ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΚΩΣΤΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 129/2023, 11/8/2026
print
Τίτλος:
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΚΩΣΤΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 129/2023, 11/8/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ. 129/2023)

 

11 Αυγούστου 2026

 

[Χ. Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΚΩΣΤΑ

Εφεσείων

 

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εφεσίβλητης

_____________________

 

Γ. Πολυχρόνης με Γ. Εφφέ για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Α. Ματθαίου (κα) για Γενικόν Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Με απόφασή του ημερομηνίας 24.5.23 το Κακουργοδικείο Λεμεσού έκρινε ένοχο τον Εφεσείοντα επί τω ότι:

 

(1)     Στις 3.7.21 εσκεμμένως και παρανόμως έθεσε φωτιά σε δέντρα μη εκκοπέντα, δενδρύλια και θάμνους, υπό καλλιέργειαν, φυσικώς φυόμενα ή μη, η οποία κατέκαυσε έκταση 44,49 τ.χλμ γης, κατά παράβαση του Άρθρου 317(γ) του Ποινικού Κώδικος (Κατηγορία 1).

 

(2)     Στις 3.7.21 άναψε φωτιά στην ύπαιθρο χωρίς άδεια κατά παράβαση του Άρθρου 4 του περί Προλήψεως Πυρκαϊών στην Ύπαιθρο Ν.220/88 (Κατηγορία 2).

 

(3)     Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Απριλίου του 2021 και της 3ης Ιουλίου του 2021, αλλά σε διαφορετικό χρόνο από τις πιο πάνω κατηγορίες, άναψε φωτιά στην ύπαιθρο χωρίς άδεια, κατά παράβαση του Άρθρου 5 του περί Προλήψεως Πυρκαϊών στην Ύπαιθρο Ν.220/88 (Κατηγορία 3).

 

Το Κακουργοδικείο επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης οκτώ ετών, ενός έτους και έξι μηνών αντίστοιχα. Ο Εφεσείων προσβάλλει με επτά λόγους έφεσης συνολικά την καταδίκη του και με ένα λόγο έφεσης μόνο τη φυλάκιση οκτώ ετών, η οποία επεβλήθη στην Κατηγορία 1.

 

Πρωτόδικη Διαδικασία

 

Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Δημοκρατία κάλεσε 15 μάρτυρες ενώ ο Εφεσείων μετά την κλήση του σε απολογία άσκησε το δικαίωμα σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες.

 

Το Κακουργοδικείο στην απόφασή του αρχικά συνήγαγε κάποια γεγονότα ως αναντίλεκτα. Ειδικότερα, σημείωσε ως τέτοια:

 

1)       Ότι το περιβόλι του Εφεσείοντος ευρίσκεται περί τα 800 έως 1000μ έξω από τον Αρακαπά και ότι στην πάνω πλευρά του εφάπτεται του κύριου δρόμου από το Καλό Χωριό προς Αρακαπά ενώ στην κάτω πλευρά του με την κοίτη του ποταμού Λουβαριώτη (εφεξής «ο ποταμός»).

 

2)       Ότι το χωράφι του Εφεσείοντος είναι κατηφορικό προς τον ποταμό και χωρίζεται σε «πάγκους» (δόμες).

 

3)       Ότι η πρόσβαση στην κοίτη του ποταμού, κάτω από το χωράφι του Εφεσείοντος, δύναται να επιτευχθεί μέσω του περιβολιού του, λόγω της ύπαρξης καλαμιώνων και άγριας βλάστησης.

 

4)       Το τμήμα του χωραφιού, το οποίο αποτελεί το περιβόλι του Εφεσείοντος είναι εξ αδιαιρέτου μερίδιο σε τεμάχιο. Το γειτονικό μερίδιο, προς Καλό Χωριό ανήκει στον σύγαμπρό του, τον Προκόπη Αγαθαγγέλου, και το τρίτο μερίδιο, το οποίο ευρίσκεται κάτω στον ποταμό και δεν εφάπτεται στον δρόμο, ανήκει στον άλλο σύγγαμπρό τους, τον Νίκο Σφυρή (Μ.Κ. 7).

 

5)       Ότι στις 26.6.21, δηλαδή μια εβδομάδα πριν τη φωτιά που αναφέρεται στις Κατηγορίες 1 και 2, εκδηλώθηκε επίσης φωτιά στην κοίτη του ίδιου ποταμού, σε σημείο δεξιότερα του περιβολιού του Εφεσείοντος, προς το Καλό Χωριό (κάτω από το «σπιτούι το άσπρο»), η οποία κατασβέστηκε έγκαιρα και τοποθετήθηκε γύψος μέχρι το σημείο που είχε σταματήσει η φωτιά, εντός της κοίτης του ποταμού (ούτως ώστε να διακρίνονται τα όρια της από τη μεταγενέστερη μεγάλη πυρκαγιά).

 

Κατά την ακρόαση δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα και μεταξύ αυτών ότι:

 

α)       Στις 3.7.21 έγινε αντιληπτή φωτιά μέσα στην κοίτη του ποταμού, η οποία μέσα σε λίγες ώρες έλαβε τεράστιες διαστάσεις, επεκτεινόμενη σε τουλάχιστον 10 γειτονικές κοινότητες (Διερώνα, Επταγώνια, Ακαπνού, Οδού κ.ά.).

 

β)       Στις προσπάθειες κατάσβεσής της ενεπλάκησαν διάφορα κυβερνητικά τμήματα και υπηρεσίες (Πυροσβεστική, Τμήμα Δασών, Έπαρχος, Θήρα κ.λπ), εθελοντές πυροσβέστες και κάτοικοι της περιοχής.

 

γ)        Η φωτιά τέθηκε υπό έλεγχο την επόμενη ημέρα, 4.7.21, αφού κατέκαυσε έκταση 44,49 τ.χλμ γης και δη δασικά δέντρα, θάμνους, φρύγανα, οπωροφόρα δέντρα, φυτείες, θερμοκήπια, κατοικίες, αποθήκες, γεωργικά μηχανήματα ή εξοπλισμό, οχήματα, φάρμες, οικόσιτα ζώα και άλλη περιουσία.

 

δ)       Η πρώτη κλήση στην επίσημη γραμμή επικοινωνίας (1407) για την αναφορά δασικών πυρκαγιών έγινε στις 3.7.21 και ώρα 13:46. Το βράδυ της ίδιας ημέρας και ώρα 22:02, το ΤΑΕ Λεμεσού συνέλαβε ως ύποπτο τον Εφεσείοντα.

 

ε)        Στις 4.7.21 στην Οδού εντοπίστηκαν τέσσερα απανθρακωμένα πτώματα Αιγύπτιων εργαζομένων στην περιοχή.

 

στ)     Το συνολικό ύψος των ζημιών ανήλθε σε €15.318.798, εκ των οποίων το ποσό των €11.612.766 αφορούσε ζημιές σε γεωργικές καλλιέργειες και σε μέσα παραγωγής.

 

ζ)        Το περιεχόμενο της κατάθεσης του Αστ. 4052, Τεκμήριο 34, με βάση την οποία σε έρευνα στο αυτοκίνητο του Εφεσείοντα στις 4.7.21 εντοπίστηκαν δύο αναπτήρες, για τους οποίους τού επέστησε την προσοχή και ο Εφεσείων έδωσε απάντηση.

 

Αξιολογώντας τη μαρτυρία και με εξαίρεση κάποια επιμέρους σημεία, το Κακουργοδικείο κατά βάσιν δέχθηκε αυτήν ως αξιόπιστη. Διετύπωσε σχετικά ευρήματα και στη βάση τους έκρινε ότι, αν και δεν υπήρχε άμεση μαρτυρία, εντούτοις η υπάρχουσα περιστατική μαρτυρία «έχει τέτοια συνεκτικότητα η οποία οδηγεί μονοδρομικά στο συμπέρασμα ενοχής».

 

Λόγος Έφεσης 1 – Δίκαιη Δίκη – Παρωπιδισμός (Tunnel Vision)

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι ο Εφεσείων δεν είχε δίκαιη δίκη εξαιτίας της παράλειψης των ανακριτικών Αρχών να διερευνήσουν άλλες πτυχές της υπόθεσης και ή άλλους υπόπτους, το δε Κακουργοδικείο εσφαλμένα απέρριψε τη θέση ότι υπήρξε παρωπιδισμός (tunnel vision) από τις ανακριτικές Αρχές.

 

Στην αιτιολογία και το διάγραμμα υποστηρίζεται πως εσφαλμένα απερρίφθη η εισήγηση ότι υπήρξε πλημμελής αστυνομική διερεύνηση αφενός, σε σχέση με άλλον πιθανό δράστη για την πυρκαγιά και αφετέρου, σε σχέση με την πιθανότητα να μην υπήρξε κακόβουλη ενέργεια (εμπρησμός) αλλά η πυρκαγιά να οφείλεται σε άλλες αιτίες, οι οποίες δεν αποκλείστηκαν ή και δεν διερευνήθηκαν καθόλου.

 

Ως προς την έννοια του όρου «παρωπιδισμός» ο Εφεσείων παρέπεμψε στην καναδική υπόθεση R. v. Chapman (2013) BCPC 0232. Πρόκειται για πρωτόδικη απόφαση, στην οποία ο καναδός Δικαστής ορμώμενος από τα έντονα συναισθήματα των συγγενών του τρίχρονου θύματος της επίθεσης και την εκφρασθείσα ισχυρή πεποίθηση εκείνων κατά τη μαρτυρία τους ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένοχος, ανέφερε τα εξής:

 

«[28] Tunnel vision is when people convince themselves a theory is true, and then focus only on consistent evidence, and disregard evidence that is inconsistent with the theory. Tunnel vision can happen not only to concerned and emotionally involved family members, but there have been several regrettable high profile cases in Canada where it has been later established the accused were wrongfully convicted as a result of the tunnel vision of the justice system professionals.»

 

Το  Εφετείο είχε την ευκαιρία να σχολιάσει την ως άνω υπόθεση και στην υπόθεση  Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριακίδη κ.ά. Ποιν. Εφ. 142/22, ημερ. 12.2.26 και πάλι σε συνδυασμό με εισήγηση για παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Υπήρξε δε παραπομπή στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 141/23, ημερ. 20.10.23, στην οποία τονίστηκε ότι:

 

«Το δικαίωμα δίκαιης δίκης επεκτείνεται και στο ανακριτικό στάδιο (βλ. Ibrahim a.o. v United Kingdom Application No 50541/08, 50571/08, 5057/08 and 40351/09 ημερ. 13.9.2016 [Grand Chamber], παρ. 254, 255). Για να υπάρξει επηρεασμός του δικαιώματος δίκαιης δίκης λόγω παραλείψεων των ανακριτικών αρχών, οι παραλείψεις θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, θέτοντας τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής, το δε βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων βρίσκεται στους ώμους του κατηγορούμενου (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 376 Ζωδιάτης ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 236/17, ημερ. 9.7.2018, και Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 5/20, ημερ. 30.7.2021). Συμφώνως της απόφασης στην Ibrahim (ανωτέρω) το κατά πόσο υπήρξε επηρεασμός του δικαιώματος δίκαιης δίκης, κρίνεται υπό το φως του συνόλου της ποινικής διαδικασίας (βλ. Παρ. 191‑196), θέση η οποία αντανακλάται και στη δική μας νομολογία.»

 

Στην παρούσα περίπτωση το βασικό επιχείρημα του Εφεσείοντος είναι ότι εξαρχής δημιουργήθηκε «μία έντονη πεποίθηση ενοχής εναντίον του», όταν οι συγχωριανοί του άρχισαν να διαδίδουν πως αυτός ήταν ο δράστης, ότι η Αστυνομία προτού έχει στη διάθεσή της τις εκθέσεις του εμπειρογνώμονα Μ.Κ.12 προσπάθησε να συνδέσει τη μεγάλη πυρκαγιά με τον σωρό από καψαλισμένα χόρτα, που εντοπίστηκε στο χωράφι του (Εφεσείοντος) και τέλος ότι μόνον μετά που ο Μ.Κ.12 απέκλεισε τον σωρό, ως το σημείο έναρξης, η Αστυνομία κατηύθυνε τη διερεύνηση σε άλλους αυτόπτες μάρτυρες, ρωτώντας όμως και πάλι μόνο για τις κινήσεις του Εφεσείοντος. Κατά τη θέση του, ουδεμία ενέργεια έγινε προς εξεύρεση άλλου πιθανού δράστη ή υπόπτου, παρά τις ισχυρές ενδείξεις, όπως για παράδειγμα για τον Μ.Κ.7 (Σφυρή) ο οποίος «ήταν εξίσου και ή περισσότερο ύποπτος από τον Εφεσείοντα».

 

Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του Εφεσείοντος. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο το οποίο να τείνει έστω να δείξει ότι παρεισέφρησε παρωπιδισμός κατά τη διερεύνηση ή ότι υπήρξαν οποιεσδήποτε παραλείψεις οι οποίες έθεσαν τον ίδιο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής, ούτως ώστε να δικαιολογείται η απαλλαγή του για ένα τέτοιο λόγο (Νικολάου v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 376). Κατ' αρχάς η ίδια η εισήγηση καταδεικνύει πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε εμμονή ότι το σημείο έναρξης και η αιτία της μεγάλης πυρκαγιάς στις 3.7.21 ήταν αντίστοιχα ο σωρός και το καψάλισμα χόρτων εντός του περιβολιού του Εφεσείοντος. Αυτό, δεδομένου ότι ναι μεν οι ανακριτές είχαν αρχίσει τη λήψη καταθέσεων αλλά μόλις είχαν, μετά από λίγες ημέρες, στη διάθεσή τους την άποψη του ειδικού Μ.Κ.12, ο οποίος απέκλεισε τον σωρό ως το σημείο έναρξης της μεγάλης πυρκαγιάς, έστρεψαν καθηκόντως την προσοχή τους στην αρχική εστία της, την οποία αυτός υπέδειξε και δη στην κοίτη του ποταμού (βλ. Έγγραφο «Σ»).

 

Ούτε βέβαια ισχύει η θέση ότι δεν διερεύνησαν άλλες αιτίες. Ακριβώς αυτό ήταν το καθήκον που ανέλαβε ο Μ.Κ.12, ήτοι «τη διερεύνηση των αιτιών της μεγάλης πυρκαγιάς» (βλ. Έγγραφο «Σ»). Το ότι κατέληξε σε συμπέρασμα πως «η πυρκαγιά αυτή τέθηκε σκόπιμα από άγνωστο/α πρόσωπο/α μέσα σε κοίτη ποταμού» δεν είναι λογικό να εξισώνεται με μη διερεύνηση. Εξίσου λογικό και αναπόφευκτο ήταν το ότι η διερεύνηση στράφηκε πλέον προς άτομα τα οποία είχαν αφενός πρόσβαση στο υποδειχθέν σημείο έναρξης της φωτιάς (κοίτη του ποταμού) και αφετέρου ευκαιρία να ανάψουν τη φωτιά. Υπενθυμίζεται δε ότι και κατάθεση έχει ληφθεί από τον Σφυρή αλλά και έχει κληθεί αυτός ως μάρτυς (Μ.Κ.7), τιθέμενος έτσι στη διάθεση του Εφεσείοντος για αντεξέταση. Ας σημειωθεί πως σε καμμιά περίπτωση δεν τού υπεβλήθη ότι αυτός ήταν ο δράστης.

 

Εννοείται ότι, τόσο για όλα τα πιο πάνω όσο και για άλλα θέματα, για τα οποία ο Εφεσείων παραπέμπει σε αποσπάσματα από τη δοθείσα στο Κακουργοδικείο μαρτυρία, αφενός ο ίδιος είχε την ευκαιρία αντεξέτασης και αφετέρου όλα θα ετίθεντο ούτως ή άλλως στην τελική κρίση του Κακουργοδικείου. Διευκρινίζουμε ότι και στην υπόθεση R. v. Chapman (ανωτέρω) κρίθηκε πως δεν υπήρχε καμμιά μαρτυρία για παρωπιδισμό εκ μέρους της Αστυνομίας ή της Πολιτείας και, όπως με έμφαση τονίστηκε, «...it is the responsibility of a trial judge to take into consideration all of the admissible evidence in determining whether the evidence establishes guilt beyond a reasonable doubt».

 

Το ουσιώδες λοιπόν είναι πως όλα αυτά τα ζητήματα τα οποία τίθενται τώρα υπό το πέπλο παρωπιδισμού, είναι ζητήματα τα οποία εν τέλει εξετάζονται από το εκδικάζον Δικαστήριο, το οποίο έχει τον τελικό έλεγχο και εν συγκρίσει με τους υπόλοιπους παράγοντες της δίκης, την ύψιστη όλων υποχρέωση να αποτρέψει τον κίνδυνο εσφαλμένης καταδίκης. Όπως αναφέρεται σε άλλη, δευτεροβάθμια καναδική απόφαση, την οποία επίσης παρέθεσε ο Εφεσείων, ήτοι στην R v. Spackman (2009) Can LII 37920 (ON SC):

 

«Thus, it is important that everyone involved in the administration of justice ‑‑ police officers, Crown Attorneys, defence counsel and judges ‑‑ be alert to the possible incidence of tunnel vision and the risks of wrongful convictions it presents in the circumstances of any given case».
 

Οι ίδιες αρχές προκύπτουν και μέσα από την ημεδαπή νομολογία. Εξ ου και δεν θεωρούμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις προσθέτει οτιδήποτε η εξειδικευμένη αναφορά σε παρωπιδισμό. Όπως έχει λεχθεί στη Βασιλείου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2017) 2(Α) Α.Α.Δ. 627 ακόμα και σε περίπτωση ελαττωματικής ανακριτικής διαδικασίας το καθήκον του Δικαστηρίου έγκειται στο «να αξιολογεί τη μαρτυρία με καχυποψία και να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην ανεύρεση της αλήθειας». Στη δε Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 176/2018, κ.ά. ημερ. 11.1.19, ECLI:CY:AD:2019:B4, τονίστηκε πως το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι το κατά πόσον η όποια παράλειψη από πλευράς ανακριτών «...δημιουργεί έστω και δυνητικά κίνδυνο άδικης ετυμηγορίας ή αφήνει κενό στα ουσιώδη γεγονότα της κατάθεσης της κατηγορούσας αρχής». Στην παρούσα τα όσα προβάλλει ο Εφεσείων με τον πρώτο λόγο έφεσης είναι ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στην εμβέλεια των λόγων έφεσης 6 και 7, οι οποίοι στρέφονται κατά της καταδίκης.

 

Ο λόγος έφεσης 1 υπόκειται σε απόρριψη.

 

Λόγοι έφεσης 2 έως 5 ‑ Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Με τους λόγους έφεσης 2 έως 5 ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι το Κακουργοδικείο αξιολόγησε εσφαλμένα τη μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.7, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.14.

 

Αυτό το οποίο εν πρώτοις οφείλουμε να σημειώσουμε είναι πως σε κανέναν από τους λόγους αυτούς δεν παρατηρείται η απαιτούμενη λεπτομέρεια στην αιτιολογία, η οποία λεπτομέρεια θα επέτρεπε την εξέτασή τους. Με την αιτιολογία του δεύτερου λόγου προβάλλεται γενικά και αόριστα ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 περιείχε αντιφάσεις, εικασίες, προσωπικές απόψεις και ήταν εμποτισμένη από αλλότρια κίνητρα. Με την αιτιολογία του τρίτου λόγου υποστηρίζεται πάλι γενικά και αόριστα ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.7 περιείχε ψεύδη και αντιφάσεις, συγκρούετο με πραγματική μαρτυρία, εμπεριείχε υπερβολές και ήταν επίσης εμποτισμένη από αλλότρια κίνητρα και εμπάθεια. Με την αιτιολογία του τέταρτου λόγου προβάλλεται παρομοίως ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.10 εμπεριείχε αντιφάσεις, εικασίες, προσωπικές αντιλήψεις, απροσεξίες και στερείτο λογικής, ερχόμενη σε σύγκρουση με παραδεκτά γεγονότα, με το Τεκμήριο 9 και με την αποδεκτή επιστημονική μαρτυρία. Τέλος, με την αιτιολογία του πέμπτου λόγου υποστηρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.14 εμπεριείχε κακοπιστία και πρόθεση ενοχοποίησης του Εφεσείοντος.

 

Σε καμμιά από τις πιο πάνω περιπτώσεις δεν παρατίθεται κάτι συγκεκριμένο. Σύμφωνα με την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Tricor Ltd, Πολ. Εφ. 28/2023, ημερ. 6.7.23, ECLI:CY:AD:2023:D98, «... η αιτιολογία που συνοδεύει κατά περίπτωση τους λόγους έφεσης στην εκάστοτε ειδοποίηση έφεσης αναμένεται πως θα χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, βραχυλογία και αναγκαία λεπτομέρεια, αλλά και να συνδέεται άμεσα (εξού και ο όρος), με τους αντίστοιχους λόγους έφεσης». Στην παρούσα περίπτωση η απουσία των αναγκαίων λεπτομερειών οι οποίες δυνητικά θα μπορούσαν να υποστυλώσουν τους λόγους έφεσης δεν επιτρέπει δικονομικά την περαιτέρω εξέτασή τους.

 

Ανεξαρτήτως τούτου όμως, ακόμα και εάν προχωρούσαμε να εξετάσουμε τους λόγους αυτούς, ως έχουν διατυπωθεί, θα υπενθυμίζαμε τις αρχές στη βάση των οποίων δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου, οι οποίες συνοψίζονται καθοδηγητικά στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 705 και έχουν ως εξής:

 

«Είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι κατ' εξοχήν έργο του Πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο στη ζωντανή ατμόσφαιρα του Δικαστηρίου παρακολούθησε τους μάρτυρες και συνεπώς είναι σε καλύτερη θέση να σταθμίσει και να κρίνει την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει και πράττει αυτό μόνο στις περιπτώσεις όπου τα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή όταν αυτά αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή όταν τα συμπεράσματα του είναι εξ αντικειμένου παράλογα ή αυθαίρετα. […]

 

Το Εφετείο δύναται βέβαια πάντοτε να επέμβει όπου η αξιολόγηση και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή συγκρούονται με την αποδεκτή από το ίδιο το Δικαστήριο μαρτυρία ή ακόμη και όπου τα ευρήματα παρουσιάζονται προβληματικά υπό το φως λογικής ανακολουθίας ή πλημμελούς αξιολόγησης των δεδομένων, […] Χρειάζονται πάντως ιδιαίτερα πειστικοί λόγοι προς αναίρεση των ευρημάτων αξιοπιστίας, […], με το Εφετείο να επεμβαίνει όταν οι αντιφάσεις ή οι αδυναμίες στη μαρτυρία είναι τόσο σημαντικές ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αποδοχή της μαρτυρίας ως αξιόπιστης ήταν λανθασμένη, […].»

 

Έχοντας υπ' όψιν τις πιο πάνω πάγιες αρχές, δεν συμφωνούμε ότι στην παρούσα συντρέχουν οι προϋποθέσεις επέμβασης του Εφετείου είτε στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είτε στα ευρήματα επί γεγονότων. Δεν εντοπίσαμε ούτε ευρήματα τα οποία να αντιστρατεύονται τη λογική ούτε δευτερογενή συμπεράσματα επί γεγονότων τα οποία να είναι είτε παράλογα είτε αυθαίρετα. Η δε εισήγηση ότι ένα συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από άλλο συμπέρασμα δεν είναι ορθή. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Η Απόδειξη», Γ. Π. Κακογιάννη, 1983, σ. 21: «Περιστατική μαρτυρία ή τα συμπεράσματα από την περιστατική μαρτυρία μπορούν να δεθούν μεταξύ τους. Εκείνο που χρειάζεται είναι να υπάρχει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Το συμπέρασμα πρέπει να οδηγεί λογικά προς το επόμενο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην παρούσα, οι όποιες αντιφάσεις υπήρξαν, έτυχαν ελέγχου και πάντως δεν ήταν τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, το δε Κακουργοδικείο έδωσε αιτιολογία κατά την εξέταση των γεγονότων και διετύπωσε με προσοχή τα ευρήματά, τα οποία εξήγαγε  επί γεγονότων. Το κατά πόσον όμως αυτά ήταν ικανά να στοιχειοθετήσουν τις κατηγορίες είναι ασφαλώς ένα διαφορετικό θέμα, το οποίο εξετάζεται στα πλαίσια άλλων λόγων έφεσης.

 

Κατά συνέπειαν, τόσο για δικονομικούς όσο και για ουσιαστικούς λόγους, οι εξεταζόμενοι εδώ λόγοι έφεσης 2 έως 5 υπόκεινται επίσης σε απόρριψη.

 

Λόγος Έφεσης 6 ‑ Στοιχειοθέτηση Υπόθεσης (Κατηγορίες 1, 2)

 

Ο έκτος λόγος έφεσης στρέφεται κατά της καταδίκης στις Κατηγορίες 1 και 2, οι οποίες αφορούν τη δεύτερη, ήτοι τη μεγάλη πυρκαγιά. Με αυτόν προβάλλεται ότι, ανεξαρτήτως της κρίσης περί αξιοπιστίας, δεν απεδείχθη η υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην αιτιολογία παρατίθενται τουλάχιστον δέκα επιχειρήματα, προοριζόμενα να στηρίξουν τον πιο πάνω λόγο έφεσης. Δεν θα μας απασχολήσει εξειδικευμένα το καθένα από αυτά δεδομένου ότι, ως προκύπτει από το διάγραμμα, όλα συνιστούν επιμέρους πτυχές του ουσιώδους ζητήματος που αναπτύσσεται και δη του κατά πόσον η υφιστάμενη περιστατική μαρτυρία δικαιολογούσε την καταδίκη. Στο διάγραμμά του ο Εφεσείων, κατά την ανάπτυξη των επιχειρημάτων του, σε κάποια σημεία υποπίπτει ξανά σε αμφισβήτηση ευρημάτων αξιοπιστίας. Ούτε τέτοιες εισηγήσεις θα μας απασχολήσουν δεδομένου ότι εξετάστηκαν στους προηγούμενους λόγους.

 

Είναι σαφές ότι άμεση μαρτυρία δεν υπήρχε είτε για την αντικειμενική υπόσταση (actus reus) είτε για την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) των αδικημάτων. Ετίθετο λοιπόν το ερώτημα κατά πόσον οι δύο κατηγορίες στοιχειοθετούντο στη βάση περιστατικής μαρτυρίας. Όπως έχει λεχθεί στην κλασική υπόθεση Παφίτης κ.ά. v. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 103 η περιστατική μαρτυρία δύναται να αποτελέσει βάση για την καταδίκη μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας εντός των πλαισίων της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή ενός κατηγορουμένου. Η δε αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής πρέπει να είναι άμεση και να μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία των στοιχείων τα οποία αποτελούν την περιστατική μαρτυρία. (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας v. Παπανικόλα, Ποιν. Εφ. 214/2021, ημερ. 20.12.23, Γενικός Εισαγγελέας v. Quassum κ.ά., Ποιν. Εφ. 86/2023, ημερ. 14.5.26, Ανδρέου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7/2026, ημερ. 16.7.26).

 

Η σοβαρότερη από τις δύο (κατ’ ακρίβειαν διαζευκτικές κατηγορίες) ήταν η Κατηγορία 1, η οποία στηρίζετο στο Άρθρο 317(γ) του Ποινικού Κώδικος, το οποίο έχει ως εξής στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο:

 

«317. Any person who wilfully and unlawfully sets fire to ‑

..........................................................................................

(c) any standing trees, saplings or shrubs, whether indigenous or not, under cultivation

………………………………………………………………………

is guilty of a felony, and is liable to imprisonment for fourteen years».

 

Για να στοιχειοθετηθεί το πιο πάνω αδίκημα απαιτείται να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος: (α) Εσκεμμένως και (β) Παρανόμως, (γ) Έθεσε φωτιά, (δ) Σε δέντρα μη εκκοπέντα, δενδρύλια, θάμνους κ.λπ. Σε σχέση με την απαιτούμενη mens rea το Κακουργοδικείο άντλησε καθοδήγηση από αυστραλιανή νομολογία, τονίζοντας ότι ο όρος «εσκεμμένως» (wilfully) απαιτεί την απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος είτε είχε πρόθεση να προβεί στο συγκεκριμένο είδος ζημιάς είτε εσκεμμένα προέβη σε πράξη γνωρίζοντας ότι το αποτέλεσμα ήταν η πιθανή συνέπεια της πράξης του, στην οποία απερίσκεπτα προέβη. Θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως το αδίκημα αυτό απαιτεί την ίδια ένοχη διάνοια με την κακόβουλη βλάβη του Άρθρου 324(1) του Π.Κ.. Τις σχετικές αρχές παρέθεσε και το Εφετείο στην υπόθεση Αντώνης  Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 136/24, ημερ. 31.3.25, με παραπομπή σε απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2023, Β2.81, σ. 318, το οποίο έχει ως εξής:

 

«'Wilfully', which has some similarities with 'malice' since it dates from an earlier legislative vocabulary, should not be understood merely in its most obvious or literal sense of 'deliberately' or 'voluntarily'. It is now taken as a composite word to cover both intention and recklessness.

[................................................................................]

It now seems, however, that the meaning of recklessness imported by the term 'wilful' is the same subjective one adopted in G [2003] UKHL 50 in preference to the Caldwell test.

[...............................................................................]

Thus it would seem that 'wilfully' now means intentionally or recklessly and the meaning of recklessness is the same subjective meaning which is discussed at A2.7". (Παραπέμπει στην "υποκειμενική" ή άλλως «Απερισκεψία Cunningham»).»

 

Ήταν αναντίλεκτο στην παρούσα ότι υπήρξε φωτιά χωρίς άδεια, οπότε εν συνεχεία το Κακουργοδικείο υπέδειξε ορθώς πως στη βάση των ευρημάτων του, προκύπτει ότι η φωτιά στις 3.7.21, κατέκαυσε μεταξύ άλλων δέντρα, άγρια βλάστηση, καλαμιώνες και φρύγανα, τα οποία καλύπτονται από το πιο πάνω Άρθρο 317(γ). Αμέσως μετά και προτού ακόμα  εξετάσει  οποιοδήποτε ζήτημα τυχόν εμπλοκής του Εφεσείοντος, το Κακουργοδικείο προσέθεσε πως: «Έχει προκύψει επίσης ότι η εν λόγω φωτιά τέθηκε κακόβουλα, δηλαδή εσκεμμένα και κατά πάσα πιθανότητα με τη χρήση γυμνής φλόγας». Το λεκτικό  αυτής της πρωτόδικης αναφοράς παρέπεμπε ευθέως στην εμπειρογνώμονη μαρτυρία του Αντιπύραρχου Μ.Κ.12. Ο εν λόγω μάρτυς στην έκθεσή του, Έγγραφο «Σ», είχε στη διάθεσή του βίντεο, το οποίο κατέγραψε την πυρκαγιά παραδεκτώς στις 13:45. Έτσι, λαμβάνοντας υπ' όψιν αφενός τα σημεία της πυρκαγιάς, την κατεύθυνση ανέμου, τη μορφολογία εδάφους και τη βλάστηση κατέληξε «στο συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά αυτή τέθηκε σκόπιμα» και αφετέρου το ότι δεν εντοπίστηκαν στον χώρο της εστίας της πυρκαγιάς εύφλεκτα επιταχυντικά υλικά κατέληξε στο ότι «ως εκ τούτου η πιθανότητα αυτή να τέθηκε [...] μέσω γυμνής φλόγας είναι πολύ μεγάλη».

 

Παρεμβάλλουμε εδώ πως κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.12, το Κακουργοδικείο απεδέχθη τις θέσεις του. Στα δε σχετικά δικαστικά ευρήματα σημείωσε ότι: «Η επίδικη φωτιά τέθηκε κακόβουλα και με τη χρήση, κατά πάσα πιθανότητα γυμνής φλόγας αφού όλες οι άλλες πιθανές αιτίες πρόκλησης της αποκλείστηκαν». Όπως είχε αναφέρει ο Μ.Κ.12, παράδειγμα γυμνής φλόγας είναι ο αναπτήρας. Ας σημειωθεί ότι ο Εφεσείων δεν συμπεριέλαβε λόγο έφεσης για την αποδοχή είτε της αξιοπιστίας του Μ.Κ.12 είτε των συμπερασμάτων του, οπότε δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση τέτοιου ζητήματος.

 

Αφού υπέδειξε τα πιο πάνω το Κακουργοδικείο, σημείωσε πως «το κύριο και ουσιαστικό ζητούμενο είναι κατά πόσο είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος έθεσε την επίδικη φωτιά εσκεμμένα και παράνομα». Παραθέτοντας δε νομολογία εν σχέσει με την περιστατική μαρτυρία, κατέληξε ως εξής:

 

«Στην παρούσα περίπτωση και στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου και των γεγονότων που έχουν αποδειχθεί, κρίνουμε ότι η περιστατική μαρτυρία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος έθεσε την επίδικη φωτιά κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συγκεκριμένα, η φωτιά έγινε αντιληπτή στις 13.27 από την Μ.Κ.10 σε σημείο πολύ πλησίον της τελευταίας δόμης του χωραφιού του κατηγορούμενου, εντός της κοίτης του ποταμού και ακολούθως από άλλους μάρτυρες. Πριν να γίνει αντιληπτή η φωτιά ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο περιβόλι του και έχει προκύψει να κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητο του περί τις 13.20. Μπήκε σε αυτό και αναχώρησε μονομιάς από το περιβόλι μεταβαίνοντας στο καφενείο του χωριού Αρακαπά όπου ανάφερε σε συγχωριανό του ότι υπήρχε φωτιά και καίγονταν οι καλαμιώνες. Ενώ κινητοποήθηκε όλο το χωριό και μεγάλες δυνάμεις πυρόσβεσης της φωτιάς, αυτός έφυγε από το καφενείο ‑ περίπτερο του χωριού του και κατευθύνθηκε προς το χωριό Επταγώνια, σε καφενείο για να πιεί εκ νέου καφέ. Η φωτιά τέθηκε κατά πάσα πιθανότητα με γυμνή φλόγα και στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ανευρέθηκαν δύο αναπτήρες σε λειτουργήσιμη κατάσταση ένας εκ των οποίων τύπου "πυραυλούι" που δεν αντιστεκόταν στον αέρα και τον οποίο πάντοτε χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος επίσης ενόσω βρισκόταν στο περιβόλι του είχε κινηθεί πλησίον του σημείου όπου είχε εντοπιστεί η εστία της φωτιάς. Το χρονικό διάστημα μεταξύ της αναχώρησης του κατηγορουμένου από το περιβόλι του και της αντίληψης της φωτιάς είναι μικρό και σε κάθε περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο που ξεκινά και εξελίσσεται μια φωτιά και ότι μέχρι να εξαπλωθεί χρειάζεται κάποιο χρόνο, δεν είναι τέτοιος που μπορεί να αποσυνδέσει τον κατηγορούμενο με (sic) την φωτιά, δεδομένης και της υπόλοιπης μαρτυρίας.

[...]

Στην παρούσα, λαμβάνουμε υπόψη τη μαρτυρία η οποία έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος είχε μανία με την καθαριότητα και ήθελε το χωράφι του να ήταν πεντακάθαρο και να μην υπάρχουν χόρτα και φύλλα. Προκύπτει επίσης η δυσαρέσκεια του για το γεγονός ότι τα γειτονικά του τεμάχια δεν ήταν καθαρά και δεν καλλιεργούνταν αφού την προηγούμενη εβδομάδα της επίδικης φωτιάς και όταν είχε ξεσπάσει η πρώτη φωτιά της 26/06/2021, είχε αναφέρει στον Μ.Κ.1, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην κατάσβεση της φωτιάς εκείνης ότι έπρεπε να τα αφήσουν "να καούν ούλλα να καθαρίσει ο ποταμός". Η πιο πάνω μαρτυρία είναι σχετική και καταδεικνύει την ύπαρξη κινήτρου στον κατηγορούμενο (βλ. Πατσαλίδης v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)).

 

Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι πρόσβαση στο σημείο όπου εντοπίστηκε η εστία της φωτιάς υπήρχε μόνο από το τσιμεντένιο δρομάκι νότια του περιβολιού του κατηγορούμενου ή δίπλα από το χωράφι του Προκόπη Αγαθαγγέλου. Ενόσω ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο περιβόλι του δεν βρισκόταν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκεί, δεν βρισκόταν άλλο πρόσωπο στα γειτονικά τεμάχια αφού αυτά δεν καλλιεργούνταν και ο ίδιος δεν είδε κάποιο πρόσωπο να κατευθύνεται προς την κοίτη του ποταμού.

 

Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι δεν υπήρχε πρόσβαση στο σημείο όπου εντοπίστηκε η εστία της φωτιάς από την απέναντι πλευρά του ποταμού.

 

Δεδομένων λοιπόν και των πιο πάνω, όχι μόνο προκύπτει το συμπέρασμα ότι είναι ο κατηγορούμενος που έθεσε την επίδικη φωτιά αλλά είναι και το μόνο συμπέρασμα το οποίο προκύπτει στη βάση όλων των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία μαρτυρικού υλικού τα οποία να μπορούσαν να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. Οι όποιες διαζευκτικές εκδοχές επιχειρήθηκαν από την υπεράσπιση να προβληθούν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων, όπως ότι πιθανόν η φωτιά να προκλήθηκε από σπινθήρισμα των συρμάτων της ΑΗΚ ή από την οικία στην απέναντι πλευρά του ποταμού και/ή ενδεχομένως από κάποιο τρίτο πρόσωπο καταρρίφθηκαν.»

(έμφαση δοθείσα)

 

Όπως αναφέραμε ήδη, ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι έπρεπε να ελεγχθεί ως ύποπτος ο Μ.Κ.7. Πρόκειται για τον σύγαμπρό του, ο οποίος, εκτός από το εν τρίτο μερίδιο χωραφιού το οποίο κατέχει δίπλα από τους συγάμπρούς του (δηλαδή τον Εφεσείοντα και τον Αγαθαγγέλου), κατέχει και περιβόλι στην απέναντι πλευρά του ποταμού. Η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Κ.7 ήταν ότι στις 3.7.21, πηγαίνοντας μετά το μεσημέρι στο περιβόλι του, είδε τον Εφεσείοντα πάνω, δηλαδή στον δρόμο, να μπαίνει στο αυτοκίνητό του και να φεύγει, καθώς και ότι κάποια στιγμή αργότερα ευρισκόμενος πλέον ο Μ.Κ.7 στο δικό του περιβόλι, που απέχει 160 μέτρα από την εστία της φωτιάς, την αντιλήφθηκε ο ίδιος. Το Κακουργοδικείο δέχθηκε το μέρος αυτό της μαρτυρίας του (ότι δηλαδή είδε πρώτα τον Εφεσείοντα να φεύγει και αργότερα είδε την πυρκαγιά) αλλά δεν δέχθηκε τις ώρες στις οποίες είχε προσδιορίσει τις δύο αυτές παρατηρήσεις του. Για αυτό, μετά το απόσπασμα που έχουμε πιο πάνω παραθέσει, το Κακουργοδικείο συνέχισε λέγοντας:

 

«Έγινε λόγος στην πορεία της υπόθεσης ότι ο Μ.Κ.7 ενδεχομένως να εμπλεκόταν με (sic) την επίδικη φωτιά και ότι αυτή θα μπορούσε να τεθεί με τη ρίψη κάποιου αντικειμένου από την απέναντι πλευρά του ποταμού. Δεν έχει προκύψει οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και ούτε υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να εξεταστούν τέτοιες διαζευκτικές εκδοχές. Έχει προκύψει ότι η πρόσβαση από την απέναντι πλευρά δεν ήταν εφικτή ενώ ο Μ.Κ.7 εντοπίστηκε να βρισκόταν στο χωράφι του μετά που εντοπίστηκε η φωτιά, το οποίο απέχει περί τα 160 μέτρα από το σημείο της φωτιάς. Δεν του έχει επίσης τεθεί η θέση ότι είναι αυτός που έθεσε την φωτιά και ούτε προκύπτει μαρτυρία ότι είτε αυτός είτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που σε κάθε περίπτωση δεν έχει φανεί να βρισκόταν στην περιοχή, μπορεί να έθεσε την επίδικη φωτιά με τη ρίψη κάποιου αντικειμένου. Ούτε ανευρέθηκε στη σκηνή το οτιδήποτε που να συνηγορεί προς αυτήν την κατεύθυνση.»

 

Όπως συνάγεται από τα προαναφερθέντα, τα γεγονότα και στοιχεία τα οποία, κατά το Κακουργοδικείο οδηγούσαν στην καταδικαστική κρίση ήταν:

 

1.        Η προηγηθείσα παρουσία του Εφεσείοντος στο περιβόλι του.

2.        Η υπαρκτή δυνατότητα πρόσβασης του Εφεσείοντος στο σημείο έναρξης της πυρκαγιάς.

3.        Η προηγηθείσα διακίνηση του Εφεσείοντος πλησίον του σημείου έναρξης της πυρκαγιάς.

4.        Το ότι η εστία της πυρκαγιάς ήταν πλησίον της τελευταίας δόμης του περιβολιού του Εφεσείοντος.

5.        Το ότι προτού γίνει αντιληπτή η πυρκαγιά από οποιονδήποτε, ο Εφεσείων κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του περί τις 13:20, οπότε αναχώρησε μονομιάς και το ότι η Μ.Κ.10 αντιλήφθηκε την πυρκαγιά στις 13:27.

6.        Το ότι στο αυτοκίνητο του Εφεσείοντος ανευρέθηκαν δύο αναπτήρες.

7.        Το ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ αναχώρησης του Εφεσείοντος από το περιβόλι του μέχρι την ώρα που η πυρκαγιά έγινε αντιληπτή είναι μικρό και πάντως δεν είναι τέτοιο που μπορεί να αποσυνδέσει τον Εφεσείοντα.

8.        Το ότι ο Εφεσείων φεύγοντας, μετέβη σε περίπτερο στον Αρακαπά και εκεί ανέφερε σε συγχωριανό του ότι υπήρχε φωτιά και ότι καίγονταν οι καλαμιώνες.

9.        Το ότι ενώ κινητοποιήθηκε όλο το χωριό και πολλές δυνάμεις κατάσβεσης, ο Εφεσείων έφυγε από τον Αρακαπά και πήγε σε καφενείο στην Επταγώνια για να πιεί εκ νέου καφέ.

10.    Το ότι η φωτιά τέθηκε κατά πάσαν πιθανότητα με γυμνή φλόγα, «όπως με ένα αναπτήρα».

 

Σημειώνουμε πως δεν συμπεριελάβαμε στα πιο πάνω δέκα στοιχεία οτιδήποτε για την ύπαρξη κινήτρου, πλην όμως δεν παραγνωρίζουμε ότι υπήρξε και τέτοια διαπίστωση. Αυτή στηρίζετο στη μανία του Εφεσείοντος με την καθαριότητα και κυρίως στην παλαιότερη δήλωσή του προς τον Μ.Κ.1 («να καούν ούλλα να καθαρίσει ο ποταμός»). Όπως εξηγήσαμε, το εύρημα αυτό δεν προσβάλλεται. Η δήλωση αυτή όντως είχε γίνει. Αυτό το οποίο πρέπει να διευκρινίσουμε είναι πως σύμφωνα με το Άρθρο 9 του Π.Κ. το ελατήριο (κίνητρο) εκ του οποίου τυχόν ωθήθηκε ο υπαίτιος μιας πράξης ή παράλειψης, ουδόλως επηρεάζει την ποινική ευθύνη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης & Ν. Γ. Σάντης, 2014, σ. 566, το κίνητρο δεν αποτελεί «παράγοντα στοιχειοθετικό του εγκλήματος» (Ονουφρίου v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 560). Η απόδειξη κινήτρου δεν οδηγεί απαρέγκλιτα σε καταδίκη, όπως ούτε και το αντίστροφο. Εξηγείται συναφώς στην Παφίτης κ.ά. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ότι σε σχέση με το πιθανό κίνητρο συγκεκριμένου κατηγορούμενου «γίνεται όμως δεκτή μαρτυρία για την ύπαρξη του, επειδή τείνει να διαφωτίσει ως προς την κινητήρια δύναμη που τον ώθησε να δράσει όπως έδρασε». Το Κακουργοδικείο καθοδηγήθηκε ορθά όσον αφορά το πιο πάνω ζήτημα  με αναφορά τόσο στην πιο πάνω νομολογία όσο και σε άλλη (βλ. Πέτρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 58/2022, ημερ. 7.12.22, ECLI:CY:AD:2022:B467). Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε.

 

Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι είναι στη βάση των προαναφερθέντων δέκα στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας που ελέγχεται η ορθότητα της πρωτόδικης κατάληξης περί ενοχής.

 

Θα πρέπει εξαρχής να διευκρινίσουμε ότι τα πρώτα επτά απαριθμηθέντα στοιχεία κατ’ ακρίβειαν συνιστούσαν τη μαρτυρία η οποία κατεδείκνυε ότι ο Εφεσείων είχε την «ευκαιρία» να θέσει την πυρκαγιά (opportunity to commit). Τέτοια μαρτυρία είναι όντως αποδεκτή ως περιστατική («Το Δίκαιο της Απόδειξης», ανωτέρω, σ. 568).

 

Περαιτέρω όμως, θα πρέπει να προβούμε σε δύο διευκρινίσεις, οι οποίες ήδη προέκυπταν από τα ευρήματα, ως τα είχε προηγουμένως εξαγάγει το Κακουργοδικείο, αν και δεν κατεγράφησαν με απόλυτη σαφήνεια στο προπαρατεθέν απόσπασμα. Η πρώτη διευκρίνιση είναι πως η πρόσβαση στην εστία της πυρκαγιάς από το περιβόλι του Εφεσείοντος δεν ήταν η «μόνη» (όπως αναφέρεται), δεδομένου ότι παράλληλα υπήρχε και η δεύτερη οδός και δη «από τη δεξιά του πλευρά, από το χωράφι του Προκόπη Αγαθαγγέλου». Συνεπώς δεν ήταν ορθό να υπονοείται ότι στην εστία της φωτιάς μπορούσε να φτάσει κάποιος μόνο μέσα από το περιβόλι του Εφεσείοντος. Η δεύτερη διευκρίνιση είναι πως ναι μεν υπήρξε εύρημα ότι ο Εφεσείων ενόσω ευρίσκετο στο περιβόλι του είχε μεταβεί πεζός σε σημείο μεταξύ του χωραφιού του και του καλαμιώνα, όπου είχε ξεσπάσει η πυρκαγιά, πλην όμως δεν προσδιορίστηκε στα ευρήματα ο χρόνος, ήτοι ποια στιγμή περίπου από τις 10πμ, που έφτασε στο περιβόλι του μέχρι τις 13:20 που έφυγε, είχε μεταβεί στο πιο πάνω σημείο. Αυτό βέβαια όχι τυχαία αφού, εξ όσων γίνεται αντιληπτό, το εύρημα αυτό προέκυψε από την αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.14 περί του ότι σε προφορική ανάκριση του στις 8.7.21, ο Εφεσείων τού ανέφερε ότι «πριν φύγει από το χωράφι του το μεσημέρι της 3/7/21 είχε πεζός μεταβεί σε σημείο μεταξύ του χωραφιού του και του καλαμιώνα», όπου εντοπίζεται η εστία της πυρκαγιάς. Ουσιαστικά, με αυτό το δεδομένο ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί ο χρόνος μετάβασης του στο αναφερόμενο σημείο. Εκτός εάν γινόταν περαιτέρω επεξεργασία από το Κακουργοδικείο και αιτιολογημένα κατέληγε σε προσδιορισμό του χρόνου. Χωρίς αυτό όμως δεν ήταν ορθό να αφήνεται να αιωρείται ή να εικάζεται ότι ή μετάβαση έγινε πλησίον της ώρας που αναχώρησε από το περιβόλι, άρα πλησίον της ώρας έναρξης της πυρκαγιάς.

 

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τις δύο προαναφερθείσες διευκρινίσεις, αυτό που δύναται να λεχθεί είναι ότι τα επτά πρώτα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας κατεδείκνυαν ότι ο Εφεσείων ήταν παρών στο περιβόλι του εκείνο το πρωινό και είχε την ευκαιρία (εάν ήθελε) να θέσει την πυρκαγιά. Αυτό είναι το απαύγασμα όλων αυτών των πρώτων στοιχείων, χωρίς να εξυπηρετούν σε κάτι οι επιμέρους λεπτομέρειες ή η υπερανάλυση που γίνεται εκατέρωθεν στις αγορεύσεις. Ουσιαστικά, είχε καταδειχθεί η ευκαιρία διάπραξης του αδικήματος από πλευράς χώρου, χρόνου και μέσων. Είναι θέμα κοινής λογικής πως το κατά πόσον πράγματι ήταν ο Εφεσείων που έθεσε την πυρκαγιά ήταν ασφαλώς διαφορετικό ζήτημα, το οποίο απέμενε να κριθεί στη βάση της υπόλοιπης περιστατικής μαρτυρίας. Η ύπαρξη ευκαιρίας διάπραξης αδικήματος πάντως δεν εξισούται με τη διάπραξή του.

 

Τα επόμενα δύο στοιχεία (υπ’ αρ. 8 και 9) αφορούσαν «συμπεριφορά κατηγορουμένου μετά το αδίκημα», για την οποία καθοδηγητικά και με αναφορά σε νομολογία, αναφέρονται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», (ανωτέρω, σ. 570επ.), τα εξής:

 

«Υπό προϋποθέσεις, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως περιστατική μαρτυρία ενοχής υπό τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης των ψεμάτων του κατηγορούμενου ως ενισχυτικής (ή περιστατικής) μαρτυρίας [βλ. Κεφάλαιο 13 ‑ Ενισχυτική Μαρτυρία] (Steer v R (2008) 191 Α Crim R 106, Quinlan v R (2006) 164 Α Crim R 106). Τέτοιο συμπέρασμα ‑ που πρέπει να συνάδει με συμπεριφορά σχετιζόμενη μόνο με ενοχή του κατηγορούμενου στο επίδικο αδίκημα και όχι σε άλλο αδίκημα ή ξένους με το επίδικο αδίκημα λόγους (R v Cook (2004) NSWCCA 52) ‑ μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη σκηνή του εγκλήματος, επιχείρησε να αντισταθεί κατά τη σύλληψη ή παρέλειψε να εμφανιστεί στη δίκη.»

 

Η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή των κριτηρίων αξιολόγησης ψεύδους κατηγορουμένου, σημαίνει ότι από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά ενός κατηγορουμένου είναι δυνατόν να συναγάγει κάποιος ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε με συγκεκριμένο τρόπο από συναίσθηση ενοχής και φόβου για την αλήθεια, με σκοπό την αποφυγή καταδίκης (Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259). Πλην όμως, όπως εξηγείται σε άλλο σημείο στο ίδιο σύγγραμμα (σ. 505) «ένα τέτοιο συμπέρασμα αν και λογικό, δεν είναι πάντοτε ορθό». Η δε μεταγενέστερη συμπεριφορά πρέπει να εξετάζεται βάσει των ιδιαζουσών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης και (μάλιστα) προτού καθοριστούν τα επακόλουθα της αποδοχής της ως ενοχοποιητικής, δεδομένου ότι δυνατόν να οφείλεται σε πολλούς και διάφορους λόγους. Απαιτείται λοιπόν προσεκτική εξέταση όλων των περιστατικών και της σχετικής μαρτυρίας προς εξαγωγή ενοχοποιητικού συμπεράσματος.

 

Στην παρούσα περίπτωση το Κακουργοδικείο, αξιολογώντας την αρχική ανακριτική κατάθεση του Εφεσείοντος, ημερ. 3.7.21, Τεκμήριο 12, δέχθηκε ότι: «Μετά την ολοκλήρωση της εργασίας του μετέβηκε στο περίπτερο που βρίσκεται κοντά στην εκκλησία του Αρακαπά και ήπιε καφέ. Κατά την παραμονή του εκεί ανάφερε σε κάποιο Μάγκα που βρισκόταν στο περίπτερο ότι καίγονταν καλαμιώνες και ότι είχε φωτιά. Το περίπτερο απέχει γύρω στο 1 χιλιόμετρο από το χωράφι του κατηγορούμενου. Στη συνέχεια και ενώ υπήρχε φωτιά και καίγονταν περιουσίες ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην Επταγώνια για να πιει καφέ».

 

Αυτό το οποίο φαίνεται να αποδόθηκε αργότερα ως ενοχοποιητικό στον Εφεσείοντα είναι πως έφυγε από τον Αρακαπά και μετέβη στην Επταγώνια την ώρα που κινητοποιήθηκε όλο το χωριό και μεγάλες δυνάμεις πυρόσβεσης. Αν και δεν καταγράφεται ρητώς, αυτό που υπονοείται εδώ είναι ότι θα αναμένετο να παραμείνει στο χωριό του ή ίσως και να λάβει μέρος στην κατάσβεση. Δεν προηγήθηκε όμως κάποια ανάλυση ή εξέταση για το τι ακριβώς γνώριζε ο Εφεσείων όσον αφορά το σημείο της πυρκαγιάς και την κινητοποίηση του χωριού ή άλλων δυνάμεων πυρόσβεσης, όταν αναχωρούσε από τον Αρακαπά. Ούτε εξετάστηκε η εξήγηση που έδωσε για την αναχώρησή του, η προβληθείσα (στην κατάθεση) θέση του ότι επέστρεψε πίσω και η δήλωσή του ότι στις 13:53 τηλεφώνησε ο ίδιος στη γραμμή 112 για τη φωτιά. Ουσιαστικά δεν εντοπίζουμε σε οποιοδήποτε σημείο της απόφασης να έτυχαν εφαρμογής τα εφαρμοζόμενα κριτήρια αξιολόγησης τέτοιας μεταγενέστερης συμπεριφοράς, ούτως ώστε αιτιολογημένα και βάσιμα να συναχθεί ότι αυτή συνιστούσε περιστατική μαρτυρία ενοχής.

 

Το πιο ουσιώδες όμως είναι άλλο και αφορά το τελευταίο στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας (υπ’ αρ. 10). Αυτό το οποίο πρωτίστως πρέπει να επισημάνουμε είναι πως δεν υπήρξε εύρημα για τα ακριβή αίτια της πυρκαγιάς, ήτοι για το πώς ξεκίνησε η φωτιά. Όπως ήδη σημειώσαμε δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε εύφλεκτα υλικά και στηριζόμενος σε αυτό ο ειδικός Μ.Κ.12 εξέφρασε τη γνώμη ότι «η πιθανότητα να τέθηκε μέσω γυμνής φλόγας είναι μεγάλη». Βασικά κατά τη μαρτυρία του απέκλεισε (με βάση βιβλιογραφία) όλα τα σενάρια πρόκλησης πυρκαγιάς και κατέληξε ότι «αυτή πιθανόν να τέθηκε με γυμνή φλόγα, όπως με ένα αναπτήρα». Ταυτόσημο ήταν και το εύρημα του Κακουργοδικείου, ήτοι ότι «τέθηκε κατά πάσα πιθανότητα με γυμνή φλόγα», έστω και αν δεν υιοθετήθηκε verbatim το λεκτικό του Μ.Κ.12.

 

Στην πραγματικότητα το Κακουργοδικείο δεν συζήτησε περαιτέρω τη γνώμη του ειδικού, ούτως ώστε να ελέγξει κατά πόσον μπορούσε ή ήταν εφικτό, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστάσεων να καταλήξει ενδεχομένως σε κάποιο εύρημα με βεβαιότητα. Ενδεχομένως θα μπορούσε να το πράξει εξετάζοντας τον αποκλεισμό άλλων σεναρίων στον οποίο είχε προβεί ο Μ.Κ.12. Το Κακουργοδικείο επέλεξε να αποδεχθεί τη γνώμη του ειδικού Μ.Κ.12 όπως ακριβώς εκείνος την είχε διατυπώσει. Η πορεία αυτή ενέπιπτε βέβαια στις επιλογές που είχε το Κακουργοδικείο, πλην όμως αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι στην πραγματικότητα, το να είχε τεθεί η πυρκαγιά με γυμνή φλόγα παρέμενε απλώς μια πιθανότητα. Αυτό με τη σειρά του ασφαλώς εσήμαινε πως ήταν πιθανόν να είχε τεθεί όχι με γυμνή φλόγα αλλά με κάποιον άλλο τρόπο. Με άλλα λόγια, όπως ήταν πιθανό να τέθηκε με γυμνή φλόγα, παρομοίως πιθανόν ήταν να μην τέθηκε με γυμνή φλόγα. Το ζητούμενο βέβαια είναι κατά πόσον η διαπίστωση αυτή επηρεάζει την καταδίκη, ιδίως εν όψει της σημασίας του θέματος αυτού.

 

Υπό άλλες περιστάσεις (π.χ. εάν υπήρχε άλλη μαρτυρία εμπλοκής του) ένα τέτοιο αμφίσημο εύρημα ενδεχομένως να μην είχε ιδιαίτερη ή κρίσιμη σημασία στην υπόθεση. Στην παρούσα δεν ισχύει κάτι τέτοιο διότι όχι μόνον ο ειδικός Μ.Κ.12 ανέφερε ως παράδειγμα γυμνής φλόγας την προερχόμενη από αναπτήρα αλλά και το ίδιο το Κακουργοδικείο διασυνέδεσε ατυχώς και καθοριστικά την πιο πάνω εικασία περί γυμνής φλόγας με την ανεύρεση των δύο αναπτήρων στο αυτοκίνητο του Εφεσείοντος, λέγοντας:

 

«Η φωτιά τέθηκε κατά πάσα πιθανότητα με γυμνή φλόγα και στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ανευρέθηκαν δύο αναπτήρες σε λειτουργήσιμη κατάσταση ένας εκ των οποίων τύπου «πυραυλούι» που δεν αντιστεκόταν στον αέρα και τον οποίο πάντοτε χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος.»

 

Όπως σημειώσαμε στην εισαγωγή, στην παρούσα συνιστούσαν παραδεκτά γεγονότα τα αναφερόμενα στην κατάθεση του Αστ. 4052, Τεκμήριο 34. Πέραν του βασικού γεγονότος ότι κατά την έρευνα στο αυτοκίνητο του Εφεσείοντος στις 4.7.21 η Αστυνομία εντόπισε τους δύο αναπτήρες, μέσω της εν λόγω κατάθεσης ήταν παραδεκτό και: (α) Ότι όταν ο Αστ. 4052 επέστησε την προσοχή στον Εφεσείοντα, ο τελευταίος απάντησε «κρατώ τον αναπτήρα με το πυραυλούι μόνο, τούτον χρησιμοποιώ συνέχεια», καθώς και (β) Ότι ο Αστ. 4052 στην παρουσία του Εφεσείοντος άναψε και τους δύο αναπτήρες «οι οποίοι ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση και η φλόγα που έβγαζαν ήταν συνεχείς (sic) χωρίς να φέρει αντίσταση στον αέρα».

 

Το σημείο που εντοπίστηκαν οι δύο αναπτήρες απεικονίζεται στις φωτογραφίες 19 έως 23 του Τεκμηρίου 9. Βρέθηκαν στο κάθισμα του συνοδηγού μαζί με πακέτο από τσιγάρα. Η φράση του Αστ. 4052 ότι η φλόγα που έβγαζαν ήταν συνεχής, χωρίς να φέρει αντίσταση στον αέρα (αν και πρωτοδίκως δεν επεξηγήθηκε επακριβώς) αφορούσε και τους δύο αναπτήρες και όχι τον ένα («πυραυλούι») για τον οποίο το Κακουργοδικείο σημείωσε αφενός ότι «δεν αντιστεκόταν στον αέρα» (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) και αφετέρου ότι είναι αυτόν που χρησιμοποιούσε πάντοτε ο Εφεσείων. Δεν είναι όμως αυτά τα πιο ουσιώδη ή καθοριστικά προβλήματα.

 

 

Το ουσιωδέστερο προβληματικό ζήτημα είναι ότι το Κακουργοδικείο έθεσε ως βάση του όλου συλλογισμού του μια πιθανότητα, ήτοι την πιθανότητα να ετέθη η πυρκαγιά με γυμνή φλόγα. Αυτός ήταν ο λόγος που συνδύασε την «πιθανότητα» με τον εντοπισμό αναπτήρων, πράγμα το οποίο κρίνουμε πως ήταν καθοριστικής σημασίας στη σκέψη του Κακουργοδικείου. Είναι πολύ καλώς γνωστή η αρχή ότι δεν επιτρέπονται εικασίες προς συμπλήρωση κενών στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως προστίθεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» (ανωτέρω, σ. 187): «Μία εικασία, είναι ευλογοφανής αλλά δεν έχει νομική ισχύ επειδή στην ουσία αποτελεί μια απλή πιθανολόγηση». Στην υπόθεση Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363 ακριβώς τονίστηκε πως δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, καθώς και ότι κενά αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Θωμά v. Εφόρου ΦΠΑ (2014) 2 (Α) Α.Α.Δ. 152).

 

Είναι καλώς γνωστή η αρχή ότι η ενοχή ενός κατηγορουμένου πρέπει να αποδεικνύεται πέραν λογικής αμφιβολίας (beyond reasonable doubt) είτε η μαρτυρία είναι άμεση είτε είναι περιστατική. Αυτό εξαρτάται από το κατά πόσον στο τέλος της υπόθεσης το εκδικάζον Δικαστήριο, στη βάση της μαρτυρίας αισθάνεται ότι δύναται με ηθική βεβαιότητα να αποφασίσει ότι η κατηγορία έχει αποδειχθεί. Ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αθωότητά του. Είναι αρκετό να προκαλέσει λογική αμφιβολία για την ενοχή του. «Λογική» σημαίνει πραγματική και ουσιαστική αμφιβολία, η οποία κρινόμενη στα πλαίσια της συνήθους πορείας της ζωής θα οδηγούσε ένα λογικό άνθρωπο στην αμφιταλάντευση («Η Απόδειξη», ανωτέρω, σ. 34). Ο Εφεσείων εισηγείται ότι η παρούσα ήταν μία τέτοια περίπτωση.

 

Το Εφετείο είχε την ευκαιρία να αναφερθεί στο θέμα στις υποθέσεις Δ.Β.Γ.Κ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 3/22, ημερ. 29.2.24 και Αντωνίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 68/24, ημερ. 16.7.25, παραθέτοντας απόσπασμα από την υπόθεση R. v. Cooper (1969) 53 Cr. App. R. 82. Η ουσία είναι ότι το Εφετείο υποχρεούται να ακυρώσει μια καταδίκη εάν πιστεύει ότι υφ’ όλες τις περιστάσεις αυτή είναι ακροσφαλής ή και ανεπαρκής (βλ. και Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506). Όπως τέθηκε το θέμα στην Cooper (ανωτέρω):

 

«That means that in cases of this kind the court must in the end ask itself a subjective question, whether we are content to let the matter stand as it is, or whether there is not some lurking doubt in our minds which makes us wonder whether an injustice has been done. This is a reaction which may not be based strictly on the evidence as such; it is a reaction which can be produced by the general feel of the case as the Court experiences it.»

 

Κρίνουμε ότι η παρούσα είναι μία τέτοια περίπτωση, ακροσφαλούς καταδίκης. Στη βάση των πρωτόδικων ευρημάτων (α) ο Εφεσείων ευρίσκετο στον χώρο (περιβόλι) λίγη ώρα προτού γίνει αντιληπτή η πυρκαγιά, (β) ο Εφεσείων είχε στη διάθεσή του μέσα για να ανάψει φωτιά (αναπτήρες) και (γ) προκαλούσε απορία η μετάβασή του σε γειτονικό χωριό εν γνώσει του ότι υπήρχε φωτιά στο χωριό του. Αυτά τα τρία στοιχεία όμως δεν είναι ικανά να στηρίξουν με την απαιτούμενη ηθική βεβαιότητα την κρίση ότι όντως αυτός έθεσε την πυρκαγιά στις 3.7.21. Η υπάρχουσα μαρτυρία και τα πρωτόδικα αυτά ευρήματα οδηγούσαν μόνο σε πιθανολόγηση εμπλοκής του. Υπάρχει συνεπώς υποβόσκουσα αμφιβολία ένεκα της οποίας θα έπρεπε να αθωωθεί στις Κατηγορίες 1 και 2.

 

Ο λόγος έφεσης 6 επιτυγχάνει.

 

Λόγος Έφεσης 7 ‑ Στοιχειοθέτηση Υπόθεσης (Κατηγορία 3)

 

Με τον έβδομο λόγο έφεσης προσβάλλεται η καταδίκη στην Κατηγορία 3, η οποία αφορά άλλη προηγηθείσα πυρκαγιά. Η κατηγορία αυτή στηρίζεται στο Άρθρο 5(α) του Ν.220/88, το οποίο προνοεί ότι οποιοσδήποτε ανάβει φωτιά στην ύπαιθρο κατά παράβαση του Άρθρου 4 του εν λόγω Ν.220/88 είναι ένοχος αδικήματος. Με το Άρθρο 4: «Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να ανάβει φωτιά σε οποιοδήποτε σημείο της υπαίθρου, είτε σε ιδιόκτητη γη είτε σε μη». Προβλέπονται δύο εξαιρέσεις με τις αντίστοιχες επιφυλάξεις στο άρθρο, ήτοι αφενός για παρασκευή ή ζέσταμα φαγητού και αφετέρου κατόπιν άδειας από την κατά τόπον αρμόδια αρχή τοπικής διοίκησης, για τις οποίες δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση.

 

Κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας το Κακουργοδικείο κατέληξε ότι κατά τη διερεύνηση της μεγάλης πυρκαγιάς διαπιστώθηκε εστία φωτιάς και καμένος σωρός από πρόσφατο καψάλισμα χόρτων, καθώς και ότι ο Εφεσείων ουδέποτε είχε ζητήσει άδεια για άναμμα φωτιάς στο χωράφι του και ότι ουδέποτε κατήγγειλε την ύπαρξη καμένου σωρού στο χωράφι του. Υπενθυμίζουμε αυτό που καταγράψαμε εισαγωγικά, ότι στις 26.6.21 υπήρξε φωτιά στην κοίτη του ποταμού, η οποία κατασβέστηκε έγκαιρα. Σε σχέση λοιπόν με τον καψαλισμένο σωρό εντός του περιβολιού του Εφεσείοντος, κατέληξε ως εξής το Κακουργοδικείο:

 

«Έχει προκύψει ότι η εστία της φωτιάς που εντοπίστηκε στο περιβόλι του ήταν μιας εβδομάδας περίπου προηγουμένως της 03ης/07/2021. Κάτοχος του περιβολιού ήταν ο κατηγορούμενος και ήταν το μόνο πρόσωπο που το περιποιείτο. Δεν έχει επίσης προκύψει από τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ενδεχομένως κάποιο τρίτο πρόσωπο να έθεσε την φωτιά αυτή στο περιβόλι του κατηγορουμένου και σε κάθε περίπτωση δεν προβλήθηκε τέτοια θέση από τον κατηγορούμενο.

 

Ο κατηγορούμενος επίσης δεν υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο για την ύπαρξη της εστίας αυτής της φωτιάς στο περβόλι του και δεν ανάφερε το οτιδήποτε σε κανένα. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι για το άναμμα της φωτιάς εκείνης δεν έχει εξασφαλιστεί η σχετική άδεια από το Κοινοτικό Συμβούλιο Αρακαπά. Επιπρόσθετα η φωτιά αυτή τέθηκε στο περιβόλι του κατηγορούμενου το οποίο απέχει 800 περίπου μέτρα από το χωριά (sic) Αρακαπά και βρίσκεται μεταξύ των χωριών Αρακαπά και Καλού Χωριού, δηλαδή προκύπτει να ήταν στην ύπαιθρο εν τη έννοια (sic) του Νόμου και πέραν δύο μεμονωμένων κατοικιών στην πάνω πλευρά του δρόμου, δεν υπήρχαν άλλες κατοικίες.

 

Στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι στοιχειοθετούνται όλα τα συστατικά στοιχεία και της κατηγορίας αρ. 3.»

 

Ο Εφεσείων δεν αμφισβητεί το εύρημα για το ότι υπήρξε όντως καψάλισμα χόρτων. Όπως προκύπτει από την αιτιολογία, ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι το κατηγορητήριο είναι αρκετά ευρύ και αόριστο ως προς την ημερομηνία, ότι δεν υπήρχε ακριβής ημερομηνία για τον χρόνο κατά τον οποίο έγινε το καψάλισμα, ότι δεν στοιχειοθετήθηκε πως η πυρκαγιά τέθηκε στην «ύπαιθρο» και ότι δεν υπήρξε μαρτυρία αποδεικνύουσα πως ο Εφεσείων ήταν το πρόσωπο το οποίο καψάλισε τον σωρό από χόρτα.

 

Σε σχέση με τα δύο πρώτα ζητήματα παραπέμπουμε κατ’ αρχάς στην πρόνοια του Άρθρου 39(ζ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, σύμφωνα με την οποία δεν είναι αναγκαία οποιαδήποτε βεβαιότητα ή λεπτομέρεια εν σχέσει (μεταξύ άλλων) με τον χρόνο, μεγαλύτερη από αυτή που είναι ευλόγως επαρκής προς τον σκοπό παροχής ειδοποίησης στον κατηγορούμενο («no greater certainty or detail ... as to ... time ... than is reasonably sufficient ... of giving notice ...»). Ειδικά για την περίπτωση κατά την οποία δεν είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία, αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold 2000, §1‑126, σ. 57 ότι: «Where the exact date of the offence is not known the date should be stated as being on or about a particular date, or on a day unknown between two stated dates, so as to isolate the date of the offence alleged as accurately as possible». Είναι κατανοητό ότι στην παρούσα περίπτωση ακολουθήθηκε η τελευταία ως άνω επιλογή («…σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ ...»).

 

Οι υποθέσεις στις οποίες παραπέμπει ο Εφεσείων διακρίνονται επί τα χείρω, σε σχέση με το συζητούμενο. Στη Mattoccia v. Italy, Αιτ. Αρ. 23969/94, ημερ. 25.7.2000 η Υπεράσπιση βρέθηκε αντιμέτωπη με εξαιρετικές δυσκολίες λόγω της αοριστίας σε σχέση με ουσιώδεις λεπτομέρειες αναφορικά με τον χρόνο και τόπο του βιασμού ενώ επίσης υπήρξαν επανειλημμένες διαψεύσεις και τροποποιήσεις κατά την πορεία της δίκης, εξ ου και το ΕΔΑΔ έκρινε ότι υπήρξε δυσμενής επηρεασμός. Στην Isaias v. Police (1966) 2 C.L.R. 43, σε αντίθεση με την παρούσα, ο κατηγορούμενος ζήτησε λεπτομέρειες για τον χρόνο, τις οποίες όμως η Κατηγορούσα Αρχή αρνήθηκε, με αποτέλεσμα λόγω της ευρύτητας του χρόνου να παρεισφρήσει ιδιαίτερα δυσμενής μαρτυρία («...resulted also in the wrongful admission of evidence, highly prejudicial to the accused»).

 

Στην παρούσα δεν παρατηρούνται φαινόμενα όπως τα προαναφερθέντα και ούτε οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του Εφεσείοντος. Δεν συμφωνούμε ότι στην παρούσα τίθεται βάσιμα οποιοδήποτε ζήτημα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου.

 

Όσον αφορά το τρίτο ζήτημα σημειώνουμε ότι το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Ν.220/88 προνοεί αφενός ότι «"ύπαιθρος" σημαίνει οποιαδήποτε περιοχή της Δημοκρατίας που βρίσκεται εκτός της κατοικημένης περιοχής οποιουδήποτε δήμου, περιοχής βελτιώσεως ή χωριού...» και αφετέρου ότι δεν περιλαμβάνει κρατικό δάσος ή σημείο σε απόσταση 2 χλμ από κρατικό δάσος ή οποιοδήποτε υποστατικό που χρησιμοποιείται για διαμονή ή εργασία και τον περίβολό του.

 

Το επιχείρημα του Εφεσείοντος είναι ότι στην περιοχή του περιβολιού του ευρίσκονται το σπίτι του Μ.Κ.4 και της Μ.Κ.10, οπότε η εστία της πυρκαγιάς δεν ήταν εκτός κατοικημένης περιοχής.

 

Το Κακουργοδικείο όμως είχε ενώπιόν του και απεδέχθη τη μαρτυρία του κοινοτάρχη (Μ.Κ.3), σύμφωνα με την οποία ο χώρος του ποταμού και το περιβόλι του Εφεσείοντος εμπίπτουν στην προστατευόμενη Πολεοδομική Ζώνη Ζ3, στην οποία απαγορεύεται η οικοδόμηση. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει δεν προσβάλλεται το εύρημα αυτό. Όπως δε ορθώς ανέφερε το Κακουργοδικείο, πέραν από δύο μεμονωμένες οικίες (στην πάνω πλευρά του δρόμου), δεν υπήρχαν άλλες στην περιοχή. Θα προσθέταμε επ’ αυτού ότι ο ίδιος ο Ν.220/88, εμμέσως πλην σαφώς, αναγνωρίζει ότι δυνατόν να υφίσταται στην ύπαιθρο και «οποιοδήποτε υποστατικό που χρησιμοποιείται για διαμονή ή εργασία», τα οποία και εξαιρεί από τον ορισμό της έννοιας «ύπαιθρος». Συνεπώς δεν συμφωνούμε ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας η ύπαρξη δύο μεμονωμένων κατοικιών μετατρέπει την περιοχή σε «κατοικημένη», για σκοπούς του εν λόγω Νόμου.

 

Ως προς το τρίτο ζήτημα ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι μετά τη δίκη εντός δίκης και τη μη αποδοχή άλλης κατάθεσής του ημερ. 4.7.21 (στην οποία δήλωσε ότι όντως είχε καψαλίσει ο ίδιος τον σωρό αλλά προ πέντε μηνών), δεν προσκομίστηκε μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι ο Εφεσείων ήταν το πρόσωπο το οποίο καψάλισε τον σωρό με τα χόρτα. Η κατάθεση απερρίφθη διότι ενώ η Αστυνομία κατείχε μαρτυρία και για άλλη φωτιά πριν τις 3.7.21, εντούτοις δεν επέστησε σχετικά την προσοχή στον Εφεσείοντα και τον ρώτησε τι είχε να πει «για το ότι στις 4.7.21 εντοπίστηκε στο χωράφι του μικρή εστία από καμένα χόρτα, 4 μέτρα από τους καλαμιώνες από όπου είχε ξεκινήσει η πυρκαγιά στις 3/7/21».

 

Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε με την προβαλλόμενη εισήγηση. Εν πρώτοις υπενθυμίζουμε ότι έχουν επικυρωθεί τα ευρήματα αξιοπιστίας μαρτύρων και γεγονότων. Κατά δεύτερον είναι μεν γεγονός όντως ότι εξέλιπεν η παραδοχή του Εφεσείοντος, πλην όμως σε αυτή την περίπτωση το σύνολο της περιστατικής μαρτυρίας, όπως την κατέγραψε το Κακουργοδικείο, δικαιολογούσε με την απαιτούμενη λογική βεβαιότητα την κατάληξη σε εύρημα ενοχής.

 

Ο λόγος έφεσης 7 υπόκειται σε απόρριψη.

 

Λόγος Έφεσης 8 ‑ Ποινή

 

Με τον όγδοο λόγο έφεσης προσβάλλεται μόνο η ποινή φυλάκισης των οκτώ ετών στην Κατηγορία 1. Εννοείται ότι δεδομένης της αθώωσης στις Κατηγορίες 1 και 2 καθίσταται άνευ αντικειμένου η εξέταση αυτού του λόγου έφεσης.

 

Κατάληξη

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω, η καταδίκη στις Κατηγορίες 1 και 2 ακυρώνεται. Ο Εφεσείων αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες αυτές.

 

Η καταδίκη και η ποινή των έξι μηνών στην Κατηγορία 3 επικυρώνονται.

 

 

 

 

                                                                   Χ. Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                   Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                   Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο