ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 233/2026)
17 Σεπτεμβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑNDREI FATU,
Εφεσίβλητου.
_______________________
Μ. Zaρής για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείοντα.
Ν. Κορομίας, για τον Εφεσίβλητο.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ: Στις 3.9.2026 καταχωρήθηκε εναντίον του εφεσίβλητου η Ποινική Υπόθεση 11713/2026 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στο κατηγορητήριο της περιλαμβάνονται 11 κατηγορίες που αφορούν αδικήματα κατά παράβαση Άρθρων των Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν.119(Ι)/2000, Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και Περί Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.115(Ι)/2021, Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου 114(Ι)/2021 και Άρθρων του Ποινικού Κώδικα.
Ειδικότερα, αναφέρονται τα αδικήματα επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κοινής επίθεσης (πρόκειται για τέσσερεις διαφορετικές κατηγορίες), κακόβουλης βλάβης, παρενόχλησης, απειλής και άσκησης ψυχολογικής βίας με την οποία να πλήττεται σοβαρά η ψυχολογική ακεραιότητα και να προκαλείται πραγματικός φόβος. Πλείστα αδικήματα έχουν ως παραπονούμενη τη συμβία του, ενώ το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης αφορά ζημιά που προκλήθηκε στην οικία της μητέρας της συμβίας του.
Ο εφεσίβλητος δεν απάντησε στις κατηγορίες στις 3.9.2026 ζητώντας χρόνο για να λάβει το μαρτυρικό υλικό και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για απάντηση στις 21.9.2026 και ώρα 8:30π.μ. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως ο εφεσίβλητος παραμείνει υπό κράτηση, τόσο επί του κινδύνου φυγοδικίας αλλά και του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων.
Υποστηρίζοντας το αίτημά του, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρέδωσε στο Δικαστήριο το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης και επικεντρώθηκε σε καταθέσεις της παραπονούμενης και τα όσα καταλογίζει στον εφεσίβλητο τα οποία της προκάλεσαν σωματικές βλάβες αλλά και άγχος συνεπεία του οποίου λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Αναφέρθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου επίσης ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο εφεσίβλητος είναι σοβαρά, με βάση το μαρτυρικό υλικό υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του, ενώ οι ποινές που προβλέπονται καθώς και οι ποινές που επιβάλλονται από τα Δικαστήρια σε τέτοιου είδους αδικήματα, είναι αρκετά σοβαρές, συνθήκες, που με βάση την εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας και της αναγκαιότητας όπως ο εφεσίβλητος παραμείνει υπό κράτηση. Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές συνθήκες του εφεσίβλητου, το μόνο που αναφέρθηκε είναι ότι αυτός είναι Ευρωπαίος πολίτης.
Όπως επίσης αναφέρθηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ο εφεσίβλητος έχει ποινικό μητρώο. Έχει καταδικαστεί σε δύο υποθέσεις, η μία αφορά τα αδικήματα κλοπής και παράνομης κατοχής περιουσίας στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης και άλλη υπόθεση για κακόβουλη ζημιά και κλοπή. Παραδόθηκαν επίσης στο Δικαστήριο αντίγραφα των υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον του εφεσίβλητου. Πρόκειται για τις υποθέσεις 326/2025 στην οποία αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και διάδοσης πορνογραφικού υλικού, 8939/2025 που αφορά το αδίκημα της κλοπής για αντικείμενα συνολικής αξίας €3.600 και η υπόθεση 11340/2026 και πάλι για το αδίκημα της κλοπής για αντικείμενα συνολικής αξίας €4.000.
Ανέφερε επίσης ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ότι στο ίδιο το κατηγορητήριο της υπό εκδίκαση υπόθεσης υπάρχει επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του εφεσίβλητου, αφού σε αυτό περιλαμβάνονται κατηγορίες που φέρεται να διαπράχθηκαν από τον Ιούλιο 2024 μέχρι και τον Αύγουστο 2026.
Ο συνήγορος του εφεσίβλητου πρωτοδίκως υποστηρίζοντας την ένστασή του στο αίτημα για κράτησή του, προέβαλε το επιχείρημα ότι μπορούν να επιβληθούν στον πελάτη του αυστηροί όροι συμπεριλαμβανομένης και της έκδοσης διατάγματος αποκλεισμού και/ή απομάκρυνσης και/ή απαγόρευσής του να πλησιάζει και να επικοινωνεί με οποιοδήποτε τρόπο με την παραπονούμενη, και έτσι μπορεί να αποφευχθεί το έσχατο μέτρο της στέρησης της ελευθερίας του που επιδιώκει ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής.
Παρέδωσε επίσης στο Δικαστήριο επιστολή του συνηγόρου της παραπονούμενης στην οποία επισυνάπτονται δύο ένορκες δηλώσεις της παραπονούμενης με τις οποίες αποσύρει τα παράπονά της εναντίον του εφεσίβλητου και δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να μαρτυρήσει εναντίον του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η επιστολή αυτή φέρει ημερομηνία 2.9.2026, δηλαδή πριν την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης. Ανέφερε επίσης ότι ο εφεσίβλητος συμμορφώνεται με τους όρους που του έχουν επιβληθεί στις άλλες υποθέσεις που αντιμετωπίζει και έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι πριν να αντιληφθεί ότι είναι καταζητούμενο πρόσωπο είχε πάει για υπογραφή στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό και όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν καταζητούμενο πρόσωπο από μόνος του παραδόθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα κράτησης και για τους δύο πυλώνες που αυτό προβλήθηκε. Όπως σημείωσε, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα καταδίκης του εφεσίβλητου, όπως ούτε και η πιθανότητα αθώωσής του. Δεν τέθηκε οτιδήποτε για τις προσωπικές του συνθήκες πέραν του ότι κατάγεται από τη Ρουμανία και δεν καταδείχτηκε να έχει οποιαδήποτε σύνδεση με την χώρα καταγωγής του, όπως, και ούτε αναφέρθηκε, ότι δεν έχει ισχυρούς δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ανέφερε ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει είναι σοβαρά, όμως εκκρεμεί πιο σοβαρή υπόθεση εναντίον του στην οποία περιλαμβάνονται κατηγορίες που επισύρουν ποινή φυλάκισης δια βίου, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του το 2025 στην οποία δεν ζητήθηκε η κράτησή του, του επιβλήθηκαν όροι, και δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε για προσπάθεια φυγοδικίας του μετά την καταχώρησή της.
Σε ό,τι αφορά τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων, διαπίστωσε κενό δύο περίπου ετών για τα περιστατικά σωματικής βίας, που αφορούν οι πρώτες κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, σε σχέση με τις τελευταίες κατηγορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό. Αναφέρθηκε επίσης στην απόσυρση των παραπόνων από την παραπονούμενη και την επιθυμία της για έκδοση περιοριστικών μέτρων εναντίον του. Σε ό,τι αφορά το ποινικό του μητρώο, ανέφερε τα αδικήματα για τα οποία έχει ήδη καταδικαστεί αλλά και εκείνα για τα οποία εκκρεμεί εκδίκαση αποσυνδέονται εκ της φύσης τους από τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Σημείωσε επίσης, το γεγονός ότι για τις τρεις υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του δεν ζητήθηκε η κράτησή του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα και επί του κινδύνου επαναδιάπραξης και επέβαλε συγκεκριμένους όρους στον κατηγορούμενο, και εξέδωσε εναντίον του και σχετικά απαγορευτικά διατάγματα τόσο αναφορικά με την παραπονούμενη όσο και με τη μητέρα της.
Ο Γενικός Εισαγγελέας με δύο λόγους έφεσης προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση επιδιώκοντας την ανατροπή της. Αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένη απόφαση ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας και λανθασμένη εφαρμογή των αρχών αναφορικά με τον κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων. Αναφέρει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια και ότι η απόφασή του παρουσιάζει απόκλιση από την πάγια νομολογία των δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων που είναι δεσμευτική για τα πρωτόδικα Δικαστήρια.
Με δεδομένο ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο σε τέτοιας φύσης περιπτώσεις είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος και συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1.9.2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.2020), ECLI:CY:AD:2020:B286»
Στο σύνολό τους, οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης στοχοποιούν τη συνολική προσέγγιση και κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Υφίσταται τέτοια συνάφεια και σύνδεση των όσων προβάλλονται που καθίσταται ευχερές αυτά να εξεταστούν παράλληλα μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.
Στην απόφασή μας MAHER ALJUMAA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 267/2025, ημερομηνίας 13.10.2025, εξετάζοντας το θέμα του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων αναφέραμε τα ακόλουθα:
«Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων:
«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:
«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»
Στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. Γ.Κ., Ποινική Έφεση 88/2021, ημερομηνίας 5.7.2021 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην Πιριπίτσης ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ., 9 επαναλαμβάνεται πως η πολιτική δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος, έχει καθιερώσει κανόνα ο οποίος επιτρέπει την κράτηση όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης αδικημάτων.
Στη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ., 130, επαναλαμβάνεται ότι η πιθανότητα διάπραξης ίδιου ή άλλου αδικήματος, είναι δυνατό να αποτελέσει τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου.
Αυτό που προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι δεν απαιτείται ακριβής ή συγκεκριμένη μαρτυρία σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Της λέχθηκε στην Ονουφρίου ν. Αστυνομίας (2014) 2(A) Α.Α.Δ. 406:
«Η πιθανότητα αυτή δεν απαιτείται να αποδειχτεί με την αυστηρή του όρου έννοια, αλλά η πιθανολόγηση σε τάση, για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά της κατηγορουμένου, είναι αρκετή.»
Αρκεί να δημιουργείται μια ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα στη βάση του συνόλου του υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων είναι δυνατό να προκύπτει είτε από στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε από εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης (Χ΄΄ Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ., 45, Φενερίδης (1998) 1(Δ) ΑΑΔ, 2101, Πατατάρης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ., 46, Σπανού κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ., 89 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 113/15 (Σχ. με 115/15), απόφαση ημερομηνίας 2.6.2015).
Εδώ, οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στο μαρτυρικό υλικό, αν και εφόσον αποδειχθούν, υποδηλώνουν συστηματική διάπραξη εγκλημάτων σεξουαλικής φύσης με πέραν του της προσώπου, περιλαμβανομένων ανηλίκων, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η κατ΄ ισχυρισμόν διάπραξη μεγάλου αριθμού αδικημάτων, δεικνύει την ύπαρξη ροπής και τη δυνατότητα διάπραξης νέων αδικημάτων (Σκούρου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ., 140). Κριτήριο είναι η πιθανολόγηση για επανάληψη των αδικημάτων επί της όψεως του μαρτυρικού υλικού, και θεωρούμε ότι εν προκειμένω τούτο πληρούται.»
Σημειώνουμε ξανά το γεγονός ότι εναντίον του εφεσίβλητου εκκρεμούν άλλες υποθέσεις στις οποίες του έχουν επιβληθεί όροι για εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο για την ακρόασή τους. Φαίνεται ότι τα αδικήματα που του αποδίδονται στην παρούσα υπόθεση έχουν διαπραχθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο εφεσίβλητος είναι ελεύθερος με επιβολή όρων για εξασφάλιση της παρουσίας του ενώπιον των άλλων Δικαστηρίων όπου εκκρεμούν οι υποθέσεις του. Σε σχέση με το γεγονός αυτό στην απόφασή μας IGNATOVA v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025 αναφέραμε τα εξής:
«Αν είναι κάτι που θα μπορούσε να λεχθεί, επί του προκειμένου, είναι ότι επιπρόσθετο στοιχείο, στην παρούσα, προς υποστήριξη του δικαιολογημένου διαταγής κράτησης, αποτελεί το ότι η εφεσείουσα, ως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας, φέρεται να τέλεσε τα υπό κρίση αδικήματα ενόσω τελούσε υπό όρους εγγύησης για άλλη σοβαρή υπόθεση συναφών αδικημάτων (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΝΤΕΜΛΟΖ, Ποινική Έφεση 100/25, ημερομηνίας 24.4.2025, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση 84/24, ημερομηνίας 16.4.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.ά, Ποινική Έφεση 269/24, ημερομηνίας 23.1.2025).»
Σημειώνουμε ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και σημειώνονται στην απόφασή του, υπάρχει εύρος χρόνου στις φερόμενες ημερομηνίες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Επίσης, ως έχει ήδη αναφερθεί, εκκρεμούν άλλες τρεις υποθέσεις εναντίον του που δεν αφορούν παρόμοιας φύσης αδικήματα μεν, αλλά είναι εξίσου αν όχι περισσότερο σοβαρές λαμβανομένης υπόψη της υπόθεσης στην οποία αντιμετωπίζει κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και διάδοσης πορνογραφικού υλικού. Υπενθυμίζουμε επίσης τις δύο καταδίκες με τις οποίες βαρύνεται. Αυτά αποτελούν στοιχεία που υποστηρίζουν την ύπαρξη κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Θεωρούμε ορθό να σχολιάσουμε επίσης το γεγονός ότι η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση απέσυρε το παράπονό της μέσω ένορκων δηλώσεων οι οποίες παραδόθηκαν από τον συνήγορό της στον συνήγορο του εφεσίβλητου.
Στην πρόσφατη απόφαση ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΜΑΡΛΙΓΚΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 214/2026, ημερομηνίας 31.8.2026, όπου εγέρθηκε το θέμα απόσυρσης παραπόνου από την παραπονούμενη σημειώθηκαν τα εξής:
«Παρόμοιο θέμα αντιμετώπισε το Εφετείο στην υπόθεση ΡΑΜΙ ΝΤΕΜΛΟΖ, v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 173/2026, ημερομηνίας 15/7/2026. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε στην απόφασή του της τέσσερεις εκκρεμούσες υποθέσεις που ο εφεσείων αντιμετωπίζει, αναφερόμενο στο τι αφορούν. Δύο εξ αυτών αφορούν συναφή αδικήματα ενώ οι της δύο αφορούν αδικήματα βίας στην οικογένεια. Τα φερόμενα αδικήματα παρουσιάζονται να διαπράχθηκαν από τον Μάρτιο του 2021 μέχρι και τον Ιούνιο του 2024. Δεν παρέλειψε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, να αναφερθεί της ένορκες δηλώσεις παραπονούμενων προσώπων της υποθέσεις που αφορούν αδικήματα βίας στην οικογένεια με της οποίες διαφοροποιούνται τα παράπονα αυτών. Όμως, ως εξήγησε, δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει την επίδραση αυτών των ενόρκων δηλώσεων της εν λόγω υποθέσεις. Ως, περαιτέρω κατέληξε:
«Εξάλλου, αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο αυτές οι υποθέσεις, για αυτό το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαζί με το Έγγραφο Α, το ποινικό μητρώο, είναι ικανά να πιθανολογήσουν κάποια ροπή ή τάση του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Έχω υπόψη μου ότι τα αδικήματα, τα οποία αντιμετωπίζει με της της υποθέσεις, εκτός από της δύο υποθέσεις που αφορούν παρόμοιας φύσης αδικήματα με το παρόν Κατηγορητήριο, ότι αφορούν άλλα αδικήματα, της η Νομολογία επιτρέπει σε κάποιο Δικαστήριο χωρίς αυτό φυσικά να επηρεάσει το τεκμήριο αθωότητας, καθότι δεν προβαίνει το Δικαστήριο σε οριστικά συμπεράσματα, κατά πόσο τα αδικήματα είναι παρόμοιας ή ανάλογης σοβαρότητας. Επισημαίνω ότι κάποια εκ των αδικημάτων τα οποία ειδικότερα αφορούν βία στην οικογένεια, επισύρουν μεγαλύτερη ποινή σε περίπτωση καταδίκης παρά το αδίκημα της κλοπής. Θεωρώ ότι αντιμετωπίζει αδικήματα μεγαλύτερης σοβαρότητας παρά το αδίκημα, το οποίο αντιμετωπίζει. Όλα αυτά συνολικά αποτιμώμενα σε συνάρτηση και με το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει, ότι αντιμετωπίζει και κατηγορίες ομοειδούς φύσεως ότι είναι ικανά να πιθανολογήσουν τάση για έγκλημα.
Θέλω να αναφέρω προτού προχωρήσω στην κατάληξή μου, έχω υπόψη μου και θα θέσω και την υπόθεση Δημοκρατία v. Θεμιστοκλέους, 84/24, ημερομηνίας 16.4.2024, στην οποία απόφαση επισημάνθηκε ότι, «όπου τα υπό κατηγορία αδικήματα εμπίπτουν σε χρονική περίοδο, όπου ο κατηγορούμενος ήταν ελεύθερος με όρους σε άλλη υπόθεση για παρόμοια αδικήματα τότε αποκτά αυξημένη ισχύ κατά την εξέταση των υπό αναφορά αδικημάτων». Το ίδιο αναφέρθηκε, ως ανέφερα και προηγουμένως, στην υπόθεση Μπατιρίδης v. Αστυνομίας, και δίδω έμφαση σε αυτό το σημείο και να αναφέρω ότι εκτός του ότι από το ίδιο το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου, φαίνεται να υπάρχει μία τάση τουλάχιστον από το 2021 μέχρι σήμερα με το παρόν Κατηγορητήριο ροπής στο έγκλημα του κατηγορουμένου, όπου, φέρεται να διάπραξε αδικήματα, ενόσω τελούσε ελεύθερος με όρους. Αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο ότι θα μπορούσε να θέσει όρους εγγύησης ή να καταθέσει μετρητά, της επαναλαμβάνω ότι ενώσω τελούσε με όρους, διάπραξε, φέρεται να διέπραξε άλλα αδικήματα.»
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην ως άνω πρωτόδικη κρίση, ούτε μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα του εφεσείοντα. Από τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα, ήταν πλήρως δικαιολογημένη η κατάληξή του αυτή. Η επιθυμία παραπονούμενου προσώπου να μην διωχθεί το πρόσωπο το οποίο είχε καταγγείλει ή η απόσυρση παραπόνου εναντίον αυτού ουδόλως επηρεάζει το εξεταζόμενο θέμα. Άλλωστε, με βάση τη νομολογία, το τι αναζητείται είναι η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος και όχι το πιθανό αποτέλεσμα άλλων υποθέσεων της οποίες κατηγορούμενο πρόσωπο αντιμετωπίζει. Ούτε, φυσικά, η απόσυρση παραπόνου από παραπονούμενο πρόσωπο, από μόνη της, φανερώνει στοιχεία σε σχέση με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου προσώπου σχετικά με το υπό κρίση θέμα.»
Ενόψει των ανωτέρω, είναι η θέση μας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε αποφασίζοντας την απόλυση του εφεσίβλητου υπό όρους. Ο κίνδυνος επαναδιάπραξης αδικημάτων είναι κατά την άποψή μας πέραν από φανερός και έχει αποδειχθεί, στο στάδιο και στο επίπεδο που απαιτείται σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, όχι μόνο από το υπάρχον κατηγορητήριο αλλά και από τις υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του εφεσίβλητου. Το γεγονός αυτό και μόνο δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης του εφεσίβλητου μέχρι τη δίκη του, το οποίο και εκδίδουμε.
Παρέλκει, η εξέταση απόδειξης του κινδύνου φυγοδικίας, αφού όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η απόδειξη ενός και μόνο από τους πυλώνες για τους οποίους επιβάλλεται η κράτηση ενός κατηγορούμενου προσώπου, είναι αρκετός για να διαταχθεί η κράτησή του.
Ενόψει των ανωτέρω, διατάσσεται η κράτηση του εφεσίβλητου μέχρι την επόμενη μέρα παρουσίασής του ενώπιον του Δικαστηρίου, που όπως έχει αναφερθεί είναι η 21.9.2026 και ώρα 8:30π.μ. Η πρωτόδικη διαταγή όπως αυτός αφεθεί ελεύθερος υπό όρους, όπως και οι όροι που του έχουν τεθεί, ακυρώνονται. Ακυρώνονται επίσης τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί εναντίον του, τόσο απομάκρυνσης αλλά και απαγόρευσης επικοινωνίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την παραπονούμενη και τη μητέρα της.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο