BORIS MINTS κ.α. v. PAVEL SHISHKIN, Πολιτική Έφεση Αρ.: E47/2024, 10/7/2026
print
Τίτλος:
BORIS MINTS κ.α. v. PAVEL SHISHKIN, Πολιτική Έφεση Αρ.: E47/2024, 10/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: E47/2024)

 

10 Ιουλίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1.    BORIS MINTS

2.    DMITRY MINTS

3.    ΕΛΕΝΑ ΑΤΑΜΟΒΙΤΣ ΧΑΤΖΗΚΩΝΣΤΑΝΤΗ

 

Εφεσείοντες/Εναγόμενοι

v.

 

PAVEL SHISHKIN

Εφεσιβλήτου/Ενάγοντος

--------------------

 

Λ. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντες

Α. Κουάλης με Χ. Τζαλαβρέτα (κα), για A. G. Erotocritou LLC, για Εφεσίβλητο

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Οι Εφεσείοντες, Εναγόμενοι 4, 5 και 6 στην αγωγή, προσβάλλουν το διάταγμα τύπου unless order του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 22.2.23, με το οποίο:

 

«… απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση 3, 4, 5 και 6 από του να υπερασπιστούν την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή να ακουστούν στη διαδικασία και/ή να προωθούν και/ή να προωθήσουν οποιαδήποτε άλλη διαδικασία και/ή διάβημα στην υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο μέχρις ότου αυτοί συμμορφωθούν πλήρως με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/03/2020 και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου».  

 

  Διευκρινίζεται πως η αίτηση εναντίον της εναγομένης 3 απεσύρθη εξαιτίας της συμμόρφωσης της μετά την καταχώριση της αίτησης. Απόπειρα των Εφεσειόντων να εξασφαλίσουν άδεια για καταχώριση αίτησης για certiorari, απέτυχε, τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό (Αναφορικά με αίτηση του Boris Minths κ.ά., Αίτ. αρ. 24/2023, ημερ. 15.3.23, ECLI:CY:AD:2023:D88, Αναφορικά με αίτηση του Boris Minths κ.ά., Πολ. Έφ. 25/2023, ημερ. 13.7.23).

 

Το αναφερόμενο, στο πιο πάνω διατακτικό, παλαιότερο διάταγμα ημερ. 24.3.20, στην πραγματικότητα ήταν αφενός διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων των Εφεσειόντων (και άλλων εναγομένων) μέχρι ποσού USD5.000.000 και αφετέρου υποβοηθητικό διάταγμα αποκάλυψης των περιουσιακών τους στοιχείων, των οποίων η αξία υπερβαίνει το ποσό των €5.000. Στα πλαίσια της αγωγής αποδίδεται στους Εφεσείοντες, μεταξύ άλλων, δόλια αποξένωση περιουσίας ημεδαπών  εταιρειών, οι οποίες είχαν αναλάβει την αποπληρωμή δανείου προς τον Εφεσίβλητο. Η έφεση, την οποίαν οι Εφεσείοντες καταχώρισαν εναντίον εκείνου του διατάγματος ημερ. 24.3.20, επίσης απερρίφθη (Boris Minths κ.ά. ν. Shishkin κ.ά., Πολ. Έφ. Ε69/2020 κ.ά., ημερ. 10.1.24). Τόσο στα πλαίσια εκείνης της έφεσης όσο και ενώπιον μας είναι δεκτό εκ μέρους των Εφεσειόντων ότι δεν έχουν καταχωρίσει οποτεδήποτε την ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσίας, όπως διέταξε το Δικαστήριο στις 24.3.20, ήτοι έξι και πλέον έτη μετά την έκδοση του.

 

Λόγοι Έφεσης

 

Οι Εφεσείοντες προσβάλλουν το διάταγμα τύπου unless order ημερ. 22.2.23 με τέσσερεις λόγους έφεσης. Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: (1) Θεώρησε ότι οι Εφεσείοντες γνώριζαν για τη σύνταξη του διατάγματος ημερ. 24.3.20 και ή για την πλήρωση του τεθέντος όρου περί κατάθεσης τραπεζικής εγγύησης ύψους €150.000 ως εγγύησης και ή δεν έλαβε υπ’ όψιν ότι το διάταγμα ημερ. 24.3.20 ουδέποτε επιδόθηκε στους Εφεσείοντες, (2) Θεώρησε ότι οι Εφεσείοντες δεν συμμορφώθηκαν με το διάταγμα ημερ. 24.3.20, δεδομένου ότι η προθεσμία των 45 ημερών για καταχώριση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης δεν ξεκίνησε να τρέχει, (4) Θεώρησε ότι στα πλαίσια των προϋποθέσεων έκδοσης unless order δεν απαιτείτο, κατ’ ελάχιστον, να πληρούντο οι προϋποθέσεις της παρακοής διατάγματος, (4) Με την εκκαλούμενη απόφαση παραβιάζονται οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και ή τα συνταγματικά δικαιώματα των Εφεσειόντων, αφού δεν μπορούν να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους στην αγωγή.

 

Στο περίγραμμα αγόρευσης των Εφεσειόντων, εν σχέσει με τον πρώτο λόγο έφεσης, παρατίθεται πληθώρα νομολογίας σχετική με την παρακοή διατάγματος, με κατάληξη την εισήγηση ότι για να στοιχειοθετηθεί παρακοή, πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πρόθεση ανυπακοής.  Προσθέτουν ότι δια των δικηγόρων τους άκουσαν μεν στις 24.3.20 την απαγγελία της απόφασης αλλά δεν ενημερώθηκαν για τη σύνταξη του διατάγματος, που έγινε στις 31.3.20, το δε συνταχθέν διάταγμα ουδέποτε επιδόθηκε σε αυτούς και ως εκ τούτου ουδέποτε έλαβαν γνώση για τούτο. Υποστηρίζουν ότι για να ετίθεντο σε ισχύ τα διατάγματα θα έπρεπε να κατατεθεί η εγγύηση και αφού δεν ενημερώθηκαν ποτέ για κάτι τέτοιο, έπεται πως δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να υπάρχει πρόθεση ανυπακοής προς δικαστική απόφαση, το κύρος και ή το περιεχόμενο της οποίας δεν ετέθη σε γνώση τους.

 

Εν σχέσει με τον δεύτερο λόγο έφεσης, οι Εφεσείοντες υποδεικνύουν στην αιτιολογία ότι σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 24.3.20, η αποκάλυψη θα έπρεπε να λάβει χώρα «εντός 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και ή λήψης του παρόντος διατάγματος» (Σημ.: Στο συνταχθέν διάταγμα, μετά τη λέξη «λήψης» υπάρχει και η λέξη «γνώσης»). Στο περίγραμμα τους παραθέτουν αριθμό αυθεντιών αναφορικά με περιπτώσεις κακής επίδοσης, υποστηρίζοντας ότι το διάταγμα ουδέποτε επιδόθηκε σε αυτούς και θα ήταν αντινομικό να ξεκινήσει ο υπολογισμός του χρόνου από τις 24.3.20 που απαγγέλθηκε η απόφαση. Εξ ου και, ως υποστηρίζουν περαιτέρω, δεν μπορούσε να υπάρξει δικαστικό εύρημα περί μη συμμόρφωσης ή πρόθεσης ανυπακοής, επαναλαμβάνοντας τα όσα ανέφεραν σε σχέση με τον πρώτο λόγο έφεσης.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης είναι αυτός ο οποίος αναδεικνύει την κεντρική εισήγηση των Εφεσειόντων. Υποστηρίζουν, τόσο στην αιτιολογία όσο και στο περίγραμμα τους, ότι η παρακοή είναι μια από τις προϋποθέσεις ούτως ώστε να μπορεί να εκδοθεί unless order, ότι για να υπήρχε παρακοή θα έπρεπε να υπάρξει επίδοση και πρόθεση ανυπακοής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι στην παρούσα δεν υπήρξε τέτοιο εύρημα ή ανάλυση των νομικών αρχών περί ένοχης διάνοιας και ότι το δρακόντειο μέτρο που επιβλήθηκε προϋποθέτει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, κάτι που απαιτεί την ύπαρξη προσωπικής επίδοσης, ως ανέλυσαν στον πρώτο και στον δεύτερο λόγο έφεσης.

 

Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο έφεσης στο περίγραμμα αγόρευσης οι Εφεσείοντες αναφέρονται στο συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα ακρόασης και υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επέλεξε να τους «τιμωρήσει» χωρίς να εξετάσει την ύπαρξη ηθελημένης πρόθεσης ανυπακοής, παραγνωρίζοντας την έλλειψη επίδοσης και άρα γνώσης των ιδίων για το διάταγμα ημερ. 24.3.20.

 

Διαπιστώνεται από τα ανωτέρω πως όλοι οι λόγοι έφεσης αλληλοσυμπλέκονται και για αυτό κρίνουμε πως ενδείκνυται η συνεξέταση τους.   

 

Εν πρώτοις θα πρέπει, με κάθε σεβασμό, να πούμε ότι διαφωνούμε με τη βασική εισήγηση των Εφεσειόντων πως «η παρακοή είναι μια από τις προϋποθέσεις για να μπορεί να εκδοθεί unless order». Δεν απαιτείται κάτι τέτοιο. Μια απλή πρωταρχική απόδειξη τούτου είναι το ότι το γνωστότερο διάταγμα τύπου unless order, ήτοι το διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων, υφ’ όρον απόρριψης της αγωγής σε περίπτωση μη παροχής της ασφάλειας, δεν προϋποθέτει τη διαπίστωση παρακοής άλλου προηγηθέντος διατάγματος. Είναι μάλιστα ενδεικτικό πως ειδικά για το διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Frederik Ljungstrom κ.ά. ν. Gunnar Nilsson κ.ά. (2017) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3177, έδωσε την ακόλουθη καθοδήγηση:

 

«Δραττόμεθα της ευκαιρίας, ως καθοδήγηση για τα Δικαστήρια, όταν τίθεται θέμα έκδοσης τέτοιου διατάγματος να περιλαμβάνεται σαφής πρόνοια στο διάταγμα ότι σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης παροχής ασφάλειας εξόδων εντός της υπό του Δικαστηρίου τασσόμενης προθεσμίας, τότε η Αγωγή ή άλλη διαδικασία, ανάλογα με την περίπτωση, να θεωρείται ως αυτομάτως απορριφθείσα με την παρέλευση της προθεσμίας, χωρίς να καθίσταται απαραίτητη η λήψη άλλου μέτρου για το σκοπό αυτό».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Στην πραγματικότητα το διάταγμα τύπου unless order δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα διάταγμα στο οποίο το Δικαστήριο καθορίζει προκαταβολικά και τις συνέπειες της τυχόν μη συμμόρφωσης με το διάταγμα ή με τον όρο τον οποίο έθεσε σε αυτό, κατά την έκδοση του. Την εξουσία αυτή την είχαν πάντοτε τα Δικαστήρια αλλά πρέπει καθηκόντως να προσθέσουμε ότι πλέον προβλέπεται ρητώς και στον κ.3.1(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Ο εν λόγω κανονισμός ουσιαστικά συνιστά κανονιστική ρύθμιση διαχρονικών νομολογιακών αρχών και είναι πανομοιότυπος με τον αντίστοιχο αγγλικό κανονισμό [CPR 3.1(3)]. Εξ ου και θεωρούμε χρήσιμα τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, 4η έκδοση, §11.103επ, σ.622, τα οποία έχουν ως εξής:

 

“A distinction needs to be made between bare orders, conditional orders and unless orders. Bare orders do not specify the consequences of non-compliance. The power to make an order subject to conditions, including a condition to pay a sum of money into court (that is, a “conditional order”), and the power to specify the consequences of failure to comply with the terms of an order (that is, an “unless” or “peremptory order”), is provided by CPR3.1(3):

[…]

The conditions that may be imposed in ordering a party to take a particular step, or the consequences that may be stipulated in all unless order, are very wide ranging. For example, an order may state that unless the claimant posts security for costs by a certain date its statement of case would be struck out. Or an order may direct that unless the defendant gives disclosure by a certain date, the defence will be struck out.

[…]

There is therefore a great variety of conditional and unless orders that the court may make, providing a wide range of flexible responses to party default.

The power to make such orders is not new. They have always been among the principal instruments by which the court controlled its proceedings”.

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Είναι αξιοσημείωτο πως τα δύο παραδείγματα, τα οποία παρατίθενται στο πιο πάνω απόσπασμα, αφορούν αφενός διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων και αφετέρου διάταγμα αποκάλυψης. Όπως αναφέραμε ήδη, η δυνατότητα αυτή επιβεβαιώνει πως, για την έκδοση διατάγματος τύπου unless order, δεν απαιτείται απαραιτήτως ούτε να προϋπάρχει άλλο παλαιότερο διάταγμα ούτε, κατά συνέπειαν, να στοιχειοθετείται παρακοή παλαιότερου διατάγματος.

 

Τα πιο πάνω δεν σημαίνουν ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει unless order και στην περίπτωση κατά την οποία προηγήθηκε ένα αρχικό διάταγμα το οποίο επιβάλλει κάποιαν υποχρέωση. Το αντίθετο μάλιστα, κατ’ εφαρμογήν της ερμηνευτικής αρχής εκ του ελάσσονος το μείζον (a minore ad maius), ήτοι εάν επιτρέπεται στην περίπτωση στην οποίαν δεν προηγήθηκε άλλο διάταγμα, τότε πολύ περισσότερο επιτρέπεται στην περίπτωση στην οποία προηγήθηκε διάταγμα το οποίο δεν τηρείται. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση British Gas Trading Ltd v. Oak Cash & Carry Ltd (2016) 4 All E.R. 129 (§38):

 

“The court usually only makes an unless order against a party which is already in breach. The unless order gives that party additional time for compliance with the original obligation and specifies an automatic sanction in default of compliance. It is not possible to look at an unless order in isolation. A party who fails to comply with an unless order is normally in breach of an original order or rule as well as the unless order”.

 

Στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε πρώτα, στις 24.3.20, διάταγμα υφ’ όρον κατάθεσης τραπεζικής εγγύησης ύψους €150.000. Από το συνταχθέν διάταγμα διαπιστώνεται πως εν τέλει κατατέθηκε το ισόποσο σε μετρητά στο Δικαστήριο. Ο Εφεσίβλητος, επικαλούμενος τη μη τήρηση (breach) του παλαιότερου αυτού διατάγματος, αποτάθηκε στο Δικαστήριο στις 25.9.20 ζητώντας ουσιαστικά τη στέρηση του δικαιώματος ακρόασης, μέχρι τη συμμόρφωση με το αρχικό διάταγμα. Παρά την ορολογία που χρησιμοποιείται, εντούτοις μια τέτοια διαδικασία δεν είναι ταυτόσημη με την αίτηση παρακοής, η οποία εκδικάζεται ως οιονεί ποινική διαδικασία, αλλά για διακριτή συμφυή δικαστική εξουσία, η οποία δεν στοχεύει στην τιμωρία. Ως εξηγείται στην Αζά ν. Αζά, Πολ. Έφ. Ε31/2023, ημερ. 30.11.23:

 

«Η εξουσία του Δικαστηρίου να αρνείται να ακούσει διάδικο ενόσω αυτός βρίσκεται σε παρακοή αποτελεί σύμφυτη εξουσία η οποία αποσκοπεί στο να καταστήσει αποτελεσματικά διατάγματα που έχουν ήδη εκδοθεί, εμπίπτει δε και στην ευρύτερη εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει τις ενώπιον του διαδικασίες προς παρεμπόδιση κατάχρησης (βλ. JSC BTA Bank v. Ablyazov (No. 8) Civ [2012] EWCA 1411, Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd a.o. (1983) 1 C.L.R. 348). H εξουσία δεν αποσκοπεί στην τιμωρία του μη συμμορφούμενου διάδικου αλλά στην διασφάλιση της δίκαιης δίκης, αποτελεί δε ζήτημα δημοσίου συμφέροντος».

 

Στη μνημονευόμενη στο πιο πάνω απόσπασμα υπόθεση JSC BTA Bank v. Ablyazov (ανωτέρω), η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, παρόμοιο διάταγμα (“… debarred from defendingunlessmakes proper disclosure of all his assets …”), το αγγλικό Εφετείο τόνισε ακριβώς τη ζωτική σημασία της ύπαρξης αποτελεσματικών δικαστικών εξουσιών και κυρώσεων, ως εξής:

 

“188. The authorities demonstrate that it is vital for the court, in the interests of justice, to have effective powers, and effective sanctions. Without these, it would be possible for a defendant (or, in a different situation, a claimant) to flout the orders of the court, which are the court’s considered means by which to keep the scales of justice for the parties even. If once it became known that the court was unable or unwilling to maintain the effectiveness of its orders, then it would lose all control over litigation of this kind, with terrible consequences for the administration of justice. Those wrongly accused of fraud would be relieved of a certain amount of inconvenience, but fraudsters would rejoice and hitch a fee ride to interminable litigation of the back of ill-gotten gains”.

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Οι Εφεσείοντες προβάλλουν ότι δεν γνώριζαν για την πλήρωση του όρου και κατά συνέπειαν για τη σύνταξη του διατάγματος ημερ. 24.3.20. Στην ένσταση, την οποίαν είχαν καταχωρίσει στις 25.2.21, υποστήριξαν ενόρκως ότι είχαν όλοι «λάβει γνώση έκδοσης της Ενδιάμεσης Απόφασης και όχι του συνταγμένου Διατάγματος το οποίο ποτέ δεν τους επιδόθηκε» (§8, Ε/Δ Πελαβά). Η εισήγηση αφορούσε το κατά πόσον το διάταγμα ήταν εφαρμοστέο (enforceable) και ορθώς την εξέτασε η πρωτόδικη Δικαστής. Υπέδειξε ορθώς πως από τον δικαστικό φάκελο προέκυπτε ότι η εγγύηση είχε κατατεθεί δεόντως και ότι το διάταγμα είχε συνταχθεί στις 31.3.20. Ορθώς προχώρησε να εξετάσει και τη γνώση των Εφεσειόντων, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό είχε τη σημασία του ως προς το κατά πόσον θα ασκούσε την ευχέρεια του υπέρ της έκδοσης του διατάγματος unless order. Ιδιαίτερα αφού στο συνταχθέν διάταγμα ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζετο σε 45 ημέρες είτε από την επίδοση είτε από τη λήψη γνώσης. Στη δε προστεθείσα οπισθογράφηση η τελευταία αναφορά εξειδικεύετο σε 45 ημέρες «από την ημερομηνία επίδοσης και ή λήψης γνώσης του παρόντος διατάγματος».

 

Όσον αφορά τη γνώση των Εφεσειόντων το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι αυτή τεκμαίρεται από το γεγονός ότι έλαβαν μέρος στη διαδικασία και από το ότι οι συνήγοροι τους εμφανίστηκαν στις 24.3.20 κατά την απαγγελία της απόφασης. Τα πιο πάνω δύο στοιχεία, τα οποία ουσιαστικά συμπτύσσονται σε ένα, ήτοι στη συμμετοχή των Εφεσειόντων στη διαδικασία, αποτέλεσαν το υπόβαθρο επί του οποίου το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγαγε το συμπέρασμα ότι οι Εφεσείοντες έλαβαν γνώση για την πλήρωση του τεθέντος όρου. Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη αυτή. Στην παρούσα, εκδίδοντας την απόφαση του ημερ. 24.3.20 το πρωτόδικο Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) τόνισε στην κατάληξη του:  

 

«Εδώ αφού έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο των εκδοθέντων Διαταγμάτων, το οποίο είναι μεν δραστικό αλλά αναγκαίο, και αφού συνεκτίμησα τους κινδύνους που συνεπάγεται η έκδοση των εν λόγω Διαταγμάτων, τα οποία συνιστούν ενδιάμεσες θεραπείες, αποφάσισα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και να επιβάλω όρο όπως ο Ενάγων/Αιτητής πριν από τη σύνταξη των Διαταγμάτων καταθέσει στον Πρωτοκολλητή τραπεζική εγγύηση ύψους €150.000 για κάλυψη τυχόν ζημιών στους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση σε περίπτωση που αυτές ήθελον προκληθεί συνεπεία τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης των Διαταγμάτων»

 

(έμφαση δοθείσα πρωτοδίκως)

 

Είναι σαφέστατο ότι επρόκειτο για διάταγμα υπό όρον (conditional order). Αυτό εσήμαινε πως θα συντάσσετο και θα καθίστατο εκτελεστό μόνο μετά τη συμμόρφωση του Εφεσίβλητου με τον όρο που έθεσε το Δικαστήριο κατά την έκδοση του (βλ. «Διατάγματα», Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμης, σ. 348). Εδώ, το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δώσει οδηγίες να μην συνταχθεί το διάταγμα εκτός εάν κατατίθετο η εγγύηση. Υπήρχε συνεπώς το ενδεχόμενο να μην τηρείτο ο τεθείς όρος, οπότε το διάταγμα δεν θα καθίστατο ποτέ εφαρμοστέο. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα «Διατάγματα» (ανωτέρω, σ. 191): «Από τη στιγμή που η παραχώρηση εγγύησης τεθεί ως όρος, τότε το διάταγμα δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ μέχρι να ικανοποιηθεί ο όρος».

 

Θα πρέπει εδώ να παρεμβάλουμε ότι στην αιτιολογημένη απόφαση του ημερ. 24.3.20, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι ο χρόνος συμμόρφωσης, σε σχέση με τα διατάγματα αποκάλυψης, «καθορίζεται σε 45 ημέρες». Αυτή η πρόνοια κατά τη σύνταξη του διατάγματος αποκάλυψης αποτυπώθηκε με τη φράση «εντός 45 ημερών  από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του παρόντος Διατάγματος», ως εξηγήσαμε πιο πριν. Δεν θα μας απασχολήσει το κατά πόσον καλώς ή κακώς συντάχθηκε με τον πιο πάνω τρόπο το διάταγμα σε σχέση με τον χρόνο συμμόρφωσης (Νικολαϊδου ν. Αττιπά κ.ά. (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1620). Εξετάζοντας όμως το θέμα από την ευνοϊκότερη για τον Εφεσίβλητο σκοπιά διαπιστώνουμε ότι πράγματι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ή έστω ένδειξη ότι οι Εφεσείοντες έλαβαν τουλάχιστον γνώση για την τήρηση του τεθέντος όρου και την έναρξη ισχύος του διατάγματος αποκάλυψης.

 

Αντιλαμβανόμαστε ότι ο Εφεσίβλητος είτε επέλεξε να μην προχωρήσει σε επίδοση είτε δεν κατόρθωσε να επιδώσει. Σε κάθε περίπτωση, η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι υπήρχε η γνώση των Εφεσειόντων «για την έκδοση» του διατάγματος δεν ισοδυναμούσε με γνώση για την τήρηση του τεθέντος όρου και τη θέση του διατάγματος σε ισχύ. Ο Εφεσίβλητος προχώρησε στις 25.9.20 στην κρινόμενη αίτηση χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο περί του ότι οι Εφεσείοντες έλαβαν γνώση για τη θέση σε ισχύ του διατάγματος. Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνουμε πως ήταν εσφαλμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «η στάση των καθ’ ων η αίτηση 4, 5 και 6 καταδεικνύει ότι πρόθεση τους είναι να μην συμμορφωθούν με το εκδοθέν Διάταγμα της 24.3.20».

 

Βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η πρόθεση τους αυτή κατέστη εμφανής πλέον, δεδομένου ότι δεν έχουν συμμορφωθεί ούτε έξι χρόνια μετά την παραλαβή της αίτησης με επισυνημμένο ως Τεκμήριο 1 το συντεταγμένο διάταγμα ημερ. 24.3.20. Πλην όμως αυτό δεν θα αναιρούσε το γεγονός ότι η επίμαχη αίτηση ήταν πρόωρη και εξ αυτού του γεγονότος κακώς η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε τότε υπέρ της έκδοσης διατάγματος unless order, με συνέπεια την απαγόρευση συμμετοχής των Εφεσειόντων στη διαδικασία. Ευελπιστούμε ότι θα επιλυθεί συντομότατα το ζήτημα αυτό για να μην προκληθεί οποιαδήποτε άλλη αχρείαστη καθυστέρηση στην ακρόαση της αγωγής.

 

Κατάληξη

 

Στη βάση των ανωτέρω η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση ημερ. 22.2.23 παραμερίζεται. Σε σχέση με την έφεση επιδικάζονται έξοδα ύψους €7.400 συν Φ.Π.Α. προς όφελος των Εφεσειόντων και εναντίον του Εφεσίβλητου.

 

Τα πρωτόδικα έξοδα της αίτησης επίσης επιδικάζονται προς όφελος των Εφεσειόντων και εις βάρος του Εφεσίβλητου ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο συν Φ.Π.Α.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.      

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο