ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 390/2019)
23 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]
[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
Ν. & Γ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ ΛΤΔ
Εφεσείουσα/Εναγόμενη
και
MARIE-NELLIE ENTERPRISES LIMITED
Εφεσίβλητη/Ενάγουσα
-------------------------------
Κύπρος Χ. Τούμπας για Τούμπας & Τούμπας Δ.Ε.Π.Ε., για την εφεσείουσα
Λουΐζα Πέτρου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την εφεσίβλητη
-------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Στις 7 Μαρτίου 2008, δυο εφαπτόμενα υποστατικά σε πολυκατοικία επί της Λεωφόρου Αμαθούντος στη Λεμεσό τυλίχθηκαν στις φλόγες. Το ένα, αποτελούμενο από τα καταστήματα 3 και 4 (souvenir shop), ήταν ιδιοκτησίας της ενάγουσας/εφεσίβλητης ενώ το άλλο, αποτελούμενο από τα καταστήματα 1 και 2 (εστιατόριο), ήταν ιδιοκτησίας και τελούσε υπό την κατοχή της εναγόμενης/εφεσείουσας. Κατά τον χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, το εστιατόριο ήταν εκτός λειτουργίας. Από την πυρκαγιά το υποστατικό της εφεσίβλητης υπέστη ζημιές που κατά τον ισχυρισμό της ανέρχονταν σε €17.061,44. Ως προς τούτο υπέβαλε απαίτηση προς την ασφαλιστική της εταιρεία αφού είχε σχετική ασφαλιστική κάλυψη και έλαβε, προς ικανοποίηση της απαίτησης της, αποζημίωση ύψους €15.945,00.
Στη συνέχεια, τα ηνία για ανάκτηση της ζημιάς - βάσει της γνωστής αρχής της αποκατάστασης (subrogation) - έλαβε η ίδια η ασφαλιστική εταιρεία, κινώντας αγωγή εξ ονόματος της εφεσίβλητης. Μετά από κάποιες αμφιταλαντεύσεις ως προς την αιτία αγωγής, συγκεκριμενοποίησε και προώθησε την απαίτηση της δυνάμει αποκλειστικά του άρθρου 53 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 (σχετικό το πρακτικό ημερ. 6.7.2019), ισχυριζόμενη ότι η πυρκαγιά, προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα στο υποστατικό της εφεσείουσας και επεκτάθηκε στο υποστατικό της εφεσίβλητης, προξενώντας την υπό διεκδίκηση ζημιά. Το άρθρο 53, ως επισημαίνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, κωδικοποίησε τις αρχές της θεμελιακής, αγγλικής υπόθεσης Rylands v. Fletcher [1868] UKHL 1.
Από πλευράς της, η εφεσείουσα παραδεχόταν την ιδιοκτησία, όχι όμως τη διαχείριση του εστιατορίου, την οποία, κατά τη θέση της, ασκούσαν τρίτα πρόσωπα. Παράλληλα, παραδεχόταν την εν γένει εκδήλωση της πυρκαγιάς, όχι όμως ότι ξεκίνησε από το δικό της υποστατικό ή εν πάση περιπτώσει ότι φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για το όλον συμβάν. Τέλος, αρνιόταν τις κατ’ ισχυρισμό ζημιές της εφεσίβλητης.
Κατά την ακρόαση έδωσαν μαρτυρία έξι πρόσωπα, τρία για κάθε διάδικο. Από πλευράς εφεσίβλητης έδωσε μαρτυρία, εκτιμητής ζημιών (ΜΕ1), υπάλληλος του ασφαλιστικού της αντιπροσώπου (ΜΕ2) και αξιωματικός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λεμεσού (ΜΕ3). Από πλευράς εφεσείουσας, έδωσε μαρτυρία η διευθύντρια της (ΜΥ1), επιθεωρητής εγκαταστάσεων της ΑΗΚ (ΜΥ2) και επιστάτης της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας (ΜΥ3). Κατατέθηκαν και είκοσι δύο τεκμήρια.
Μετά από συνοπτική καταγραφή και στάθμιση της μαρτυρίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ΜΕ1 και 3 καθώς και οι ΜΥ2 και 3 ήταν εμπειρογνώμονες στον αντίστοιχο τομέα ειδίκευσης τους, ενώ οι ΜΕ2 και ΜΥ1 ήταν μάρτυρες γεγονότων. Από νομικής πλευράς, με αναφορά στην υπόθεση Γεωργίου v. Στυλιανού (2009) 1 Α.Α.Δ. 70, επισήμανε ότι το μόνον που θα πρέπει να αποδείξει ενάγοντας που στηρίζει την αγωγή του στο άρθρο 53 είναι ότι η ζημιά προκλήθηκε από φωτιά και ότι το υποστατικό από το οποίο ξεκίνησε, ήταν υπό την κατοχή του εναγόμενου. Στο πλαίσιο τούτο, διαπίστωσε ότι στην προκειμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση να αποδείξει την αιτία πρόκλησης της πυρκαγιάς, αλλά μόνον την εστία της, θεωρώντας ως προς τούτο τη μαρτυρική διαφωνία που εκτυλίχθηκε κατά τη δίκη, ως άγονη και αχρείαστη.
Έπειτα, στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας, έκρινε ότι αποδείχθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 53. Δηλαδή, ότι τα αντίστοιχα υποστατικά κατέχονταν από τους διαδίκους και ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από το υποστατικό της εφεσείουσας με αποτέλεσμα η εφεσείουσα να θεωρείτο εκ πρώτης όψεως αμελής και το βάρος να μεταφερόταν στους δικούς της ώμους ώστε να αποδείξει ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία να ευθυνόταν σε σχέση με την έναρξη ή την επέκταση της πυρκαγιάς. Για το ότι η εστία της πυρκαγιάς ήταν το υποστατικό της εφεσείουσας, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι, τούτο αποτέλεσε κοινό έδαφος ανάμεσα στους μάρτυρες. Ακόμα και ο ΜΥ3 τον οποίο επικαλείτο η εφεσείουσα, δεν διαφώνησε με την επ’ αυτού υπόδειξη της Πυροσβεστικής αφού προχώρησε σε έρευνα στο σημείο όπου αυτή υπέδειξε (βραχυκύκλωμα εντός του ψευδοτάβανου). Όταν δε, επέκτεινε τις έρευνες του ο ΜΥ3, τις περιόρισε και πάλι στο υποστατικό της εφεσείουσας, θεωρώντας όλον το χώρο ως την εν γένει εστία της φωτιάς. Ομοίως, υπέρ της κατάληξης αυτής συνέκλιναν και όλες οι σχετικές εκθέσεις (τεκμήρια 9, 10, 14, 21 και 22).
Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής. Για τα αίτια της πυρκαγιάς, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε σχετική τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΥ3. Τη μαρτυρία του ΜΕ1 ωστόσο δεν την έλαβε υπόψη για τους πολύ συγκεκριμένους λόγους που εξηγεί στις σελ. 24-25 της απόφασης του. Σε σχέση με τους ΜΕ3 (υποστήριξε το βραχυκύκλωμα) και ΜΥ3 (υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν θετικά στοιχεία που να υποστηρίζουν το βραχυκύκλωμα), αναγνώρισε ότι υπήρχε διαφωνία μεταξύ τους. Δεν θεώρησε όμως τη διαφωνία αυτή, ως συνηγορούσα υπέρ της θέσης που προέβαλε η εφεσείουσα. Ασχέτως του ποιος από τους δύο μάρτυρες είχε δίκαιο σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο ή ακόμα και αν τα αίτια της φωτιάς ήταν άγνωστα ως υποστήριξε η εφεσείουσα, δεν θα απαλλασσόταν ευθύνης. Αν η πυρκαγιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα, τότε το απλό κλείσιμο του διακόπτη στο οποίο προέβη, το οποίο δεν εξουδετέρωνε τον κίνδυνο βραχυκυκλώματος, δεν ήταν αρκετό για να την απαλλάξει ευθύνης. Αν από την άλλη, η αιτία δεν ήταν το βραχυκύκλωμα, θα έπρεπε η εφεσείουσα να αποδείξει την αιτία, ώστε να διαφανεί κατ’ επέκταση ότι δεν είχε ευθύνη και όχι να επικαλείται την άγνωστη αιτία, ως έπραξε. Η «άγνωστη αιτία» λειτουργούσε υπέρ της εφεσίβλητης και όχι της εφεσείουσας.
Στη βάση των πιο πάνω προχώρησε στην έκδοση απόφασης υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας για το ποσό των €17.061,44 πλέον τόκους και έξοδα.
Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δυσαρέστησε την εφεσείουσα, η οποία την προσβάλλει με τέσσερις λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε μόνο τμηματικά την ενώπιον του μαρτυρία και/ή δεν προέβη σε συνολική και πλήρη αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας. Συναφώς, προέβη σε ελλιπή και/ή αντιφατικά ευρήματα με αποτέλεσμα η απόφασή του να είναι ελλιπώς και/ή μερικώς αιτιολογημένη και/ή σε τέτοιο βαθμό που θεμελιώδεις αντιφάσεις που παρουσιάστηκαν στη μαρτυρία αγνοήθηκαν. Με το δεύτερο λόγο έφεσης η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα απέδωσε πλήρη θεραπεία στην εφεσίβλητη, προβαίνοντας σε λανθασμένα συμπεράσματα, παραγνωρίζοντας μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από την πλευρά της εφεσείουσας, αλλά και συγκεκριμένες θέσεις όπως προωθήθηκαν από την πλευρά της εφεσίβλητης και οι οποίες αφορούσαν τη θέση της εφεσείουσας ότι η εφεσίβλητη ήταν αμελής και/ή οι ενέργειες της συνιστούσαν συντρέχουσα αμέλεια και/ή αμέλεια στην πρόσκληση ζημιάς στο υποστατικό της. Με αυτόν τον τρόπο, το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά την ενώπιον του μαρτυρία και δεδομένα, δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες αναφορές στη μαρτυρία, αλλά και στη δικογραφία. Με τον τρίτο λόγο έφεσης, η εφεσείουσα προβάλλει τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα, εναπόθεσε δυσανάλογο και/ή υπέρμετρο βάρος στους ώμους της Υπεράσπισης, δηλαδή, παρά το γεγονός ότι η Υπεράσπιση με τη μαρτυρία του ΜΥ3, κατέδειξε ότι κανένα στοιχείο δεν υπήρχε ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα αλλά και ότι η εστία της πυρκαγιάς δεν ήταν δυνατό να εντοπιστεί, θεώρησε παράλειψη την αντιπαραβολή της μαρτυρίας του ΜΥ3 στον ΜΕ3, τον οποίο μάλιστα ανέφερε ότι η Υπεράσπιση έπρεπε να είχε επανακλητεύσει. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι, τελώντας υπό νομική και/ή πραγματική πλάνη λανθασμένα εφάρμοσε τις πρόνοιες του άρθρου 53 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 στα γεγονότα της υπόθεσης και προέβη σε λανθασμένο συμπέρασμα ότι η απλή επίκληση από πλευράς της εφεσίβλητης πως η πυρκαγιά ξέσπασε στο υποστατικό της εφεσείουσας ήταν αρκετή προκειμένου να μετατοπίσει το βάρος απόδειξης στους ώμους της εφεσείουσας.
Κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κ. Τούμπας και κα Πέτρου, υιοθέτησαν τα περιγράμματα αγόρευσης τους, ενώ προέβησαν και σε κάποιες προφορικές επισημάνσεις. Διεξήλθαμε με προσοχή τα εμπεριστατωμένα περιγράμματα αγόρευσης και αναφορά θα γίνει στη συνέχεια, εκεί και όπου κριθεί αναγκαίο.
Ξεκινούμε με τον δεύτερο λόγο έφεσης. Από την αιτιολογία, αλλά και από το περίγραμμα αγόρευσης, προκύπτει ότι το παράπονο της εφεσείουσας εστιάζεται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να σταθμίσει ως στοιχείο ενδεχόμενης συντρέχουσας αμέλειας ή και συμβολής στην πρόκληση της ζημιάς της το παραδεκτό γεγονός ότι στο υποστατικό της εφεσίβλητης υπήρχαν διάφορες παράνομες οικοδομικές προεκτάσεις, οι οποίες, παρά την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος κατεδάφισης, εξακολουθούσαν να υφίστανται κατά τον χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς.
Ως ορθά επισήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσίβλητης στην ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία, δεν προσκομίστηκε πρωτόδικα οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι παράνομες αυτές κατασκευές, συνέτειναν πράγματι στην πρόκληση της ζημιάς. Η μαρτυρία του ΜΕ1 που περιστράφηκε γύρω από το θέμα των ζημιών δεν αντικρούστηκε από άλλη, αντίθετη μαρτυρία. Η μαρτυρία αυτή έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ούτε και η ύπαρξη παρανομίας, είτε γενικά είτε υπό τις περιστάσεις, ασύνδετης και άσχετης με τις προκληθείσες ζημιές, είναι στοιχείο που θα μπορούσε να επιδράσει ανατρεπτικά στην αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ1 ή ευρύτερα στο τελικό συμπέρασμα απόδειξης της ζημιάς. Συνεπώς, δεν εντοπίζουμε σφάλμα στη μη ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με το συγκεκριμένο ζήτημα. Τουναντίον, ως θέμα χωρίς συνεκτική συνάρτηση με τα γεγονότα, καλώς δεν απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Έπεται ότι το παράπονο της εφεσείουσας είναι ανεδαφικό. Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Ο λόγος έφεσης 4 αφορά το άρθρο 53 του Κεφ. 148, και συγκεκριμένα την ερμηνεία και εφαρμογή του στα γεγονότα της υπόθεσης από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Το άρθρο 53 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση µε ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται
(α) ότι η ζημιά προκλήθηκε από φωτιά ή λόγω φωτιάς, και
(β) ότι ο εναγόµενος άναψε τη φωτιά ή ευθύνεται για το άνναµα της φωτιάς ή ήταν ο κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας ή ο ιδιοκτήτης της κινητής ιδιοκτησίας από την οποία άρχισε η φωτιά,
ο εναγόµενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αµέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση µε την έναρξη ή την επέκταση της φωτιάς».
Το άρθρο αυτό κωδικοποίησε τις αρχές που προέκυψαν από την αγγλική, θεμελιακή υπόθεση Rylands (ανωτέρω). Όπως ορθά επισημαίνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, η φιλοσοφία και ο σκοπός του άρθρου είναι να απαλλάξει ενάγοντα που υπέστη ζημιά από φωτιά που ξεκίνησε από γειτνιάζουσα ακίνητη περιουσία (ή και κινητή) από την ευθύνη να αποδείξει εκείνος τα ακριβή αίτια της φωτιάς - εγχείρημα που στις πλείστες περιπτώσεις φαντάζει από πολύ δύσκολο έως και ακατόρθωτο, λόγω κυρίως της αναρμοδιότητας του ενάγοντος επί του εν λόγω ακινήτου. Ο κανόνας στην υπόθεση Rylands, αλλά και η εφαρμογή του άρθρου 53 υπόκεινται στην εξαίρεση της ανεξάρτητης πράξης τρίτου (βλ. Χριστοφή v. Petrakis Exhaust Silences Ltd κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 543).
Σχετικές επίσης οι Χριστοφή v. Ζαχαριάδη (2002) 1 Α.Α.Δ. 401, Γεωργίου (ανωτέρω) και Στεφάνου v. AGROWISE LTD, Πολιτική Έφεση 368/2014 (σχ. με 371/2014), ημερ. 28.3.2023.
Κατ’ ακολουθία των πιο πάνω, στην υπό συζήτηση περίπτωση, ήταν αρκετό για την εφεσίβλητη να αποδείξει ότι η ζημιά προκλήθηκε από φωτιά η οποία ξεκίνησε από ακίνητη περιουσία, η οποία βρισκόταν υπό την κατοχή της εφεσείουσας. Η πρόκληση της ζημιάς από τη φωτιά αποδείχθηκε από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1. Η κατοχή του ακινήτου από την εφεσείουσα ήταν παραδεκτή. Αποδεκτή ή τουλάχιστον χωρίς μαρτυρικό αντίλογο παρέμεινε και η θέση ότι η εν γένει εστία της πυρκαγιάς ήταν το υποστατικό της εφεσείουσας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολείται εκτενώς με το θέμα αυτό, χρησιμοποιώντας ακόμα και το εναλλακτικό σενάριο που προώθησε η εφεσείουσα, ήτοι ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από άγνωστη αιτία. Όλα τα στοιχεία (εκθέσεις που ετοιμάστηκαν) και όλη η εξειδικευμένη μαρτυρία (ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΥ3) συνέκλιναν στο ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από το υποστατικό της εφεσείουσας, ασχέτως ακριβούς αιτίας. Ουδείς εισηγήθηκε ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από το υποστατικό της εφεσίβλητης ή από αλλού. Καμία συγκροτημένη ή στοχευμένη μαρτυρία περί ενός τέτοιου ενδεχομένου δόθηκε στην πρωτόδικη διαδικασία. Συνακόλουθα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, κατέληξε σ’ αυτό το εύρημα όπως ορθά και συμφώνως της θεσμοθετημένης αιτίας αγωγής του άρθρου 53, μετάθεσε το βάρος στους ώμους της εφεσείουσας να αποδείξει εκείνη ότι δεν υπήρξε αμελής.
Ορθός, κρίνεται και ο σχολιασμός του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η άγνωστη αιτία δεν εξυπηρετούσε την εφεσείουσα. Ούτε έπληττε την υπόθεση της εφεσίβλητης. Με μετατιθέμενο πλέον το βάρος απόδειξης, η εφεσείουσα όφειλε να αποδείξει εκείνη την αιτία της φωτιάς, για την οποία να μην είχε καμία ευθύνη ή τουλάχιστον να αποδείξει γενικά και σφαιρικά ότι δεν υπήρξε αμελής. Με τη γραμμή που ακολούθησε κατά την πρωτόδικη διαδικασία, απέτυχε να αποσείσει αυτό το βάρος, με αποτέλεσμα η απόδειξη του προαναφερθέντος θεσμοθετημένου αστικού αδικήματος, από εκ πρώτης όψεως, να εδραιωθεί σε τελική κατάληξη.
Εν όψει των πιο πάνω ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται.
Απομένουν οι λόγοι έφεσης 1 και 3. Οι λόγοι αυτοί αφορούν διάφορες πτυχές της αξιολόγησης της μαρτυρίας, τα ευρήματα στα οποία προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο και άλλα συναφή με αυτά θέματα. Κρίνουμε συνεπώς ότι είναι ωφέλιμο, οι λόγοι έφεσης αυτοί να εξεταστούν μαζί.
Κατ’ αρχάς να υπενθυμίσουμε τις εφαρμοστέες αρχές, με τις οποίες είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε στην υπόθεση AUTOMIND ENTERPRISES LIMITED v. ΚΥΘΡΟΜΑΚ (ΑΣΦΑΛΤΙΝΚ) ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 366/2018, ημερ. 31.1.2024, επισημαίνοντας τα εξής:
«Επαναλαμβάνουμε τον νομολογιακό κανόνα ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει με ευκολία στην πρωτόδικη αξιολόγηση μαρτύρων και μαρτυρίας, η οποία αξιολόγηση αποτελεί τη συνισταμένη της κρίσης του Δικαστηρίου επί της ζώσας ενώπιoν του παρουσιασθείσας μαρτυρίας.
Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Tekinder Pal κ.α. v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551:
«Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων. (Δέστε Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 1275).»
Επέμβαση είναι δυνατή σε πολύ περιορισμένες περιπτώσεις όταν τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είτε αντιστρατεύονται τη λογική των πραγμάτων, είτε συγκρούονται με άλλη αποδεκτή από το ίδιο το Δικαστήριο μαρτυρία, είτε διαπιστώνεται πλημμελής αξιολόγηση των δεδομένων. Παραπέμπουμε στις αποφάσεις Bullows v. Νεοφύτου (1994) 1 Α.Α.Δ. 41, Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου (2006) 1 Α.Α.Δ. 236 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ. 705)».
Στην Badar v. Ηλία, Πολιτική Έφεση 17/2014, ημερ. 25.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:A400 σημειώθηκαν τα εξής σχετικά:
«Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά άλλα στην τρέχουσα ενότητα παρά να θυμίσουμε, μαζί και με κάποια άλλη πρόσφατη νομολογία, ό,τι είχαμε συναφώς την ευκαιρία να εκφράσουμε στην Ιωάννου ν. C.T.C. Automotive Ltd, Π.Ε. 396/14, ημ. 6.10.22, ECLI:CY:AD:2022:A437:
«...Έχει καταστεί πλέον τετριμμένο - με αμετάβλητη ωστόσο και εξέχουσα τη σπουδαιότητα που η αρχή αυτή εκφράζει - πως μονάχα εκεί που τα πρωτόδικα συμπεράσματα και ευρήματα περί αξιοπιστίας μαρτύρων και μαρτυρίας (κρινόμενα αντικειμενικώς) δεν είναι ευλόγως επιτρεπτά ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία (ή κρίνονται ανυπόστατα ως ουσιωδώς αντιφατικά), μπορεί αναλόγως να υπάρξει εφετειακή επέμβαση (Νεοκλέους ν. Θεοδότου, Π.Ε. 40/14, ημ. 8.6.22, ECLI:CY:AD:2022:D243, Χαραλαμπίδη ν. Μιχαήλ και Άλλων, Π.Ε. 304/13, ημ. 16.7.21, ECLI:CY:AD:2021:A316, Περατικού ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Π.Ε. 287/13, ημ. 16.6.21), ECLI:CY:AD:2021:A254...».
Προσθέτως, στην Μιχαηλίδης ν. Οικονομίδη, Π.Ε. 94/13, ημ. 30.6.22, ECLI:CY:AD:2022:D288, το Εφετείο υπέμνησε για πολλοστή φορά, πως:
«.........................................................................................................................
[...]θέματα που σχετίζονται με την αξιοπιστία των μαρτύρων εμπίπτουν εντός της αρμοδιότητας των Πρωτόδικων Δικαστηρίων αφού αυτά είναι που βλέπουν και παρακολουθούν τους μάρτυρες την ώρα που αυτοί καταθέτουν (Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία (2011) 1(Γ) ΑΑΔ, 2192). Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα κρίνεται σε ένα πολύ ευρύ πλαίσιο, περιλαμβάνει δε και την υποκειμενική αντίληψη φιλαλήθειας των μαρτύρων εκ μέρους του εκδικάζοντος Δικαστή (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 407). Ισχυρισμοί ενώπιον του Εφετείου ότι η πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι εσφαλμένη ή αδικαιολόγητη θα πρέπει να τεκμηριώνονται με πειστικά επιχειρήματα. [...] Περαιτέρω τυχόν αντιφάσεις ή αδυναμίες που υπάρχουν στη μαρτυρία δεν αποτελούν λόγο επέμβασης του Εφετείου, εκτός αν είναι τόσο ουσιώδεις ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε τη μαρτυρία ως αξιόπιστη».
Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Παπαναστασίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 284/2014, ημερ. 16.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:A7 και Μαρκίδου και Παπαμάρκου, Πολιτική Έφεση 288/2018, ημερ. 16.7.2024.
Ειδικά για την αξιολόγηση πραγματογνωμόνων, να υπενθυμίσουμε ότι υπόκεινται στους ίδιους κανόνες αξιολόγησης όπως και οι λοιποί μάρτυρες, με επιπρόσθετο της αξιοπιστίας, να εξετάζεται η εν γένει πραγματογνωμοσύνη τους, η τεκμηρίωση και η πειστικότητα των λεγομένων τους, αλλά και η σαφήνεια της διαβιβασθείσας άποψης τους, στοιχεία βαρυσήμαντα ώστε να μπορεί το Δικαστήριο, στηριζόμενο σ΄ αυτή τη μαρτυρία, να εξαγάγει τα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα και να διαμορφώνει ιδίαν άποψη, επί του επίμαχου, επίδικου θέματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, η πραγματογνωμοσύνη των ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΥ3, όπως παρατηρεί και το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ. 15 της απόφασης του, δεν αμφισβητήθηκε. Επομένως, εκείνο που απομένει προς εξέταση - πάντοτε υπό το στενό πρίσμα των νομολογιακών αρχών που έχουμε προαναφέρει - είναι η αξιοπιστία, υπό την έννοια της ειλικρίνειας, η τεκμηρίωση, πειστικότητα και σαφήνεια των λεγομένων των υπό συζήτηση μαρτύρων και τα συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου.
Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, κρίνουμε ότι δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης μας στην προκειμένη περίπτωση.
Ο πρώτος λόγος έφεσης αφορά κυρίως τη μαρτυρία του ΜΕ1. Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν αντικρούστηκε με αντίθετη μαρτυρία από πλευράς εφεσείουσας. Απ’ εκεί και πέρα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μαρτυρία του προσώπου αυτού ήταν τεκμηριωμένη και ειλικρινής σε σχέση με το ύψος των ζημιών της εφεσίβλητης. Επί του προκειμένου, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά σημείωσε, ότι οι όροι εντολής του μάρτυρος, δόθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία της εφεσίβλητης στο πλαίσιο υποβολής απαίτησης της τελευταίας για αποζημίωση, οπότε είχε κάθε λόγο να προσδιορίσει και καταγράψει τη ζημιά στην πραγματική της διάσταση, θωρακίζοντας με τον τρόπο αυτό την ασφαλιστική εταιρεία από την ικανοποίηση μιας τυχόν παραφουσκωμένης απαίτησης. Σε σχέση με τα αίτια της πυρκαγιάς είναι γεγονός ότι στο τεκμήριο 1, ο μάρτυρας κάνει λόγο είτε σε «βραχυκύκλωμα καλωδίων» είτε σε «αναμμένο τσιγάρο που πιθανόν να ρίχτηκε από την πολυκατοικία στο στέγαστρο» - αναφορά που παραπέμπει σε πράξη τρίτου. Ο μάρτυρας ωστόσο κατά την ακρόαση διευκρίνισε ότι οι όροι εντολής του δεν αφορούσαν τα αίτια της πυρκαγιάς και ότι οι αναφορές του στο τεκμήριο 1 ήταν απλώς «υπόθεση». Δήλωσε, ότι δεν είναι αρμοδιότητα του τα αίτια της πυρκαγιάς ούτε και τα ερεύνησε ειδικά. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αγνόησε τη συγκεκριμένη αναφορά του τεκμηρίου 1. Τούτο, δεν επηρέασε τη γενικότερη αξιοπιστία του μάρτυρος, ως εισηγείται η εφεσείουσα, ούτε βεβαίως και υπήρχε περιθώριο να διατηρηθεί η αναφορά στο τεκμήριο 1, μετά την προφορική διευκρίνιση του μάρτυρος. Η αναφορά ήταν έτσι κι αλλιώς διαζευκτική, γεγονός που εκ προοιμίου την καθιστούσε ακροσφαλή και εύθραυστη.
Αναφορά στην αιτιολογία του λόγου έφεσης γίνεται και στην μαρτυρία των ΜΕ3 και ΜΥ3. Ούτε επ’ αυτού υπάρχει περιθώριο επέμβασης. Σε σχέση με τον ΜΕ3, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισήμανε ότι ο μάρτυρας προέβη σε τρεις σημαντικές αναφορές. Η πρώτη ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα. Η δεύτερη, ότι απέκλεισε την πράξη τρίτου, την κακόβουλή ενέργεια ή οποιανδήποτε άλλη αιτία και τρίτο, ότι, απέκλεισε το ενδεχόμενο να ξεκίνησε η πυρκαγιά από αναμμένο τσιγάρο. Οι τελευταίες δύο αναφορές παρέμειναν χωρίς αντίλογο ή αμφισβήτηση και ορθά έγιναν αποδεκτές από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Παρέμεναν επομένως δύο ενδεχόμενα. Το βραχυκύκλωμα που υποστήριξε ο ΜΕ3 και η άγνωστη αιτία που υποστήριξε ο ΜΥ3.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο μολονότι φαίνεται να έγειρε προς τη μεριά του βραχυκυκλώματος ως αιτία της πυρκαγιάς αναφέροντας στη σελ. 27 ότι «η κατάληξη του ΜΕ3 ότι η φωτιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα έστω και αν δεν συνάδει με την εκτίμηση του ειδικού ΜΥ3 δεν ήταν παράλογη υπό τις περιστάσεις…» δεν απέρριψε τη θέση του ΜΥ3. Αντίθετα, συνάρτησε και τις δύο αντίθετες εκδοχές με τις προϋποθέσεις τεκμηρίωσης απαίτησης που θέτει το άρθρο 53, εξηγώντας, ότι, ανεξαρτήτως, η κατάληξη είναι η ίδια. Δηλαδή, είτε η πυρκαγιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα, είτε τα αίτια της ήταν άγνωστα, η εφεσίβλητη απέσεισε το βάρος που της αναλογούσε βάσει του άρθρου 53. Τούτο, με βάση το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από το υποστατικό της εφεσείουσας. Μπορεί τούτο να μην έγινε ρητά παραδεκτό από την εφεσείουσα, αλλά ουδείς το αμφισβήτησε. Ούτε καν ο ΜΥ3, ο οποίος ενήργησε και ερεύνησε υπό περιστάσεις που υποδήλωναν δεδομένη την έναρξη της πυρκαγιάς από το υποστατικό της εφεσείουσας. Συνεπώς, ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε ότι εναπόκειτο πλέον στην εφεσείουσα να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής - κάτι που απέτυχε να πράξει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν χρειαζόταν καν να καταπιαστεί με ενδεχόμενες πράξεις αμέλειας της εφεσείουσας, όπως πράττει στη σελ. 28 της απόφασης του.
Στον τρίτο λόγο έφεσης (όπως και στον πρώτο λόγο έφεσης) η εφεσείουσα παραπονείται για κάποιες αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου που σχετίζονται με την στρατηγική που ακολούθησε η εφεσείουσα κατά την πρωτόδικη διαδικασία, αλλά και για την αντίληψη της εφεσείουσας σε ό,τι αφορά το τι έπρεπε να αμφισβητήσει/προωθήσει ώστε να απαλλαγεί ευθύνης. Το εισηγούμενο απότοκο του παραπόνου είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να αποδεχθεί τη μαρτυρία του ΜΥ3, να απορρίψει τη μαρτυρία του ΜΕ3, αλλά και να μην καταλήξει σε εύρημα ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από το υποστατικό της εφεσείουσας. Με κάθε εκτίμηση, είναι ατελέσφορες οι θέσεις αυτές. Για το ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από το υποστατικό της εφεσείουσας, όπως ήδη εξηγήσαμε ανωτέρω, θεωρούμε εύλογο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Για την αντιπαραβολή της μαρτυρίας του ΜΕ3 και ΜΥ3 ή για την κατ’ ισχυρισμό υπεροχή της μαρτυρίας του ΜΥ3, ομοίως όπως έχουμε εξηγήσει ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση υπό το πρίσμα της εκδοχής αμφότερων των μαρτύρων, καταλήγοντας ορθά ότι το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Απορρίπτονται συνεπώς και οι λόγοι έφεσης 1 και 3.
Κατ’ ακολουθία όλων των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €2.400 έξοδα έφεσης πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο