ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 398/2018)
9 Σεπτεμβρίου 2026
[Χ. Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. IAN DARROCH
2. CHRISTINE DIROM
Εφεσείοντες/Εναγόμενοι 1, 2
v.
DINA THEOLOGOU-GHANIME
Εφεσίβλητης/Ενάγουσας
--------------------
Σ. Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες
Εφεσίβλητη, αυτοπροσώπως
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Οι Εφεσείοντες, εναγόμενοι 1 και 2 αντίστοιχα, προσβάλλουν την απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 3.10.18, με την οποία τους διέταξε να καταβάλουν το ποσό των €42.200, ως υπόλοιπο αφενός, συμφωνηθέντων φιλοδωρημάτων για τα έτη 2009 και 2010 και αφετέρου, συμφωνηθείσας αμοιβής για υπηρεσίες κατά το έτος 2011.
Οι Εφεσείοντες 1 και 2 ήταν ο μεν πρώτος, ο μοναδικός μέτοχος της Oumbli Ltd, Εναγομένης 3 στην αγωγή, η δε δεύτερη η διευθύντρια της εν λόγω εταιρείας. Στο πλαίσιο της πρωτόδικης διαδικασίας συνιστούσε κοινό υπόβαθρο ότι η Εφεσίβλητη το 2007 εργοδοτήθηκε στην Εναγόμενη 3, με πρωτοβουλία και ενέργειες των Εφεσειόντων, ως υπεύθυνη διοίκησης του γραφείου της εταιρείας στην Κύπρο, με βάση Συμφωνία Εργοδότησης αορίστου χρόνου ημερ. 17.3.07, Τεκμήριο 2, η οποία υπεγράφη μεταξύ της Εναγόμενης 3 και της Εφεσίβλητης. Δικογραφικά ήταν παραδεκτό ότι ο πρώτος βασικός μισθός ήταν Λ.Κ.21.000 και σε αυτόν προστίθεντο διάφορα άλλα ωφελήματα. Παραδεκτό ήταν και το ότι τον Δεκέμβριο του 2010 η Εναγόμενη 3 τερμάτισε τις υπηρεσίες της Εφεσίβλητης.
Στην κοινή υπεράσπιση που καταχώρισαν οι Εφεσείοντες και η Εναγόμενη 3, δέχονταν ότι η Εναγόμενη 3 είχε τερματίσει τη Συμφωνία Εργοδότησης τον Δεκέμβριο του 2010, πλην όμως αρνούντο ότι οι Εφεσείοντες 1 και 2 συμφώνησαν οποτεδήποτε υπό την προσωπική τους ιδιότητα να εργοδοτήσουν ή να συνεργαστούν με την Εφεσίβλητη για την περίοδο που ακολούθησε και δη κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2011.
Λίγο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στις 11.10.17, ο συνήγορος των εναγομένων δήλωσε ότι η Εναγόμενη 3 είχε, στο ενδιάμεσο από την καταχώριση της αγωγής, διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ότι δεν την εκπροσωπούσε πλέον. Αντιστοίχως, ο τότε συνήγορος της Εφεσίβλητης, κ. Λ. Λουκαΐδης δήλωσε αφενός, πως αφού δεν υπάρχει η Εναγόμενη 3 έπεται πως δεν μπορούσαν να ζητούν απόφαση εναντίον ανύπαρκτου προσώπου οπότε την αποσύρει και αφετέρου, ότι «Η μαρτυρία περιορίζει την αξίωση της ενάγουσας. Δεν είναι από το ’09. Αλλά από το ’10 μέχρι το ’11 που ζητά». Ως εκ τούτου το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3 εκ συμφώνου και προχώρησε με την ακρόαση εναντίον των Εφεσειόντων, κατά την οποία κατέθεσε μόνον η Εφεσίβλητη.
Στη γραπτή της δήλωση, Έγγραφο Α, η Εφεσίβλητη επανέλαβε με κάποιες ελαφρές διαφοροποιήσεις τις §5 και 6 της έκθεσης απαίτησης, λέγοντας τα εξής:
«5. Τον Δεκέμβριο του 2010, τερματίστηκαν οι υπηρεσίες μου στην εναγόμενη 3 αλλά οι εναγόμενοι 1 και 2 συνέχιζαν πάνω στην ίδια συμβατική βάση όπως και προηγουμένως με τους ίδιους όρους να συνεργάζονται μαζί μου, όπου και συνέχιζα να τους παρέχω τις υπηρεσίες μου που αφορούσαν τις εργασίες τους στην Κύπρο. Με βάση τη διευθέτηση αυτή οι εναγόμενοι 1 και 2 ανάλαβαν να πληρώνουν σε εμένα όπως προηγουμένως μέχρι τον Αύγουστο του 2011.
6. Λόγω απουσίας των εναγομένων 1 και 2 από την Κύπρο κατά περιόδους και άλλων προβλημάτων δημιουργήθηκε ένα ποσό καθυστερημένων πληρωμών προς εμένα που ανήλθε στο ποσό των €42,200. Το ποσό αυτό αποτελείτο από ορισμένες καθυστερήσεις μισθών και ορισμένες καθυστερήσεις έξτρα αμοιβών κυρίως για τις περιόδους 2010 έως Αύγουστο 2011».
(έμφαση δοθείσα)
Τα ίδια επανέλαβε και στην κυρίως εξέταση της, λέγοντας ότι «μετά το κλείσιμο της Oumbli Ltd» είχε συμφωνήσει με τους Εφεσείοντες να τους παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες όσον αφορά υπηρεσίες εταιρειών πελατών τους είτε εντός είτε εκτός Κύπρου, εξ ου και ταξίδευε. Σημειωτέον ότι η Εφεσίβλητη κατά την αντεξέταση της αναφερόταν σε «κλείσιμο» της Εναγόμενης 3 που έγινε τον Δεκέμβριο του 2010, εξηγώντας ότι από τότε η Εφεσείουσα 2 είχε καταθέσει αίτημα στον Έφορο για διαγραφή της εν λόγω εταιρείας. Αντεξεταζόμενη επίσης αναγνώρισε επιστολή ημερ. 3.10.11 την οποίαν απέστειλε ο τότε δικηγόρος της σε όλους τους εναγόμενους, Τεκμήριο 5, στην οποία το αξιούμενο ποσό αναλύετο ως εξής:
“The amount in question is the total of balances from yearly payments due to Ms. Ghanime, made up as follows:
2009 Outstanding balance of bonus: €9.480.00
2010 Outstanding balance of bonus & increase: €14.750.00
2011 Outstanding payments due up to August, i.e. €18.300.00, i.e.:
- salary up to August
- proportionate amount of 13th salary
- proportionate bonus balance for the period January to August 2011
Grand total: €42.200.00”.
Μετά από αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εφεσίβλητης, ενάγουσας, το Ε.Δ. Λευκωσίας κατέληξε ότι οι Εφεσείοντες, εναγόμενοι 1, 2, «εξακολουθούν να οφείλουν στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €42.200, το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο συμφωνηθείσας με αυτούς αμοιβής (φιλοδωρήματα) για τις υπηρεσίες που τους παρείχε κατά τα έτη 2009 και 2010, καθώς και το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας με αυτούς αμοιβής για τις υπηρεσίες που τους παρείχε κατά το έτος 2011 (μέχρι δηλαδή τον Αύγουστο του 2011)».
Λόγος Έφεσης 1 - Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Με τον λόγο έφεσης 1 οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι η πρωτόδικη Δικαστής προέβη σε εσφαλμένη και ή ελλιπή αξιολόγηση της μαρτυρίας και ότι κακώς έκρινε την Εφεσίβλητη ως αξιόπιστη. Είναι πολύ καλώς γνωστή η αρχή ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας επαφίεται πρωτίστως στο δικάσαν την υπόθεση Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να δει και κρίνει τους μάρτυρες στη ζώσα ατμόσφαιρα της δίκης, παρακολουθώντας την όλη συμπεριφορά τους κατά τη βάσανο της αντεξέτασης. Το Εφετείο παρεμβαίνει μόνον όταν τα συμπεράσματα για την αξιοπιστία μαρτύρων είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή είναι αυθαίρετα ή διαπιστώνονται αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής που τα καθιστούν λανθασμένα (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676, Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2192).
Στην παρούσα, οι Εφεσείοντες προβάλλουν, στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη σε ευρήματα: (i) για ύπαρξη συμφωνίας της Εφεσίβλητης με τους Εφεσείοντες, χωρίς αυτό να δικογραφείται (ii) περί οφειλών για φιλοδωρήματα και ή αμοιβή για υπηρεσίες ενώ για τα ίδια έτη διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν (π.χ. η δικηγορική επιστολή) αναφέρονται σε μισθούς και ωφελήματα βάσει σύμβασης εργοδότησης, (iii) αντίθετα με την έκθεση απαίτησης και ή με παραδοχές της Εφεσίβλητης, (iv) περί οφειλών για ποσά τα οποία δεν υποστηρίχθηκαν από μαρτυρία ή και σε αντίθεση με τη μαρτυρία.
Οφείλουμε εξαρχής να αναγνωρίσουμε ότι η έκθεση απαίτησης δεν είχε συνταχθεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κυρίως από πλευράς σαφήνειας και διαχωρισμού των οικονομικών αξιώσεων της Εφεσίβλητης. Παρά ταύτα, δεν συμφωνούμε με το πρώτο επιχείρημα των Εφεσειόντων, ήτοι ότι δεν δικογραφείτο ισχυρισμός περί ύπαρξης συμφωνίας της Εφεσίβλητης με τους Εφεσείοντες προσωπικά. Μια τέτοια εισήγηση καταρρίπτεται, άνευ ανάγκης άλλου σχολιασμού, από την §5 της έκθεσης απαίτησης, η οποία έχει ως εξής:
«5. Τον Δεκέμβριο του 2010, τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της ενάγουσας στην εναγόμενη 3 αλλά οι εναγόμενοι 1 και 2 συνέχιζαν πάνω στην ίδια συμβατική βάση όπως και προηγουμένως με τους ίδιους όρους να συνεργάζονται με την ενάγουσα η οποία συνέχιζε να είναι διευθύντρια των εργασιών τους στην Κύπρο. Με βάση την διευθέτηση αυτή οι εναγόμενοι 1 και 2 ανάλαβαν να πληρώνουν στην ενάγουσα όπως προηγουμένως μέχρι τον Αύγουστο του 2011».
Καταδείξαμε ήδη πως ανάλογη ήταν και η μαρτυρία της Εφεσίβλητης, όπως την παρέθεσε στη γραπτή δήλωση της, Έγγραφο Α, την οποία επίσης παραθέσαμε προηγουμένως. Προσθέτουμε πως η πρωτόδικη Δικαστής δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία που αφορούσε την παροχή υπηρεσιών κατά το 2011 προς τους Εφεσείοντες προσωπικά, καθώς και ότι το αντάλλαγμα για αυτή την οκτάμηνη περίοδο του 2011, ήταν ως αναφερόταν στην επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 31.10.11, Τεκμήριο 5, ήτοι συνολικά €18.300. Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε βάσιμο λόγο επέμβασης στο συγκεκριμένο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Ως προς τα άλλα δύο ποσά όμως, τα οποία αφορούσαν τα φιλοδωρήματα, ήτοι για το έτος 2009 (€9.480) και για το έτος 2010 (€14.750), κρίνουμε ότι είναι βάσιμα τα επιχειρήματα των Εφεσειόντων. Εν πρώτοις, επειδή δεν υπήρχε δικογραφική κάλυψη και κατά δεύτερο, επειδή στην πραγματικότητα δεν προσφέρθηκε μαρτυρία περί συμφωνίας με τους Εφεσείοντες το 2011 για καταβολή φιλοδωρημάτων (αναδρομικά) για τα έτη 2009 και 2010, ως αναλυτικότερα εξηγούμε κατωτέρω.
Από δικογραφικής πλευράς η μόνη αναφορά η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί κάπως σχετική ήταν η §6 της έκθεσης απαίτησης, η οποία είχε ως εξής:
«6. Λόγω απουσίας των εναγομένων 1 και 2 από την Κύπρο κατά περιόδους και άλλων προβλημάτων δημιουργήθηκε ένα ποσό καθυστερημένων πληρωμών προς την ενάγουσα που ανήλθε στο ποσό των €42,200. Το ποσό αυτό αποτελείτο από ορισμένες καθυστερήσεις μισθών και ορισμένες καθυστερήσεις έξτρα αμοιβών κυρίως για τις περιόδους 2010 έως Αύγουστο 2011».
Είναι προφανές πως δικογραφικά η Εφεσίβλητη αναφέρεται σε καθυστερημένες πληρωμές για τα έτη 2009 έως 2011, αναφορά που περιλαμβάνει τα έτη 2009 και 2010, τα οποία ενδιαφέρουν εδώ. Πρόκειται για τα δύο τελευταία έτη της εργοδότησης της Εφεσίβλητης στην Εναγόμενη 3 εταιρεία, η οποία ασφαλώς ως νομικό πρόσωπο διακρίνεται από τα φυσικά πρόσωπα, τους Εφεσείοντες. Το ουσιώδες βέβαια είναι πως ελλείπει δικογραφικά οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι υπήρξε κατά το 2011 οποιαδήποτε συμφωνία με τους Εφεσείοντες για καταβολή φιλοδωρημάτων για τα έτη 2009 και 2010 που εργαζόταν στην Εναγομένη 3 βάσει συμφωνίας εργοδότησης. Συνεπώς δεν ήταν επιτρεπτή η προώθηση ενός τέτοιου ισχυρισμού.
Ούτως ή άλλως όμως, δεν υπήρξε τέτοια μαρτυρία από την Εφεσίβλητη, ήτοι ότι το 2011 συμφωνήθηκαν αναδρομικά τα φιλοδωρήματα για τα έτη 2009 και 2010 μεταξύ της και των Εφεσειόντων προσωπικά. Έχουμε ήδη παραθέσει την §6 από τη γραπτή δήλωση, Έγγραφο Α, της Εφεσίβλητης, στην οποία μάλιστα αναφέρεται μεν σε καθυστερούμενες πληρωμές αλλά μόνον για τα έτη 2010 και 2011. Η Εφεσίβλητη αντεξεταζόμενη για τα ποσά που αναφέρονταν στην επιστολή, Τεκμήριο 5, υπήρξε ξεκάθαρη ότι «Το ποσό που εκκρεμούσε, ενόσω είχα τη σύμβαση με την Oumbli, είναι τα ποσά που είχαμε συμφωνημένα» με τους Εφεσείοντες και προσέθεσε:
«Α: Οι αμοιβές που εκκρεμούσαν, το φιλοδώρημα για το 09, 10, ήταν bonuses που αφορούσαν υπηρεσίες που είχα προσφέρει, αυτό αναφέρεται στην επιστολή. Οι πληρωμές μέχρι τον Αύγουστο του 11 ήταν το συμφωνημένο ποσό που είχα με την Dirom και Darroch για παροχή υπηρεσιών μέχρι …, για 9 μήνες, 8 μήνες, μέχρι τον Αύγουστο.
……………………………………………………….……………………………
Α: Επειδή, είτε 09 είτε 10, τα ποσά που βλέπετε στην επιστολή, κε Σκορδή, εν ποσά που αφορούσαν bonus, φιλοδώρημα, για υπηρεσίες που παρείχα, είχε συμφωνηθεί τέλος του χρόνου το 09, είχε συμφωνηθεί το ποσό των 9480, πάνω στην απαίτηση σήμερα βλέπετε αφορούν περισσότερο αμοιβές του 2009 και 10, κανένα bonus που συμφωνείται τέλος της χρονιάς πληρώνεται άμεσα. Αν το θέμα, 2009 και 2010, στην μια επιστολή που αναφέρεται αναλυτικά το ποσό των 9480 για το 2009 και στην έκκθεση απαίτησης που έβαλα σήμερα λέω ότι αφορά το συνολικό ποσό των 42200, αφορά μισθούς του 10 ή bonuses του 10 και μετά λέω αμοιβές του 2011, με το πώς το βλέπω εγώ, 10 ή 09, έτσι κι αλλιώς θα πληρώνονταν το 10. Αν υπάρχει ανάλυση και φαίνεται ότι πάει σε μισθό σε 2 έτη, έχουμε διαφορετική αντίληψη της».
Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι η μαρτυρία της Εφεσίβλητης ήταν πως τα φιλοδωρήματα για τα έτη 2009 και 2010 είχαν συμφωνηθεί στο τέλος εκάστου εκ των δύο πιο πάνω ετών, ήτοι εν καιρώ ισχύος της σύμβασης εργοδότησης της με την Εναγόμενη 3. Συνεπώς, ακόμα και αν αυτά συμφωνήθηκαν σε συζητήσεις με τους Εφεσείοντες (όπως ήταν η πρωτόδικη κατάληξη) αυτό δεν δικαιολογούσε και το εύρημα ότι «συμφωνήθηκαν στην πορεία», κατά τρόπο που να αφήνεται να νοηθεί ότι συμφωνήθηκαν μετά το 2010 και άρα ότι ανέλαβαν προσωπική ευθύνη οι Εφεσείοντες για την καταβολή τους αναδρομικά. Συνεπώς κατά τη δική μας κρίση δεν δικαιολογείτο η έκδοση απόφασης για τα δύο αυτά ποσά, οπότε το ποσό της απόφασης θα πρέπει να διαφοροποιηθεί, μειούμενο κατά €24.230.
Κατά την έκταση αυτή επιτυγχάνει ο πρώτος λόγος έφεσης.
Λόγος Έφεσης 2 – Καθ’ Ύλην Αρμοδιότητα
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε επί της επίδικης διαφοράς διότι αρμόδιο για την εκδίκαση της ήταν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Κατά τους Εφεσείοντες: «Είναι ξεκάθαρο ότι όλα τα διεκδικούμενα ποσά … πηγάζουν από τη σύμβαση εργοδότησης της ενάγουσας με την Εναγόμενη 3». Προς υποστήριξη της εισήγησης τους παραθέτουν το Άρθρο 12(1) του περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Ν.8/67 και ειδικά το εδ.(ε) αυτού, το οποίο υπαγάγει όλες τις αυτοτελείς αξιώσεις από σύμβαση εργασίας στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Ε.
Η εισήγηση των Εφεσειόντων ενδεχομένως να είχε προοπτικές επιτυχίας εν σχέσει με τα αξιούμενα ποσά για τα έτη 2009 και 2010, τα οποία όντως μπορούσαν να κριθούν ως «αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας» μεταξύ της Εναγομένης 3 και της Εφεσίβλητης. Στη βάση των όσων αναφέραμε στα πλαίσια του πρώτου λόγου έφεσης δεν θεωρούμε ότι χρειάζεται να επεκταθούμε σε αυτό το ζήτημα. Ιδιαίτερα με δεδομένο ότι δεν προωθήθηκε η αγωγή εναντίον της Εναγομένης 3.
Ειδικά δε για το 2011 αρκούμαστε στο να υπενθυμίσουμε ότι, σύμφωνα με την §5 της έκθεσης απαίτησης και τη μαρτυρία που έγινε δεκτή, υπήρξε νέα διευθέτηση και συμφωνία συνεργασίας, ήτοι παροχής υπηρεσιών, στη βάση της οποίας οι Εφεσείοντες προσωπικά πλέον ανέλαβαν να καταβάλουν κάποια ποσά ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της Εφεσίβλητης. Δεν πρέπει εδώ να λησμονείται ότι η Εφεσίβλητη δεν υιοθέτησε κατά τη μαρτυρία της την ορολογία που είχε χρησιμοποιήσει ο συνήγορος της στην επιστολή Τεκμήριο 5, εμμένοντας στη θέση της ότι ήταν αντάλλαγμα για τη συνεργασία που είχαν («Αν ανάφερα λανθασμένα στον κο Λουκαΐδη μισθό και 13ο … Ήταν θέματα αμοιβών κε Σκορδή»).
Κατά τη δική μας κρίση ετίθετο ζήτημα παράβασης αυτής της συμφωνίας συνεργασίας, το οποίο ενέπιπτε στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα Επαρχιακού Δικαστηρίου (βλ. Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Θεοδώρου (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 496).
Ο δεύτερος λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγος Έφεσης 3 - Βάρος Απόδειξης
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χειρίστηκε λανθασμένα το βάρος απόδειξης και εσφαλμένα αποφάσισε ότι τα γεγονότα ήταν αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. Τα επιχειρήματα των Εφεσειόντων είναι ότι η Εφεσίβλητη δεν κατάφερε με αξιόπιστη μαρτυρία να αποδείξει την υπόθεση της, ότι κανένα από τα αξιούμενα ποσά δεν έχει αποδειχθεί, όπως επίσης και καμμιά συμβατική σχέση ή ευθύνη των ιδίων.
Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το νομικό (ή πρωταρχικό ή γενικό) βάρος απόδειξης της υπόθεσης ανήκε στην Εφεσίβλητη. Το ερώτημα ως προς το κατά πόσον το έχει αποσείσει απαντάται μετά την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης & Ν.Γ. Σάντης, 2014, σ.174). Το δε επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, στο οποίο και αναφέρθηκε εμπεριστατωμένα η πρωτόδικη δικαστής, με παραπομπή σε νομολογία (Σοφοκλέους ν. Κυριάκου (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 665, Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1858). Ορθώς επίσης επισήμανε ότι η μη προσκόμιση μαρτυρίας εκ μέρους των Εφεσειόντων, τους έθετε προ του κινδύνου να παραμείνει η εκδοχή τους έκθεση σε απόρριψη, στην περίπτωση που η οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρίας της Εφεσίβλητης κρινόταν ως αξιόπιστη και αληθής (βλ. Σοφοκλέους, ανωτέρω).
Αυτό ακριβώς συνέβη στην κρινόμενη περίπτωση. Η Εφεσίβλητη έδωσε μαρτυρία και αναφέρθηκε στη διευθέτηση και στη συνεργασία που είχε με τους Εφεσείοντες προσωπικά, καθώς και στην παροχή υπηρεσιών προς εκείνους κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2011. Μέρος της συμφωνίας συνεργασίας ήταν ότι θα παρείχε τις υπηρεσίες της αυτές με τους ίδιους οικονομικούς όρους που τις παρείχε προηγουμένως στην Εναγόμενη 3. Η μαρτυρία της αξιολογήθηκε και έγινε δεκτή, κρινόμενη περαιτέρω ότι απεδείκνυε την υπόθεση στον απαιτούμενο βαθμό για αστική αγωγή, ήτοι επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Τα έγγραφα τα οποία οι Εφεσείοντες παρουσίασαν μέσω της αντεξέτασης της Εφεσίβλητης δεν μπορούσαν να επηρεάσουν τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για το 2011. Ούτε και ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η Εφεσίβλητη δεν απέδειξε οποιοδήποτε ποσό ως οφειλόμενο για το 2011 επειδή (ως προβάλλεται) «δεν διαχώρισε το ποσό που ζητεί με τρόπο ώστε να προκύπτει συγκεκριμένο ποσό για την εν λόγω περίοδο». Ως έχουμε ήδη αναφέρει υπήρχε τέτοιος διαχωρισμός στην επιστολή του δικηγόρου της Εφεσίβλητης, Τεκμήριο 5. Δεν είχε καμμιά σημασία το ότι η επιστολή αυτή προσκομίστηκε από την πλευρά των Εφεσειόντων στην ακρόαση, αφού όπως ήδη εξηγήσαμε, η απόσειση του βάρους απόδειξης ελέγχεται μετά την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, ανεξαρτήτως του ποιος προσκόμισε τη συγκεκριμένη μαρτυρία.
Ο τρίτος λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγος Έφεσης 4 - Παρανομία
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι Εφεσείοντες επαναφέρουν την προδικαστική ένσταση, την οποίαν είχαν προβάλει στην τροποποιηθείσα υπεράσπιση τους (§1). Συγκεκριμένα προέβαλαν εκεί ότι η αξίωση της Εφεσίβλητης «μολύνεται από παρανομία και ή είναι απαγορευμένη από τη σχετική νομοθεσία και κανονισμούς, όσον αφορά το μέρος που αυτή στηρίζεται σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών», αφού δεν χρέωνε και δεν απέδιδε ΦΠΑ ως ώφειλε. Είναι πλήρως αντιληπτό ότι με τον όρο «σύμβαση παροχής υπηρεσιών» οι Εφεσείοντες αναφέρονται στη συνεργασία, η οποία με βάση τα πρωτόδικα ευρήματα, υπήρξε κατά το 2011 (ασχέτως της προηγούμενης άρνησης τους).
Σύμφωνα με το Πρώτο Παράρτημα του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Ν.95(Ι)/2000 (ως ίσχυε τότε) κάθε πρόσωπο που πραγματοποιεί φορολογητέες συναλλαγές που υπερβαίνουν τις Λ.Κ.9.000 (€15.377) καθίσταται υπόχρεο να εγγραφεί στο μητρώο. Κατά το Άρθρο 7(2) του Ν.95(Ι)/2000 φορολογητέα είναι κάθε παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της Δημοκρατίας και δεν είναι εξαιρούμενη. Κατά την αντεξέταση της Εφεσίβλητης ήταν παραδεκτό ότι η ίδια δεν ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο ΦΠΑ κατά τον επίδικο χρόνο. Η εισήγηση των Εφεσειόντων ισοδυναμεί με το ότι η Εφεσίβλητη θα έπρεπε να ήταν εγγεγραμμένη και να εξέδιδε τιμολόγιο υπηρεσιών, χρεώνοντας ΦΠΑ για τις υπηρεσίες τις οποίες παρέσχε.
Το πρώτο το οποίο πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι οι Εφεσείοντες δεν έχουν πείσει πως η Εφεσίβλητη ώφειλε να είχε εγγραφεί στο ΦΠΑ. Αυτό, με δεδομένο ότι ένα μέρος του ποσού, που δεν έχει προσδιοριστεί (επί του ποσού που διεκδικείτο για το 2011), αφορούσε φιλοδώρημα και το Άρθρο 8(2) του Ν.95(Ι)/2000 εξαιρούσε από την έννοια του όρου συναλλαγή «οτιδήποτε πραγματοποιείται χωρίς αντιπαροχή».
Το δεύτερο το οποίο πρέπει να λεχθεί είναι πως, εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την υπόθεση Αγαθοκλέους κ.ά. ν. Λάππα (1998) 1(Δ) Α.Α.Δ. 2202, όταν ένα νομοθέτημα δεν περιέχει οποιαδήποτε απαγορευτική διάταξη για πρόσβαση στα Δικαστήρια για διεκδίκηση αποζημιώσεων και υποβάλλεται εισήγηση ότι η απαγόρευση είναι εξυπακουόμενη, η απάντηση βασίζεται στην ερμηνεία του σχετικού Νόμου. Όπως εκεί εξηγείται, αν ο μόνος σκοπός του νομοθετήματος είναι η αύξηση των εσωτερικών προσόδων, η σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη.
Διευκρινίζουμε πως στην παρούσα δεν έχει προκύψει παραδοχή καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων ούτε κατ’ άλλον τρόπον έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο, όπως είχε συμβεί στις υποθέσεις Ορφανίδου ν. Ορφανίδη (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1889 και Α. Α. ν. Κ. Χ., Πολ. Έφ. 239/23, ημερ. 31.12.25. Εκ του περισσού, να προσθέσουμε πως εάν κατεδεικνύετο τέτοια πρόθεση, αυτή θα αφορούσε ασφαλώς και τους ίδιους τους Εφεσείοντες οι οποίοι έλαβαν τις υπηρεσίες της Εφεσίβλητης εν γνώσει τους έκτοτε ότι δεν υπήρξε χρέωση ΦΠΑ, ζήτημα το οποίο όμως προέβαλαν μόνο στην αγωγή, με απώτερο στόχο να αποφύγουν την καταβολή ανταλλάγματος για την παροχή υπηρεσιών κατά το 2011. Δεν συμφωνούμε ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας έχει καταδειχθεί παρανομία, η οποία να εμποδίζει ην είσπραξη του ποσού.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω η έφεση επιτυγχάνει μερικώς. Ο πρώτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει και οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης απορρίπτονται.
Η πρωτόδικη απόφαση τροποποιείται ούτως ώστε να αφορά το ποσό των €18.300 (αντί €42.200). Κατά τα λοιπά παραμένει ως έχει.
Επιδικάζονται προς όφελος των Εφεσειόντων και εις βάρος της Εφεσίβλητης έξοδα έφεσης ύψους €1.700.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο