FIRAS ALAHMAD v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2026, 1/9/2026
print
Τίτλος:
FIRAS ALAHMAD v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2026, 1/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ. 212/2026)

 

1 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

FIRAS ALAHMAD,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

________________________

Μ. Αθανασίου (κα) για Μ. Αθανασίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Χ. Προξένου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο Εφεσείων αντιμετωπίζει, μαζί με ακόμη ένα συγκατηγορούμενο πρόσωπο, κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη εμπρησμού και κατηγορία εμπρησμού μηχανοκίνητου οχήματος αξίας €15.000.‑. Από μόνος του δε, αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης κατοχής €5.040.‑.

 

Από το πρακτικό της υπόθεσης προκύπτει ότι, με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα, η ενώπιον του Κακουργιοδικείου καταχωρηθείσα υπόθεση παραπέμφθηκε για συνοπτική δίκη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ο εφεσείων τελεί υπό κράτηση με βάση απόφαση του παραπέμποντος την υπόθεση στο Κακουργιοδικείο Δικαστηρίου η οποία δεν εφεσιβλήθηκε και, συνεπώς, κατέστη τελεσίδικη. Η κράτηση του εφεσείοντα είχε διαταχθεί στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Ανάλογη απόφαση κράτησης του συγκατηγορούμενου του προσώπου προκύπτει να ανατράπηκε από το Εφετείο μεταγενέστερα, με επιβολή συγκεκριμένων όρων εγγύησης. Η κράτηση του εφεσείοντα ανανεωνόταν με σχετικές διαταγές του Κακουργιοδικείου.

 

Κατά την ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας συνεδρία της υπόθεσης, κατά την 4.8.2026, αυτή ορίστηκε για ακρόαση την 1.9.2026. Αναζητήθηκε η συνέχιση της κράτησης του εφεσείοντα, με την πλευρά του να εγείρει ένσταση για κάτι τέτοιο επικαλούμενη διαφοροποίηση των δεδομένων της υπόθεσης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την αιτιολογημένη του απόφαση, αποφάσισε την κράτηση του εφεσείοντα για τους λόγους που εξήγησε.

 

Ο εφεσείων προσβάλλει την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση με την παρούσα έφεση στη βάση πέντε λόγων έφεσης.

 

Είναι προφανές ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.

 

Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286
  

Πολύ συνοπτικά, είναι χρήσιμο να λεχθεί ότι με το ζήτημα της κράτησης να έχει τελεσίδικα αποφασιστεί, η εξέταση ένστασης σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης, διενεργείται με αφετηρία το τελευταίο διαφοροποιητικό γεγονός, εάν υπάρχει. Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/20 και 166/20, ημερομηνίας 22.10.2020. Στην απουσία οποιουδήποτε άλλου νέου δεδομένου, το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία την επανεξέταση του θέματος κράτησης, το τι παραμένει να πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι ο ουσιαστικός λόγος της επιμήκυνσης του χρόνου κράτησης του κατηγορουμένου.

 

Έχουμε με προσοχή μελετήσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία, περιλαμβανομένης και της επιχειρηματολογίας των δύο συνηγόρων ενώπιόν μας, αλλά και των όσων τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συντρέχει διαφοροποιητικό γεγονός και ότι «σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μειώνεται η σοβαρότητα των αδικημάτων», ενώ η υποβίβαση και παραπομπή της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο συνιστούν μεταγενέστερο διαφοροποιητικό γεγονός που μειώνει ουσιωδώς τη σοβαρότητα της υπόθεσης και της ενδεχόμενης ποινής. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα παρέλειψε να αναγνωρίσει ότι, εφόσον η σοβαρότητα του αδικήματος και η ενδεχόμενη ποινή αποτελούν τον κύριο παράγοντα στη στάθμιση του κινδύνου φυγοδικίας, η μείωση της κλονίζει το ίδιο το θεμέλιο επί του οποίου στηρίχθηκε η κράτηση και εσφαλμένα δεν προέβη σε εκ νέου στάθμιση του κινδύνου φυγοδικίας υπό το νέο αυτό δεδομένο. Αιτιολογικά, αναφορικά με τους πιο πάνω λόγους έφεσης προβάλλεται ότι η παραπομπή της υπόθεσης για εκδίκαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο αποτελεί πραγματικό και νομικό διαφοροποιητικό γεγονός το οποίο μεταβάλλει ουσιωδώς το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε το αρχικό διάταγμα αφού οριοθετεί την ανώτατη δυνατή ποινή στα πέντε έτη φυλάκισης, γεγονός το οποίο συνιστά αντικειμενική υποβάθμιση της σοβαρότητας των αδικημάτων. Περαιτέρω, η πλευρά του εφεσείοντα προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να επανασταθμίσει τον κίνδυνο φυγοδικίας υπό το νέο δεδομένο. Αντ' αυτού, προσέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στη σοβαρότητα και στη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή, κατά παράβαση των νομολογιακών αρχών.

 

Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι αιτιάσεις της πλευράς του εφεσείοντα. Θα πρέπει εκ προοιμίου να υπενθυμίσουμε ότι η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα για παραπομπή της υπόθεσης για εκδίκαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο προβλέπεται στις πρόνοιες του Άρθρου 155 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, με βάση τις οποίες τέτοια παραπομπή γίνεται όταν ο Γενικός Εισαγγελέας έχει τη γνώμη ότι η υπόθεση δύναται κατάλληλα να εκδικαστεί συνοπτικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοια απόφαση μειώνει τη σοβαρότητα της υπόθεσης ή τη σοβαρότητα του αδικήματος. Τα δεδομένα στην υπό εξέταση υπόθεση με αναφορά στον κίνδυνο φυγοδικίας ως λόγους κράτησης του εφεσείοντα παρέμειναν τα ίδια ως ήταν αρχικά όταν και αποφασίστηκε η κράτηση του εφεσείοντα. Τόσο η σοβαρότητα του αδικήματος παρέμεινε αναλλοίωτη, όσο και η πιθανότητα καταδίκης με βάση το μαρτυρικό υλικό στην όψη του αλλά και η ποινή που δυνατόν να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης του εφεσείοντα. Ο περιορισμός στην εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιβάλει ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης τα οποία προδιαγράφουν την ποινή που δυνατόν να επιβληθεί στον εφεσείοντα σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τη νομολογία σε ανάλογες περιπτώσεις, εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου.

 

Ορθή, επομένως, κρίνουμε την πρωτόδικη κρίση ότι η παραπομπή της υπόθεσης για συνοπτική δίκη δεν μπορεί να θεωρηθεί διαφοροποιητικό στοιχείο ικανό να ανατρέψει την τελεσιδικία της αρχικής απόφασης κράτησης του εφεσείοντα. Ούτε θεωρούμε ότι, επί του προκειμένου, υφίσταται οποιοδήποτε σφάλμα ή παράλειψη στην πρωτόδικη κρίση το οποίο να καθιστά επιτρεπτή την παρέμβασή μας.

 

Αβάσιμους κρίνουμε τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης.

 

Ανάλογες σκέψεις ισχύουν και σε σχέση με τον τρίτο λόγο έφεσης ο οποίος αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα χαρακτήρισε ως «ήδη αποφασισθέν» το ζήτημα της πιθανότητας καταδίκης του εφεσείοντα και παρέλειψε να εξετάσει την απαλλακτική έκθεση DNA ως νέα μαρτυρία που προέκυψε στο μεταξύ, κατά παράβαση του ίδιου του νομολογιακού κριτηρίου που το ίδιο υιοθέτησε. Επίκληση γίνεται ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με το DNA είναι μεταγενέστερη της αρχικής απόφασης κράτησης του εφεσείοντα.

 

Με κάθε σεβασμό, η όλη επιχειρηματολογία της πλευράς του εφεσείοντα κρίνεται αβάσιμη. Είναι προφανές ότι κατά την αρχική απόφαση κράτησης, η πιθανότητα καταδίκης κρίθηκε επί του υφιστάμενου τότε μαρτυρικού υλικού το οποίο δεν περιελάβανε ως στοιχείο μαρτυρίας ύπαρξη DNA του εφεσείοντα. Η κατάσταση πραγμάτων αυτή, η οποία ικανοποιούσε την ύπαρξη πιθανότητας καταδίκης, δεν διαφοροποιήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Η αναφερόμενη έκθεση σε σχέση με DNA του εφεσείοντα κακώς χαρακτηρίζεται από τη συνήγορό του ως απαλλακτική, ούτε αποτελεί διαφοροποιητικό των αρχικών δεδομένων στοιχείων. Άλλωστε, το τι παρατηρείται είναι ότι από την ημερομηνία της εν λόγω έκθεσης υπήρξε αριθμός διαταγμάτων και ανανεώσεων της διαταγής κράτησης χωρίς να είχε προβληθεί οτιδήποτε περί διαφοροποίησης των σχετικών στοιχείων.

 

Αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος λόγος έφεσης.

 

Ο τέταρτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα αρνήθηκε να συνεκτιμήσει την άνιση μεταχείριση του εφεσείοντα έναντι του κατηγορουμένου 2, χαρακτηρίζοντας τη σχετική σύγκριση ως ανεπίτρεπτη αξιολόγηση μαρτυρίας.

 

Δεν βρίσκουμε έρεισμα στο τι προβάλλεται. Τα όσα αναφέρονται ανωτέρω είναι σχετικά. Πέραν όμως αυτών, ουδόλως τίθεται θέμα άνισης μεταχείρισης μεταξύ των δύο συγκατηγορούμενων. Η κράτηση του εφεσείοντα, ως έχει εξηγηθεί, είχε κριθεί ασχέτως της ανυπαρξίας DNA του εφεσείοντα. Η δε ύπαρξη DNA του συγκατηγορούμενου του ουδεμία σχέση έχει με τη μη κράτησή του. Ως πολύ καλά γνωρίζει η συνήγορος του εφεσείοντα, η αρχική απόφαση κράτησης του συγκατηγορούμενου του εφεσείοντα ανατράπηκε από το Εφετείο λόγω νομοθετικού κενού στον περί Παιδιών σε Σύγκρουση με τον Νόμο νόμο, Ν.55(Ι)/21 το οποίο το Εφετείο κατέγραψε, κρίνοντας μη επιτρεπτή την κράτηση του συγκατηγορούμενου του εφεσείοντα και καθορίζοντας γι' αυτόν όρους. Επομένως, ουδόλως τίθεται θέμα άνισης μεταχείρισης, ούτε υφίσταται οποιαδήποτε παράλειψη ή σφάλμα από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Και πάλι φυσικά, είναι άξιο απορίας γιατί τέτοια ζητήματα εγείρονται χωρίς να είχαν εγερθεί σε μεταγενέστερες της ως άνω εφετειακής κρίσης πρωτόδικες ανανεώσεις της κράτησης του εφεσείοντα.

 

Αβάσιμος κρίνεται και ο τέταρτος λόγος έφεσης.

 

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χειρίστηκε την κράτηση ως τον κανόνα και όχι ως την εξαίρεση, παρέλειψε την εξατομικευμένη αποτίμηση της πιθανότητας φυγοδικίας του συγκεκριμένου εφεσείοντος και δεν αιτιολόγησε γιατί οι προτεινόμενοι όροι δεν επαρκούσαν για την εξουδετέρωση του όποιου κινδύνου δεδομένης της μείωσης της σοβαρότητας του κατηγορητηρίου.

 

Ούτε αυτό το παράπονο του εφεσείοντα μπορεί να έχει έρεισμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε καθετί σχετικό με το τι είχε αποφασίσει. Ενώπιόν του υπήρχε μία τελεσίδικη διαταγή κράτησης του εφεσείοντα. Εξέτασε τα όσα προβλήθηκαν και ορθώς έκρινε ότι δεν υφίστατο διαφοροποιητικό στοιχείο που να επέβαλλε την εξέταση εκ νέου του ζητήματος προς ανατροπή της αρχικής διαταγής κράτησης. Πέραν τούτου, με λεπτομέρεια κατέγραψε το οδοιπορικό της υπόθεσης εξετάζοντας το θέμα χρονικής διάρκειας της κράτησης του εφεσείοντα. Δεν παρέλειψε να εξετάσει οτιδήποτε σχετικό, ούτε, υπό τα δεδομένα αυτά, αποτελεί σφάλμα η μη ενασχόληση με προτεινόμενους όρους εγγύησης, δεδομένης της τελεσιδικίας της κρίσης περί αναγκαιότητας κράτησης.

 

Αβάσιμος κρίνεται και ο πέμπτος λόγος έφεσης.

 

Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο