CH.K. MOULD MANUFACTURES LTD κ.α. v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2020, 28/9/2026
print
Τίτλος:
CH.K. MOULD MANUFACTURES LTD κ.α. v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2020, 28/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2020)

 

28 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]

[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

         

                       1.    CH.K. MOULD MANUFACTURES LTD

                       2.    ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΩΣΤΑΚΗ

Εφεσείοντες/Εναγόμενοι

 

και

 

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

Εφεσίβλητη/Ενάγουσα

 

------------------------------------------------

 

Παναγιώτης Κλεοβούλου για Παναγιώτης Κλεοβούλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες

Κωνσταντίνος Καμπανέλλας για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΚΟΝΗΣ, Δ.: Η εφεσίβλητη τράπεζα με αγωγή της αξίωσε εναντίον της εφεσείουσας 1 εταιρείας ως πρωτοφειλέτιδας και του εφεσείοντος 2 ως εγγυητή διάφορα ποσά δυνάμει συμφωνιών χορήγησης ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, συμφωνίες δανείων και προσωπικών εγγυήσεων, διατάγματα εκποίησης της υποθήκης  [   ] και διατάγματα επιφύλαξης των δικαιωμάτων της δυνάμει ομολόγου επιβάρυνσης ημερ. 15.9.1993 ως επίσης από ασφαλιστήρια συμβόλαια με αρ. [   ] και [   ].

 

         Οι εφεσείοντες δεν αρνήθηκαν τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών. Αρνήθηκαν όμως την απαίτηση της εφεσίβλητης προβάλλοντας διάφορες υπερασπίσεις. Ισχυρίστηκαν μεταξύ άλλων τη χρέωση παράνομων και/ή καταχρηστικών χρεώσεων και/ή παράνομων κεφαλαιοποιήσεων, ανατοκισμών και τόκων υπερημερίας στους επίδικους λογαριασμούς ως επίσης ότι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος, Ν.160(Ι)/1999 είναι αντισυνταγματικός και ευρίσκεται σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες και/ή κανονισμούς και/η νομοθεσία. Ισχυρίστηκαν ακόμα την ύπαρξη καταχρηστικών όρων στις επίδικες συμβάσεις, κατά παράβαση των προνοιών του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν.93(Ι)/1996. Αρνήθηκαν τη λήψη προειδοποιητικών επιστολών ημερ. 23.12.2009 και ισχυρίστηκαν ότι ο τερματισμός των επίδικων συμφωνιών ήταν απροειδοποίητος, εκδικητικός και δεν ήταν νόμιμος. Ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι η εφεσίβλητη βασίστηκε σε τόκους πέραν του επιτρεπόμενου, οι οποίοι υπολογίζονταν με βάση τις 360 μέρες αντί των 365.

 

         Κατά την ακροαματική διαδικασία η εφεσίβλητη παρουσίασε ένα μάρτυρα, τον Μ.Ε.1, ο οποίος εργαζόταν στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών (Recoveries) της εφεσίβλητης στη Λεμεσό και ήταν ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονταν την επίδικη υπόθεση. Οι εφεσείοντες παρουσίασαν δύο μάρτυρες, τον εφεσείοντα 2 (Μ.Υ.1), διευθυντή της εφεσείουσας 1 και τον Μ.Υ.2, χρηματοοικονομικό σύμβουλο ο οποίος έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας προχώρησε με την καταγραφή των μη αμφισβητούμενων γεγονότων τα οποία είχαν συνοπτικά ως ακολούθως:

 

         -      Με τη συμφωνία ημερ. 15.9.1993 η εφεσίβλητη παραχώρησε στην εφεσείουσα 1 όριο, σε τρεχούμενο λογαριασμό, ύψους €17.086,01 (Λ.Κ.10.000,00). Σύμφωνα με τον όρο 2 της συμφωνίας η πιστωτική διευκόλυνση θα χρεωνόταν με τόκο προς 9% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου και θα υπολογιζόταν και θα καταβαλλόταν κάθε έξι μήνες κάθε έτους την 30ην Ιουνίου  και την 31ην Δεκεμβρίου.

 

         -      Η εφεσίβλητη με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου ημερ. 7.9.1993, αποφάσισε όπως παραχωρήσει προς όφελος της εφεσείουσας 1 ως εξασφάλιση την εγγραφή Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης (Debenture) επί ολόκληρης της επιχείρησης και περιουσίας της, μέχρι ποσού που δεν θα υπέρβαινε το συνολικό ποσό των €17.086,01 (Λ.Κ.10.000,00) πλέον τόκους, προμήθειες και άλλες δαπάνες.

 

         -      Με τη συμφωνία ημερ. 16.11.2006 (Τεκμήριο 10) η εφεσίβλητη, αφού προηγήθηκε σχετικό αίτημα από την εφεσείουσα 1, ενέκρινε την αύξηση του ορίου του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού από €17.086,01 (Λ.Κ.10.000,00) σε €42.715,04 (Λ.Κ.25.000,00). Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας (Τεκμήριο 10) η πιστωτική διευκόλυνση θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το Βασικό Επιτόκιο προσαυξημένο κατά 4,000 εκατοστιαίες μονάδες. Ο τόκος κατά την ημερομηνία υπογραφής  της, ανερχόταν σε Βασικό Επιτόκιο 4,500% το χρόνο, προσαύξηση 4,000% το χρόνο, σύνολο 8,500% το χρόνο. Σε περίπτωση που οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο και δεν πληρωνόταν, η εφεσείουσα 1 θα κατέβαλλε τόκο υπερημερίας ενώ όλες οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνταν αν δεν πληρώνονταν κάθε έξι μήνες, κατά την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους. Περαιτέρω η εφεσίβλητη είχε το δικαίωμα να αυξομειώνει κατά την κρίση της το Βασικό Επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, το μεταβαλλόμενο επιτόκιο, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα.

 

         -      Στις 13.9.2007 η εφεσείουσα 1 ζήτησε την αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από €42.715,04 (Λ.Κ.25.000,00) σε €59.801,05 (Λ.Κ.35.000,00). Η εφεσίβλητη με απόφαση της ημερ. 14.9.2007 (αρ. 1050), ενέκρινε την αίτηση της εφεσείουσας 1. Ίσχυαν όσον αφορά τον τόκο τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. Ο εφεσείων 2 υπέγραψε την 15.10.2007 προς όφελος της εφεσίβλητης Εγγυητήριο έγγραφο (η προηγούμενη εγγύηση που είχε υπογράψει με άλλους εγγυητές ακυρώθηκε με δική του συναίνεση) μέχρι ποσού €71.761,26 (Λ.Κ. 42.000,00) με το οποίο εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εφεσείουσας 1 προς την εφεσίβλητη.

 

         -      Στις 11.3.2008 η εφεσείουσα 1 ζήτησε την αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από €59.801,00 σε €60.000,00 και την προσωρινή αύξηση του ορίου του από €60.000,00 σε €65.000,00 μέχρι 1.6.2008. Η εφεσίβλητη  με απόφαση της ημερ. 12.3.2008 (αρ. 122) ενέκρινε την αίτηση της εφεσείουσας 1 για παραχώρηση της διευκόλυνσης. Η αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού θα χρεωνόταν με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών Euribor (4,383% ετησίως κατά την 12.3.2008) προσαυξημένο κατά 4,000% ετησίων (σύνολο επιτοκίου 8,383% ετησίως). Όλες οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνταν αν δεν πληρώνονταν κάθε έξι μήνες την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους. Προς υλοποίηση των πιο πάνω συνήφθη μεταξύ της εφεσίβλητης και της εφεσείουσας 1  η Συμφωνία Τρεχούμενου ημερ. 26.3.2008 με βάση την οποία η εφεσίβλητη μπορούσε κατά την κρίση της  να αυξομειώνει οποτεδήποτε το βασικό επιτόκιο, το περιθώριο, την προμήθεια και/ή τα τραπεζικά δικαιώματα. Ο εφεσείων 2 υπέγραψε την ίδια μέρα προς όφελος της εφεσίβλητης εγγυητήριο έγγραφο μέχρι ποσού €72.000,00.

 

         -      Επιπρόσθετα με τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 16.11.2006 (προηγήθηκε σχετικό αίτημα από την εφεσείουσα 1), η εφεσίβλητη παραχώρησε στην εφεσείουσα 1 Δάνειο Τακτής Προθεσμίας ύψους €124.727,90 (Λ.Κ.73.000,00). Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας το δάνειο θα αποπληρωνόταν διά 240 μηνιαίων δόσεων εκ €1.077,03 (Λ.Κ.630,36) εκάστη, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 31.12.2006 και θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της εφεσίβλητης (κατά την 16.11.2006 ανερχόταν σε 4,5000% ετησίως) προσαυξημένο κατά 4,0000% ετησίως (σύνολο 8,5000% ετησίως). Όλες οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνταν αν δεν πληρώνονταν κάθε έξι μήνες, κατά την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους ενώ η εφεσίβλητη μπορούσε κατά την κρίση της να αυξομειώνει το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, το μεταβαλλόμενο επιτόκιο, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και/η τα τραπεζικά δικαιώματα. Ως εξασφάλιση ο εφεσείων 2 και ένα τρίτο πρόσωπο υπέγραψαν, την ίδια ημερομηνία, προς όφελος της εφεσίβλητης εγγυητήριο έγγραφο με βάση το οποίο εγγυήθηκαν αλληλεγγύως και/η κεχωρισμένως την πληρωμή του εν λόγω ποσού πλέον τους αναλογούντες τόκους, δικαιώματα και προμήθειες. Περαιτέρω η εφεσείουσα 1 με την υποθήκη [   ] υποθήκευσε συγκεκριμένο ακίνητο στην πόλη και επαρχία Λεμεσού για το ποσό των €221.118,18 (Λ.Κ.130.000,00). Στις 15.10.2007 η εφεσίβλητη με έγγραφη συμφωνία απάλλαξε το τρίτο πρόσωπο από τις εγγυήσεις τις οποίες πρόσφερε με την συναίνεση του εφεσείοντος 2 ότι θα συνέχιζε να ήταν υπεύθυνος ο ίδιος. Η εφεσείουσα 1 αποδέχθηκε όπως συνεχίσει να υφίσταται ως εξασφάλιση, το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης (Debenture) ημερ. 15.9.1993.

 

         -      Περαιτέρω, δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 26.3.2008 η εφεσίβλητη παραχώρησε στην εφεσείουσα 1 Δάνειο Τακτής Προθεσμίας ύψους €17.000,00. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 59 δόσεις εκ €352,95 η κάθε μια με τη πρώτη να είναι πληρωτέα την 1.5.2008. Το δάνειο θα χρεωνόταν με τόκο προς ποσοστό 6 μηνών Euribor (κατά την 26.3.2008 ανερχόταν σε 4,383% ετησίως) με προσαύξηση 4,000% ετησίως (σύνολο 8,383%). Όλες οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνταν αν δεν πληρώνονταν κάθε έξι μήνες κατά την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους. Αν οποιοδήποτε ποσό δεν πληρωνόταν την ημερομηνία που καθίστατο πληρωτέο η εφεσείουσα 1 θα πλήρωνε τόκο υπερημερίας. Η εφεσίβλητη μπορούσε να αυξομειώνει το βασικό επιτόκιο, το περιθώριο, την προμήθεια και/ή τα τραπεζικά δικαιώματα. Ο εφεσείων 2 υπέγραψε, κατά την ίδια ημερομηνία, προς όφελος της εφεσίβλητης, εγγυητήριο έγγραφο με το οποίο εγγυήθηκε αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως την πληρωμή του ως άνω ποσού πλέον τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα.

 

         Όσον αφορά την αμφισβητούμενη μαρτυρία, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 την οποία έκρινε ως αξιόπιστη και τεκμηριωμένη για τους λόγους που εξηγεί στην απόφαση του. Αντίθετα απέρριψε τη μαρτυρία του εφεσείοντος 2 (Μ.Υ.1) και του Μ.Υ.2  για τους λόγους που επίσης εξηγεί.

 

         Εν συνεχεία το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εξαγωγή ευρημάτων αναφέροντας τα ακόλουθα:

 

         «Τα ευρήματα του Δικαστηρίου αντλούνται από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα ως παρατίθενται πιο πάνω και από την μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν από τον Μ.Ε.1 η οποία καταγράφεται συνοπτικά στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης και η οποία υιοθετείται και επαναλαμβάνεται και για σκοπούς αποφυγής επανάληψης και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επίσης οι παρουσιασθείσες καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με τη λειτουργία τους, τις χρεωπιστώσεις καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία που εμπεριέχονται σε αυτές.»

 

         Ακολούθως το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση νομικών ζητημάτων που ήγειρε η Υπεράσπιση. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η εφεσίβλητη εξαπάτησε και/ή παραπλάνησε την εφεσείουσα 1 κατά τη κατάρτιση των διαφόρων συμφωνιών, έκρινε ότι η εφεσείουσα 1 δεν απέδειξε ότι υπήρξε οποιαδήποτε απάτη σε βάρος της για να συνάψει τις επίδικες συμφωνίες ή ότι της έγιναν οποιεσδήποτε ψευδείς παραστάσεις που να καθιστούν τις συμφωνίες ακυρώσιμες κατ’ επιλογή της εφεσείουσας 1. Περαιτέρω δεν έκανε δεκτή τη θέση των εφεσειόντων ότι κάποιοι από τους όρους των συμφωνιών συνιστούσαν καταχρηστικές ρήτρες και συνεπώς αυτοί δεν δέσμευαν τους εφεσείοντες, κρίνοντας ότι η πιο πάνω θέση δεν αποτελούσε υπεράσπιση στην απαίτηση της εφεσίβλητης. Ακολούθως εξέτασε ζήτημα αντισυνταγματικότητας του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.160(Ι)/1999  που επίσης ήγειρε η Υπεράσπιση. Έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο εύρημα αντισυνταγματικότητας του εν λόγω Νόμου ή της Αρχής της Ισότητας και απέρριψε τις σχετικές θέσεις των εφεσειόντων. Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις θέσεις των εφεσειόντων περί μη παραλαβής προειδοποιητικών επιστολών και παράνομου τερματισμού των συμφωνιών.

 

         Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη είχε αποδείξει την υπόθεση της η οποία δικαιούτο επιπρόσθετα τόκο υπερημερίας 2%. Έτσι προχώρησε στην έκδοση απόφασης υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για:

 

         -      Ποσό €44.949,87 πλέον τόκων δυνάμει Συμφωνίας Τρεχούμενου ημερ. 26.3.2008

         -      Ποσό €238.509,71 πλέον τόκων δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερ. 16.11.2006

         -      Ποσό 27.417,92 πλέον τόκων δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερ. 26.3.2008

                 (Όλα τα πιο πάνω ποσά με κεφαλαιοποίηση τόκων δυο φορές τον χρόνο, την 30ην Ιουνίου και  την 31ην Δεκεμβρίου)

         -      Διάταγμα εκποίησης της υποθήκης [   ] και

         -      Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διατήρηση και/ή επιφυλάσσονται τα δικαιώματα της εφεσίβλητης τα οποία απορρέουν από το ως άνω Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης.

 

         Όσον αφορά τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας αυτά επιδικάστηκαν υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα.

 

         Οι εφεσείοντες, οι οποίοι προφανώς δεν έμειναν ευχαριστημένοι από την πρωτόδικη απόφαση, την προσβάλλουν με δέκα λόγους έφεσης (ο ενδέκατος λόγος έφεσης εγκαταλείφθηκε κατά την ακρόαση της έφεσης).

 

         Με τον δέκατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε ότι η επιστολή τερματισμού λήφθηκε από τους εφεσείοντες. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσειόντων ότι η αποστολή της επιστολής τερματισμού αμφισβητήθηκε από τους εφεσείοντες και το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε την αποστολή και τη λήψη της παρά το γεγονός ότι δεν δόθηκε μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο υποτίθεται ότι ταχυδρόμησε την επιστολή.

 

         Ο λόγος έφεσης αυτός δεν μπορεί να επιτύχει.

 

         Ο Μ.Ε.1 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ότι οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 30, 31 και 32) στάλθηκαν σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμφωνιών στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εφεσειόντων και δεν επιστράφηκαν. Κατά την αντεξέταση του τόνισε ότι, παρόλο που οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν από άλλο συνάδελφο του, ερεύνησε το θέμα «και οι επιστολές στάλθηκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγόμενων και δεν σημειώθηκε καμία επιστροφή αλληλογραφίας», απορρίπτοντας σχετική υποβολή ότι οι επιστολές δεν ταχυδρομήθηκαν (σελ. 99 των πρακτικών). Το πρωτόδικο Δικαστήριο, πολύ ορθά, έκρινε, εφαρμόζοντας σχετική νομολογία (Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery (1965) 1 Α.Α.Δ. 9) ότι «η ταχυδρόμηση επιστολών οι οποίες δεν έχουν επιστραφεί από το ταχυδρομείο ως η παρούσα περίπτωση αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση τους στο πρόσωπο που απευθύνεται».

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο δέκατος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Οι λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 4, 6 και 9 θα εξεταστούν μαζί λόγω συνάφειας.

 

         Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε εσφαλμένα τη μαρτυρία καθότι έκρινε ότι η μαρτυρία ήταν ασαφής και αόριστη και εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι οι μάρτυρες της υπεράσπισης δεν απέδειξαν παράνομες χρεώσεις και ότι ο τερματισμός των λογαριασμών ήταν αναίτιος. Υποστηρίζουν ότι η ανυπαρξία της αιτίας του τερματισμού των λογαριασμών προκύπτει από τους αναδομημένους λογαριασμούς που η πλευρά της εφεσίβλητης κατέθεσε μέσω του Μ.Ε.1 και ότι η τεκμηρίωση της μαρτυρίας των εφεσειόντων προκύπτει από τους πιο πάνω λογαριασμούς ως επίσης από τα παρεμφερή τεκμήρια και από τις παραδοχές του ίδιου του Μ.Ε.1.

 

         Με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι η καταχώριση αναδομημένων λογαριασμών δεν κατέδειξε παράνομες χρεώσεις.

 

         Με τον ένατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι οι εφεσείοντες έφεραν το βάρος να αποδείξουν την υπεράσπιση τους και όχι η εφεσίβλητη να αποδείξει την απαίτηση της. Παραπονούνται οι εφεσείοντες ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε το μαρτυρικό υλικό της εφεσίβλητης επί τη βάσει της δικονομικής αρχής, ότι αυτή έφερε και το βάρος απόδειξης και ότι αυτό καταδείκνυε καταχρηστικές χρεώσεις αναζητώντας λανθασμένα από τους εφεσείοντες να αποδείξουν ότι αυτές οι χρεώσεις υφίσταντο.

 

         Θα πρέπει καταρχάς να υπενθυμίσουμε σε σχέση με τους πιο πάνω λόγους έφεσης τα όσα έχουν λεχθεί στην Χ΄ Μάρκου v. Widehorizon (Cap. Market) Ltd (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 108:

 

         «Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στα συμπεράσματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, καθώς και η διαπίστωση των πρωτογενών γεγονότων, ανάγονται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο βρίσκεται σε προνομιακή θέση να εκτιμήσει τα θέματα τούτα. (Papadopoulos v. Stavrou (1982) 1 C.L.R. 321). Το Εφετείο δικαιολογείται να επεμβαίνει στις διαπιστώσεις αξιοπιστίας, μόνο εφόσον καταφαίνεται ότι εξ αντικειμένου αυτές είναι ανυπόστατες. (Καννάουρου κ.ά. v. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, 39). Περαιτέρω, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί επέμβαση του Εφετείου εκεί όπου οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη δοθείσα μαρτυρία, ή όπου τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το Δικαστήριο. (Βλ. επίσης Αυξεντίου v. Δίγκλη (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1367).»

 

         Περαιτέρω υποδεικνύουμε ότι ο Μ.Ε.1 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, το οποίο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του αναφέροντας (σελ. 35) ότι με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσε τα γεγονότα που ήταν σε γνώση του ως επίσης η μαρτυρία του τόσο στο στάδιο της κυρίως εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης ήταν επεξηγηματική και πλήρως διαφωτιστική σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες και το είδος των διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην εφεσείουσα 1. Η μαρτυρία του ήταν σε συμφωνία με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του. Επιπρόσθετα αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε και τις αναπροσαρμογές σε σχέση με χρεώσεις που αφορούν τις συμβάσεις, αφού τα σχετικά τεκμήρια που κατέθεσε ήταν σε συμφωνία με τα δικαιολογητικά που αφορούσαν τους λογαριασμούς αυτούς. Ο Μ.Ε.1 εξήγησε όλα τα θέματα που προβλήθηκαν από το δικηγόρο των εφεσειόντων. Η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την αξιολόγηση και την αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης.

 

         Σε σχέση με τον Μ.Υ.1 το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μαρτυρία του ήταν από την αρχή μέχρι το τέλος ασαφής και αόριστη στα πλείστα ζητήματα και την απέρριψε. Τα όσα ανέφερε περί παράνομων χρεώσεων δεν δικαιολογούνταν από τα γεγονότα της υπόθεσης αφού σε κανένα σημείο δεν υπέδειξε συγκεκριμένα ποιες ήταν οι παράνομες χρεώσεις επιτοκίων με αναφορά στις καταστάσεις λογαριασμών που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης, τονίζοντας ότι ο Μ.Υ.1 δεν φαίνεται να παραπονέθηκε στην εφεσίβλητη, ως διευθυντής της εφεσείουσας 1, είτε προφορικά είτε γραπτώς για τέτοιες χρεώσεις, ενώ η εφεσείουσα 1 λάμβανε σχετικές καταστάσεις λογαριασμών. Δεν έγινε πιστευτή η θέση του ότι αντιλήφθηκε την ύπαρξη των παράνομων χρεώσεων μετά τον τερματισμό των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών και μετά από πληροφόρηση που έλαβε από τον λογιστή του, αφού ως ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, οι καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες λάμβανε η εφεσείουσα 1 παραπέμπονταν στο λογιστή της και αν υπήρχαν τέτοιες θα εντοπίζονταν από αυτόν. Δεν έγινε ακόμα πιστευτός ο ισχυρισμός του ότι παρόλο ότι οι λογαριασμοί παρουσίαζαν χρεωστικά υπόλοιπα, ο τερματισμός ήταν αναίτιος και καταχρηστικός εφόσον εξακολουθούσαν να υπάρχουν οι εγγυήσεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε εν κατακλείδι ότι στις πλείστες ερωτήσεις που τέθηκαν στον Μ.Υ.1 κατά την αντεξέταση του αυτός δεν ήταν σε θέση να τις απαντήσει παραπέμποντας στα ευρήματα του λογιστή του.

 

         Όσον αφορά τον Μ.Υ.2 το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αποδέχθηκε ως εμπειρογνώμονα όμως έκρινε τη μαρτυρία του επιστημονικά ατεκμηρίωτη γιατί παρέλειψε να το εφοδιάσει με τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια ώστε να μπορούν να ελεγχθούν τα συμπεράσματα του. Παράλληλα, δεν αιτιολόγησε με οποιοδήποτε τρόπο τα συμπεράσματα του αναφορικά με τις κατ΄ ισχυρισμό παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις τόκων. Ούτε εξήγησε με επιστημονικό τρόπο πως κατέληξε στα συμπεράσματα του αφού δεν ανέλυσε τα δεδομένα, με αναφορά στα έγγραφα της υπόθεσης, εκφέροντας τις απόψεις του με γενικό και αόριστο τρόπο ισχυριζόμενος ότι η εφεσίβλητη επέβαλε «στους Εναγομένους παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις πέραν του 9%, κατά παράβαση του περί Τόκων Νόμο 2/77, για όσο χρόνο ίσχυε χρησιμοποιώντας 360 ημέρες αντί 365 και ότι από αυτά οι λογαριασμοί παρουσίασαν πλασματική υπέρβαση, η οποία οδήγησε στον τερματισμό τους, χωρίς όμως να εξειδικεύσει ποιες συγκεκριμένες χρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμού ήταν παράνομες και καταχρηστικές». Επεσήμανε επίσης ότι ο Μ.Υ.2 παρά το ότι «χαρακτήρισε τα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών μολυσμένα δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει σε οποιοδήποτε στάδιο ποιες από τις χρεώσεις που έχουν γίνει ήταν μολυσμένες ούτε υπέδειξε συγκεκριμένες χρεώσεις που ο ίδιος θεωρούσε ως παράνομες ούτε σε ποιο στάδιο της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού το επιτόκιο ξεπέρασε το 9%, κατά παράβαση του περί Τόκου Νόμου». Ενδεικτικό των πιο πάνω συμπερασμάτων του Δικαστηρίου είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση του Μ.Υ.2 (σελ. 185-186 των πρακτικών):

 

            «Ε.    Άρα συμφωνείτε μαζί μου ότι σήμερα δεν μπορείτε να μας πείτε ακριβώς το ποσό που υπερχρεώθηκε;

            Α.      Αν ήταν να το πω ήταν να το φέρω γραπτώς, αν ήταν να το αναλύσουμε σε σεντ. Λέω ότι παραβιάζετουν ο τρόπος που λειτουργούσε το σύστημα όπως το γνωρίζω, παραβιαζόταν με οποιαδήποτε επιπρόσθετη χρέωση. Αν το Δικαστήριο ή εσείς προσωπικά θέλετε ανάλυση του συστήματος της τράπεζας πώς λειτουργούσε πρέπει να κάνουμε simulation και ξαναείπα ότι εσείς αγνοείτε το κόστος, το κόστος των φτωχών, το κόστος του πελάτη το αγνοείτε, ο πελάτης όμως δεν μπορεί, δεν έχουν όλοι τα sources για να πηγαίνουμε στις αναλύσεις αυτές για να εξετάζουμε αν η τράπεζα έκανε τι έκανε. Βασιζόμαστε σε κάποιες αρχές, βασιζόμαστε στο trust το οποίο δεν υπάρχει πλέον, γι΄ αυτό είμαστε εδώ και το transparency που δεν υπάρχει πλέον γιατί ήρθαν με μια λίστα, πιάνουμε, αφαιρούμε αυτά και τέλειωσε και σας είπα 10 λόγους που δεν τέλειωσε γιατί είναι μολυσμένο το υπόλοιπο. Συνεχίστε να ρωτάτε και εγώ θα απαντώ με τον ίδιο τρόπο.»

 

         Δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε μεμπτό στον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προσέγγισε και αξιολόγησε τη μαρτυρία των Μ.Υ.1,  Μ.Υ.2 και Μ.Ε.1.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε, με αναφορά στη σχετική νομολογία, (Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238) ότι η καταχώριση αναδομημένων λογαριασμών δε δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στη διαδικασία ούτε κατέδειξε παράνομες ή καταχρηστικές χρεώσεις, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, αλλά αντίθετα την υποβοήθησε με τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμών που παρουσιάστηκαν σαν τραπεζικά βιβλία δυνάμει του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι εν λόγω καταστάσεις και τα πιστοποιητικά που τις αφορούν (Τεκμήρια 33, 34 και 35) αποτελούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου τους ως επίσης ότι δεν δόθηκε μαρτυρία ικανή να δικαιολογήσει αντίθετο εύρημα από τους εφεσείοντες. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9 και συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων που περιέχονταν σε αυτές, ορθά υπέδειξε ότι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσειόντων για να αποδείξουν είτε την ανυπαρξία των καταχωρίσεων είτε την ύπαρξη λανθασμένων καταχωρίσεων και ότι ο Μ.Υ.1 δεν έθεσε τέτοια γεγονότα που να διαφοροποιούν τις χρεώσεις που εμφαίνονταν στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμών.

 

         Η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους των εφεσειόντων ήταν γενική και αόριστη ενώ κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 προωθήθηκε η θέση ότι το ύψος του επιτοκίου στους επίδικους λογαριασμούς και ορισμένες άλλες γενικές χρεώσεις ήταν αυθαίρετες και καταχρηστικές. Σύμφωνα με τη νομολογία η υπεράσπιση θα πρέπει να υποβάλλει ξεκάθαρες ερωτήσεις σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς προς το σκοπό αμφισβήτησης οποιωνδήποτε χρεώσεων και ότι γενικές και αόριστες υποβολές προς αμφισβήτηση του υπολοίπου χωρίς αντεξέταση επί των σχετικών εγγράφων και λεπτομερειών επί των καταστάσεων λογαριασμού δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα περί μη απόσεισης του βάρους απόδειξης του ενάγοντος (Γεωργιάδη κ.ά ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 376/2014, ημερ. 16.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:A90). Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο (σελ. 39) υπέδειξε, λαμβάνοντας καθοδήγηση από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου (2014) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2287 ότι από τη στιγμή που ο Μ.Υ.2 δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις των επίδικων λογαριασμών αλλά προέβη σε μια γενική άρνηση ως προς το οφειλόμενο ποσό το Δικαστήριο δεν ήταν δυνατόν να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς τις χρεώσεις τόκων.

 

         Η πλευρά των εφεσειόντων δεν έχει καταφέρει να καταδείξει ότι τα πιο πάνω ευρήματα και η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένα ή αναιτιολόγητα (βλ. μεταξύ άλλων Χατζημάρκου (ανωτέρω), T.J.S. Enterpr. Ltd v. Λαϊκής Κυπρ. Τράπ. (Χρηματ.) Λτδ (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 108 και Πολάτογλου v. Μασούρα (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 150).

 

         Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης 4, 6 και 9 απορρίπτονται.

 

         Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τον τερματισμό των λογαριασμών των εφεσειόντων χωρίς να σχολιάσει και χωρίς να αιτιολογήσει γιατί απέρριψε τη θέση των εφεσειόντων, ότι η εφεσίβλητη με καταχρηστικές χρεώσεις προκάλεσε πλασματική υπέρβαση του λογαριασμού των εφεσειόντων και επί τη βάσει αυτής της πλασματικής κατάστασης η εφεσίβλητη εδραίωσε το αγώγιμο δικαίωμα της, αφού πρώτα τερμάτισε το λογαριασμό των εφεσειόντων. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσειόντων ότι οι καταστάσεις λογαριασμών τους οποίους κατέθεσε ο Μ.Ε.1 καταδεικνύουν ότι όταν η εφεσίβλητη τερμάτιζε τον τρεχούμενο λογαριασμό των εφεσειόντων, το οφειλόμενο ποσό του εν λόγω λογαριασμού (Τεκμήριο 36) ήταν κατά €39.550,70 ολιγότερο του τότε κατ΄ ισχυρισμό υπολοίπου και σαφώς ολιγότερο του ορίου, η υπέρβαση του οποίου θα παρείχε νομικό έρεισμα στην εφεσίβλητη να τερματίσει το λογαριασμό και να εγείρει την αγωγή. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι παρά το ότι τα πιο πάνω αποτέλεσαν την πεμπτουσία της γραμμής υπεράσπισης και μολονότι προβλήθηκαν έντονα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιπαρήλθε τα εν λόγω σημεία χωρίς σχολιασμό και αιτιολογία.

 

         Θα πρέπει καταρχάς να παρατηρήσουμε πως ο λόγος έφεσης διέπεται από γενικότητα και αοριστία αφού δεν συγκεκριμενοποιεί ποιες είναι οι καταχρηστικές χρεώσεις οι οποίες οδήγησαν σε πλασματική υπέρβαση του τρεχούμενου λογαριασμού της εφεσείουσας 1.

 

         Πέραν των πιο πάνω υποδεικνύουμε ότι η σύναψη των συμβάσεων που σχετίζονται με τον τρεχούμενο λογαριασμό αποτελούσε μέρος των μη αμφισβητούμενων γεγονότων. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως αναφέρουμε και στο πλαίσιο των λόγων έφεσης υπ΄ αρ. 4, 6 και 9 το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τις καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε ο Μ.Ε.1 ως επίσης ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9 και ότι συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων που περιέχονταν σε αυτές (βλ. Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (2013) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2357). Όπως αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ. 36 της απόφασης του η καταχώρηση αναδομημένων λογαριασμών δεν δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στη διαδικασία ούτε κατέδειξε παράνομες ή καταχρηστικές χρεώσεις αλλά υποβοήθησε τη διαδικασία για τη διαμόρφωση του υπολοίπου [βλ. Καλλικάς (ανωτέρω)]. Με τη μη αποδοχή της μαρτυρίας των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 η πλευρά των εφεσειόντων δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης προς απόδειξη των ισχυρισμών της. Όπως έχει αναφερθεί στην Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά. (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 479:

 

            «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και 11. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.»

 

         Ο Μ.Ε.1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε βέβαια ότι το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού κατά την ημερομηνία τερματισμού παρουσίαζε υπόλοιπο €66.601,27 πλέον τόκους. Ανέφερε επίσης ότι ετοίμασε κατάσταση του πιο πάνω λογαριασμού από το άνοιγμα του στις 15.9.1993 μέχρι και τις 31.12.2009 (που ήταν η τελευταία μέρα πριν την έναρξη της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού) στην οποία καταγράφονταν όλες οι χρεώσεις και τόκοι υπερημερίας που χρεώθηκαν στον εν λόγω λογαριασμό και που η εφεσίβλητη δεν αξίωνε οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των €23.557,99 το οποίο με τους αναλογούντες τόκους ανέρχετο σε €39.550,70. Ο Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε εκτεταμένα για το ζήτημα αυτό. Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε σε πάρα πολλές περιπτώσεις υπέρβαση ορίου ενώ οι εφεσείοντες δεν ήταν τυπικοί στο να καταβάλουν τις δόσεις τους και υπήρχαν καθυστερήσεις. Επέμεινε ότι το ποσό που οφείλετο κατά το χρόνο τερματισμού ήταν το πιο πάνω ποσό των €66.601,27 πλέον τόκους. Τα ακόλουθα αποσπάσματα από τα πρακτικά της διαδικασίας (σελ. 82-83, 88, 99, 100, 102, 103-104 και 106 αντίστοιχα) είναι αρκούντως διαφωτιστικά:

 

            «Ε.    Γιατί αυτή η ανακολουθία; Μπορείτε να μας δώσετε μίαν εξήγηση;

            A.      Καμία ανακολουθία δεν υπάρχει. Εξάλλου το έχω αναφέρει και στην προηγούμενη δικάσιμο. Όταν οι υποθέσεις καταλήξουν ενώπιον Δικαστηρίου και αξιολογώντας τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης και αξιολογώντας την εισπραξιμότητα του χρέους του κάθε πελάτη, η Τράπεζα σε συνεννόηση με τους εξωτερικούς δικηγόρους και τους εσωτερικούς δικηγόρους αποφασίζει κάποια ποσά να μην τα αξιώσει.

            Ε.      Και που οφείλεται, δηλαδή ποια κριτήρια χρησιμοποίησε για τον συγκεκριμένο πελάτη η Τράπεζα για να προβεί σε αυτήν την έκπτωση;

            Α.      Έχει αξιολογήσει μεταξύ άλλων, όπως ανέφερα, την εισπραξιμότητα των δανείων και όταν λέω εισπραξιμότητα έχει αξιολογήσει τις εξασφαλίσεις που έχει ενώπιον της η Τράπεζα σε σχέση με το ύψος των δανείων.

            Ε.      Τι εννοείτε μ΄ αυτό; Ότι η εξασφάλιση δεν καλύπτει την αξίωση της Τράπεζας γι΄ αυτό εκπέσατε από το αξιούμενο ποσό;

            Α.      Ένα από τα κριτήρια είναι και αυτό.

            Ε.      Εκπέσατε εννοείτε από το αξιούμενο ποσό, σε ποσό που να προσεγγίζει την αξία της εξασφάλισης;

            Α.      Δεν είναι αυτό που έχω αναφέρει. Έχω πει ότι ένα από τα κριτήρια που αξιολόγησε η Τράπεζα στο να πάρει απόφαση να μην διεκδικήσει κάποια ποσά που δικαιούται, ήταν και η εισπραξιμότητα του χρέους. Δηλαδή τι χρωστά αυτός ο πελάτης σε σχέση με το τι υπάρχουν ως εξασφαλίσεις. Ένα από τα κριτήρια.

            …………………………………………………………………………………………..

            Ε.      Άρα δεν μας αφορά. Ο 33 τότε, ο 33 ποτέ δεν υπερέβη τα όρια του.

            Α.      Ο τρεχούμενος λογαριασμός, η εικόνα του οποίου παρουσιάζεται στα statements που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 33, παρουσιάζει σε πάρα πολλές περιπτώσεις υπέρβαση του ορίου.

            …………………………………………………………………………………………..

            Ε.      Και όταν τερματίζατε, σε σχέση με την παράγραφο 69, τα οποία αναφέρεστε, όταν τερματίζατε τους λογαριασμούς δεν οφείλοντο εκείνα τα ποσά, αλλά πολύ λιγότερα, αλλά κατασκευάσατε αυτά τα ποσά λόγω υπερχρεώσεων.

            Α.      Διαφωνώ μαζί σας. Τα ποσά είναι αυτά ακριβώς που καταγράφονται τόσο στην παράγραφο 69 της γραπτής δήλωσης μου, όσο και στις επιστολές τερματισμού που αποστάληκαν στους Εναγόμενους.

            …………………………………………………………………………………………..

            Ε.      Πάμε στο Τεκμήριο 36 και τις αναδομήσεις που κάνατε, το 37. Εδώ αρχίζετε από το 2010 και λέτε ότι πιστώνεται με το ποσό των 39.550 για τα προηγούμενα έτη, αλλά δεν μπορεί κανένας να ελέγξει τι αφαιρέσατε από τότε.

            Α.      Όχι, μπορείτε. Έχω καταθέσει ως Τεκμήριο.

            Ε.      Ποιο το 37;

            Α.      Το 37, το 37Α και 37Β.

            Ε.      Μάλιστα, για να δούμε τώρα. Το 37Α είναι διάφορες χρεώσεις που εκάμνετε κατά καιρούς και τα οποία περιγράφετε στην τέταρτη στήλη;

            Α.      Μάλιστα. Είναι αυτές, όπως αναφέρω και στη γραπτή δήλωση μου είναι αυτές οι χρεώσεις που η Τράπεζα αποφάσισε να μην αξιώσει.

            Ε.      Όμως ο λογαριασμός ξεκινά από τις 15/09/1993. Εσείς τις αφαιρέσεις τις ξεκινάτε το 1994.

            Α.      Εκεί ήταν η πρώτη χρέωση που υπήρξε.

            …………………………………………………………………………………………..

            Ε.      Όταν αφαιρούσατε είπατε ότι του χαρίζετε. Εφέρετε την εταιρεία του πάνω κάτω, του κλείσατε το εργοστάσιο, ενώ δεν όφειλε αυτό το ποσό.

            Α.      Η εταιρεία αυτή είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Οι λογαριασμοί του τερματίστηκαν καθ΄ όλα νόμιμα και λόγω της μη ικανοποιητικής λειτουργίας τους. Η Τράπεζα προς υποβοήθηση των πελατών σας και εφόσον η υπόθεση κατέληξε εδώ που κατέληξε και αξιολογώντας τα δεδομένα που έχει ενώπιον της, όπως έχω αναφέρει, αποφάσισε να περιορίσει τα απαιτούμενα ποσά. Τίποτε περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

            …………………………………………………………………………………………..

            Ε.      Άρα ξεκαθαρίσαμε και στο 37Α. 37Β τώρα. Εδώ είναι οι τόκοι που αφαιρέσατε από τα προηγούμενα ποσά, τα οποία στο Τεκμήριο 33 τοκίζοντο;

            Α.      Μάλιστα. Να σας διευκρινίσω. Το Τεκμήριο 37Β το ετοίμασα με σκοπό να υπολογίσω τους αναλογούντες τόκους των χρεώσεων και των τόκων υπερημερίας με πρόθεση το ποσό αυτό να το αφαιρέσω από το διεκδικούμενο ποσό. Η κατάσταση αυτή ξεκινά με 21 λίρες την 01/01/1994 και είναι το ποσό που γράφει στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 37 ως συνολικό ποσό χρεώσεων κατά το 1994. Μάλιστα το ποσό αυτό, 21 λίρες, προέκυπταν ως σύνολο στο τέλος του 1994, αλλά εγώ το έβαλα να τοκίζεται από την αρχή του 1994.

            Ε.      Νομίζετε εκάμετε μεγάλη διαφορά, μεγάλη χάρη;

            Α.      Το ίδιο και στις επόμενες χρεώσεις. Το σύνολο των χρεώσεων του έτους, παραδείγματος χάριν, το τέλος του 1995, αλλά το έβαζα να τοκίζεται από την αρχή του έτους και αυτό προς όφελος των πελατών σας.

            …………………………………………………………………………………………..

            Ε.      Τερματίσατε όποτε θέλετε παράνομα.

            Α.      Έχουμε τερματίσει δίνοντας προειδοποίηση και ενεργώντας μέσα στα πλαίσια των συμφωνιών μας, των προνοιών που μας παρείχαν οι συμφωνίες μας.»

 

         Η επιχειρηματολογία των εφεσειόντων εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι το ποσό των €39.550,70 το οποίο η εφεσίβλητη δεν αξίωσε αποτελεί καταχρηστικές χρεώσεις και/ή προκάλεσε πλασματική υπέρβαση του λογαριασμού των εφεσειόντων. Αυτό όμως δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε αποδεχτή μαρτυρία. Ο Μ.Ε.1 του οποίου τη μαρτυρία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε αποδεχτή, και επαναλαμβάνουμε δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης, εξήγησε ότι η εφεσίβλητη αξιολογώντας την όλη υπόθεση αποφάσισε όπως μη διεκδικήσει το ποσό των €39.550,70. Εναπόκειτο στην πλευρά των εφεσειόντων να αποδείξει ότι το πιο πάνω ποσό αποτελούσε καταχρηστικές ή παράνομες χρεώσεις και ότι το ποσό των €66.601,27 πλέον τόκους που οφείλετο κατά το χρόνο του τερματισμού ήταν πλασματικό. Οι εφεσίβλητοι δεν κατάφεραν να αποδείξουν κάτι τέτοιο αφού η μαρτυρία την οποία παρουσίασαν δεν έγινε αποδεχτή και το μόνο που παρέμεινε ήταν διάφορες υποβολές προς τον Μ.Ε.1 τις οποίες αυτός αρνήθηκε.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε προσεκτικά και με επιμέλεια με το πιο πάνω ζήτημα και δεν συμφωνούμε με τη θέση των εφεσειόντων ότι το αντιπαρήλθε άνευ σχολιασμού ή χωρίς αιτιολογία.

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Οι λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 2 και 3 θα εξεταστούν μαζί λόγω συνάφειας.

 

         Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε την εκ μέρους της εφεσίβλητης χρέωση των λογαριασμών των εφεσειόντων, διαρκούσης της ισχύος του περί Τόκου Νόμου, Ν.2/1977, με επανατοκισμό του τόκου και εκτοκισμό του τόκου επί τη βάσει των 360 ημερών αντί των 365 ημερών και το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιπαρήλθε χωρίς σχολιασμό και χωρίς αιτιολογία τη θέση των εφεσειόντων ότι οι εν λόγω χρεώσεις συνιστούν καταχρηστικές χρεώσεις. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσειόντων ότι μέσω των τεκμηρίων που κατέθεσε ο Μ.Ε.1, η εφεσίβλητη προέβη σε κεφαλαιοποιήσεις των τόκων και σε εκτοκισμό επί τη βάσει 360 ημερών από το έτος 1993, γεγονός που έγινε παραδεχτό από τον ίδιο τον Μ.Ε.1.

 

         Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε τις χρεώσεις του λογαριασμού των εφεσειόντων επί τη βάσει του οποίου εξέδωσε και την προσβαλλόμενη απόφαση με τόκο ο οποίος εκτοκίζεται επί τη βάσει των 360 ημερών και λανθασμένα επίσης αποδέχεται τόκους υπερημερίας σε αντίθεση με τις αρχές της νομολογίας και τις πρόνοιες του Νόμου.

 

         Θα πρέπει καταρχάς να υποδείξουμε ότι μόνο η συμφωνία τρεχούμενου ημερ. 15.9.1993 συνήφθηκε κατά τη διάρκεια ισχύος του Ν.2/1977. Όταν παραχωρήθηκε αύξηση ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού στις 16.11.2006 (Τεκμήριο 10), 14.9.2007/15.10.2007 (Τεκμήρια 16 έως 19) και 26.3.2008 (Τεκμήριο 22) υπογράφηκαν νέες συμβάσεις ενώ ήταν σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος, Ν.160(Ι)/1999. Έγινε ουσιαστικά νέα σύμβαση (novation) στις 16.11.2006 (Τεκμήριο 10) προς αντικατάσταση της αρχικής ημερ. 15.9.1993 (Τεκμήριο 4) και στη συνέχεια νέες συμβάσεις (βλ. Τρ. Κύπρου κ.ά. ν. Coudounaris Ltd κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 641). Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τις σελίδες 68-69 των πρακτικών:

 

            «Ε.    Θα πάμε και στο Τεκμήριο 10, έτσι να το δούμε τροχάδην, που είναι ο τρεχούμενος, συμφωνία τρεχούμενων. Αυτή η συμφωνία αναιρεί την προηγούμενη, προγενέστερη, που είναι το Τεκμήριο 4, έτσι;

            Α.      Όπως έχω αναφέρει προηγουμένως, έγινε αύξηση του ορίου του τρεχούμενου από £10.000 σε 25 και υπογράφηκε νέα συμφωνία που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10.

            Ε.      Ήταν ανάγκη να υπογραφτεί αυτή η συμφωνία, αφού υπήρχε το 1993 συμφωνία;

            Α.      Ήταν ανάγκη να υπογραφεί μάλιστα, αφού υπήρξε αύξηση, υπήρξε αλλαγή στην μεθοδολογία υπολογισμού του τόκου, διότι είχε αλλάξει στο μεταξύ ο Περί Νόμου Τόκος. Η προηγούμενη συμφωνία, Τεκμήριο 4, αναφερόταν σε επιτόκιο 9%, που ήταν στα πλαίσια του Περί Τόκου Νόμου. Στο μεταξύ, επειδή είχε εφαρμοστεί ο Περί Ελευθεροποίησης του από τον 1ο του 2001 και επειδή έγινε αύξηση το ορίου, συμφωνήθηκε με τους πελάτες σας να υπογραφεί νέα συμφωνία.»

 

         Οι υπόλοιπες δυο συμφωνίες δανείου συνήφθηκαν ενώ ήταν σε ισχύ ο Ν.160(Ι)/1999. Σύμφωνα με το άρθρο 33(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960 επιτρέπετο η επιδίκαση τόκου όπως προνοεί η συμφωνία των διαδίκων ή σύμφωνα με το δια νόμου επιτόκιο. Το άρθρο 33(1) του Ν.14/1960 τροποποιήθηκε με τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.160(Ι)/1999, το άρθρο 3(δ) του οποίου καθορίζει την υποχρέωση σε πιστωτικά ιδρύματα να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δυο φορές ετησίως [βλ. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά. (ανωτέρω)]. Η εφεσίβλητη αξίωνε αρχικά μέσω της έκθεσης απαίτησης της, σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, το ποσό των «€70.719,15 δυνάμει Συμφωνίας Τρεχούμενου ημερομηνίας 26.03.2008» με τόκο προς «12,886% επί του ποσού των €68.721,15 από 29.11.2010 κυμαινόμενο ετησίως μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένος την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους». Εν συνεχεία περιόρισε την αξίωση της σε «€44.949,87 δυνάμει Συμφωνίας Τρεχούμενου ημερομηνίας 26/03/2008» με τόκο προς «9,521% ετησίως επί του ποσού των €43.952,42 από 26/09/2017» μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 6 μήνες ήτοι κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η εφεσίβλητη δεν απαιτούσε την επιδίκαση τόκου επί τόκου ενώ βάσισε την αξίωση της στη συμφωνία ημερ. 26.3.2008 και όχι στη συμφωνία ημερ. 15.9.1993.

 

         Ο Μ.Ε.1 κατά τη μαρτυρία του (παρ. 90 της γραπτής του δήλωσης) η οποία αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις χρεώσεις του επιτοκίου του επίδικου λογαριασμού από τις 15.9.1993 μέχρι 31.12.2000. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν από το μάρτυρα αυτό το επιτόκιο δεν υπερέβηκε το 9% κατά την εν λόγω περίοδο.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του (σελ. 45) αντιμετώπισε το ζήτημα ως ακολούθως:

 

            «Η εν ισχύ νομοθεσία κατά το χρονικό συνομολόγησης της αρχικής Συμφωνίας για την χορήγηση ορίου τρεχούμενου ήταν ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 (αρ.2/77). Προνοείτο (βλ. άρθρο 3) πως το επιτόκιο σε οποιοδήποτε χρέος δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 9% ετησίως. Οι πρόνοιες της συμφωνίας που επέτρεπαν χρεώσεις πέραν του 9% δεν την καθιστούσαν παράνομη απλά ο τόκος καθ΄ υπέρβαση του νόμιμου ορίου δεν ήταν εισπρακτέος. (βλ. Τράπεζα Κύπρου και άλλοι -ν- Coudounaris Food Products και άλλων (1955) 1 Α.Α.Δ. 641, Νεοφύτου -ν- Κυριακίδη (αρ.3) (1999) 2 Α.Α.Δ. 299 και C.T.A. Techno Market Ltd κ.ά. -ν- Τράπεζας Κύπρου Λτδ (2004) 1 (Β) Α.Α.Δ. 120). Ως έχει αναφερθεί δεν έχει αποδειχθεί από την Υπεράσπιση ενώ το βάρος μετατέθηκε στους ώμους της χρεώσεις τόκων ή άλλες χρεώσεις πέραν του 9% ενώ με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δεν διεκδικούνται από τους Ενάγοντες άλλα ποσά εκτός του ποσό της διευκόλυνσης και τους καθορισμένους τόκους.»

 

         Η καθοδήγηση που έλαβε το πρωτόδικο Δικαστήριο από τη νομολογία ήταν ορθή. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στα όσα αναφέρθηκαν στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 3) (1999) 2 Α.Α.Δ. 299:

 

            «Σύμβαση η οποία προβλέπει τόκο μεγαλύτερο από το νόμιμα επιτρεπόμενο, δεν είναι παράνομη αλλά, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 5(1) του περί Τόκου Νόμου  του 1977, (Ν.2/77), ο τόκος που υπερβαίνει τον επιτρεπόμενο δεν εισπράττεται, μήτε χρεώνεται. Υπάρχει δε και νομολογία επί του θέματος αυτού, με τελευταία την απόφαση Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι ν. Κoudounaris Food Products και Άλλων (1995) 1 Α.Α.Δ. 641.»

 

         (βλ. επίσης Archbold Invest. Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας Λτδ (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1084).

 

         Το άρθρο 6(1) του Ν.2/1977 τυγχάνει εφαρμογής όπου το κεφάλαιο είναι σταθερό και όχι στην περίπτωση όπου ο λογαριασμός είναι λογαριασμός παρατραβήγματος. Στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2326 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

            «Στην Αrchbold Inv. Ltd. κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. (2006) 1 A.A.Δ. 1084, εξετάστηκε παρόμοιο θέμα όπως το αντικείμενο της αντέφεσης και αποφασίστηκε ότι το Άρθρο 6(1) του Ν. 2/1977 τυγχάνει εφαρμογής όταν το κεφάλαιο είναι σταθερό. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση ο επίδικος λογαριασμός ήταν λογαριασμός παρατραβήγματος και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν ήταν σταθερό. Εγένοντο συνεχείς χρεοπιστώσεις και κεφαλαιοποιήσεις τόκων στους συμφωνηθέντες χρόνους με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σταθερό κεφάλαιο. Συνεπώς το Άρθρο 6(1) του Ν. 2/1977 επί του οποίου στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν τυγχάνει εφαρμογής.»

 

         Όσον αφορά τη χρέωση του τόκου υπερημερίας αυτή προνοείται στις επίδικες συμβάσεις και σύμφωνα με τη νομολογία αυτή η χρέωση είναι νόμιμη (βλ. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά. (ανωτέρω), Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου (2014) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2287, Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1491, T&M Οικονόμου και Υιός Λτδ κ.ά. ν. SCY CAC LIMITED, Πολ. Έφ. Αρ. 353/2018, ημερ. 28.3.2024). Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ο τόκος υπερημερίας ανέρχετο σε 2% και ξεκίνησε να υπολογίζεται στους επίδικους λογαριασμούς από την ημερομηνία τερματισμού και έπειτα και όχι προγενέστερα (βλ. άρθρο 3(1)(α) του Ν.160(I)/1999 ως τροποποιήθηκε από τον Ν.66(I)/2015).

 

         Όσον αφορά το ζήτημα της κεφαλαιοποίησης τόκων, ο Μ.Ε.1 ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό γινόταν κεφαλαιοποίηση από την αρχή της λειτουργίας του το έτος 1993 «μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας», μαρτυρία που έγινε αποδεχτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη νομολογία «Η κεφαλαιοποίηση τόκου κάθε τέλος του χρόνου θα αποτελούσε ανατοκισμό μόνο αν δεν υπήρχαν προηγουμένως καταθέσεις στον επίδικο λογαριασμό» [βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά. (ανωτέρω)]. Η πλευρά των εφεσειόντων δεν αντεξέτασε περαιτέρω τον Μ.Ε.1 επί του ζητήματος αυτού. Ταυτόχρονα επαναλαμβάνουμε ότι η πλευρά των εφεσειόντων, παρά το ότι είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει μαρτυρία προς τούτο, δεν κατάφερε να αποδείξει οποιεσδήποτε παράνομες ή καταχρηστικές χρεώσεις.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τη θέση των εφεσειόντων περί παράνομης κεφαλαιοποίησης τόκων. Εξέτασε όλα τα θέματα περί παράνομων ή καταχρηστικών χρεώσεων συνολικά και δεν συμφωνούμε με τη θέση των εφεσειόντων ότι αντιπαρήλθε του σχετικού θέματος χωρίς σχολιασμό ή αιτιολογία.

 

         Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 2 και 3 απορρίπτονται.

 

         Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο, Ν.93(Ι)/1996 αποφαινόμενο ότι ο Νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση διότι ο καταναλωτής ήταν νομικό πρόσωπο. Υποστηρίζεται ότι διέλαθε την προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εγγυητής του χρέους και αντισυμβαλλόμενοι της εφεσίβλητης ήταν και φυσικά πρόσωπα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα των καταχρηστικών χρεώσεων στις σελ. 41 και 42 της απόφασης του. Υπέδειξε ότι σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 ο εν λόγω Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε καταναλωτές οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα. Η διαπίστωση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή αφού σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου:

 

            «“καταναλωτής” σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του·»

 

         Στην προκειμένη περίπτωση οι επίδικες συμβάσεις παροχής χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων συνήφθηκαν μεταξύ της εφεσίβλητης και της εφεσείουσας 1 η οποία είναι νομικό πρόσωπο. Οι συμφωνίες εγγύησης του εφεσείοντος 2 αποτελούσαν ξεχωριστές συμβάσεις μεταξύ του εφεσείοντος 2 και της εφεσίβλητης.

 

         Τα όσα περαιτέρω αναφέρονται στο περίγραμμα αγόρευσης των εφεσειόντων δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού δεν καλύπτονται από τον λόγο έφεσης και την αιτιολογία του.

 

          Υποδεικνύουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ορθά ότι η αρχική επίδικη συμφωνία χορήγησης ορίου τρεχούμενου λογαριασμού έγινε πριν τη θέσπιση του εν λόγω Νόμου και επομένως δεν εφαρμοζόταν η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση αναφορικά με την εν λόγω συμφωνία ως επίσης ότι το «άρθρο 5(5) του εν λόγω Νόμου που προβλέπει καταχρηστική ρήτρα την πρακτική χρέωση τόκων με διαιρέτη 360 ημερών αντί 365 εισήχθηκε στην εν λόγω νομοθεσία με τον τροποποιητικό Νόμο 49(1)/2016 και τέθηκε σε ισχύ 30 μέρες μετά τη δημοσίευση του που έγινε 22.4.2016 πρόνοια η οποία δεν ίσχυε κατά τους χρόνους χρέωσης των επιδίκων λογαριασμών».

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε στη συνέχεια ότι ακόμη και αν οι όροι τους οποίους επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες είναι καταχρηστικοί αυτοί «δεν θα απαλλάσσονταν από την υποχρέωση τους για εξόφληση του χρέους τους προς τους Ενάγοντες (βλ. άρθρο 6(2) του Ν.93(Ι)/96) που αναφέρει ότι η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εκτός αν αυτός (sic) δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα). Η σύμβαση αφορούσε την δανειοδότηση των Εναγομένων 1 από τους Ενάγοντες και κανένας από τους όρους που επικαλούνται οι Εναγόμενοι δεν σχετίζονται με την ουσία της σύμβασης, την παραχώρηση των διευκολύνσεων προς τους Εναγόμενους και τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 για εξόφληση του χρέους τους». Το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης καθιστώντας ουσιαστικά το ερώτημα του κατά πόσο ο Ν.93(1)/1996 τύγχανε εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση ακαδημαϊκό.

 

Προς συμπλήρωση της όλης εικόνας αναφέρουμε ότι ο Ν.93(I)/1996 ήταν εναρμονιστικός της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, η οποία εκδόθηκε με βασικό σκοπό την άρση των έντονων διαφορών που παρουσίαζαν οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, προκειμένου να προστατευθούν οι καταναλωτές με την υιοθέτηση από τα κράτη μέλη κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων για κατάργηση των καταχρηστικών ρητρών (βλ. Μιχαηλίδη κ.ά. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, Πολ. Έφ. Άρ. 477/2012, ημερ. 27.6.2018).

 

Περαιτέρω αναφέρουμε ότι ο Νόμος 93(I)/1996 έχει καταργηθεί με τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν.112(I)/2021 (ημερ. 12.5.2021 που τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2022 ‑ Ν.46(I)/2022).

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο λόγος έφεσης υπ΄ αρ. 5 απορρίπτεται.

 

         Με τον έβδομο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του Ν.160(Ι)/1999 του οποίου οι διατάξεις δεν εναρμονίζονται με το άρθρο 26(1) του Συντάγματος. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσειόντων ότι η πλευρά τους ανέπτυξε εκτεταμένα και εξειδικευμένα το όλο ζήτημα. Υποστηρίζεται επίσης ότι η αντισυνταγματική ρύθμιση καταδεικνύεται και από το γεγονός της κατάργησης της προηγούμενης νομοθεσίας από τον πιο πάνω Νόμο. Παρόλα αυτά το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε ή και δεν αποδέχθηκε την επιχειρηματολογία της.

 

         Υποδεικνύουμε καταρχάς ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το εγειρόμενο ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του εν λόγω Νόμου

στις σελ. 42-44 ως ακολούθως:

 

            «Η Υπεράσπιση εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.163(1)/99 (sic). Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι ο εν λόγω Νόμος είναι ασυμβίβαστος με τα Άρθρα 9 και 26 του Συντάγματος καθώς και με την Αρχή της Ισότητας.

 

            Προτού υπεισέλθω στην ουσία του θέματος επισημαίνω ότι με βάση τις αρχές ελέγχου συνταγματικότητας ως αυτές έχουν νομολογηθεί κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός, εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης ή το πνεύμα του Συντάγματος και δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων ούτε αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.

 

            Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3) (1996) 1 Α.Α.Δ. 315, 339 αποφασίστηκαν τα ακόλουθα:

 

                     «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα (βλ. μεταξύ άλλων, The Board of Registration of Architects & Civil engineers v. Christodoulos Kyriakides (1966) 3 C.L.R. 640, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou (1967) 1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν Καραγιώργη κ.α. (1991) 3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (1991) 3 Α.Α.Δ. 252).

 

            Σημειώνω ότι η Υπεράσπιση δεν εξειδικεύει, όπως θα έπρεπε, ποιες διατάξεις του εν λόγω Νόμου είναι αντισυνταγματικές. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου βασίζεται στο άρθρο 9 του Συντάγματος που αφορά το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβιώσεως και κοινωνικής ασφάλειας συνδέοντας το με απουσία προστασίας των δανειοληπτών από τις τράπεζες παραπέμποντας στο άρθρο 26 που αφορά στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και ειδικότερα στη διαφύλαξη ότι νόμος «θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύ».

 

            Αρχίζοντας από το άρθρο 26 του Συντάγματος και τον σχετικό νόμο κρίνω ότι δεν επηρεάζεται η ελευθερία των συμβάσεων από τον σχετικό Νόμο αφού ένας δανειολήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να συνάψει δάνειο με τράπεζα εάν διαφωνεί με τη δυνατότητα της τράπεζας να αυξάνει το επιτόκιο ή να προβαίνει σε κεφαλαιοποίηση αυτού ή ακόμη και να ανατοκίζει δύο φορές το χρόνο.

 

            Στην Αναφορά Αρ. 3/16 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 16/3/2017, με την οποία εξετάστηκε η συνταγματικότητα του περί της Ρύθμισης των Αναδιαρθρώσεων Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμος του 2016, άρθρο 3 κρίθηκε ότι το άρθρο 3 με το οποίο περιορίζετο το ποσό του οφειλόμενου τόκου υπερημερίας, το οποίο το Πιστωτικό Ίδρυμα είχε δικαίωμα να διεκδικήσει, επεμβαίνει στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, εφόσον στερεί ή περιορίζει τα συμβατικά δικαιώματα του δανειοδότη και ότι υπάρχει ανεπίτρεπτος περιορισμός στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, εφόσον με το άρθρο 3 περιορίζονται τα συμφωνηθέντα συμβατικά δικαιώματα του Πιστωτικού Ιδρύματος, έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών.

 

            Ούτε όμως η σύγκριση που επιχείρησε η Υπεράσπιση με τον προηγούμενο εφαρμοστέο νόμο δικαιολογεί εύρημα αντισυνταγματικότητας του εν λόγω νόμου ή της αρχής της ισότητος. Ως εκ των ανωτέρω η πιο πάνω θέση δευ ευσταθεί κα απορρίπτεται.»

 

         Κρίνουμε με βάση τα πιο πάνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κινήθηκε εντός των ορίων που θέτει η νομολογία και εξέτασε το όλο ζήτημα με τη δέουσα σοβαρότητα και προσοχή. Η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η υπεράσπιση δεν εξειδίκευσε (όπως και μέσω της παρούσας έφεσης) ποιες διατάξεις του εν λόγω Νόμου είναι αντισυνταγματικές ήταν καταλυτικής σημασίας ως προς την εξέταση του ζητήματος αυτού. Οι εφεσείοντες μέσω του λόγου έφεσης δεν προσβάλλουν την πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, (η οποία επιβεβαιώνεται μέσω του πρωτόδικου φακέλου), ότι όντως δεν εξειδίκευσαν ποιες συγκεκριμένες διατάξεις του Νόμου ήσαν αντισυνταγματικές. Αναφέρουν απλώς στην αιτιολογία του λόγου έφεσης ότι ανέπτυξαν εκτεταμένα και εξειδικευμένα «γιατί η ελευθεροποίηση του επιτοκίου την οποία επέβαλε η υφιστάμενη νομοθεσία δεν συνάδει με την πρόνοια του άρθρου 26.1 του Συντάγματος», κάτι που δεν είναι αρκετό.

 

         Τέλος υποδεικνύουμε ότι ακόμη και μέσα από το περίγραμμα αγόρευσης τους οι εφεσείοντες δεν εξειδικεύουν ποιες συγκεκριμένες διατάξεις του πιο πάνω Νόμου είναι αντισυνταγματικές κατά παράβαση των αρχών που πηγάζουν από τη νομολογία.

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο έβδομος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Η απόρριψη των λόγων έφεσης 1-7 και 9-10 συμπαρασύρει και τον όγδοο λόγο έφεσης όπου προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο «δεν αποδοκιμάζει τις παράνομες ενέργειες της ενάγουσας παρά μόνο τις αντιπαρέρχεται χωρίς σχολιασμό και χωρίς αιτιολογία κατά παράβαση της αρχής της ισονομίας, ισοπολιτείας και ισότητας των όπλων».

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο όγδοος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Συνεπεία των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με €4.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων.

 

 

 

                                                                ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.

 

 

                                                                Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο