση με το Άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ενώ ο πέμπτος λόγος έφεσης προβάλλει ζήτημα αποστέρησης δίκαιης δίκης.

 

Τέλος, ο εκτός λόγος έφεσης προβάλλει διάφορα στοιχεία προς αποκατάσταση αναφορών οι οποίες δημιουργούν εσφαλμένες εντυπώσεις σε σχέση με τον εφεσείοντα.

 

Έχουμε εξετάσει με μεγάλη προσοχή καθετί που αφορά την υπό κρίση υπόθεση και τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, τους οποίους εξετάζουμε κατωτέρω.

 

Οι πρώτοι δύο λόγοι έφεσης παρουσιάζουν τέτοια συνάφεια στο τι προβάλλουν, ώστε να καθίσταται ευχερές να εξεταστούν παράλληλα μέσα από μία συνολική εξέταση της σχετικής πρωτόδικης κρίσης. Εφόσον δε, σχετίζονται και με την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου και σχετικής κατάληξής του σε συμπέρασμα, χρήσιμο είναι να τεθούν οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

 

«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:

· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.

  Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.

· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.

  Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.

· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.

· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.

 Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»

Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι: 

«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»

 

Ο εφεσείων επικαλείται αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τον ίδιο, ότι τεκμηρίωσε καθετί που υποστήριξε. Επικαλείται, επίσης, αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την επιβολή ποινής περί του ότι ο ίδιος είχε άγνοια του νόμου και θεωρούσε ότι έπραττε κάτι που εδικαιούτο.

 

Μελέτη της πρωτόδικης απόφασης, στο σύνολό της, αλλά και όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αποκλείει κάθε αιτίαση που προβάλλεται από την πλευρά του εφεσείοντα επί του προκειμένου. Είναι με επάρκεια που το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση αλλά και τα όσα ήταν παραδεκτά από πλευράς του εφεσείοντα και που στοιχειοθετούσαν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Με επάρκεια, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε και ανέλυσε τις εγειρόμενες υπερασπίσεις από πλευράς του εφεσείοντα σε σχέση με ύπαρξη κατάστασης ανάγκης (Άρθρο 17 του Κεφ. 154) αλλά και ύπαρξη ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος και απουσία πρόθεσης καταδολίευσης (Άρθρο 8 του Κεφ. 154).

 

Έχοντας ικανοποιηθεί για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της διάρρηξης κτηρίου και κλοπής, συμπέρασμα που δεν προσβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με τις εγειρόμενες ως άνω υπερασπίσεις. Αναφορικά με τα όσα αφορούν το Άρθρο 8 του Ποινικού Κώδικα ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε ότι αυτό που πρέπει ο κατηγορούμενος να καταδείξει είναι ότι έντιμα πίστευε ότι ασκούσε νόμιμο δικαίωμα έστω και αν αυτό δεν αποδειχθεί νομικά ή με βάση τα γεγονότα. Είναι ορθή η διαπίστωση ότι η υπεράσπιση της ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος δεν απαιτεί απόδειξη ότι η αξίωση είναι βάσιμη τόσο από νομική θεώρηση όσο και από τα γεγονότα της υπόθεσης. Είναι αρκετή η ύπαρξη ειλικρινούς πεποίθησης από τον κατηγορούμενο ότι είχε τέτοιο δικαίωμα. Εφαρμόζοντας τα ως άνω στην υπό κρίση υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε ότι:

 

«Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να κριθεί ότι ο Κατηγορούμενος θεωρούσε ότι ασκούσε νόμιμο δικαίωμα του. Είχε γνώση του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και του τι απαιτείται για να ανακτήσει την κατοχή του ακινήτου του, αφού αναφέρεται σε σχετικούς νόμους στις επιστολές του. Άλλωστε σε μεταγενέστερο στάδιο έλαβε τα απαραίτητα, τα νόμιμα διαβήματα για να λάβει διάταγμα ανάκτησης κατοχής και να του επιδικαστούν τα οφειλόμενα ενοίκια. Είναι, δε, αδιανόητο να θεωρούσε ότι η χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη κλοπή και πώληση αντικειμένων μπορούσε να του εξασφαλίσει το όποιο νόμιμο δικαίωμα. Είναι αδιανόητο να εγείρεται ότι μέσω της κλοπής μπορεί να αποπληρωθεί χρέος (βλ και Blackstone οππ παρ. Β 13.26). Επομένως η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου απορρίπτεται.» 

 

Ο εφεσείων επικαλείται ότι η μόνη τέτοια επιστολή, ως αναφέρεται στο ως άνω απόσπασμα, αφορούσε επιστολή μεταγενέστερη των γεγονότων, όταν πλέον ο εφεσείων ήταν γνώστης των νόμιμων διαδικασιών. Το όλο ζήτημα απαντάται από αυτήν την ίδια την επιστολή τερματισμού που ο εφεσείων απέστειλε στον παραπονούμενο (τεκμήριο 29). Είναι αναντίλεκτη η αναφορά του εφεσείοντα σε απλήρωτα ενοίκια και αδυναμία χρήσης των υποστατικών που του ανήκουν καθώς επίσης αναντίλεκτη είναι και η φράση που χρησιμοποίησε αναζητώντας επίλυση της οφειλής, ήτοι «to avoid courts», η οποία φανερώνει γνώση του εφεσείοντα περί δικαστικής διαδικασίας. Πέραν όμως αυτού, ο εφεσείων κατέγραψε στην εν λόγω επιστολή του και τα εξής: «The major point you should know and be aware of is a new law that it is on its way to the Parliament. The law has already been prepared and suggested about six months ago by four DHSY parliament members. The law will be in place any minute now and it allows your expulsion outside court procedures and if there is any need to go to court, the judge is obliged to rule within a maximum of six months. And any court decision will be enforced by the police. Therefore you will be out one way or another by force or willingly. So, why don't you come to solve this issue peacefully and avoid courts by reaching an agreement on the amount you owe and to deliver the premises without any resistance, which will be criminally held against you. Because it is my intention to reclaim my premises one way or another and definitely as from December 16th 2018. Any further delay in delivering the premises back to its owners will be considered intentional causing further financial damages for which you will also be held responsible, as there is no further excuse in doing so». Είναι, συνεπώς, προφανές ότι ο εφεσείων, ενώ είχε γνώση διαδικασιών που θα μπορούσε να λάβει προς αποκατάσταση των δικαιωμάτων του, επέλεξε να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε. Επομένως, δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη ως άνω κρίση. Ως αποτέλεσμα αυτής, αναπόφευκτη ήταν η απόρριψη της υπεράσπισης του εφεσείοντα ότι, εν άγνοια του νόμου ενήργησε με ειλικρινή αξίωση δικαιωμάτων του και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης.

 

Αβάσιμους κρίνουμε τους πρώτους δύο λόγους έφεσης τους οποίους και απορρίπτουμε.

 

Κατά ανάλογο τρόπο, αβάσιμο κρίνουμε και τον τέταρτο λόγο έφεσης, αναφορικά με την προβαλλόμενη κατάσταση ανάγκης με βάση το Άρθρο 17 του Κεφ. 154. Επί του προκειμένου το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε ότι κανένα αναπότρεπτο ή ανεπανόρθωτο κακό δεν προσπαθούσε να περιορίσει ο εφεσείων, αφού υπήρχε η νόμιμη οδός, μέσω της οποίας αυτός μπορούσε να εξασφαλίσει ανάκτηση της περιουσίας του και απόφαση ως προς τα οφειλόμενα ενοίκια, ως τελικώς έπραξε το έτος 2022. Σε συνέχεια των όσων αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση και με το Άρθρο 8 του Κεφ. 154, δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση. Οι διαδικασίες υπήρχαν στη διάθεση του εφεσείοντα και, πέραν γενικών και αόριστων αναφορών για παραμονή του ακινήτου αναξιοποίητου, ουδέν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου που να καταμαρτυρούσε ύπαρξη κατάστασης ανάγκης.

 

Ούτε τα όσα προβάλλονται με τον τρίτο λόγο έφεσης μας βρίσκουν σύμφωνους. Ουδέποτε τέθηκε υπό αμφισβήτηση η ιδιοκτησία του εν λόγω κτηρίου από τον εφεσείοντα, μάλιστα ξεκάθαρη ήταν επί του προκειμένου η όλη υπόθεση που αυτός αντιμετώπιζε. Είναι προφανές ότι η σχετική αναφορά στην υπό κρίση κατηγορία αφορά το δικαίωμα κατοχής από πλευράς παραπονούμενου και όχι τέτοια αμφισβήτηση. Δεν θεωρούμε ότι προέκυπτε οποιοδήποτε μειονέκτημα στο κατηγορητήριο, άλλωστε η όλη υπόθεση εξετάστηκε υπό αυτό το πρίσμα. Δεν θεωρούμε ότι θα μπορούσε να δώσει έρεισμα σε παράπονο από πλευράς εφεσείοντα η όποια αναφορά στα πρακτικά της διαδικασίας, αφού είναι καλώς γνωστό ότι αυτά είναι που καταμαρτυρούν το τι λέχθηκε κατά τη διαδικασία και τυχόν αμφισβήτησή τους θα πρέπει να γίνεται μέσω της δέουσας διαδικασίας. Δεν θεωρούμε ότι υφίσταται οποιοδήποτε ζήτημα ανατροπής της πρωτόδικης κρίσης σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Για δε το ποσό αξίας για το οποίο ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος στο πλαίσιο αυτής, ορθή κρίνεται η πρωτόδικη απόφαση όπως κρίνει τον εφεσείοντα ένοχο για το μέρος της κατηγορίας το οποίο αποδείχθηκε, δυνάμει του Άρθρου 85(1) του Κεφ. 155.

 

Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται μη διεξαγωγή δίκαιης δίκης, έχουμε εξετάσει καθετί που προβάλλεται σχετικά από τον εφεσείοντα. Δεν θεωρούμε ότι το εν λόγω παράπονο του εφεσείοντα είναι δικαιολογημένο. Είναι γεγονός ότι, στην πρωτόδικη διαδικασία, είχαν τεθεί σωρεία θεμάτων τα οποία απασχολούσαν έντονα τον εφεσείοντα, όμως δεν ήταν σχετικά με την ουσία της εξεταζόμενης υπόθεσης. Υπήρχαν, επίσης, εγειρόμενα θέματα που αφορούσαν παράπονα σε σχέση με τη στάση της Αστυνομίας ή και τον επηρεασμό της υπεράσπισης, τα οποία όμως και πάλι δεν φαίνεται να είναι δικαιολογημένα. Σαφώς και η Αστυνομία, με την ύπαρξη παραπόνου, θα εξετάσει τα όσα εγείρονται. Δεν αποτελεί στοιχείο προκατάληψης τέτοια αναζήτηση στοιχείων. Σαφώς, επίσης, θα πρέπει να παρέχεται στο κατηγορούμενο πρόσωπο η ευχέρεια να έχει στη διάθεσή του το μαρτυρικό υλικό ώστε να μπορεί να προετοιμαστεί για την υπεράσπισή του. Προκύπτει ότι, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, το μαρτυρικό υλικό είχε δοθεί στον εφεσείοντα σε χρόνο τέτοιο, πριν την ακροαματική διαδικασία, που του επέτρεπε να προετοιμαστεί. Αυτό αποτελεί την ουσία του θέματος, καθιστώντας αδικαιολόγητο οποιοδήποτε συναφές παράπονο. Ούτε διαπιστώνεται να μην αποκαλύφθηκε προς τον εφεσείοντα οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση. Υπενθυμίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση τα όσα αφορούσαν την ουσία της υπόθεσης ήταν ουσιαστικά αποδεκτά από τον εφεσείοντα, τηρουμένης πάντοτε της υπεράσπισης που αυτός προέβαλλε. Στα πλείστα δε θέματα, φαίνεται να διαπιστώθηκε η ανεπάρκεια της μαρτυρίας που προσκομίστηκε να αποδείξει το τι αποδιδόταν, εξ ου και η απόρριψη των κατηγοριών 2 και 3 αλλά και ο περιορισμός της πρώτης κατηγορίας σε ό,τι ήταν αποδεκτό από τον εφεσείοντα. Δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε μεμπτό στην όλη διαδικασία, ούτε διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραβίαση κανόνων απόδειξης, ώστε να παρέχεται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Δεν διαπιστώνεται ύπαρξη συνθηκών μη δίκαιης δίκης.

 

Αβάσιμο, συνεπώς, κρίνουμε και τον πέμπτο λόγο έφεσης.

 

Αναφορικά με τον έκτο λόγο έφεσης, περιοριζόμαστε να παρατηρήσουμε ότι ακόμη και ο ίδιος ο εφεσείων αναγνωρίζει ότι τα όσα επικαλείται δεν αφορούν την ουσία αλλά τίθενται προς αποφυγή εσφαλμένων εντυπώσεων. Καθίσταται αντιληπτό ότι τέτοια ενασχόληση δεν θα ήταν δοκιμή.

 

Κατά συνέπεια, αβάσιμοι κρίνονται όλοι οι λόγοι έφεσης. Η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο