ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ. 213/2026)
10 Σεπτεμβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΣΟΡΙΝ ΜΑΡΙΑΝ ΜΑΡΙΟΥΤΣΑ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
________________________
Α. Χρ. Αλεξάνδρου, για τον Εφεσείοντα
Μ. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Κατηγορητήριο, με βάση το οποίο ο εφεσείων παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο Πάφου, αποδίδει σε αυτόν κατηγορία απόπειρας φόνου, δύο κατηγορίες πράξης που στοχεύει στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης σε δύο πρόσωπα, δύο κατηγορίες πρόκλησης τραυματισμού στα εν λόγω πρόσωπα και δύο κατηγορίες για τη μεταφορά χαρτοκόπτη με λεπίδα ο οποίος κατέληγε σε μυτερή άκρη.
Το παραπέμπον Δικαστήριο όρισε την 7.10.2026 ως την ημερομηνία εμφάνισης του εφεσείοντα ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου και εξέτασε υποβληθέν από την Κατηγορούσα Αρχή αίτημα κράτησης του εφεσείοντα μέχρι την ημερομηνία αυτή στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Προς υποστήριξη του αιτήματος κράτησης του εφεσείοντα, τέθηκε, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, μαρτυρικό υλικό το οποίο περιλάμβανε μαρτυρία προσώπων που βρίσκονταν στη σκηνή αλλά και θεληματική κατάθεση του εφεσείοντα και υποδείξεις σκηνών από αυτόν καθώς και γραπτή αναφορά ιατρού ότι αν το τραύμα ήταν δύο χιλιοστά πιο βαθύ το θύμα θα πέθαινε. Τέθηκαν, επίσης, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα.
Ο εφεσείων έφερε ένσταση στο αίτημα κράτησής του στη βάση των όσων ο συνήγορός του προέβαλε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τους παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν για σκοπούς ενός τέτοιου αιτήματος και αποφάσισε την κράτηση του εφεσείοντα.
Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη κρίση με την παρούσα έφεση προβάλλοντας συνολικά πέντε λόγους έφεσης.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι δύο πλευρές έχουν θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους, καθώς επίσης καθετί σχετικό με την παρούσα πρωτόδικη διαδικασία και απόφαση.
Όπως επανειλημμένως έχει λεχθεί, είναι προφανές ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.
Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Με τον πρώτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση των αρχών που έχει θέσει η νομολογία, άσκησε τη διακριτική του εξουσία καταλήγοντας σε διαταγή κράτησης του εφεσείοντα, καθ' ότι κατέληξε σε εσφαλμένη κρίση σε σχέση με τους δεσμούς του εφεσείοντα με την Κυπριακή Δημοκρατία και έκρινε, λανθασμένα, ότι ο εφεσείων δεν έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία με συνεπακόλουθο να οδηγηθεί σε διαταγή κράτησης. Αιτιολογικά, παραπομπή γίνεται σε σχετικά αποσπάσματα από την πρωτόδικη απόφαση στα οποία παρουσιάζεται αναφορά περί μη ύπαρξης από μέρους του εφεσείοντα ισχυρών δεσμών με τη Δημοκρατία, καθώς επίσης στις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα, ο οποίος είναι Κύπριος πολίτης με καταγωγή από τη Ρουμανία, πολιτογραφήθηκε ως Κύπριος πολίτης πριν από πέραν των 10 ετών, διαμένει μόνιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από το έτος 2004, όντας μοναχός στη Μονή Αγίου Νεοφύτου χωρίς να αναμένεται να έχει οικογένεια ή οτιδήποτε άλλο λόγω της ιδιότητάς του. Στο έδαφος δε της Κυπριακής Δημοκρατίας τάφηκε ο πατέρας του με τον οποίο ο εφεσείων είχε ιδιαίτερη σύνδεση και τον τάφο του οποίου επισκέπτεται καθημερινά. Αποτελεί θέση της πλευράς του εφεσείοντα ότι ορθή εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων αυτών θα έπρεπε να οδηγήσει αβίαστα το πρωτόδικο Δικαστήριο στην κατάληξη ότι ο εφεσείων έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία, αφήνοντας τον ελεύθερο υπό όρους.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα κατέληξε στην απόφαση ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης στις πρώτες τρεις κατηγορίες, ήτοι της απόπειρας φόνου και των πράξεων που στόχευαν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του Άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, καθ' ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν τέτοια που στην ορθή εκτίμησή της θα έπρεπε να οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο σε κρίση ότι δεν υπάρχει πιθανότητα καταδίκης ή ότι η πιθανότητα καταδίκης ήταν πολύ απομακρυσμένη. Επίκληση γίνεται στοιχείων του μαρτυρικού υλικού καθώς επίσης και μη απόδοση αξίας σε θέματα που αφορούσαν τη διερεύνηση των αδικημάτων.
Ο τρίτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα περιορίστηκε, όσον αφορά τη σοβαρότητα του τραύματος ενός εκ των παραπονούμενων, σε σχετικό έγγραφο, παραλείποντας να λάβει υπ' όψιν άλλη ιατρική εξέταση, καθώς επίσης την ευχέρεια του παραπονούμενου να δώσει κατάθεση σε σύντομο χρόνο μετά τον τραυματισμό του.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης αποδίδει σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο στην καθοδήγηση που έλαβε από συγκεκριμένη νομολογία. Επίκληση γίνεται της θέσης ότι οι εν λόγω αυθεντίες, με βάση τα γεγονότα τους, είναι ανόμοιες με την υπό κρίση περίπτωση.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε κατά παράβαση της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ασκώντας λανθασμένα τη διακριτική του εξουσία μη εφαρμόζοντας τον κανόνα ότι ο κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος και ως θέμα αρχής πρέπει να παραμένει ελεύθερος εκτός εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, συνηγορούν υπέρ της κράτησής του.
Η συνάφεια των θεμάτων που εγείρονται με τους ως άνω λόγους έφεσης και η φυσική αλληλουχία των θεμάτων που εξετάζονται σε αυτούς, καθιστά ευχερή την παράλληλη εξέτασή τους μέσα από συνολική εξέταση της πρωτόδικης κρίσης.
Από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης διαπιστώνεται ότι ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το υπό κρίση θέμα. Κατέγραψε τα ενώπιόν του στοιχεία και τις θέσεις των δύο πλευρών, ως τέθηκαν μέσω των συνηγόρων των δύο πλευρών, και παρέθεσε, στην ορθή της διάσταση, τη νομική πτυχή του θέματος. Με αναφορά στην υπό κρίση περίπτωση, ορθά είναι που διαπίστωσε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο εφεσείων αντιμετωπίζει, σε συνάρτηση και με τις προβλεπόμενες ποινές, ενώ ορθά, επίσης, διαπίστωσε την αυστηρότητα της ποινής που ενδεχομένως να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης αυτού.
Αναφορικά με το στοιχείο της πιθανότητας καταδίκης, το οποίο αφορά ο δεύτερος λόγος έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με επαρκή λεπτομέρεια στα όσα τέθηκαν ενώπιόν του. Δεν παρέλειψε να ασχοληθεί με τα όσα ο συνήγορος του εφεσείοντα υπέδειξε σε σχέση με το μαρτυρικό υλικό, ούτε αγνόησε τη θέση της πλευράς του εφεσείοντα ότι η κατάθεση αυτού δόθηκε κάτω από πίεση και δεν ήταν θεληματική. Κρίνεται ορθή η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στο στάδιο αυτό δεν διενεργείται υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ούτε εξετάζεται η βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις καταθέσεις που ενοχοποιούν τον κατηγορούμενο. Ούτε, φυσικά, μπορεί να εξεταστεί η θεληματικότητα ή μη κατάθεσης από μέρους του κατηγορουμένου. Στην όψη του μαρτυρικού υλικού το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε, είναι καθ’ όλα ορθή η διαπίστωση ότι προέκυπτε πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα. Δεν εντοπίζεται, παράλληλα, οποιαδήποτε παράλειψη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου η οποία να δικαιολογούσε διαφορετική κρίση.
Δεν θεωρούμε ότι υφίσταται έρεισμα στα όσα προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο έφεσης.
Σε συνάφεια με τα ως άνω, δεν εντοπίζουμε έρεισμα ούτε στα όσα αφορούν τον τρίτο λόγο έφεσης. Στα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε σε σχέση με τα στοιχεία του μαρτυρικού υλικού, περιλαμβανόταν και το αναφερόμενο στοιχείο μαρτυρίας. Δεδομένων των όσων εξηγούνται ανωτέρω, το ζητούμενο για το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της υπό κρίση διαδικασίας, σε καμία περίπτωση δεν ήταν η αντιπαράθεση και αξιολόγηση μαρτυρίας προς διαπίστωση της έκτασης, του τραύματος. Τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην όψη τους, δικαιολογούσαν τόσο τις αναφορές του όσο και τις διαπιστώσεις του, περιοριζόμενων πάντοτε στο πλαίσιο του τι είχε να αποφασίσει, το οποίο δεν επεκτεινόταν πέραν των παραγόντων που θα πρέπει να ικανοποιούνται για σκοπούς διαπίστωσης του κινδύνου φυγοδικίας.
Με αναφορά στα όσα αφορούν τον πρώτο λόγο έφεσης, έχουμε την άποψη ότι τα όσα επικαλείται η πλευρά του εφεσείοντα δεν προβάλλουν το ορθό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να κριθεί συγκεκριμένη αναφορά από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Καθ’ όλα σχετικά με το υπό κρίση θέμα είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CORNECI, Ποινική Έφεση 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026:
«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:
«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):
«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»
Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση.»
Είναι εμφανές, από το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι εξέτασε το ζήτημα εντός του ως άνω πλαισίου.
Έχοντας, συναφώς, διαπιστώσει την ύπαρξη των αντικειμενικών στοιχείων που άπτονται του κινδύνου φυγοδικίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να συνεκτιμήσει τις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα, έχοντας εξηγήσει ότι για να εκτιμηθεί ο κίνδυνος μη εμφάνισης κατά τη δίκη, λαμβάνονται υπ' όψιν οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου καθώς και η σχέση του με την Κύπρο λόγω καταγωγής, οικογένειας και εργασίας. Ως ανέφερε, δεν αγνόησε ότι ο εφεσείων βρίσκεται στη Δημοκρατία από το έτος 2004, ενώ από το έτος 2016 απέκτησε και την Κυπριακή υπηκοότητα. Ούτε παραγνώρισε, ως αναφέρει, το ότι ο εφεσείων ταξίδεψε εκτός Δημοκρατίας προς τη Ρουμανία μόνο σε περιορισμένες και συγκεκριμένες περιπτώσεις για λόγους που αφορούσαν την υγεία του αποβιώσαντα πατέρα του. Περαιτέρω, ότι ο πατέρας του εφεσείοντα, με τον οποίο αυτός είχε ιδιαίτερη σύνδεση και σχέση, απεβίωσε στη Δημοκρατία και έχει ταφεί σε αυτήν. Παρά, όμως, αυτά είναι που εξήγησε ότι δεν κρίνει ότι υφίστανται ισχυροί δεσμοί με τη Δημοκρατία, αφού η μόνη σύνδεση του κατηγορουμένου με την Κύπρο ήταν αποκλειστικά και μόνο με την Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου στην οποία διέμενε ως μοναχός από το έτος 2004 στην οποία κατ’ ισχυρισμόν έχει διαδραματιστεί και το επίδικο περιστατικό.
Είναι προφανές ότι, από το σύνολο της αιτιολογίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ορθή προσέγγιση του υπό κρίση ζητήματος σε σχέση με τους δεσμούς τους οποίους διαπίστωσε ότι ο εφεσείων έχει με τη Δημοκρατία. Αποτελεί γεγονός ότι οι δεσμοί αυτοί του εφεσείοντα εξαντλούνται με την παρουσία του, ως Κύπριου πολίτη πλέον, ως μοναχού στη συγκεκριμένη Μονή. Πέραν αυτών, και της ταφής του αποβιώσαντα πατέρα του στο έδαφος της Δημοκρατίας, δεν φαίνεται να υφίσταται οτιδήποτε άλλο που να συνδέει τον εφεσείοντα με τον τόπο και τους ανθρώπους ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξή τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Αυτό είναι που αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τα ενώπιόν του στοιχεία, αναφερόμενο, παράλληλα, και σε νομολογία (αναφορές οι οποίες αφορούν τον τέταρτο λόγο έφεσης).
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση. Ορθή κρίνεται τόσο η προσέγγιση του θέματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και η κρίση του επί αυτού.
Αβάσιμο κρίνουμε τον πρώτο λόγο έφεσης. Τα δε όσα αναφέρονται επί του προκειμένου συμπαρασύρουν και τον τέταρτο λόγο έφεσης, ο οποίος, άλλωστε, κατά την ακροαματική διαδικασία έχει εγκαταλειφθεί.
Τα όσα αναφέρονται ανωτέρω και η κρίση της πρωτόδικης απόφασης με βάση τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα συμπαρασύρουν και τον πέμπτο λόγο έφεσης, αφού σε καμία περίπτωση δεν διαπιστώνεται παραβίαση από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου του τεκμηρίου αθωότητας του εφεσείοντα, ενώ, από την πρωτόδικη απόφαση, διαπιστώνεται ότι η απόφαση για κράτηση του εφεσείοντα ήταν αποτέλεσμα εξέτασης όλων των σχετικών παραγόντων προς διαπίστωση αναγκαιότητας κράτησης του εφεσείοντα ως εξαίρεση του κανόνα. Δεν εντοπίζουμε έρεισμα στα όσα προβάλλονται με τον πέμπτο λόγο έφεσης.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο