ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 117/2023, 21/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 117/2023, 21/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 117/2023)

 

21 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Α. Δημητρίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Μ. Φωτιάδου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με απόφαση του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, ημερομηνίας 22.8.2022, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος σε πέντε από τις έξι κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ενώ αθωώθηκε και απαλλάχθηκε σε μία. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ένοχος σε αδικήματα συνωμοσίας παράνομης κατοχής και παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα, αλλά και εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (κατηγορίες 1, 2 και 3 αντιστοίχως) και σε αδικήματα κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα του ιδίου ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (κατηγορίες 4 και 5 αντιστοίχως). Αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στην κατηγορία 6 η οποία αφορούσε το αδίκημα της εισαγωγής του εν λόγω ελεγχόμενου φαρμάκου. Οι κατηγορίες αφορούσαν κάνναβη συνολικού βάρους 72 κιλών από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Στον εφεσείοντα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 ετών στην κατηγορία 5 και 4 ετών στην κατηγορία 3. Δεν επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες 1 και 2, εφόσον, ως το Κακουργιοδικείο ανέφερε, η συνομωσία μετουσιώθηκε σε πράξη, ούτε στην κατηγορία 4 της οποίας τα γεγονότα περιλαμβάνονταν σε αυτά της κατηγορίας 5.

 

Με την παρούσα έφεσή του, ο εφεσείων προσβάλλει την καταδίκη του με συνολικά 11 λόγους έφεσης και την ποινή που του επιβλήθηκε με συνολικά τέσσερεις λόγους έφεσης. Πλείστοι των λόγων έφεσης που αφορούν το μέρος της απόφασης του Κακουργιοδικείου αναφορικά με την καταδίκη του εφεσείοντα αποδίδουν σε αυτόν σφάλματα που αφορούν στη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Κακουργιοδικείο και την αξιολόγηση αυτής, ενώ επιμέρους λόγοι έφεσης αφορούν θέματα μη δίκαιης δίκης ή έλλειψης δικαιοδοσίας. Πέραν αυτών, όμως, εγείρεται από την πλευρά του εφεσείοντα ζήτημα σφάλματος στην εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.

 

Καθίσταται προφανές ότι, δεδομένης της καθοριστικής σημασίας ενδεχόμενης επιτυχίας τέτοιου λόγου έφεσης στην όλη έφεση, επιβεβλημένη καθίσταται η εξέταση του θέματος αυτού πρώτα. Το θέμα εγείρεται με τους λόγους έφεσης 2 και 3.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αποδίδεται στο Κακουργιοδικείο νομικό σφάλμα ή σφάλμα αρχής ως προς το ότι παρέλειψε να εκπληρώσει την υποχρέωσή του να εξηγήσει επαρκώς ή και αυτολεξεί στον εφεσείοντα τα δικαιώματά του. Αιτιολογικά, προβάλλεται ότι, κατά την 14.6.2022, ενώ το Κακουργιοδικείο εξέδωσε την ενδιάμεση απόφασή του ως προς την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, αυτό παρέλειψε να τηρήσει το καθήκον του και να εξηγήσει στον εφεσείοντα τα δικαιώματά του. Συγκεκριμένα, ανέφερε στον εφεσείοντα ότι είχε το δικαίωμα να δώσει ένορκη μαρτυρία ή να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής, παραλείποντας να του αναφέρει ότι είχε δικαίωμα να καταθέσει ανώμοτη δήλωση ή δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου χωρίς να αντεξεταστεί. Προβάλλεται, περαιτέρω, ότι το Κακουργιοδικείο εφάρμοσε λανθασμένα τον τροποποιητικό Νόμο Ν.64(I)/2022, ο οποίος από 29.4.2022, όταν και έλαβε ισχύ, τροποποίησε το Άρθρο 74 του Κεφ. 155 αφαιρώντας την επιλογή της ανώμοτης δήλωσης ή της δήλωσης από το εδώλιο του κατηγορουμένου χωρίς αυτός να αντεξεταστεί. Αποδίδεται, συναφώς, στο Κακουργιοδικείο ότι διέλαθε της προσοχής του το γεγονός ότι ο εν λόγω νόμος δεν είχε αναδρομική ισχύ. Η πλευρά του εφεσείοντα επικαλείται, περαιτέρω, το γεγονός ότι, κατά την 30.6.2022, κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου 3, το Κακουργιοδικείο, με ενδιάμεσή του απόφαση, έδωσε στον τότε κατηγορούμενο 3 το δικαίωμα να καταθέσει ανώμοτη δήλωση, εγκρίνοντας σχετικό αίτημά του και απορρίπτοντας την ένσταση της Κατηγορούσας Αρχής. Στη βάση αυτών είναι που η πλευρά του εφεσείοντα προβάλλει ότι αποστερήθηκε του δικαιώματος να έχει στη διάθεσή της το δικαίωμα της ανώμοτης δήλωσης.

 

Κατά ανάλογο τρόπο, με τον τρίτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο Κακουργιοδικείο ότι παραβίασε την αρχή της ισότητας και το δικαίωμα του εφεσείοντα σε δίκαια δίκη, εφόσον το δικαίωμα που του αποστερήθηκε παραχωρήθηκε στον κατηγορούμενο 3.

 

Είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε τα σχετικά πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας. Το τι μπορεί να διαπιστωθεί είναι ότι το Κακουργιοδικείο φαίνεται να εξήγησε στον εφεσείοντα τα δικαιώματά του μετά από τη διαπίστωση ύπαρξης εναντίον του εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Αποτελεί κοινό έδαφος ενώπιόν μας ότι στην επεξήγηση αυτή και στα παρεχόμενα στον κατηγορούμενο δικαιώματα δεν περιλαμβανόταν το δικαίωμα κατάθεσης από το σημείο στο οποίο βρισκόταν, χωρίς όρκο, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα τη μη αντεξέτασή του. Είναι, περαιτέρω, δεδομένο ότι ο εφεσείων επέλεξε, κατόπιν της ως άνω επεξήγησης των δικαιωμάτων του, να καταθέσει ενόρκως. Διαπιστώνεται, επίσης, στο ευρύτερο πλαίσιο της διαδικασίας, το Κακουργιοδικείο, χωρίς να γίνεται αντιληπτός ο λόγος για κάτι τέτοιο, να άκουσε την ένορκη μαρτυρία του εφεσείοντα και μετέπειτα να αναζήτησε την επιλογή του κατηγορουμένου 3 ως προς το πως εκείνος θα προέβαλλε την υπεράσπισή του. Έχοντας, συνεπώς, ακουστεί η ένορκη μαρτυρία του εφεσείοντα, ο κατηγορούμενος 3 αιτήθηκε να του δοθεί η ευχέρεια κατάθεσης ανώμοτης δήλωσης, κάτι που το Κακουργιοδικείο επέτρεψε, απορρίπτοντας σχετική ένσταση της Κατηγορούσας Αρχής, με βάση ενδιάμεσή του απόφαση, ημερομηνίας 30.6.2022.

 

Το πρώτο που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι κατά πόσο αποτελεί σφάλμα η μη παροχή στον εφεσείοντα δικαιώματος για ανώμοτη δήλωση κατά την επεξήγηση σε αυτόν των δικαιωμάτων του.

 

Καθίσταται προφανές ότι το Κακουργιοδικείο προέβηκε στην εν λόγω επεξήγηση με βάση το λεκτικό του Άρθρου 74(1)(γ) του Κεφ. 155, ως διαμορφώθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 64(I)/2022, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29.4.2022. Δίδοντας, με αυτόν τον τρόπο, αναδρομική ισχύ στην εν λόγω τροποποίηση, αφού τόσο η τέλεση του αδικήματος όσο και η καταχώριση της υπόθεσης και η έναρξη της ακρόασης προηγήθηκαν της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του τροποποιητικού νόμου.

 

Είναι καλώς γνωστό ότι ένας νόμος δεν θεωρείται ότι έχει αναδρομική ισχύ εκτός εάν ο ίδιος προβλέπει κάτι τέτοιο ή εάν αφορά μόνο διαδικαστικά θέματα. Υφίσταται γενικό τεκμήριο εναντίον αναδρομικότητας νόμου, εκτός εάν ο ίδιος ο νόμος καθορίζει διαφορετικά (βλ. LION AUTO PARTS LIMITED v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, (2014) 2 Α.Α.Δ. 429, ΣΑΝΤΗΣ v. INTERFUND INVESTMENTS  Ltd, (2012) Α.Α.Δ. 1670, A. ISSA DEVELOPMENT LTD κ.α. v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 109/2023 και 113/23, ημερομηνίας 30.6.2026).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η νομοθετική πρόνοια στην οποία αφορά η αναφερόμενη τροποποίηση δεν σχετίζεται με το διαδικαστικό μέρος της επεξήγησης των δικαιωμάτων ενός κατηγορουμένου, με βάση το Άρθρο 74(1)(γ) του Κεφ. 155, αλλά με το ουσιαστικό μέρος του εν λόγω άρθρου που αφορά αυτά καθ’ εαυτά τα δικαιώματα ενός κατηγορουμένου κατά το εν λόγω διαδικαστικό στάδιο. Αποτελούσε, πριν την εν λόγω τροποποίηση, δικαίωμα ενός κατηγορουμένου να επιλέξει να καταθέσει ενόρκως, οπόταν και θα υποβαλλόταν σε αντεξέταση, και αποτελούσε δικαίωμά του να επιλέξει να καταθέσει χωρίς όρκο από το σημείο στο οποίο βρισκόταν, οπόταν δεν θα υπόκειτο σε αντεξέταση. Με δεδομένο πάντοτε το δικαίωμα σιωπής αλλά και προσκόμισης μαρτυρίας μέσω άλλων μαρτύρων. Με την εν λόγω τροποποίηση, καταργήθηκε το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου να καταθέτει χωρίς όρκο από το σημείο στο οποίο βρίσκεται, ώστε να μην υποβάλλεται σε αντεξέταση.

 

Γι’ αυτό άλλωστε, η νομολογία διαχρονικά αναγνώρισε το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου να επιλέξει να προβεί σε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου ως απόλυτο νομικό δικαίωμα (βλ., μεταξύ άλλων, THEMISTOKLEOUS v. THE POLICE, (1981) 2 C.L.R. 200).

 

Επομένως, στην απουσία πρόνοιας στον ως άνω τροποποιητικό νόμο περί αναδρομικής ισχύος του, δεν θα μπορούσε να δοθεί τέτοια ισχύς στην προκειμένη περίπτωση. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί η ΙΩΑΚΕΙΜ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 144/2021, ημερομηνίας 26.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B333, στην οποία λέχθηκε ότι:

 

«Για ό,τι αξίζει, να πούμε πως στις 29.4.2022 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ο περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2022, Ν. 64(Ι)/22, δυνάμει του οποίου καταργήθηκε, όχι όμως αναδρομικά, το δικαίωμα των κατηγορουμένων να προβαίνουν σε κατάθεση χωρίς όρκο.»

 

Δεν είναι χωρίς σημασία, επί του προκειμένου, ότι, μεταγενέστερα της επεξήγησης των δικαιωμάτων στον εφεσείοντα, το ίδιο το Κακουργιοδικείο ενέκρινε αίτημα άλλου κατηγορουμένου για ανώμοτη δήλωση, με το σκεπτικό το οποίο εμφαίνεται στη σελίδα 798 των πρακτικών της υπόθεσης. Με αναφορά στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΓΙΑΓΚΟΥ, (1999) 2 Α.Α.Δ. 254 και στις πρόνοιες του Άρθρου 10(2)(γ) και (ε) του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, το ίδιο το Κακουργιοδικείο ανέδειξε τη σημασία της ουσιαστικής αλλαγής που συντελείται από τροποποίηση, καταλήγοντας ότι ο υπό κρίση τροποποιητικός νόμος κατήργησε, μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου και την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ένα βασικό δικαίωμα που είχε ο κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή να προβεί σε κατάθεση χωρίς όρκο από τη θέση στην οποία βρίσκεται, οπόταν δεν θα υπόκειται σε αντεξέταση. Γι’ αυτό και έκρινε δικαιολογημένο το αίτημα του κατηγορουμένου 3.

 

Ως αποτέλεσμα των ως άνω, διαπιστώνουμε ότι προκύπτει σφάλμα από μέρους του Κακουργιοδικείου ως προς το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που παρείχε και εξήγησε στον εφεσείοντα κατά το στάδιο που προβλέπεται από το Άρθρο 74(1)(γ) του Κεφ. 155. Συγκεκριμένα, ότι επεξήγησε στον εφεσείοντα τα δικαιώματά του στη βάση της πρόνοιας του εν λόγω άρθρου, ως κατέστη μετά από την εφαρμογή του τροποποιητικού Νόμου Ν.64(I)/2022, στις 29.4.2022, αντί στη βάση της πρόνοιας του εν λόγω άρθρου πριν την εν λόγω τροποποίηση. Δεδομένου ότι η τέλεση του αποδιδόμενου αδικήματος, η καταχώριση του κατηγορητηρίου αλλά και η έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης προηγήθηκαν της εν λόγω ημερομηνίας έναρξης ισχύος της εν λόγω τροποποίησης, πράττοντας ως ανωτέρω, το Κακουργιοδικείο εσφαλμένα εφάρμοσε τον ως άνω τροποποιητικό νόμο ως εάν να είχε αναδρομική ισχύ.

 

Ως αποτέλεσμα των ως άνω, ως προαναφέρθηκε, η επεξήγηση των δικαιωμάτων του στον εφεσείοντα κατέστη ελλιπής.

  

Έχοντας διαπιστώσει τα ως άνω, το δεύτερο θέμα το οποίο θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι η επίπτωση του ως άνω σφάλματος.

 

Ως αναφέρεται στην ΓΙΑΓΚΟΥ ΑΛΛΩΣ ΛΕΜΟΝΑ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 382:

 

«Η εξήγηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου αποτελεί, βάσει του λεκτικού του άρθρου 74(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, επιτακτική υποχρέωση του Δικαστηρίου απόκλιση από την οποία εκτρέπει τη δίκη από τα θέσμια.  Όπως ορίζει η νομολογία η μη τήρηση των σχετικών προνοιών του άρθρου 74(1)(γ), (βλ. Rex v. Toffi 14 C.L.R. 256 και Πέτρου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 275), εκθεμελιώνει την καταδίκη.»

 

Και παρακάτω:

 

«Οι πρόνοιες του άρθρου 74(1)(γ) είναι, όπως έχουμε επισημάνει, επιτακτικές· οριοθετούν το πλαίσιο της δίκης. Παρέκκλιση οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης με αποτέλεσμα την ακύρωση της καταδίκης. Η διαπίστωση αυτή καθιστά μη αναγκαία την εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου έφεσης κατά της καταδίκης και βέβαια παρέλκει η εξέταση της έφεσης κατά της ποινής.»

 

Η ως άνω επίπτωση από μία τέτοια απόκλιση από επιτακτική υποχρέωση ουδόλως ανατρέπεται από ενδεχόμενη επιλογή κατηγορουμένου ως προς τον τρόπο προβολής της υπεράσπισής του. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε σημασία η από μέρους του εφεσείοντα επιλογή να καταθέσει ενόρκως, δεδομένης της πιο πάνω διαπιστωθείσας απόκλισης. Είναι άξιο αναφοράς ότι στην ΛΕΜΟΝΑΣ (ανωτέρω), η παράλειψη εξήγησης των δικαιωμάτων στον κατηγορούμενο διαπιστώθηκε από το πρακτικό του Δικαστηρίου χωρίς να είχε εγερθεί ως λόγος έφεσης. Ήταν στη βάση των προνοιών του Άρθρου 144 του Κεφ. 155 που το Εφετείο εξέτασε και αποφάσισε το θέμα, ως θέμα που άπτεται της καλής διεξαγωγής της δίκης.

 

Τα ως άνω καθορίζουν την τύχη της παρούσας έφεσης, αφού διαπιστώνεται η ύπαρξη κακοδικίας, αποτέλεσμα της οποίας δεν μπορεί να είναι άλλο παρά ακύρωση της καταδίκης και της επιβληθείσας ποινής λόγω της μη εγκυρότητας της δίκης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου έφεσης ή η όποια ενασχόληση του Εφετείου με θέματα τα οποία άπτονται, πλέον, ουσιαστικών θεμάτων της υπόθεσης.

 

Το τελευταίο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί, ως αποτέλεσμα των ως άνω, είναι κατά πόσο θα πρέπει να ασκηθεί από μέρους του Εφετείου η διακριτική του ευχέρεια, δυνάμει του Άρθρου 145(1)(δ) του Κεφ. 155, να διατάξει νέα δίκη. Ως καθορίζεται από τη νομολογία, γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΧΑΛΗΛ, (2010) 2 Α.Α.Δ. 87, ASSADOURIAN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1995) 2 Α.Α.Δ. 279, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. FARHAT, Ποινική Έφεση 107/2025, ημερομηνίας 15.10.2025).

 

Μία τέτοια απόφαση προϋποθέτει συνεκτίμηση διαφόρων παραγόντων οι οποίοι προσδιορίζουν το συμφέρον της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, (1990) 2 Α.Α.Δ. 133).

 

Σε περιπτώσεις, ως η παρούσα, εφαρμογής τυγχάνουν τα αποφασισθέντα στην ΕΥΘΥΜΙΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2003) 2 Α.Α.Δ. 28. Λέχθηκε ότι:

 

«Ωστόσο στην υπόθεση αυτή ισχύει μια παράμετρος η οποία δεν επιτρέπει την άσκηση διακριτικής ευχέρειας αλλά υπαγορεύει την έκδοση διαταγής για διεξαγωγή νέας δίκης.  Αυτή η παράμετρος συνίσταται από την πιο πάνω διαπίστωση μας σύμφωνα με την οποία η διεξαχθείσα δίκη δεν ήταν έγκυρη.

Στον Archbold 1995, παραγ. 7‑279 υποδεικνύεται ότι διατάσσεται η διεξαγωγή νέας δίκης όπου η διεξαχθείσα δίκη στην πράξη δεν ήταν καθόλου δίκη*.»

 

Κατά συνέπεια, οι λόγοι έφεσης 2 και 3 κρίνονται βάσιμοι. Η έφεση επιτυγχάνει. Η καταδικαστική απόφαση σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5 ακυρώνεται. Ακυρώνεται, επίσης, η επιβληθείσα ποινή. Διατάσσεται νέα δίκη του εφεσείοντα επί των εν λόγω κατηγοριών ενώπιον Κακουργιοδικείου με διαφορετική σύνθεση το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του οποίου ο εφεσείων να παρουσιαστεί σε χρόνο που θα καθοριστεί από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή, υπό το ίδιο καθεστώς εγγυήσεων ή κράτησης στο οποίο τελούσε πρωτοδίκως.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο