ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε5/2025)
17 Ιουλίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]
[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ
Εφεσείουσα/Αιτήτρια
και
ΙΝΤΡΑΚΑΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ
ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΕΡΓΩΝ
Εφεσίβλητη/Καθ΄ ης η αίτηση
‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑
Αίτηση ημερ. 27.4.2026 για επίσπευση εκδίκασης της έφεσης
Δάφνη Νικολάτου με κα Μαριαλένα Κωνσταντίνου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την αιτήτρια
Στέλιος Οικονόμου, Παναγιώτα Δημητρίου και Ροδούλα Γεωργίου για Μ.Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την καθ΄ ης η αίτηση
‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Κατόπιν διαγωνισμού προσφορών ανατέθηκε στην αιτήτρια στην πρωτόδικη διαδικασία/εφεσίβλητη, η εκτέλεση του έργου «Μελέτη και Κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς, Τμήμα 1 - Φάση Α». Το συμφωνημένο ποσό συμβολαίου ήταν κατ’ αποκοπή €72.979.000 πλέον ΦΠΑ. Στο πλαίσιο του συμβολαίου, η εφεσίβλητη έδωσε αντίστοιχες οδηγίες προς τους καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 στην πρωτόδικη διαδικασία, για την έκδοση δύο εγγυητικών επιστολών. Η πρώτη κάλυπτε το ποσό της προκαταβολής που πλήρωσε η καθ’ ης η αίτηση 1 στην πρωτόδικη διαδικασία/εφεσείουσα προς την εφεσίβλητη, ήτοι €6.791.057,50 (η εγγυητική προκαταβολής) και η δεύτερη κάλυπτε την πιστή εκτέλεση του έργου για ποσό €7.297.900 (εγγυητική πιστής εκτέλεσης).
Από πολύ νωρίς προέκυψαν διαφορές μεταξύ των μερών με αποτέλεσμα στις 11.11.2024 αμφότερα τα μέρη να προβούν σε τερματισμό του συμβολαίου, επικαλούμενα βέβαια διαφορετικούς λόγους. Την επομένη κιόλας ημέρα, στις 12.11.2024, η εφεσείουσα υπέβαλε γραπτό αίτημα προς τους καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 για την είσπραξη των δύο εγγυητικών. Αντιδραστικά, η εφεσίβλητη καταχώρισε στις 14.11.2024 μονομερή αίτηση (την 10/2024) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, ζητώντας διάφορα απαγορευτικά διατάγματα, μεταξύ άλλων που να απαγορεύουν την είσπραξη των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών. Η αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε πριν την υποβολή απαίτησης, ορίστηκε, εκδικάστηκε και αποφασίστηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα συμφώνως των προνοιών των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Στην ακροαματική διαδικασία, έλαβε κανονικά μέρος και η εφεσείουσα, η οποία, με κάποιο τρόπο, κατέστη κοινωνός της δρομολογούμενης εναντίον της διαδικασίας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του ημερ. 25.11.2024 εξέδωσε απαγορευτικό διάταγμα είσπραξης σε σχέση μόνον με την εγγυητική πιστής εκτέλεσης (αιτητικό Β της πρωτόδικης αίτησης). Η απόφαση αυτή δεν άφησε κανένα από τα μέρη ικανοποιημένο, αφού η μεν εφεσείουσα καταχώρισε στις 4.12.2024 την παρούσα έφεση, προβάλλοντας συνολικά οκτώ λόγους έφεσης και η δε εφεσίβλητη με την «Ειδοποίηση Εφεσίβλητου» ημερ. 14.1.2025 υπέβαλε αντέφεση, προβάλλοντας δύο λόγους αντέφεσης.
Με την παρούσα Αίτηση ημερ. 27.4.2026, η εφεσείουσα ζητά όπως η έφεση και αντέφεση οριστούν για προδικασία και/ή όπως επισπευσθεί η εκδίκαση τους.
Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει υποστηρικτικά την Αίτηση (ορκισθείσα από ασκούμενο δικηγόρο στη Νομική Υπηρεσία), εκκρεμούν τουλάχιστον τέσσερεις άλλες αγωγές. Οι 547/2024 και 576/2024 μεταξύ του Γενικού Εισαγγελέα και της εφεσίβλητης και αντιστρόφως και οι 327/2025 και 328/2025 μεταξύ του Γενικού Εισαγγελέα και των καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 - των ελληνικών οργανισμών που εξέδωσαν τις εγγυητικές. Στις διαδικασίες αυτές προκύπτει να έχει προστεθεί/παρέμβει και η εφεσίβλητη. Στις αγωγές 327/2025 και 328/2025, η εφεσίβλητη έχει καταχωρίσει στις 22.12.2025 αιτήσεις αναστολής της διαδικασίας μέχρι εκδίκασης, μεταξύ άλλων, και της παρούσας έφεσης.
Οι προαναφερθείσες αιτήσεις αναστολής έχουν ως υπόβαθρο το γεγονός ότι εκκρεμεί αγωγή ενώπιον ελληνικού Δικαστηρίου που κινήθηκε από την εφεσίβλητη εναντίον της εφεσείουσας. Στην αγωγή αυτή φαίνεται να έχουν ήδη εξασφαλιστεί προσωρινά διατάγματα που απαγορεύουν την είσπραξη των εγγυητικών. Σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω ένορκη δήλωση - ενόψει των χρονοδιαγραμμάτων που καθορίζονται στους ελληνικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας - αναμένεται να εκδοθεί απόφαση στην πιο πάνω αγωγή τον Αύγουστο του 2026, γεγονός που ενδέχεται να καταστήσει την παρούσα έφεση άνευ αντικειμένου αν δεν εκδικαστεί σύντομα.
Εν όψει της αλληλοεπίδρασης της ελληνικής αγωγής και των εδώ αγωγών και διαδικασιών, η εφεσείουσα αποτάθηκε προς την εφεσίβλητη ώστε να ζητήσουν από κοινού επίσπευση εκδίκασης της παρούσας έφεσης, χωρίς όμως να υπάρξει από μέρους της θετική ανταπόκριση.
Πέραν των πιο πάνω, η εφεσείουσα στο πλαίσιο της αγωγής 328/2025 καταχώρισε αίτηση παραπομπής προδικαστικών ερωτημάτων προς το ΔΕΕ.
Ενόψει της πολλαπλότητας διαδικασιών και της διασυνοριακής φύσης που έχει προσλάβει η διαφορά, υφίσταται, σύμφωνα πάντα με τον ενόρκως δηλούντα, κίνδυνος συνέχισης παράλληλων διαδικασιών και έκδοσης αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων σε σχέση με τις εγγυητικές, αλλά και το «αρμόδιο φόρουμ». Η έγκαιρη εκδίκαση της έφεσης θα λειτουργήσει αποτρεπτικά έναντι τέτοιων εξελίξεων.
Το αίτημα επίσπευσης της εφεσείουσας προσέκρουσε στην Ένσταση της εφεσίβλητης ημερ. 5.6.2026. Στο πλαίσιο της Ένστασης, προβάλλονται 16 ειδικοί λόγοι ένστασης ενώ από πλευράς γεγονότων, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου, στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εφεσίβλητης. Μεταξύ των πολλών ισχυρισμών που προβάλλονται, είναι ότι η εφεσείουσα με τις πολλαπλές διαδικασίες που δρομολόγησε καταχράζεται τη δικαστική διαδικασία.
Στο πλαίσιο εκδίκασης της Αίτησης επίσπευσης, δώσαμε οδηγίες και καταχωρίστηκαν από τους συνηγόρους των μερών εμπεριστατωμένα περιγράμματα αγορεύσεων, τα οποία διεξήλθαμε με κάθε προσοχή. Περαιτέρω, κατά τη δικάσιμο δώσαμε την ευκαιρία στους ευπαιδεύτους συνηγόρους να αγορεύσουν προφορικά και να εστιάσουν σε σημεία και επιχειρήματα που θεωρούν ιδιαιτέρως σημαντικά. Το έπραξαν με ευγένεια και επαγγελματισμό.
Προτού εξετάσουμε την ουσία της αίτησης να παραθέσουμε κάποιες νομικές αρχές που άπτονται γενικά των αιτημάτων επίσπευσης. Τις αρχές αυτές είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία να τις παραθέσουμε στην υπόθεση MARSIMA CO LTD κ.ά. v. GSU LTD, Πολιτική Έφεση Ε10/26, ημερ. 5.6.2026, οπότε αναπαραγάγουμε πιο κάτω τα εκεί λεγόμενα μας:
«Παραθέτουμε απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση Marbale Universal Corp κ.ά. ν. Ananiev κ.ά., Πολ. Έφ. 5/2026, ημερ. 13.3.2026 όπου συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επίσπευσης:
«Οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 παρέχουν εξουσία στο Εφετείο για εκδίκαση έφεσης με επίσπευση και κατά προτεραιότητα έναντι άλλων παλαιότερων εφέσεων. Το Εφετείο συμφώνως των προνοιών του Μέρους 41.4(2)(δ) δύναται κατά το στάδιο της προδικασίας να δώσει οδηγίες για επίσπευση της ακρόασης της έφεσης. Περαιτέρω, δυνάμει των προνοιών του Μέρους 41.4(4) το Εφετείο, εφόσον το κρίνει ορθό, είναι δυνατόν να ορίσει έφεση για ακρόαση χωρίς να προηγηθεί προδικασία. Στην πρόσφατη υπόθεση Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολ. Έφ. Ε86/2025, ημερ. 22.12.2025 το Εφετείο υπό μονομελή σύνθεση προβαίνει σε επισκόπηση της σχετικής νομολογίας επί του θέματος αναφέροντας ότι η κατά προτεραιότητα εκδίκαση έφεσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ότι τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να προχωρήσει σε επίσπευση ακρόασης είναι κυρίως το κατεπείγον του ζητήματος που πρέπει να αποφασιστεί αλλά και ο επηρεασμός της πρωτοβάθμιας διαδικασίας, όταν η έφεση αφορά ενδιάμεση απόφαση σε αγωγή της οποίας η ακρόαση εκκρεμεί (βλ. Polykarpia Hotels Limited κ.ά. ν. Αντώνη Βασιλείου κ.ά., Πολ. Έφ. Ε83/2023, ημερ. 18.12.2023, Milla Global Inc. v. Flystar Holdings Limited κ.ά., Πολ. Έφ. Ε3/2025, ημερ. 29.4.2025). Άλλος σημαντικός λόγος που συνηγορεί στην έκδοση διατάγματος επίσπευσης έφεσης που αμφισβητεί ενδιάμεσο διάταγμα πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι όταν η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου αν αφεθεί η πρωτόδικη διαδικασία να προχωρήσει πριν την εκδίκαση της έφεσης (βλ. Λύρας κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (Αρ. 2) (1997) 1 Α.Α.Δ. 1441). Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Alpha Panareti Public Ltd κ.ά., Πολ. Αιτ. 61/2024, ημερ. 7.6.2024 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπό μονομελή σύνθεση στο πλαίσιο πρωτόδικης διαδικασίας για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari προέβη σε παρενθετικό σχόλιο (obiter dictum) σε σχέση με το χρόνο εκδίκασης έφεσης που αφορά ενδιάμεση απόφαση, σχετική μεταξύ άλλων, με την έκδοση απαγορευτικών προσωρινών διαταγμάτων. Τονίζεται ότι κάποιες εφέσεις είναι ορθό λόγω της φύσης τους να εκδικάζονται κατά προτεραιότητα. Εντούτοις επαναλαμβάνεται η αρχή ότι η απόφαση για κάτι τέτοιο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Εφετείου. Γίνεται επίσης στη Διογένους κ.ά. (ανωτέρω) αναφορά στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χατζημιτσή κ.ά., Πολ. Έφ. 311/2022 και 333/2022, ημερ. 18.06.2024 όπου στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος για εκδίκαση έφεσης κατά προτεραιότητα, κρίθηκε από το Εφετείο ότι οι κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 δεν δίδουν εξουσία για επίσπευση εκδίκασης μόνο κάποιων από τους λόγους έφεσης.
…
Σύμφωνα ακόμα με τη Διογένους κ.ά. (ανωτέρω):
«Λέχθηκε επίσης στην πιο πάνω υπόθεση [Unilever Plc v. Chefaro Proprietaries Ltd (Application for Expedited Appeal) [1995] 1 W.L.R. 243] ότι το Εφετείο αναγνωρίζει την ανάγκη να δικάσει και να οργανώσει ταχείες ακροάσεις όταν φαίνεται ότι, χωρίς τέτοια επίσπευση,
1.ένας διάδικος μπορεί να χάσει τα μέσα βιοπορισμού, την επιχείρηση ή την κατοικία του ή να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία ή εξαιρετικές δυσκολίες·
2. η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου·
3.η επίλυση πολλών υποθέσεων, που εξαρτώνται από την έκβαση μιας έφεσης, θα καθυστερήσει αδικαιολόγητα ή θα διαταραχθεί η ομαλή διαχείριση ομαδικών ή πολυμερών διαφορών σε κατώτερο δικαστήριο·
4.είναι πιθανό να συνεχιστούν εκτεταμένες αποκλίσεις στην νομολογία, με την προοπτική πολλαπλών εφέσεων έως ότου καθοριστεί η ορθή νομολογιακή πρακτική·
5.θα έβλαπτε σοβαρά τη χρηστή δημόσια διοίκηση ή τα συμφέροντα των πολιτών που δεν αφορά η υπό κρίση έφεση.
Όταν δεν πληρούνται αυτά τα κριτήρια, το Εφετείο συνήθως δεν επιτρέπει ταχεία εκδίκαση εφέσεων για παρεμπίπτοντα ζητήματα ή εφέσεις επί της ουσίας.
Θα πρέπει εντούτοις να τονιστεί ότι η αγγλική νομολογία παρότι βοηθητική δεν είναι πλήρως καθοδηγητική επί του θέματος με την έννοια ότι στην Κύπρο θα πρέπει να συνυπολογίζεται και να λαμβάνεται υπόψη το βεβαρυμμένο πρόγραμμα του Εφετείου, όταν ασκείται η διακριτική του ευχέρεια για επίσπευση εκδίκασης μιας έφεσης.
Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές από την πιο πάνω νομολογία ότι η κατά προτεραιότητα εκδίκαση μιας έφεσης, επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Εφετείου, το οποίο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης»».
Στα πιο πάνω θα προσθέταμε ότι, ιδανικά, ο χρόνος εκδίκασης της κάθε έφεσης θα πρέπει να είναι κατά πολύ βραχύτερος απ’ ότι είναι σήμερα. Η καθυστέρηση εκδίκασης - ενόψει του πλήγματος που επιφέρει στην απονομή της δικαιοσύνης - ήταν και ο κύριος λόγος της μεγάλης μεταρρύθμισης της Δικαιοσύνης που έλαβε χώρα το 2023 που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά και τη σύσταση του Εφετείου Κύπρου. Το Εφετείο, σε πρώτο χρόνο, κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον τεράστιο όγκο καθυστερημένων υποθέσεων (backlog) και από τα πρώτα στοιχεία που ανακύπτουν, φαίνεται να το πράττει με επιτυχία. Το κάθε αίτημα για επίσπευση εκδίκασης έφεσης - και έχουμε δικαστική γνώση ότι υποβάλλεται σωρεία τέτοιων αιτημάτων κάθε μήνα - όταν επιτύχει, επιβραδύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης του backlog. Κάθε έφεση που εκδικάζεται κατά προτεραιότητα σημαίνει ότι κάποια άλλη έφεση - ήδη καθυστερημένη - θα πρέπει να αναμένει περισσότερο χρόνο για να εκδικαστεί. Επαναλαμβάνουμε, ο χρόνος εκδίκασης των εφέσεων θα πρέπει να είναι πολύ βραχύτερος απ’ ότι είναι σήμερα και αυτός είναι ο απόλυτος στόχος τόσο του Εφετείου όσο και των άλλων Δικαστηρίων ευρύτερα. Ομοίως, η προσπάθεια αντιμετώπισης του backlog, συνεχίζεται και θα συνεχιστεί αγόγγυστα.
Συνεπώς, μολονότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα του διαδίκου να ζητά επίσπευση εκδίκασης της έφεσης του και όπου πληρούνται οι νομολογιακές και άλλες εφαρμοστέες αρχές, τα αιτήματα αυτά θα ικανοποιούνται, είναι συνετό να υπάρχει επίγνωση του «περιβάλλοντος» ως περιγράφεται πιο πάνω, όπου αυτά υποβάλλονται.
Επί της ουσίας, θα πρέπει κατ’ αρχάς να επισημάνουμε ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. Υπενθυμίζουμε ότι η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε στις 25.11.2024 και η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 27.4.2026. Η θέση ότι γίνονταν διαβουλεύσεις με την πλευρά της εφεσίβλητης ώστε να υποβληθεί από κοινού αίτημα επίσπευσης δεν είναι ικανοποιητική. Η καθυστέρηση, όπου υπάρχει, αποδυναμώνει το όποιο επιχείρημα περί ανάγκης εκδίκασης κατά προτεραιότητα. Πέραν τούτου όμως, στην προκειμένη περίπτωση η καθυστέρηση υπήρξε καταλυτική υπό την έννοια ότι οι διαδικασίες τις οποίες επικαλείται η εφεσείουσα ότι θα επηρεαστούν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό από την παρούσα έφεση, είναι διαδικασίες που προέκυψαν κατά την περίοδο της καθυστέρησης - πλείστες εκ των οποίων δρομολογήθηκαν από την ίδια την εφεσείουσα.
Η συντελεσθείσα καθυστέρηση δεν είναι άσχετη και με τη προβαλλόμενη θέση της εφεσείουσας ότι η απόφαση του ελληνικού Δικαστηρίου που αναμένεται να εκδοθεί του Αύγουστο του 2026, ενδέχεται να καταστήσει την παρούσα έφεση άνευ αντικειμένου. Χωρίς βεβαίως να ασπαζόμαστε τη θέση αυτή, θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής σημαντικά:
H ακρόαση ενώπιον του ελληνικού Δικαστηρίου έγινε στις 11.12.2025 με προθεσμία έκδοσης απόφασης, ως αναφέρεται, τους οκτώ μήνες (μέχρι 11.8.2026). Αναφύεται επομένως το ερώτημα, γιατί τότε η εφεσείουσα ανέμενε να εξαντληθούν οι τεσσερισήμισι από τους οκτώ μήνες μέχρι να καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση; Το ερώτημα αυτό καθίσταται ουσιώδες, με δεδομένο ότι η Αίτηση επίσπευσης θα έπρεπε να επιδιδόταν στην άλλη πλευρά, να της διδόταν χρόνος για την καταχώριση ένστασης, να οριζόταν δικάσιμος για ακρόαση (ορίστηκε 23.6.2026) και στη συνέχεια να εκδιδόταν απόφαση. Κατόπιν - σε περίπτωση επιτυχίας - η έφεση να οριζόταν για προδικασία (ως η ίδια η εφεσείουσα ζητά), να διδόταν χρόνος για την καταχώριση των περιγραμμάτων αγόρευσης, να οριζόταν δικάσιμος για ακρόαση και να εκδιδόταν και η τελική απόφαση του Εφετείου. Όλα αυτά πριν τις 11.8.2026, ώστε να «προλάβει» την απόφαση του ελληνικού Δικαστηρίου; Το ερώτημα αυτό δεν απαντήθηκε ικανοποιητικά από την εφεσείουσα. Το δε εγχείρημα ως περιγράφεται πιο πάνω, ήταν εξαιρετικά δύσκολο και κατέστη τέτοιο λόγω της ολιγωρίας της εφεσείουσας.
Απ΄ εκεί και πέρα θα πρέπει να τονισθεί και η ενδιάμεση φύση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο πλαίσιο τέτοιων αιτήσεων είναι καθορισμένο και περιορισμένο. Εξετάζεται, κατά κύριο λόγο, η εκπλήρωση ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ώστε να αποφανθεί το Δικαστήριο αν θα ασκήσει ή όχι τη διακριτική του ευχέρεια στην έκδοση αιτούμενου διατάγματος. Τίποτε πέραν αυτού. Δεν αποφασίζεται η ουσία της διαφοράς. Τουναντίον. Τα επίδικα θέματα, θα πρέπει να αφήνονται ανοικτά για την κυρίως δίκη και απαρέγκλιτα να αποφεύγεται η όποια τοποθέτηση τείνει να δεσμεύσει τα διάδικα μέρη στη μετέπειτα διαδικασία (βλ. σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη - σελ. 121-123). Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ιδωθούν οι όποιες τοποθετήσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην εκκαλούμενη απόφαση ημερ. 25.11.2025 - ως μη δεσμευτικές δηλαδή για τη μετέπειτα διαδικασία και πολύ περισσότερο για τις όποιες άλλες εκκρεμούσες διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων ή και τρίτων.
Η πιο πάνω αρχή ισχύει βεβαίως και για την υποτιθέμενη ερμηνεία του όρου 4.2 του Συμβολαίου «Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου». Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προχώρησε σε [δεσμευτική] ερμηνεία του όρου αυτού, εξού και η χρησιμοποίηση φράσεων στην πρωτόδικη απόφαση όπως «έχω διαβάσει επιδερμικά το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής…» (σελ. 32) και «στην προκειμένη περίπτωση εκ πρώτης όψεως παρατηρώ ότι δεν εκπληρώθηκε η απαιτούμενη προϋπόθεση» (σελ. 34). Κατά την εκδίκαση της έφεσης, το ίδιο θα πράξει και το Εφετείο. Θα εξετάσει δηλαδή κατά ποσό ορθά ή όχι ασκήθηκε η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο περιορισμένο και καθορισμένο πλαίσιο που έχουμε παραθέσει πιο πάνω. Δεν θα προχωρήσει σε τελική και δεσμευτική ερμηνεία του όποιου συμβατικού όρου.
Συνεπώς, η θέση της εφεσείουσας που άπτεται της ανάγκης εκδίκασης της έφεσης κατά προτεραιότητα λόγω επηρεασμού άλλων διαδικασιών, ως εκ της υποτιθέμενης ερμηνείας του πιο πάνω όρου 4.2, απορρίπτεται. Επί του προκειμένου θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η θέση αυτή ήταν έτσι και αλλιώς ετεροχρονισμένη, υπό την έννοια ότι γίνεται επίκληση της για πρώτη φορά στο περίγραμμα αγόρευσης της εφεσείουσας. Δεν γίνεται αναφορά στην ίδια την Αίτηση επίσπευσης (ή στην Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει), όπως θα έπρεπε. Άρα, είναι εγγενώς απορριπτέα η εν λόγω θέση και γι’ αυτόν τον λόγο.
Σε σχέση με την αίτηση για την παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ (που συνοδεύεται από αίτημα αναστολής εκδίκασης της αίτησης της εφεσίβλητης για αναστολή της διαδικασίας ημερ. 22.12.2025) που υποβλήθηκε από την εφεσείουσα στο πλαίσιο της αγωγής 328/2025 που η ίδια καταχώρισε, παρατηρούμε ότι η ουσία του ερωτήματος αφορά στο ποια από τις δύο διαδικασίες - της Κύπρου ή της Ελλάδας - θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να ανασταλεί και κατά πόσο η συμπεριφορά του εργολάβου (της εφεσίβλητης) να κινηθεί στην Ελλάδα είναι καταχρηστική. Δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η έκβαση της αίτησης αυτής, πόσο μάλλον του ερωτήματος αν τελικά παραπεμφθεί στο ΔΕΕ. Διαπιστώνουμε όμως ότι το ίδιο το ερώτημα, σε μικρό η μεγάλο βαθμό, τείνει να θέσει υπό αμφιβολία τη δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων. Μπορούμε βέβαια να κατανοήσουμε τους λόγους υποβολής του ερωτήματος, αλλά ως ενέργεια, αντιστρατεύεται του εδώ αιτήματος για ταχεία εκδίκαση. Το προδικαστικό ερώτημα βέβαια αφορά την αγωγή 328/2025. Η αρχή όμως είναι η ίδια. Ζητείται η ταχεία εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Εφετείου της χώρας, που η ίδια η εφεσείουσα, ζητά τη συνδρομή του ΔΕΕ, ώστε να επιβεβαιώσει ουσιαστικά, ότι οι δρομολογηθείσες διαδικασίες δεν θα πρέπει να ανασταλούν. Για τις αρχές που διέπουν την παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ παραπέμπουμε ενδεικτικά στις υποθέσεις Αργυρώ Παπατρύφωνος ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε73/2024, ημερ. 27.1.2025, Arthur Yermolaev v. Κεντρική Αρχή - Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 03/2026, ημερ. 18.2.2026 και Mark Colin Barrow κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 115/2026, ημερ. 21.5.2026.
Πέραν των πιο πάνω, ούτε και οι γενικότερες αναφορές περί κινδύνου συνέχισης παράλληλων διαδικασιών ή έκδοσης αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων, δημιουργούν υπόβαθρο για έγκριση της Αίτησης.
Εν όψει όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €4.500 έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο