D&L DEVELOPMENTS LTD κ.α. v. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 193/2020, 23/9/2026
print
Τίτλος:
D&L DEVELOPMENTS LTD κ.α. v. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 193/2020, 23/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 193/2020)

 

23 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1.  D&L DEVELOPMENTS LTD,

2.  ΔΗΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ,

3.  ΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ,

Εφεσείοντες,

v.

 

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Κ. Γεωργιάδου (κα) για Δήμος & Λία Γεωργιάδου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Λ. Παπαχαραλάμπους με Ε. Πελοπίδου (κα) για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.:   Στο πλαίσιο αγωγής, Επαρχιακό Δικαστήριο έκδωσε απόφαση υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων για το ποσό των €135.468,24 πλέον τόκο 1,25% μηνιαίως από 15.12.2011 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον διάταγμα για την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων των εφεσειόντων 1.

 

Οι εφεσείοντες δεν συμφώνησαν με την πιο πάνω απόφαση και με εννέα λόγους έφεσης (αριθμείται δις όγδοος λόγος έφεσης) ζητούν την ακύρωση της.

 

Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης των εφεσίβλητων, οι εφεσείοντες οφείλουν στους εφεσίβλητους το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό δυνάμει συμφωνίας παροχής δανείου και/ή δυνάμει εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή άλλου αξιόγραφου ημερομηνίας 02.02.2006 και/ή δυνάμει γραμματίου σε διαταγή και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως money had and received και/ή δυνάμει έγγραφης συμφωνίας εγγυήσεως.

 

Οι εφεσείοντες αρνούνται τα πιο πάνω και ισχυρίζονται ότι το μόνο που υπέγραψαν είναι γραμμάτιο σε διαταγή ΛΚ80.000,00 (€136.681,11) και τους κατέβαλαν το ποσό των €132.186,00. 

 

Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση αλλά και τα πρακτικά του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 25.09.2019, δηλώθηκε «ότι διατηρείται η εισήγηση της υπεράσπισης ότι το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης δεν συνάδει με τη δοθείσα μαρτυρία και τα κατατεθέντα τεκμήρια και συνεπώς, αν κριθεί αναλόγως, δεν θα εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων.  Αν κριθεί ότι το Τεκμήριο  2 είναι γραμμάτιο σε διαταγή, τότε θα εκδοθεί απόφαση με βάση το Τεκμήριο 45.  Αν κριθεί ότι είναι δάνειο, τότε θα εκδοθεί απόφαση στη βάση του Τεκμηρίου 40.  Αναφορικά με την υποθήκη Τεκμήριο 7 και 8 (Α), είναι παραδεχτό ότι αποτελεί υποθήκη, με θέμα αγόρευσης να αποτελεί ο τόκος.».

 

Σύμφωνα με τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αν η μαρτυρία και τα τεκμήρια τα οποία οι εφεσίβλητοι παρουσίασαν συνάδουν με το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και αν όντως συνάδουν με το δικόγραφο να προχωρήσει και να εξετάσει αν το Τεκμήριο 2 αποτελεί γραμμάτιο σε διαταγή, θα εκδοθεί απόφαση με βάση το Τεκμήριο 45 ή αν αποτελεί δάνειο τότε θα εκδοθεί απόφαση στη βάση του Τεκμηρίου 40.

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης εστιάζεται στο ότι, κατά τους εφεσείοντες, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης συνάδει με την δοθείσα μαρτυρία και τα κατατεθέντα τεκμήρια.  Είναι δε περαιτέρω η θέση των εφεσειόντων ότι, παρόλο που υπάρχουν διαζευκτικοί ισχυρισμοί στην Έκθεση Απαίτησης (παράγραφος 2), στις υπόλοιπες παραγράφους ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι ότι πρόκειται για δάνειο, ενώ τα τεκμήρια που κατέθεσαν αναφέρονται σε γραμμάτιο σε διαταγή και όχι σε δάνειο. Εισηγούνται, επίσης, ότι οι εφεσίβλητοι δεν μπορούσαν να προωθήσουν κατά την ακροαματική διαδικασία όλες τις διαζευκτικές βάσεις αγωγής τις οποίες διατυπώνουν στο δικόγραφο τους. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης παρέπεμψαν στην Λεωνίδου v. Σπυριδάκη (2012) 1 Α.Α.Δ. 1694.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του γι’ αυτό το θέμα αναφέρει:

 

«Αποτελεί αναγνωρισμένη αρχή ότι το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται στα δικόγραφα. Παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα, τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα βάσει της έκθεσης απαίτησης. (Alexandros Evangelou Camera House Ltd κ.α. ν Minerva Finance & Investments Ltd (2004) 1 ΑΑΔ 1734, Χρυσάνθου ν Παγκρατίου (1998) 1 ΑΑΔ 675.».

 

Προχώρησε, το Δικαστήριο, περαιτέρω, σε ερμηνεία των μεταξύ των μερών συμφωνιών ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο τα γεγονότα που προσκόμισαν οι εφεσίβλητοι στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο τίθεται στην Έκθεση Απαίτησης και κατέληξε ότι:

 

«Το τι προκύπτει από τα Τεκμήρια 1 - 8 είναι ότι πρόθεση των μερών ήταν η παραχώρηση από τους ενάγοντες στους εναγόμενους 1 ποσού ΛΚ80.000 το οποίο θα αποπληρώνετο εντός δύο μηνών και θα έφερε τόκο 1.35% μηνιαίως, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 2. Η αναφορά σε Γραμμάτιο σε Διαταγή δεν αναιρεί την πρόθεση αυτή. Η δε πρόνοια καθορισμού του συγκεκριμένου επιτοκίου, σαφώς στερεί από το εν λόγω έγγραφο τη δυνατότητα να αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου, όμως φανερώνει, παράλληλα, την πρόθεση των μερών να καθορίσουν, με αυτό τον τρόπο, τον τόκο που θα χρεωνόταν. Παράλληλα δε, ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων αποκαλύπτει την επανειλημμένη αναφορά της πράξης του δανεισμού προς την εναγόμενη 1. Δεν χωρεί, κατά την άποψη μου αμφιβολία ότι από τα εν λόγω Τεκμήρια, τα οποία αποτελούν τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες, αναδύεται η πρόθεση παροχής δανείου. Το δάνειο αυτό, οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν και προς περαιτέρω εξασφάλισή του, οι εναγόμενοι 1 υποθήκευσαν τα αναφερόμενα στα Τεκμήρια 7 και 8 (Α) διαμερίσματα.»

 

Οι εφεσείοντες, με αναφορά στα Τεκμήρια 2, 10-17, 20-27 και 29, τονίζουν ότι παρόλο που υπάρχουν διαζευκτικοί ισχυρισμοί στην Έκθεση Απαίτησης, τα πιο πάνω τεκμήρια αναφέρονται σε γραμμάτιο σε διαταγή και όχι σε δάνειο.  Να σημειώσουμε πως τα τεκμήρια που αναφέρονται οι εφεσείοντες, εκτός από το Τεκμήριο 2, το οποίο αποτελεί την συμφωνία και αναφέρεται σε γραμμάτιο σε διαταγή, τα υπόλοιπα τεκμήρια είναι επιστολές με τις οποίες οι εφεσείοντες τους καλούσαν να εξοφλήσουν τα γραμμάτια που όφειλαν.  Φυσικά, εκτός από τις επιστολές αυτές, υπάρχει αριθμός τεκμηρίων, όπως τα Τεκμήρια 1, 3Α και 3Β, 4Α, 4Β, 5, 6, 7 και 8Β, που αναφέρονται σε παραχώρηση δανείου για το ποσό το οποίο αναφέρεται στο Τεκμήριο 2.  Ιδιαίτερα, το Τεκμήριο 5, το οποίο αποτελεί τη συμφωνία παράτασης του χρόνου αποπληρωμής δανείου. 

 

Στην παρούσα υπόθεση εφαρμογή έχει η υπόθεση ALEXANDROS EVANGELOU CAMERA HOUSE LTD v. MINERVA FINANCE & INVESTMENTS LTD (2004) 1 Α.Α.Δ. 1734, στην οποία αναφέρθηκε ότι το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν και όχι με τον χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται στα δικόγραφα.  Παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα, τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, βάσει της Έκθεσης Απαίτησης.  Και όχι η υπόθεση Λεωνίδου (ανωτέρω) στην οποία η αξίωση βασιζόταν σε γραμμάτιο συνήθους τύπου που αποτελεί ιδιότυπη νομική ρύθμιση και δεν ήταν δυνατή η απόδοση θεραπείας επί εναλλακτικών βάσεων.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ύστερα από εκτεταμένη ανάλυση και αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας, διαπίστωσε ότι από τα Τεκμήρια 1-8 προκύπτει ότι η πρόθεση των μερών ήταν η παραχώρηση ποσού ΛΚ80.000,00 το οποίο θα αποπληρώνετο εντός δύο μηνών και θα έφερε τόκο 1.35% μηνιαίως, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 2.  Πλην του Τεκμηρίου 2, που αναφέρεται σε Γραμμάτιο σε Διαταγή, τα υπόλοιπα τεκμήρια που οι διάδικοι υπέγραψαν (Τεκμήρια 1 και 3-8), τα οποία αποτελούν τις μεταξύ των συμφωνίες, φανερώνουν πρόθεση για παροχή δανείου.  Οι εφεσείοντες 2 και 3 εγγυήθηκαν το δάνειο που δόθηκε στους εφεσείοντες 1 και οι εφεσείοντες 1 για περαιτέρω εξασφάλιση υποθήκευσαν τα ακίνητα που αναφέρονται στα Τεκμήρια 7-8(Α). 

 

Η συγκεκριμένη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η πρόθεση των μερών ήταν η παροχή δανείου από την εφεσίβλητη στους εφεσείοντες 1, είναι καθόλα ορθή και αντανακλάται μέσα από το περιεχόμενο των συγκεκριμένων τεκμηρίων τα οποία καθορίζουν ότι πρόθεση τους ήταν η παροχή δανείου.  Το Τεκμήριο 1 αποτελεί την  «Αίτηση για εξασφάλιση Δανείων» εκ μέρους των εφεσειόντων 1.  Στα Τεκμήρια 4Α και 4Β οι εφεσίβλητοι ενημερώνουν τους εφεσείοντες 2 και 3 για το ύψος του ποσού που θα εγγυηθούν τους εφεσείοντες 1 «δυνάμει συμφωνίας δανείου».  Το Τεκμήριο 5 αποτελεί την συμφωνία «παράτασης του χρόνου αποπληρωμής δανείου».  Επομένως, η Έκθεση Απαίτησης συνάδει με τη μαρτυρία που έχει δοθεί από τους εφεσίβλητους. Επίσης, ορθή είναι και η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 2 δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που επιτάσσει το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, ώστε να αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου.  Εφόσον ο προβλεπόμενος στο νόμο τόκος ορίζεται κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ’ έτος και όχι ως προβλέπεται στο Τεκμήριο 2 κατά μήνα όπου συνολικά κατ’ έτος ξεπερνά το εννέα τοις εκατόν.  

 

Συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. 

 

Συνέχεια του πρώτου λόγου έφεσης αποτελεί και ο δεύτερος λόγος έφεσης, ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως τα κατατεθειμένα τεκμήρια δεν αναφέρονταν σε γραμμάτιο σε διαταγή και ότι είναι λανθασμένη η κατάληξη αναφορικά με τον τόκο και/ή την επιτυχία της αγωγής.

 

Για τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχύουν τα όσα ανωτέρω στον πρώτο λόγο έφεσης έχουν καταγραφεί και δεν διαφωνούμε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Ως εκ τούτου και ο δεύτερος λόγος, δεν ευσταθεί.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης αφορά στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του ΜΕ1, καθώς, και τη διαφορά που είχε ο ΜΕ1 με τον ΜΕ2 όσον αφορά τις καταστάσεις των λογαριασμών.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε σχέση με τους ΜΕ1 και 2 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «έδωσαν σαφώς την εντύπωση ότι γνήσια απέδωσαν με τα λεγόμενα τους αυτά που πίστευαν ότι ισχύουν στην παρούσα υπόθεση».  Συγκεκριμένα, για τον ΜΕ1 αναφέρει «καθίσταται εμφανές από την ως άνω εξέλιξη των πραγμάτων, ότι δεν αμφισβητείται αναφορικά με τα όσα αφορούν την τέλεση των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών». 

 

Ως προς τον έλεγχο της πρωτόδικης αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Εφετείο, στην υπόθεση Χριστοδουλίδου v. Mocassino Shoes Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 294, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«... Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ― Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι αντίθετα με την κοινή λογική ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που αυτό έχει αποδεχτεί ως αξιόπιστη.»

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στα συμπεράσματα του έχοντας υπόψη του τι έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός και με δεδομένο ότι δεν αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία αφορούν στην τέλεση των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών, κάτι το οποίο πηγάζει τόσο από τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 επί των γεγονότων.  Συνεπώς, τυχόν αντιφάσεις που παρατηρούνται στη μαρτυρία του ΜΕ1 δεν αποτελούν ουσιαστικές αντιφάσεις οι οποίες να αφήνουν τον ΜΕ1 εκτεθειμένο ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική, ώστε να δίδουν το δικαίωμα για την επέμβαση του Εφετείου (βλέπε Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.α. (2006) 1 Α.Α.Δ. 236).

 

Ως εκ τούτου και ο τρίτος λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Ο τέταρτος λόγος έφεσης αφορά στη διαταγή του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την εκποίηση της ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας των εφεσειόντων 1 προς αποπληρωμή του ποσού των €135.468,24 πλέον τόκο 1,25% μηνιαίως από 15.12.2011.

 

Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το ποσό των €135.468,24 πλέον τόκο 1,25% από 15.12.2011 είναι σύμφωνα με τη δήλωση των διαδίκων, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει πως πρόκειται για δάνειο η οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί θα εκδοθεί στη βάση του Τεκμηρίου 40.  Στο Τεκμήριο 40 αναφέρεται ότι το Loan Balance είναι €98.399,66 και το εναπομείναν ποσό τόκων €37.068,58 σύνολο €135.468,24.  Η δήλωση αμφοτέρων και η αποδοχή του Τεκμηρίου 40 δεν μπορεί να έχει άλλη ερμηνεία από αυτό που καταγράφεται σ’ αυτό.  Το ποσό που πληρώθηκε από τους εφεσείοντες είναι €100.903,07 αλλά το ποσό αυτό πληρώνετο τόσο έναντι του κεφαλαίου όσο και έναντι των τόκων.  Το έγγραφο υποθήκης Τεκμήριο 7 αναφέρει στην παράγραφο 17 ότι «η παρούσα υποθήκη εξασφαλίζει μόνο το γραμμάτιο ημερομηνίας 2 Φεβρουαρίου 2006 για το ποσό των £80000 (ογδόντα χιλιάδων λιρών μόνο) πλέον τόκο προς 1,25% μηνιαίως ή μέρος του μηνός και έξοδα».  Συνεπώς, με αυτά τα δεδομένα δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε μεμπτό στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι ήταν λανθασμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τα διάφορα αξιούμενα ποσά και με μη εκκαθαρισμένη απαίτηση, που ουδόλως αιτιολογείται. 

 

Στην αιτιολογία αυτού του λόγου έφεσης γίνεται παραπομπή στα Τεκμήρια 10, 11, 13, 23 και 25 και στα αναφερόμενα σ’ αυτά τα τεκμήρια ποσά και ισχυρίζονται ότι η αξίωση των εφεσίβλητων δεν μπορεί να αποδειχθεί, καθότι αυτά τα έγγραφα αμφισβητούνται και οι μαρτυρίες των ΜΕ1 και ΜΕ2 σε σχέση με το αξιούμενο ποσό έχουν εγγενείς δυσκολίες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποδειχθεί το οφειλόμενο ποσό.

 

Αυτή η θέση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη δήλωση των εφεσειόντων ότι το ποσό που θα κληθούν οι εφεσείοντες να πληρώσουν, σε περίπτωση που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφασίσει ότι οι ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων είναι δικογραφημένοι, είναι, με βάση το Τεκμήριο 40, αν κατέληγε ότι το ποσό δόθηκε υπό μορφή δανείου ή με βάση το Τεκμήριο 45 αν κατέληγε ότι είναι γραμμάτιο.  Συνεπώς, ένεκα αυτής της δήλωσης, οι εφεσείοντες κωλύονται να αμφισβητούν το οφειλόμενο υπόλοιπο από την στιγμή που έγινε παραδεκτό, εκ μέρους τους.  Τα παραδεκτά γεγονότα συνιστούν δεσμευτικά ευρήματα για το Δικαστήριο.

 

Επομένως, ούτε ο πέμπτος λόγος μπορεί να επιτύχει.

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε πως ο περιορισμός των επίδικων θεμάτων, πριν την αντεξέταση του ΜΥ1, οδήγησε στη μη αντεξέταση του, στην απόσυρση της ανταπαίτησης και πως η μη προκόμιση μαρτυρίας από τους εφεσείοντες έχει καταστήσει την μαρτυρία του ΜΥ1 άνευ αποδεικτικής αξίας. Είναι δε η θέση τους ότι η μη αντεξέταση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πως η εκδοχή της άλλης πλευράς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι αυτό θα αποφασιστεί αφού ληφθεί υπόψη η φύση των ισχυρισμών και οι λόγοι που οδήγησαν στη μη αντεξέταση.

 

Ως συνέχεια του έκτου λόγου αποτελούν και οι λόγοι έφεσης επτά και ο δις όγδοος καθότι αφορούν το θέμα της μαρτυρίας του ΜΥ1 και τα τεκμήρια που αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο.  Θέση των εφεσειόντων είναι ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα τεκμήρια που οι εφεσείοντες κατέθεσαν και κατέληξε στο εύρημα ότι η θέση των εφεσιβλήτων είναι δικογραφημένη.  Ακόμη,  ότι λανθασμένα δεν ασχολήθηκε με αυτά τα τεκμήρια όσον αφορά τις χρεώσεις των τόκων.

 

Με βάση τα πρακτικά του Δικαστηρίου στις 20.06.2019 κλήθηκε από τους εφεσείοντες να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης ο εφεσείοντας 2.  Αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του η γραπτή κατάθεση του «Έγγραφο Γ» και κατέθεσε τα Τεκμήρια 48-53.  Με βάση τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.09.2019 ο δικηγόρος των εφεσειόντων απέσυρε την ανταπαίτηση και δήλωσαν τα πιο πάνω αναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα και παρά τις αρχικές διαφορές ως προς το θέμα του τόκου ο δικηγόρος τους συμφώνησε ότι σε περίπτωση που κριθεί πως πρόκειται για δάνειο, και πληροί τη δικογράφηση, θα εκδοθεί απόφαση ως το Τεκμήριο 40, ενώ, σε περίπτωση που κριθεί ότι είναι γραμμάτιο, και πληροί τη δικογράφηση, θα εκδοθεί απόφαση ως το Τεκμήριο 45.

 

Από τη στιγμή που οι εφεσείοντες συμφώνησαν με τα παραδεκτά γεγονότα, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι με τις δηλώσεις τους το επίδικο θέμα περιορίστηκε στο κατά πόσον θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση εναντίον των εφεσειόντων και αν ναι για ποιο ποσό και δεν θα εξετάσει μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε και αφορά θέματα τα οποία οι ίδιοι περιόρισαν με τις δηλώσεις τους. Στην ερώτηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς τους δικηγόρους των εφεσειόντων αν κλείνουν την υπόθεση τους χωρίς να αντεξεταστεί ο μάρτυρας, αυτοί συμφώνησαν και ανέφεραν ότι «δεν υπάρχει λόγος».  Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του χωρίς να απορρίπτει τη μαρτυρία του ΜΥ1 κατέληξε ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 καθίσταται αναπόφευκτα «άνευ αποδειχτικής αξίας».  Η συγκεκριμένη αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι καθ’ όλα ορθή αφού είναι οι ίδιοι, μέσω του δικηγόρου τους, που την κατέστησαν άνευ αποδεικτικής αξίας και τυχόν ενασχόληση του Δικαστηρίου με αυτή ουσιαστικά θα ανέτρεπε τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία οι εφεσείοντες αποδέχθηκαν και με τα οποία περιόρισαν τα επίδικα θέματα.  Περαιτέρω, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τα Τεκμήρια 45 – 47 από τη στιγμή που κατέληξε ότι επρόκειτο για δάνειο και συνεπώς με βάση τη δήλωση των εφεσειόντων θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με το Τεκμήριο 40.

 

Ως εκ τούτου οι λόγοι έφεσης έξι, επτά και δις όγδοος, δεν γίνονται αποδεχτοί.

 

Με τον όγδοο λόγο οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την παραδοχή του ΜΕ1 ότι δεν χρειαζόταν να τους ζητήσει να συμβουλευθούν ανεξάρτητο δικηγόρο πριν την υπογραφή των τεκμηρίων.  Θέση τους είναι ότι, ανεξάρτητα από την επαγγελματική ιδιότητα οποιουδήποτε διαδίκου, πριν την υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου επιβάλλεται η λήψη  ανεξάρτητης νομικής συμβουλής.

 

Σύμφωνα  με τα Τεκμήρια 4(Α) και 4(Β) και οι δύο εγγυητές πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης έλαβαν επιστολές από την τράπεζα η οποία τους απεκάλυπτε τα βασικά στοιχεία για την εγγύηση που θα παρείχαν και αυτοί με την σειρά τους δήλωσαν ότι έλαβαν γνώση, αντιλήφθηκαν το περιεχόμενο της εγγύησης και ως διευθυντές των εφεσειόντων 1, γνώριζαν οτιδήποτε σημαντικό αφορά ή συμβαίνει στην εταιρεία οικονομικά ή άλλης φύσεως.

 

Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι οι εφεσείοντες 2 και 3 έλαβαν γνώση για την εγγύηση που υπέγραψαν, ήταν διευθυντές της εταιρείας και γνώριζαν τα οικονομικά ή και άλλα στοιχεία, συνεπώς στην παρούσα υπόθεση ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Μαυροσκούφη v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (Πρώην Arab Bank Plc) (2014) 1 Α.Α.Δ. 839 όπου λέχθηκε «ότι από την στιγμή που η εφεσίβλητη είχε δώσει στην εφεσείουσα αντίγραφα των εγγυήσεων για να τα μελετήσει προτού υπογράψει, δεν είχε και υποχρέωση να βεβαιωθεί κατά πόσο είχε λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή ως προς τις συνέπειες της υπογραφής».  Ως εκ τούτου, η μη εξέταση από το πρωτόδικο Δικαστήριο του υπό συζήτηση θέματος δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της εκκαλούμενης απόφασης.  Συνεπώς και ο όγδοος λόγος έφεσης δεν κρίνεται επιτυχής.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η έφεση αποτυγχάνει.  Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα €4.000,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο