ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 7/2026)
16 Ιουλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Κ. Χ. Σιαηλής για Σιαηλής & Σιαηλής Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Μ. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων προσβάλλει την καταδίκη του, κατόπιν ακρόασης, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για το αδίκημα της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 272 (1) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) καθώς και την κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του Άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία).
Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο εφεσείων κατηγορείτο ότι με σκοπό τη διάπραξη κλοπής, εισήλθε παράνομα σε περιφραγμένο τεμάχιο γης και έκλεψε από αυτό, 800 σιδερένιες ράγες μήκους 160 εκατοστών και 60 πλακάζ, όλα συνολικής αξίας €5.200, περιουσία του παραπονούμενου. Πριν από τη διάπραξη της πιο πάνω κλοπής, είχε καταδικαστεί για κλοπή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε δύο υποθέσεις.
Μοναδικός μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής ήταν αστυνομικός του ΤΑΕ Πάφου, ο οποίος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ1). Ο εφεσείων τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μαρτυρία, την οποία αποδέχθηκε και συνδέει τον εφεσείοντα με τα πιο πάνω αδικήματα είναι περιστατική. Ως προς τη νομική πτυχή, σημείωσε ότι όταν καταδίκη στηρίζεται σε τέτοια μαρτυρία, αυτή πρέπει να οδηγεί στην καταδίκη ως τη μόνη λογική κατάληξη και να μην υπάρχουν κενά στην πορεία της. Παρομοίασε την περιστατική μαρτυρία με «αλυσίδα με κρίκους». Παρέπεμψε δε συναφώς, στην ΠΑΦΙΤΗΣ κ.α v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1990) 2 Α.Α.Δ 103.
Αφότου απέρριψε ως παραμένουσες μετέωρες τις θέσεις που υποβλήθηκαν στον ΜΚ1 από την Υπεράσπιση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έλαβε υπόψη τα ευρήματά του και τα παραδεκτά γεγονότα, για να καταλήξει ότι η περιστατική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιόν του, είναι τόσο ισχυρή και αδιάσειστη, που στο σύνολό της, το οδήγησε με ασφάλεια στο μοναδικό συμπέρασμα ότι ο εφεσείων ήταν αυτός που διέπραξε τα αδικήματα της 1ης και της 2ης κατηγορίας και ότι δεν είχε καταδειχθεί οτιδήποτε που να αφήνει έστω και την παραμικρή αμφιβολία ως προς την ενοχή του.
Χρήσιμη για την εξέταση του σκεπτικού του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτελεί η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ZAKARIA QASSOUM κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 86/2023, ημερομηνίας 14.5.2026 στην οποία επεξηγήθηκε με σαφήνεια η έννοια της περιστατικής μαρτυρίας και η διεργασία η οποία οδηγεί, στη βάση αυτής, σε κατάληξη περί ενοχής συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Λέχθηκαν τα εξής:
«Υπενθυμίζουμε εδώ ότι ο γενικός κανόνας εν σχέσει με την περιστατική μαρτυρία είναι πως «δεν πρέπει να συγχέεται με τις περιστάσεις του επίδικου συμβάντος γενικώς» (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης, 2014, σ. 554). Όπως συναφώς έχει τονιστεί στην Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 102:
«Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172).
Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του».
Δεν είναι λοιπόν κάθε επιμέρους περίσταση ή περιστατικό της υπόθεσης που δύναται να λειτουργήσει ως περιστατική μαρτυρία. Η προσοχή κάθε φορά εστιάζεται σε συγκεκριμένο κατηγορούμενο και εντός αυτού του πλαισίου είναι που εξετάζεται κατά πόσον υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία σωρευτικά σφραγίζουν τη δική του ενοχή. Όπως χαρακτηριστικά έχει τονιστεί στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 260 το εκδικάζον Δικαστήριο πρέπει «.να αναφέρει με καθαρότητα και ένα προς ένα τα αποδεικτικά στοιχεία που βρήκε ότι συνιστούσαν κρίκους περιστατικής μαρτυρίας και να τα συνδέει με τη σειρά σε αλυσίδα που τελικά να δένει τον εφεσείοντα ως το δράστη του εγκλήματος».
Στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανές ότι κατά την προαναφερθείσα παράθεση στοιχείων, ο Εφεσείων, ως επί το πλείστον συμπεριέλαβε περιστάσεις γενικά της υπόθεσης. Μάλιστα, η πλειονότητα των περιστάσεων αυτών δεν σχετίζεται καν με το πρόσωπο του Εφεσίβλητου 2…»
Υπό το φως των πιο πάνω, παραθέτουμε τα όσα συνέδεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ώστε να καταλήξει στην ενοχή του εφεσείοντα:
Πρώτα, έλαβε υπόψη τον εντοπισμό του οχήματος, το οποίο είχε ενοικιαστεί από τον εφεσείοντα πριν μέχρι και μετά τη διάπραξη του αδικήματος, εντός του περιφραγμένου χώρου του παραπονούμενου και το ότι η κατοχή του συγκεκριμένου οχήματος από τον εφεσείοντα δεν αμφισβητήθηκε από αυτόν.
Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος αναγνώρισε το όχημα το οποίο καταγράφηκε από κάμερα η οποία ήταν εγκαταστημένη στον επίδικο χώρο, ως το όχημα το οποίο είχε στην κατοχή του κατά τον επίδικο χρόνο ο εφεσείων, λόγω κάποιων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του.
Έπειτα, έλαβε υπόψη τα εξής:
«Πέραν των πιο πάνω στοιχείων, προέκυψε επίσης ότι ο παραπονούμενος έφυγε από τον περιφραγμένο χώρο του την 08/07/25 και περί ώρα 16:00 μ.μ. αφού προηγουμένως ασφάλισε τις δύο πύλες της εισόδου του με ένα τέλι το οποίο και δίπλωσε στις δύο άκριες τους. Επίσης έχει προκύψει ότι από την στιγμή που ο παραπονούμενος έφυγε για τελευταία φορά από το συγκεκριμένο σημείο μέχρι και η ώρα 05:07 π.μ. της επομένης ημέρας, δηλαδή την 09/07/25, όπου και ενημερώθηκε μέσω της εφαρμογής του κινητού του τηλεφώνου ότι υπήρξε κίνηση στον χώρο του, ουδέποτε προηγουμένως είχε λάβει οποιαδήποτε άλλη ενημέρωση για ύπαρξη κίνησης εντός του συγκεκριμένου χώρου με εξαίρεση τον εντοπισμό από την κάμερα του κινητού τηλεφώνου του οχήματος του Κατηγορούμενου το οποίο και βρισκόταν εντός της περιουσίας του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να αναφερθεί και ότι σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία η μόνη είσοδος και έξοδος που θα μπορούσε να επιτευχθεί από οποιοδήποτε εντός του συγκεκριμένου χώρου ο οποίος ήταν περιφραγμένος ήταν μέσω της κύριας εισόδου η οποία μάλιστα καλυπτόταν και από την μια εκ των καμερών που είχε τοποθετήσει ο παραπονούμενος και ήταν στραμμένη προς την είσοδο/έξοδο για να καταγράφει κινήσεις. Τονίζεται μάλιστα ότι ούτε η ώρα που κατέγραφε η κάμερα αλλά ούτε και η ορθή λειτουργία της συγκεκριμένης εφαρμογής στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου αλλά ούτε και της ίδιας της κάμερας που κατέγραψε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση.»
Στη συνέχεια, έλαβε υπόψη τα εξής:
«Συνεπώς αφής στιγμής δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καμία άλλη λογική εξήγηση αναφορικά με την παρουσία του συγκεκριμένου οχήματος εντός της περιουσίας του παραπονούμενου κατά τον επίδικο χρόνο, αφού το όχημα αυτό σύμφωνα με τα ευρήματα μου ήταν το όχημα που εξακολουθούσε να κατέχει ο Κατηγορούμενος, το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί και εξάγεται είναι ότι εφόσον το μόνο πρόσωπο που είχε σύνδεση με το συγκεκριμένο όχημα είναι ο Κατηγορούμενος αυτός ήταν και το πρόσωπο που επέβαινε επί του συγκεκριμένου οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο και επομένως αυτός ήταν και το πρόσωπο που καταγράφηκε από την κάμερα του Τεκμηρίου 2.»
Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι δεν υπήρχε άλλη μαρτυρία ενώπιόν του, ότι είτε οποτεδήποτε προηγουμένως ή μετέπειτα που αποχώρησε το όχημα του Κατηγορούμενου, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή άλλο όχημα εισήλθε εντός του επίδικου περιφραγμένου αυτού χώρου.
Στηριζόμενο στα πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην ενοχή του εφεσείοντα ως ακολούθως:
«Έχοντας ως γνώμονα τα πιο πάνω δεδομένα διαφαίνεται επίσης ότι ο Κατηγορούμενος εν προκειμένω ενήργησε με πρόθεση αφού καμία απολύτως σχέση ή σύνδεση είχε με τον συγκεκριμένο περιφραγμένο χώρο. Συνεπακόλουθα και η κλοπή της περιουσίας του παραπονούμενου αποτελούσε την φυσική συνέπεια της εισόδου του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Έτσι στην υπόθεση Ανθία ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ 404 (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι η πρόθεση ενόχλησης ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της παράνομης εισόδου.
Τονίζεται για ακόμη μια φορά ότι καμία μαρτυρία περί του αντιθέτου δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να μπορεί καταδείξει οτιδήποτε που να αφήνει έστω και την παραμικρή αμφιβολία μέσω λογικής και ή άλλης εξήγησης ως προς τα γεγονότα αυτά, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που οδηγούσε και επέβαινε επί του συγκεκριμένου οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο. Μπορεί το Δικαστήριο στην συγκεκριμένη περίπτωση να μην αποδέχθηκε την μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς το σημείο της αναγνώρισης του Κατηγορούμενου για τους λόγους που επεξηγήθηκαν, από την άλλη όμως η περιστατική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου αναφορικά με τα όσα έχω προαναφέρει, κρίνω ότι οδηγεί αναμφίβολα και στο μοναδικό συμπέρασμα ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που βρισκόταν εντός του συγκεκριμένου οχήματος και συνεπώς ότι ήταν αυτός που έκλεψε την περιουσία του παραπονούμενου η οποία μάλιστα είχε αξία αφού μάλιστα σύμφωνα με την κατάθεση του παραπονούμενου αλλά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου το όχημα του Κατηγορούμενου είχε κινηθεί και προς το σημείο που φυλασσόταν η περιουσία του παραπονούμενου η οποία τελικά έχει κλαπεί.»
Θεωρούμε χρήσιμο στο σημείο αυτό, να παραθέσουμε το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΑΝΘΙΑ, (ανωτέρω) στην οποία βάσισε, εν μέρει, την εκτίμησή του πρωτόδικο Δικαστήριο:
«Ο εφεσείων έχει επιδιώξει τον παραμερισμό της πιο πάνω καταδίκης του. Διατείνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει "πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πρόθεση του εφεσείοντα να οχλήσει ως απαιτεί το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154". Ο ευπαίδευτος σηνήγορος του έκαμε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στη θεμελιακή υπόθεση R. v. Steane [1947] 1 All E.R. 813, 816:
"No doubt, if the prosecution prove an act the natural consequences of which would be a certain result and no evidence or explanation is given, then a jury may, on a proper direction, find that the prisoner is guilty of doing the act with the intent alleged ...."
Σε μετάφραση:
"Χωρίς αμφιβολία, εάν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει μια πράξη της οποίας η φυσική συνέπεια θα είναι κάποιο αποτέλεσμα και δεν δίδεται μαρτυρία ή εξήγηση, τότε οι ένορκοι, με ορθή καθοδήγηση, θα μπορούν να βρουν ότι κατηγορούμενος είναι ένοχος διάπραξης της πράξης με την ισχυριζόμενη πρόθεση ....".
Εφόσον - συνεχίζει η εισήγηση - ο εφεσείων εξήγησε ότι εισήλθε στο διαμέρισμα του παραπονούμενου όχι για να κλέψει αλλά αναζητώντας στοιχεία ότι σε αυτό διέμεναν οι Ρωσσοπόντιοι που ανέλαβε να παρακολουθήσει και το Κακουργιοδικείο δεν απέκλεισε αυτή την εξήγηση, τυγχάνει εφαρμογής η υπόθεση Steane (πιο πάνω) με συνέπεια να μη έχει αποδειχθεί το στοιχείο της πρόθεσης.
Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic (1969) 2 C.L.R. 97, 104, Pefkos v. Police (1961) C.L.R. 340, Katelaris v. Police (1980) 2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police (1972) 2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 258, 262).
Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133).
Την ίδια προσέγγιση βρίσκουμε και στο "The Penal Law of India" by Dr. Sir Harri Singh Gour 9th ed., Vol. IV, σελ. 3576-113 σε σχέση με την έννοια του όρου "intent to annoy" στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 280. Την παραθέτουμε:
"... direct evidence of intention can hardly ever be produced and the intention has in most cases to be inferred from the circumstances. There is a well-known presumption that every man intends the probable consequence of his act. The presumption is rebuttable, but if it is not rebutted it will stand. The annoyance which is spoken of in Sec. 41, I.P.C., is not intended to be instantaneous. It may happen subsequently."
Σε μετάφραση:
"... άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο."
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως ορθά έχει επισημανθεί από το Κακουργιοδικείο, ο εφεσείων γνώριζε ότι στο διαμέρισμα κατοικούσαν κάποια πρόσωπα. Ωστόσο εισήλθε στο διαμέρισμα από την "μπαλκονόπορτα" κατά τη διάρκεια της νύκτας και επεδίωξε να το ερευνήσει. Θεωρούμε ότι η πρόκληση ενόχλησης στους ενοίκους του διαμερίσματος λόγω της παρουσίας του, υπό τις συνθήκες που έχουν προαναφερθεί, αποτελεί φυσική συνέπεια της εισόδου του εφεσείοντα. Η πρόκληση ενόχλησης είναι αυτονόητη και αυταπόδεικτη. Ακολουθεί πως το πιο πάνω τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί και ορθά το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε την ύπαρξη του στοιχείου της πρόθεσης όχλησης.»
Παρατηρούμε ότι ενώ στην υπόθεση ΑΝΘΙΑ (ανωτέρω), κρίθηκε ότι δεν υπήρχε άλλη λογική εξήγηση πέραν του ότι η πρόκληση ενόχλησης ήταν η φυσική συνέπεια της παρουσίας του εκεί εφεσείοντα στον επίδικο χώρο, εν προκειμένω, θεωρούμε ότι δεν μπορεί να λεχθεί κατ’ ανάλογο τρόπο, ότι η παρουσία του εφεσείοντα στον χώρο είχε ως μόνη φυσική συνέπεια την κλοπή των επίδικων αντικειμένων, για τους λόγους που θα επεξηγήσουμε κατωτέρω.
Στην υπόθεση ΑΝΘΙΑ (ανωτέρω), λήφθηκε υπόψη περιστατική μαρτυρία για να αποδειχθεί το mens rea του αδικήματος, εφόσον το actus reus είχε αποδειχθεί. Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε στην παρουσία του οχήματος του εφεσείοντα για να καταλήξει ότι αναπόφευκτα ήταν και ο ίδιος παρών στον επίδικο χώρο για το χρονικό διάστημα των δύο λεπτών, όπως καταγραφόταν από το Τεκμήριο 2, ανωτέρω. Ακόμη και με αυτό όμως το συμπέρασμα, το οποίο στηρίχθηκε σε περιστατική μαρτυρία, παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εντόπισε άλλο στοιχείο που να συνδέει τον εφεσείοντα με τη διάπραξη των αδικημάτων. Η παρουσία του εφεσείοντα στον χώρο όπου έλαβε χώρα η κλοπή, η οποία καταγράφηκε στα πλάνα από την κάμερα, συνολικής διάρκειας όχι πέραν των δύο λεπτών, δεν μπορεί, να έχει ως φυσική συνέπεια το ότι ο ίδιος διέπραξε το αδίκημα της κλοπής, καταλήγοντας δηλαδή, ότι αποδείχτηκε τόσο το actus reus, όσον και το mens rea του αδικήματος. Και αυτό, διότι η απόδειξη του actus reus της κλοπής των συγκεκριμένων επίδικων αντικειμένων έχει κάποια ιδιαιτερότητα, η οποία αναδείχθηκε από την Υπεράσπιση.
Ειδικότερα σε σχέση με το actus reus, επισημαίνουμε τα εξής:
Ο χώρος εντός του επίδικου ακινήτου όπου βρίσκονταν τα κλαπέντα αντικείμενα, καλυπτόταν από τις κάμερες. Είχαμε την ευκαιρία να διεξέλθουμε των καταθέσεων του παραπονούμενου. Ανέφερε ότι έλαβε τα εν λόγω μηνύματα στην εφαρμογή του κινητού του. Ο δε τεχνικός ο οποίος κλήθηκε μετέφερε τα συγκεκριμένα τρία πλάνα τα οποία του υποδείχθηκαν σε usb, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο και κατέθεσε στην Αστυνομία αποκλειστικά και μόνο για τη διεργασία του αυτή.
Δεν μας διαφεύγει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ουσιώδες ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τον τρόπο λειτουργίας της κάμερας. Διεξήλθαμε των καταθέσεων τόσο του παραπονούμενου όσο και τεχνικού, ο οποίος μετέφερε τα συγκεκριμένα πλάνα στο usb το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο. Από αυτή τη μαρτυρία, θεωρούμε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «οι κάμερες δεν κατέγραψαν οποιαδήποτε άλλη κίνηση» δεν βρίσκει έρεισμα σε οποιαδήποτε μαρτυρία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η διάπραξη του actus reus του αδικήματος παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και με δεδομένες τις θέσεις της Υπεράσπισης, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν είχε ενώπιόν του μαρτυρία ή άλλο έρεισμα για να προβεί στο εν λόγω τελευταίο συμπέρασμα. Διαπιστώνουμε επομένως, ότι τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη ως περιστατική μαρτυρία, δεν οδηγούν στο μοναδικό συμπέρασμα ότι ο εφεσείων ήταν το μοναδικό άτομο που βρέθηκε στον επίδικο χώρο μέσα στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, έλαβε χώρα το αδίκημα, ήτοι μεταξύ τις 4 το απόγευμα της 8.7.2025 μέχρι και τις 6.40 π.μ. της 9.7.2025. Φαίνεται στα τρία πλάνα από την κάμερα να καταγράφονται τα εξής: Το όχημα του εφεσείοντα βρισκόταν εντός του χώρου μπροστά στην πύλη, έπειτα κινήθηκε προς το σημείο που βρίσκονταν τα επίδικα αντικείμενα, και τέλος ένα πρόσωπο κατέβηκε από τη θέση του οδηγού. Και όλα αυτά σε διάστημα όχι πέραν των δύο λεπτών. Έπειτα μέχρι να φθάσει ο παραπονούμενος στον επίδικο χώρο και να διαπιστώσει την κλοπή παρήλθε χρονικό διάστημα μίας ώρας και 37 λεπτών.
Με δεδομένη τη διαπίστωσή μας ότι ουδεμία μαρτυρία δεν υποστηρίζει την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι κάμερες δεν κατέγραψαν οποιαδήποτε άλλη κίνηση, δεν φαίνεται πώς το γεγονός ότι ο εφεσείων βρισκόταν στον χώρο για δύο λεπτά, οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής για το αποδιδόμενο σε αυτόν αδίκημα της κλοπής.
Ούτε και συνδέεται ως θέμα κοινής ανθρώπινης εμπειρίας ότι ο εφεσείων στο διάστημα μεταξύ της ώρας που σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο μέχρι την ώρα που προσήλθε στον επίδικο χώρο ο παραπονούμενος και διαπίστωσε την κλοπή, διενήργησε το actus reus των αδικημάτων.
Σημειώνουμε συναφώς, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξέτασε τις θέσεις της Υπεράσπισης ως ακολούθως:
«Σε ότι αφορά τις θέσεις της Υπεράσπισης που υποβλήθηκαν στον ΜΚ1, ότι δηλαδή τόσο ο όγκος όσο και το μέγεθος αλλά και το βάρος της συγκεκριμένης περιουσίας που είχε κλαπεί δεν ήταν δυνατό να κλαπούν από το μοναδικό άτομο που είχε βρεθεί στην σκηνή αλλά και για το όχημα τύπου βαν τα οποία και καταδεικνύονται μέσω του Τεκμηρίου 2 ότι δεν ήταν δυνατό να χωρέσουν εντός αυτού και όλα τα αντικείμενα που απωλέσθηκαν, αρκεί και μόνο να αναφέρω ότι σύμφωνα με την Νομολογία (Αθηνής v. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 41 και Σταυρινού v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 706), το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει την μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει και να αξιολογεί διαζευκτικές εκδοχές ή πιθανότητες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται αλλά που ούτε καν μπορούν να προβληθούν στην απουσία μαρτυρικού υλικού. Οι όποιες διαζευκτικές πιθανότητες θα πρέπει να τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Στη συνέχεια, με παραπομπή στην HOSSAIN RABIUL ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2015) 2 Α.Α.Δ. 895, κατάληξε ως εξής:
«Οι υποβολές είναι αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο μάρτυρα να απαντήσει και, περαιτέρω, να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς. Όμως χωρίς να ακολουθήσει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές, οι υποβολές μένουν μετέωρες. Εν προκειμένω οι πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης με όλο τον προσήκοντα σεβασμό φρονώ πως σε καμία απολύτως περίπτωση δεν έχουν υποστηριχθεί με οιανδήποτε αποδεχτή μαρτυρία που να αποδεικνύουν και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα οι πιο πάνω υποβολές έχουν παραμείνει μετέωρες.»
Επισημαίνουμε ότι, η υπόθεση RABIUL (ανωτέρω) αφορούσε περίπτωση όπου το αποδειχτικό βάρος απόδειξης (evidential burden) βρισκόταν στους ώμους του κατηγορουμένου να αποδείξει ότι τα ποτά που διέθετε προς πώληση ενέπιπταν εντός νομοθετικής εξαίρεσης. Δεν αφορούσε δηλαδή περίπτωση στην οποία, όπως εν προκειμένω, η Κατηγορούσα Αρχή έφερε το νομικό βάρος απόδειξης να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εξ ου και λέχθηκαν στην RABIUL, (ανωτέρω) τα εξής:
«Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι υπό αμφισβήτηση ότι η άδεια που κατείχε ο Εφεσείων ως περίπτερο δεν του επέτρεπε είτε να εκθέτει προς πώληση, είτε να πωλεί οινοπνευματώδη ποτά. Ενώπιον του δικαστηρίου τέθηκε μαρτυρία ότι ο Εφεσείων εξέθετε προς πώληση κρασιά, ουίσκι και βότκα. Από τη στιγμή που ο Εφεσείων επέλεξε να μην καταθέσει ο ίδιος ή να καλέσει άλλη μαρτυρία, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το νομικό βάρος (legal burden) το είχε μέχρι τέλους η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την ενοχή του Εφεσείοντα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην προκειμένη περίπτωση απέσεισε το συγκεκριμένο βάρος, παρουσιάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι ο Εφεσείων εξέθετε προς πώληση στα ράφια του περιπτέρου του οινοπνευματώδη κρασιά, ουίσκι και βότκα. Ο Εφεσείων στον οποίο μεταφέρθηκε το μαρτυρικό βάρος (evidential burden) είχε το δικαίωμα να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει ότι ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν ευσταθούσε, π.χ. ότι δεν εξέθετε τέτοια ποτά, ή ότι τα ποτά που εξέθετε προς πώληση δεν ήταν οινοπνευματώδη, αλλά ποτά από «μεθυλικά οινοπνεύματα», τα οποία εξαιρούνται από το Νόμο. Ο Εφεσείων επέλεξε τη σιωπή, με αποτέλεσμα το δικαστήριο ορθά να καταλήξει ότι αποδείχθηκε η πρώτη κατηγορία.
Ο ισχυρισμός του Εφεσείοντα ότι οι υποβολές στον Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση ήταν αρκετές για να δημιουργήσουν αμφιβολία ως προς το κατά πόσο τα ποτά ήταν οινοπνευματώδη, δεν ευσταθεί. Η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου τίθεται με αποδεχτή μαρτυρία και όχι με υποβολές κατά την αντεξέταση. Οι υποβολές είναι αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο μάρτυρα να απαντήσει και, περαιτέρω, να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς. Όμως χωρίς να ακολουθήσει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές, οι υποβολές μένουν μετέωρες, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.»
Η εφαρμογή συνεπώς της RABIUL στην υπό κρίση υπόθεση δεν ήταν πρόσφορη.
Χρήσιμη θεωρούμε την παράθεση του σκεπτικού στην υπόθεση ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ΑΝΤΡΕΑΣ Ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑΣ, (2008) 2 ΑΑΔ 706, στην οποία και πάλι βασίσθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο:
«Πρόσθετα, ότι κανένας άλλος, εκτός βέβαια από τα ίδια τα αστυνομικά όργανα, δεν θεάθηκαν να κινούνται στο χώρο και ουδείς άλλος είχε πρόσβαση στο κλιμακοστάσιο. Ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική. Προς τούτο συνηγορούν οι υποθέσεις Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 41 και Φανιέρος ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 104. Εδώ, πέραν από μια προσπάθεια, ανεπιτυχή όμως, να εισαχθούν στη σκηνή άλλα τρίτα άτομα, καμιά ουσιώδης προς τούτο μαρτυρία δεν υπήρξε, ο δε εφεσείων σε σχετική ερώτηση στην ανακριτική κατάθεση του, Τεκμ. «30», ότι θεάθηκε με βάση μαρτυρία, να τοποθετεί ο ίδιος το μαύρο νάυλον σακούλι λίγο πριν την έφοδο της αστυνομίας, ζητώντας απ' αυτόν κάποια εξήγηση, απλώς είπε, «δεν απαντώ».»
Στην ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ (ανωτέρω) υπήρχε μαρτυρία ότι ουδείς άλλος είχε πρόσβαση στο συγκεκριμένο επίδικο χώρο. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που η προσπάθεια της Υπεράσπισης να εισαχθούν στη σκηνή τρίτα πρόσωπα, στην απουσία μαρτυρίας περί τούτου δεν μπορούσε να οδηγήσει στη διερεύνηση θεωρητικών εκδοχών. Τονίζουμε ότι εν προκειμένω, δεν υπήρχε μαρτυρία ότι άλλο πρόσωπο δεν είχε πρόσβαση στον επίδικο χώρο. Υπήρχε περιστατική μαρτυρία δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο εφεσείων βρισκόταν στον χώρο, πράγμα εντελώς διαφορετικό. Προκύπτει ότι ενώ στην ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ (ανωτέρω), η μαρτυρία η οποία υπήρχε επέτρεπε όπως η λογική προσέγγιση στο πλαίσιο της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας, να οδηγήσει σε κατάληξη περί ενοχής του εφεσείοντα, αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση υπάρχει κενό στην αλληλουχία των στοιχείων.
Δεν διαφωνούμε ότι και στις ποινικές υποθέσεις, εφαρμόζεται ο σχετικός κανόνας για τεκμηρίωση των θέσεων της Υπεράσπισης. Σημειώνουμε τα εξής λεχθέντα από το Εφετείο στην Α. Ν. Κ. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ.: 136/2022, 140/2022, ημερομηνίας 1.8.2025.
«Άδικα παραπονείται ο Εφεσείων για μη διερεύνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού τον οποίο προέβαλε στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 20, ερώτηση 14) εφόσον ο ίδιος δεν θυμόταν τα στοιχεία της ξαδέλφης για να τα δώσει στην Αστυνομία. Ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι κατά την αντεξέταση η παραπονούμενη δεν ερωτήθη οτιδήποτε περί τούτου, θεωρώντας αναμενόμενο ότι θα αντεξεταζόταν εν όψει της υπερασπιστικής γραμμής του Εφεσείοντος. Και ορθώς δεν προσέδωσε οποιαδήποτε βαρύτητα στον εν λόγω ισχυρισμό κατ' εφαρμογή του θεμελιακού κανόνα, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος της δικαιοσύνης, ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να θέσει τη θέση της στους μάρτυρες του αντιδίκου και σε περίπτωση παράλειψης, στην απουσία βάσιμης δικαιολογίας, το Δικαστήριο δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή της άλλης πλευράς (Adidas v. Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383, Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 599, Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551).»
Ο κανόνας αυτός όμως έχει τη σημασία του στις περιπτώσεις στις οποίες η Κατηγορούσα Αρχή έχει ήδη θέσει το υπόβαθρο που δύναται να οδηγεί σε καταδίκη. Το ζήτημα ηγέρθη και απαντήθηκε στην SBAIH IM IHAB v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2015) 2 Α.Α.Δ. 542, ως ακολούθως:
«Πρόκειτο συνεπώς για μια περιστατική μαρτυρία εναντίον του εφεσείοντος, η οποία, όπως είναι αναγνωρισμένο, δεν υστερεί με οποιονδήποτε τρόπο της άμεσης μαρτυρίας υπό την προϋπόθεση ότι η περιστατική μαρτυρία είναι συνεκτική σε βαθμό που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι κρίκοι της αλυσίδας που την αποτελούν έχουν οποιαδήποτε ουσιώδη ρωγμή, (Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας - ανωτέρω -, Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R. 73 και Σάββα ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 258). Υπήρχε όλο το υπόβαθρο για την ασφαλή καταδίκη του εφεσείοντος, ο οποίος δεν έδωσε οποιαδήποτε ένορκη μαρτυρία, ούτε και κάλεσε μάρτυρες εκ μέρους του, όπως ήταν βέβαια απόλυτο δικαίωμα του λαμβάνοντας όμως ταυτόχρονα τον κίνδυνο η εκδοχή που υπέβαλε μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής, να παραμείνει χωρίς τεκμηρίωση, (Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου) (ανωτέρω). Είναι με αυτή την έννοια που θα πρέπει να θεωρηθεί η θέση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ότι δεν είχε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία που να του επέτρεπε να εξαγάγει διαφορετικά συμπεράσματα ή που να έδειχνε ότι ο εφεσείων δεν ήταν το πρόσωπο…»
Υπενθυμίζουμε τα λεχθέντα στην SBAIH IM IHAB (ανωτέρω):
«Στην ποινική δίκη το βάρος που επωμίζεται η Κατηγορούσα Αρχή είναι να αποδείξει την υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτό στην πράξη ισοδυναμεί με την απόδοση του ευεργετήματος της όποιας λογικής αμφιβολίας στον κατηγορούμενο. Παγίως νομολογημένη είναι η αρχή ότι η απόδειξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και των λεπτομερειών της εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων όσον εύλογες και αν είναι, προς στοχειοθέτηση της παραβατικής συμπεριφοράς, (Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Ιωάννου ν. Σαμουρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 299, Σάκκος ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 510 και Σύλλογος Ανόρθωσις Αμμοχώστου ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 411).»
Προκύπτει, εν όψει όλων των ανωτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή των νομικών αρχών σε σχέση με τις θέσεις της Υπεράσπισης από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι οποίες, κατά συνέπεια, το οδήγησαν σε εσφαλμένη θεώρηση της περιστατικής ενώπιόν του μαρτυρίας.
Θα πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να καταλήξει ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής έχει αντέξει στη βάσανο της λογικής, και βεβαίως σε περίπτωση που αυτό ισχύει, τότε στην απουσία τεκμηρίωσης υποθετικών θέσεων της Υπεράσπισης, δύναται να καταδικάσει.
Στην παρούσα υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφενός δεν αποφάσισε το κατά πόσον ήταν εφικτό στο διάστημα για το οποίο ο εφεσείων καταγράφηκε στον χώρο να κλέψει τα επίδικα αντικείμενα και εσφαλμένα θεώρησε ότι υπήρχε μαρτυρία ότι ουδείς άλλος μετέβη στον χώρο.
Εν κατακλείδι, εν όψει όλων των πιο πάνω, θεωρούμε ότι ακόμη και αν ευσταθεί η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με τα πιο πάνω στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, εφόσον το όχημα το οποίο ήταν στην κατοχή του εφεσείοντα (στην απουσία άλλης εξήγησης) βρέθηκε στον επίδικο χώρο, το μοναδικό συμπέρασμα ήταν ότι και ο ίδιος βρέθηκε εκεί, δεν σημαίνει ότι ευσταθεί εξίσου η κατάληξή του περί της ενοχής του. Όπως επεξηγήσαμε ανωτέρω, η περιστατική μαρτυρία η οποία υπήρχε, δεν οδηγούσε στο μοναδικό συμπέρασμα ότι ο εφεσείων διέπραξε τα αδικήματα.
Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο έφεσης ουσιαστικά προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αξιολόγησε την περιστατική μαρτυρία ώστε να καταλήξει σε ενοχή. Εν όψει της πιο πάνω ανάλυσής μας οι δύο αυτοί λόγοι έφεσης επιτυγχάνουν και η πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούμε σε άλλους λόγους έφεσης.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, έφεση επιτυγχάνει και η καταδίκη ακυρώνεται. Ο εφεσείων αθωώνεται και απαλλάσσεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο