ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ. 232/2026)
16 Σεπτεμβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΑΜΑΤΑΡΗΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
___________________________
Δ. Μουστούκης, για τον Εφεσείοντα
Ε. Κωνσταντίνου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων αντιμετωπίζει, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατηγορητήριο για αδικήματα διαρρήξεων και κλοπής που φέρονται να διαπράχθηκαν εντός του πρώτου δεκαπενθήμερο του Αυγούστου του 2026, κατά παράβαση Άρθρων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Ζητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή η κράτηση του εφεσείοντα στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Το αίτημα αντιμετώπισε την ένσταση της πλευράς του εφεσείοντα και το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε τα όσα τέθηκαν ενώπιόν του, διέταξε την κράτηση του εφεσείοντα, διαπιστώνοντας ότι συντρέχει κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων. Συγκεκριμένα, συνεκτίμησε, με παραπομπή σε επί τούτου νομολογία, το ότι ο εφεσείων φέρεται να διέπραξε τα πιο πάνω αδικήματα ενώ ήταν ελεύθερος υπό όρους σε άλλη εκκρεμούσα εναντίον του ποινική υπόθεση, η οποία αφορά παρόμοιας φύσεως αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν το έτος 2023. Επίσης, συνυπολόγισε ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται στην υπό κρίση υπόθεση έλαβαν χώραν σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ τους. Ως προς τις εισηγήσεις του συνηγόρου του εφεσείοντα όπως αυτός αφεθεί ελεύθερος υπό όρους, με παράλληλη υπογράμμιση των δεσμών του με τη Δημοκρατία και του ότι ο εφεσείων τηρεί τους όρους που τέθηκαν στην άλλη ως άνω υπόθεση εναντίον του, σημείωσε ότι εν προκειμένω το αίτημα κράτησης δεν βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας, σε σχέση με τον οποίο οι παράγοντες αυτοί εξετάζονται σύμφωνα με τη νομολογία. Σημείωσε δε ότι όταν διαπιστωθεί κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων, δεν εξετάζονται προτεινόμενοι όροι που σκοπό έχουν την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Σε σχέση με αιτιάσεις του εφεσείοντα ότι η προφυλάκισή του, εν όψει των αναφορών έκθεσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με συγκεκριμένες πτέρυγες των Κεντρικών Φυλακών κατά το 2025, θα αποτελούσε επιπρόσθετη επιβάρυνση, λαμβανομένου υπόψη ότι πάσχει από διαβήτη και χρειάζεται καθημερινά ένεση, έκρινε ότι αυτό το ζήτημα υγείας θα μπορεί να τύχει της ανάλογης ιατρικής περίθαλψης στον χώρο που θα κρατείται. Ως προς τις συνθήκες κράτησης του εφεσείοντα ιδωμένες γενικότερα, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να εξετάσει τις αιτιάσεις του εφεσείοντα σε σχέση με αυτές, καταλήγοντας ότι εν όψει τούτου, οι συνθήκες κράτησης δεν θα παραβιάσουν τα δικαιώματα του εφεσείοντα.
Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη κρίση με ένα λόγο έφεσης επικαλούμενος το εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε ορθά την διακριτική του ευχέρεια και να απολύσει τον κατηγορούμενο υπό όρους». Ενώπιόν μας σήμερα, εξασφαλίστηκε άδεια του Εφετείου για καταχώριση αιτιολογημένου λόγου έφεσης, ο οποίος προβάλλει ανάλογες θέσεις ως και πρωτοδίκως.
Έχουμε διεξέλθει της πρωτόδικης απόφασης και των όσων τέθηκαν ενώπιόν μας κατά την ακρόαση της έφεσης προς τον σκοπό διαπίστωσης κατά πόσον υφίσταται οτιδήποτε που να ανατρέπει την πρωτόδικη απόφαση.
Αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επαρκώς αποτύπωσε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Στην MERZO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 57/2026, ημερομηνίας 13.3.2026, αναφερθήκαμε στην IGNATOVA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025 και στο κάτωθι απόσπασμα:
«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων:
«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:
«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»
Διαπιστώνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την εκκρεμούσα υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα, εφόσον αφορά δύο κατηγορίες για παρόμοιας σοβαρότητας αδικήματα ήτοι, κλοπή υπό υπαλλήλου. Ορθά επίσης δεν προσέδωσε βαρύτητα στο ότι τα εν λόγω αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν κατά το 2023. Ορθά σημείωσε περαιτέρω ότι η αναφορά τόσο στα εν λόγω αδικήματα, όσο και στα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο εφεσείων στην υπό κρίση υπόθεση στο πλαίσιο εξέτασης του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων για σκοπούς κράτησης, δεν παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας. Δεν παρέλειψε δε να λάβει υπόψη ότι νοείται ότι η κράτηση αποτελεί την εξαίρεση και ότι για να διαταχθεί η κράτηση θα πρέπει να συντρέχει συγκεκριμένος λόγος, όπως εν προκειμένω ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην ως άνω πρωτόδικη κρίση, ούτε μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιόν του δεδομένα και αιτιολόγησε πλήρως την κατάληξή του. Ουδεμία παράλειψη εντοπίζουμε στην όλη διεργασία στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη εξετάζοντας το θέμα που είχε να αποφασίσει.
Η συμμόρφωση του εφεσείοντα με προηγούμενους όρους εγγύησης στην άλλη εναντίον του υπόθεση δεν διαφοροποιεί την κατάσταση, ανατρέποντας την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Αντιθέτως, σε σωρεία αποφάσεων έχει λεχθεί ότι σημαντικό στοιχείο αποτελούσε και το ότι ο εφεσείων φέρεται να τέλεσε το κατ’ ισχυρισμόν αδίκημα ενόσω τελούσε υπό όρους εγγύησης, βλ. μεταξύ άλλων τις ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΝΤΕΜΛΟΖ, Ποινική Έφεση 100/2025, ημερομηνίας 24.4.2025, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση 84/2024, ημερομηνίας 16.4.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.α., Ποινική Έφεση 269/2024, ημερομηνίας 23.1.2025.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, καθ’ όλα ορθή κρίνεται η πρωτόδικη κρίση, χωρίς να εντοπίζεται πεδίο επέμβασής μας σε αυτήν.
Αβάσιμος κρίνεται ο λόγος έφεσης και ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο