ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. E2/2025)
(i-justice)
9 Σεπτεμβρίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
Β. Π.
Εφεσείων
v.
Κ. Α.
Εφεσίβλητης
--------------------
Εφεσείων, προσωπικά
Ρ. Κυριάκου (κα), για Λ. Πρωτοπαπά & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΘΩΜΑ, Δ.: Η Εφεσίβλητη, αιτήτρια στην πρωτόδικη διαδικασία, με εναρκτήρια αίτηση την οποία καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο, αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ανατίθεται στην ίδια η φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου της, ως και διατάγματος με το οποίο να καθορίζεται ο τόπος διαμονής του ανήλικου.
Στις 5.1.23, στη βάση ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο της εναρκτήριας αίτησης, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο καθορίστηκε ως τόπος διαμονής του ανήλικου η εκάστοτε κατοικία της Εφεσίβλητης. Ακολούθησε δεύτερη ενδιάμεση αίτηση και η έκδοση δεύτερου προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 5.10.23, με το οποίο καθορίστηκε η επικοινωνία του ανήλικου με τον Εφεσείοντα, καθ’ ου η Αίτηση στην πρωτόδικη εναρκτήρια διαδικασία.
Αντικείμενο της Έφεσης αποτελεί η μεταγενέστερη ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.12.24, με την οποία εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα, το οποίο επιτρέπει την, άνευ της γραπτής συγκαταθέσεως του Εφεσείοντος, εγγραφή και φοίτηση του ανήλικου: (α) Σε ολοήμερο Δημοτικό Σχολείο, (β) Σε φροντιστήριο για την παρακολούθηση μαθημάτων Αγγλικών, (γ) Σε μουσική σχολή για την παρακολούθηση μαθημάτων ντραμς και (δ) Σε ακαδημία ποδοσφαίρου για την παρακολούθηση μαθημάτων ποδοσφαίρου.
Αποτελεί γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ο ανήλικος είναι ο καρπός της σχέσης των διαδίκων και ότι αναγνωρίστηκε εκούσια από τον Εφεσείοντα.
Η Έφεση
Ο Εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με πέντε λόγους έφεσης, παραπονούμενος ότι είναι εσφαλμένη για τους ακόλουθους λόγους: (α) Παρεμβαίνει στο δικαίωμα του να ασκεί επαρκώς τον γονεϊκό του ρόλο, (β) Επηρεάζει τα δικαιώματα του, (γ) Είναι άνευ ουσίας και αντικειμένου, (δ) Δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος και (ε) Δεν σταθμίζει ορθά μεταξύ των δικαιωμάτων των γονέων του ανήλικου και του συμφέροντος του ανήλικου.
Η Εφεσίβλητη, με την Ειδοποίηση Εφεσίβλητης που καταχώρισε (Έντυπο αρ.ΕΕ65), αιτείται την απόρριψη της έφεσης λόγω του ότι: (α) Είναι εκπρόθεσμη και (β) Δεν επιδόθηκε στην ίδια, κατά παράβαση του Καν. 41.2(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.
Το αιτούμενο από την Εφεσίβλητη διάταγμα, για απόρριψη της Έφεσης ως εκπρόθεσμης, ουσιαστικά επέχει θέση προδικαστικής ένστασης, όσον αφορά την εγκυρότητα της Έφεσης.
Ακριβώς λόγω του ότι το εμπρόθεσμο της Έφεσης αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία, όρο για τη γέννηση και την ανάληψη της δικαιοδοσίας από το Εφετείο, θεωρούμε επιβεβλημένη την εξέταση του ζητήματος αυτού κατά προτεραιότητα (Κώστουλλου κ.ά. v. Λοΐζου κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ 697, Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου (1991) 1 Α.Α.Δ 945).
Ο Καν. 41.2(2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 καθορίζει τις προθεσμίες για την καταχώριση Ειδοποίησης Έφεσης. Πιο συγκεκριμένα, ο εν λόγω Κανονισμός προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα:
«(2) Ο εφεσείων οφείλει να καταχωρίσει την ειδοποίηση εφεσείοντα στο κατώτερο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου αποτελεί αντικείμενο της έφεσης, συνοδευόμενη από το κατάλληλο τέλος:
(α) εντός 42 ημερών από την έκδοση της απόφασης προκειμένου για τελική απόφαση· ή
(β) εντός 14 ημερών από την έκδοση της απόφασης προκειμένου για ενδιάμεση απόφαση επί οποιουδήποτε θέματος το οποίο δεν κρίνει τελικά την απαίτηση».
Αναμφισβήτητα, η προσβαλλόμενη με την Έφεση πρωτόδικη απόφαση αποτελεί ενδιάμεση απόφαση αφού όχι μόνο δεν επιλύει τελικώς (οριστικώς) τα επίδικα θέματα της εναρκτήριας αίτησης, αλλά ούτε καν ασχολείται με αυτά (Wortham κ.ά v. Τσίμον κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1442, Νικολαΐδου κ.ά. v. Παπαθεοδώρου, Πολ. Έφ. Αρ. Ε86/2020, ημερ.25.6.25). Θα πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση από πλευράς Εφεσείοντος ότι αποτελεί ενδιάμεση απόφαση. Συνεπώς, με βάση τον Καν. 41.2(2)(β) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, η προθεσμία για την άσκηση της Έφεσης ήταν 14 ημέρες από την έκδοση της επίμαχης πρωτόδικης απόφασης.
Στον Καν. 2.8(2) προνοείται ότι χρονική περίοδος αναφερόμενη σε αριθμό ημερών υπολογίζεται ως περίοδος «καθαρών ημερών» και στον επόμενο Καν. 2.8(3) προνοείται ότι «καθαρές ημέρες» σημαίνει ότι κατά τον υπολογισμό του αριθμού των ημερών δεν λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, «η ημέρα έναρξης της περιόδου». Είναι λοιπόν φανερό ότι, κατ’ εφαρμογή του αμέσως πιο πάνω Κανονισμού, η προθεσμία για την άσκηση έφεσης από τον Εφεσείοντα άρχισε, όχι στις 19.12.24, οπότε και είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά την αμέσως επόμενη ημέρα, ήτοι στις 20.12.24. Εφόσον δε υπολογιστούν οι 14 ημέρες, η προθεσμία έληγε στις 2.1.25, ημέρα που, με βάση το ημερολόγιο του 2025, δεν ήταν Κυριακή ή δημόσια αργία, ώστε, βάσει του Καν. 2.8(4)(β)(ii), να εξαιρείται από τον υπολογισμό της προθεσμίας των 14 ημερών για την άσκηση της Έφεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, βάσει του ηλεκτρονικού φακέλου του συστήματος i-justice, η ημερομηνία καταχώρισης της Έφεσης είναι η 17.1.25, κάτι το οποίο δεν αμφισβητείται από πλευράς Εφεσείοντος. Είναι λοιπόν φανερό ότι καταχωρίστηκε μετά την εκπνοή των 14 ημερών, που ήταν η προθεσμία για την καταχώριση της Έφεσης. Συνεπώς καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα.
Ο συνήγορος ο οποίος εκπροσώπησε τον Εφεσείοντα στην καταχώριση της Έφεσης, με επιστολή του η οποία απευθύνεται «ΠΡΟΣ ΠΑΝ (sic) ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟ» και αναρτήθηκε στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τις 3.1.25 προέβηκε σε καταχώριση έφεσης εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, μέσω του συστήματος i-justice, «εντός της ταχθείσας προθεσμίας». Η έφεση εγκρίθηκε και έλαβε τον αριθμό 4/2025. Όμως στις 17.1.25 εμφανίστηκε στο ανωτέρω σύστημα ειδοποίηση ότι η καταχώριση υπ’ αριθμόν 4/2025 «απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία». Σε συζήτηση που είχε με τον Πρωτοκολλητή, ενημερώθηκε ότι η καταχώριση της έφεσης του έγινε σε «λανθασμένο πεδίο, που ονομάζεται ‘ΈΦΕΣΗ ΣΕ ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ’ ενώ θα έπρεπε να γίνει στο πεδίο ‘ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΈΦΕΣΗΣ’. Με βάση τα πιο πάνω, παρακαλεί όπως ως ημερομηνία καταχώρισης της Έφεσης θεωρηθεί η 3.1.25, «ότε και εγκρίθηκε από το σύστημα η έφεση μου».
Παρά το ότι δεν αμφισβητούμε τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τον ευπαίδευτο συνήγορο, εντούτοις αυτά δεν διασώζουν την Έφεση, ούτε την καθιστούν εμπροθέσμως καταχωρισθείσα. Θα μπορούσε πολύ απλά ο ευπαίδευτος συνήγορος να απευθυνθεί προς το Δικαστήριο, μέσω της άσκησης του κατάλληλου ένδικου μέσου, αξιώνοντας την επέκταση της προθεσμίας για την καταχώριση της Έφεσης. Επισημαίνουμε ότι ο Καν. 41.6 παρέχει τέτοιο δικαίωμα στον Εφεσείοντα, αφού προνοεί ρητά ότι: «Αίτηση για διαφοροποίηση της προθεσμίας για καταχώριση ειδοποίησης έφεσης, υποβάλλεται στο κατώτερο δικαστήριο ή στο Εφετείο». Ουδεμία όμως αίτηση για επέκταση της προθεσμίας καταχωρίστηκε.
Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι, ακόμα και στην περίπτωση που εκλαμβάνετο ως ημερομηνία καταχώρισης της Έφεσης η 3η.1.25, η Έφεση και πάλι θα ήταν εκπρόθεσμη, αφού, ως έχουμε αναφέρει πιο πάνω, η τελευταία ημέρα της προθεσμίας των 14 ημερών για την καταχώριση της Έφεσης ήταν η 2.1.25. Αξίζει να επισημανθεί ότι, παρά το ότι η περίοδος από 24 Δεκεμβρίου μέχρι 6 Ιανουαρίου είναι, με βάση τον Καν. 59.2(1)(β) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, η περίοδος των διακοπών των Χριστουγέννων, κατά την οποία δεν διεξάγονται, κατά κανόνα, συνεδριάσεις των Δικαστηρίων, εντούτοις, με βάση την Παρ. (3) του ιδίου Κανονισμού, η εν λόγω περίοδος λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του προβλεπομένου από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 χρόνου, σε αντίθεση με την περίοδο των θερινών διακοπών (10 Ιουλίου μέχρι 9 Σεπτεμβρίου), η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του χρόνου, με εξαίρεση τις τελευταίες επτά μέρες της ως άνω θερινής περιόδου.
Στο περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντος, το οποίο συντάχθηκε από τον ίδιο, μετά την απόσυρση του δικηγόρου που τον εκπροσωπούσε, προβάλλονται κάποια «ιδεολογήματα» περί δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι οι δικονομικές προθεσμίες αποτελούν το μέσο για την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης και όχι τον αυτοσκοπό, όταν δε το μέσο χρησιμοποιείται για να ακυρώσει τον σκοπό, τότε η δικαιοσύνη καθίσταται τυπική και όχι ουσιαστική. Υποστηρίζει ακόμα ότι η απόρριψη της Έφεσης ως εκπρόθεσμης θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην οριστικοποίηση της πρωτόδικης απόφασης, η οποία προσβάλλει κατάφωρα την προσωπική και οικογενειακή του ζωή, καθώς και το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι με την απόρριψη της Έφεσης θα επικυρωθεί η νομιμοποίηση της παιδικής εξουθένωσης (burn-out), που επιβλήθηκε στον ανήλικο μέσω της πρωτόδικης απόφασης.
Τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τον Εφεσείοντα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, με εξαίρεση φυσικά τη θέση ότι οι δικονομικές προθεσμίες αποτελούν το μέσο για την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης. Στην αμέσως πιο πάνω θέση προσθέτουμε ότι η νομολογία έχει τονίσει πως «...οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης» (Μιχαηλίδης v. Χρίστου (1996) 1 Α.Α.Δ. 1190). Η μη τήρηση της προθεσμίας των 14 ημερών για την καταχώριση της Έφεσης δεν ήταν καταλυτική για τον Εφεσείοντα, αφού υπήρχε η δικονομική οδός για άρση του σφάλματος. Ως έχουμε αναφέρει πιο πάνω, ο Εφεσείων είχε δικαίωμα να αιτηθεί από το Δικαστήριο, πριν την καταχώριση της Έφεσης (ή αργότερα, μόλις διαπιστώθηκε το πρόβλημα με το Μητρώο), την παράταση της προθεσμίας για την καταχώριση της, δικαίωμα το οποίο δεν άσκησε. Αφ’ ής στιγμής λοιπόν ο Εφεσείων δεν άσκησε το προβλεπόμενο από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ένδικο μέσο, το οποίο είχε στη διάθεση του, αδίκως παραπονείται ότι η εμμονή στην προθεσμία των 14 ημερών καθιστά τη δικαστική προστασία ανενεργή και το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο κενό περιεχομένου.
Καθ’ όσον αφορά το υποβληθέν δια του περιγράμματος αγόρευσης αίτημα του να τού παραχωρήσουμε προθεσμία 15 ημερών για να καταχωρίσει νομότυπα την Ειδοποίηση Εφεσείοντος στο κατώτερο Δικαστήριο, αναφέρουμε ότι δεν θα μπορούσαμε να ικανοποιήσουμε τέτοιο αίτημα, χωρίς να έχει προηγηθεί η καταχώριση του αιτήματος μέσω του προβλεπομένου από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 δικονομικού εντύπου, συνοδευομένου από σχετική ένορκη δήλωση, στην οποία να εκτίθεντο τα γεγονότα τα οποία θα δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος.
Η διαπίστωση μας ότι η Έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθιστά αχρείαστη την εξέταση του ετέρου αιτήματος για απόρριψη της Έφεσης λόγω μη επίδοσης της στην Εφεσίβλητη, κατά παράβαση του Καν. 41.2(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω, η Έφεση απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται €2.400 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντος.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ. Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ. Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο