ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε87/25 σχ. με
Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε88/25)
(i-justice)
18 Σεπτεμβρίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε87/25
(i-justice)
Λ. Κ.
Εφεσείων
v.
Ν. Ο.
Εφεσίβλητης
(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε88/25
(i-justice)
Λ. Κ.
Εφεσείων
v.
Ν. Ο.
Εφεσίβλητης
--------------------
Λ. Βραχίμης, για Ελένη Βραχίμη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Α. Γιωρκάτζης με Π. Κτίστη (κα), για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Οι διάδικοι είναι εν διαστάσει σύζυγοι. Από τον γάμο τους απέκτησαν μια θυγατέρα, η οποία γεννήθηκε στις 13.12.23. Η Εφεσίβλητη, Αιτήτρια, καταχώρισε, στις 27.1.25 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, την εναρκτήρια αίτηση γονικής μέριμνας αρ. 29/25, με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, όπως η φύλαξη και φροντίδα του 13μηνου βρέφους (εφεξής «η ανήλικη») ανατεθεί στην ίδια και όπως ως τόπος διαμονής της ανήλικης καθοριστεί ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Εφεσίβλητης, στη Λεμεσό. Ο Εφεσείων, Καθ’ ου η αίτηση, καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, όπως ορίζεται ως τόπος διαμονής της ανήλικης ο δικός του τόπος διαμονής, για περίοδο 7 ημερών κάθε δύο εβδομάδες.
Στο πλαίσιο της ως άνω εναρκτήριας αίτησης αρ. 29/25, έκαστος διάδικος καταχώρισε ενδιάμεση αίτηση, αφορώσα επιμέρους πτυχές της γονικής μέριμνας της ανήλικης. Στις εν λόγω ενδιάμεσες αιτήσεις εκδόθηκαν, στις 25.7.25, δύο ενδιάμεσες αποφάσεις, τις οποίες ο Εφεσείων εφεσίβαλε με τις υπό κρίση Εφέσεις αρ. Ε87/25 και Ε88/25, οι οποίες ακούστηκαν μαζί [κ.41.4(2)(ε)]. Εξ αυτών η πρώτη έφεση αφορά την αίτηση της μητέρας και η δεύτερη την αίτηση του πατέρα.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο της εναρκτήριας αίτησης της, η Εφεσίβλητη καταχώρισε, στις 27.1.25, μονομερή αίτηση, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση, αιτούμενη, μεταξύ άλλων, προσωρινό διάταγμα με το οποίο να ανατίθεται στην ίδια η φύλαξη και φροντίδα της ανήλικης, ως επίσης και διάταγμα με το οποίο να καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ανήλικης ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Εφεσίβλητης στην επαρχία Λεμεσού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς στις 30.1.25, τα εν λόγω αιτούμενα διατάγματα. Ο Εφεσείων καταχώρισε ένσταση στις 28.2.25, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση. Η Εφεσίβλητη καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 7.3.25 και ο Εφεσείων στις 14.3.25. Δεν υπήρξε αντεξέταση των διαδίκων.
Σημειώνεται ότι στις 19.2.25, πριν την καταχώριση της ενδιάμεσης αίτησης του Εφεσείοντος ημερ. 14.3.25, μετά από συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι διάδικοι, εκδόθηκε εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Εφεσείοντος με την ανήλικη θυγατέρα του, ως ακολούθως: την 1η εβδομάδα, Τρίτη και Πέμπτη από 14.30-17.30 και Σάββατο από 10.00-16.00 και τη 2η εβδομάδα Τρίτη και Πέμπτη από 14.30-17.30 και Κυριακή από 10.00-16.00. Η ρύθμιση αυτή θα επαναλαμβάνετο ανά δεκαπενθήμερο. Το διάταγμα θα ίσχυε μέχρι την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης που καταχώρισε η Εφεσίβλητη, ημερ. 27.1.25. Καταγράφηκε, επίσης, ότι ο Εφεσείων, κατά την άσκηση του δικαιώματος του, δεν δικαιούτο να μεταφέρει την ανήλικη εκτός της επαρχίας Λεμεσού και ότι έκαστος των διαδίκων δύνατο να προωθήσει οποιαδήποτε άλλη διαδικασία προσφέρετο, εάν αυτό επιθυμούσε.
Η Εφεσίβλητη, στην ενδιάμεση αίτηση της ημερ. 27.1.25, προέβη σε αναφορά των προβλημάτων που κατ’ ισχυρισμόν δημιουργούσε ο Εφεσείων, επικαλούμενη ότι αυτός ήταν χειριστικός απέναντι της, τής φερόταν υποτιμητικά, την απομόνωσε από το φιλικό της περιβάλλον και ότι περνούσε, σχεδόν επί καθημερινής βάσης, τα απογεύματα του στο μπαλκόνι του διαμερίσματος τους, καταναλώνοντας αλκοόλ και καπνίζοντας. Το καλοκαίρι του 2024, ο Εφεσείων τής είπε ότι είναι κρίμα να μεγαλώσει η ανήλικη με μητριά, δίνοντας της την εντύπωση ότι θα απομάκρυνε την ανήλικη από την ίδια. Η Εφεσίβλητη απέδωσε στον Εφεσείοντα περιστατικό μέθης του στις 9.1.25, το οποίο την ανάγκασε, σύμφωνα με τη θέση της, στις 27.1.25, να αποχωρήσει από τη συζυγική κατοικία μαζί με το παιδί και να εγκατασταθεί στο πατρικό της σπίτι. Η Εφεσίβλητη προέβαλε ότι από τη γέννηση της ανήλικης ήταν η ίδια αποκλειστικά υπεύθυνη για τη φροντίδα της και ουδέποτε την αποχωρίστηκε, πλην των ωρών που βρισκόταν στην εργασία της με μερική απασχόληση, οπότε την ανήλικη τη φρόντιζε η μητέρα της και δύο περιπτώσεων ολιγοήμερων ταξιδιών.
Ο Εφεσείων αντέτεινε πως η Εφεσίβλητη ποτέ δεν ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για τη φροντίδα της θυγατέρας τους και έδειχνε ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της ανήλικης. Από τη γέννηση της ανήλικης, ο ίδιος είχε πολύ ενεργή συμμετοχή στη φροντίδα της. Ουδέποτε η Εφεσίβλητη τού ανέφερε ότι είχε οποιαδήποτε παράπονα από τον γάμο τους και κρυφά από τον ίδιο, πήρε τη θυγατέρα τους και εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη στις 27.1.25. Ο Εφεσείων αντέτεινε, επίσης, ότι το περιστατικό στις 9.1.25 δεν σχετιζόταν με κανένα τρόπο με μέθη, αλλά με κρίση άγχους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 25.7.25, αναφέρθηκε στη νομική βάση της μονομερούς αίτησης της Εφεσίβλητης και συγκεκριμένα στο Άρθρο 5(1)(α) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Ν.216/90, με βάση το οποίο η γονική μέριμνα για το ανήλικο τέκνο ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς και στο Άρθρο 5(1)(β) με βάση το οποίο η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Αναφέρθηκε, επίσης και στο Άρθρο 6 του Ν.216/90, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«6 (1) Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της.
(β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.
(3) Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσο η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του».
Σύμφωνα δε με το Άρθρο 9(1) του Ν.216/90, η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή και επίβλεψη, τη διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από νομολογία, όπου τονίστηκε ότι καθοριστική παράμετρος σε κάθε απόφαση είναι το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 Α.Α.Δ. 1588, Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά. (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1446). Στη βάση δε των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, έκρινε ότι πληρούντο οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, δηλαδή (i) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (ii) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (iii) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others (1982) 1 C.L.R. 557, Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Στη συνέχεια, έκρινε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος. Έκρινε, επίσης, ότι συνέτρεχε η προϋπόθεση του επείγοντος και ότι ήταν προς το συμφέρον της ανήλικης να οριστικοποιηθεί το διάταγμα ημερ. 30.1.25, το οποίο και οριστικοποίησε. Εξέδωσε, επίσης, διάταγμα με το οποίο οι λοιπές πτυχές της γονικής μέριμνας θα ασκούντο από κοινού και από τους δύο διαδίκους.
Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη, ως ανέφερε, το συμφέρον της ανήλικης και προς αποφυγή κινδύνου διασάλευσης της συνέχισης της επικοινωνίας του Εφεσείοντος με αυτή, εξέδωσε το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας:
«128. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται η επικοινωνία του Καθ' ου η Αίτηση με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων [ ] ως ακολούθως:
(α) Κάθε Τρίτη και Πέμπτη εκάστου μηνός από η ώρα 14:00 μέχρι η ώρα 18:00 της ίδιας ημέρας.
(β) Κάθε πρώτη και τρίτη εβδομάδα εκάστου μηνός, το Σάββατο από τις 10:00 π.μ. μέχρι την Κυριακή στις 18:00 μ.μ. με δικαίωμα διανυκτέρευσης.
Η πιο πάνω ρύθμιση θα επαναλαμβάνεται ανά δεκαπενθήμερο.
129. Ως τόπος παραλαβής και παράδοσης του ανήλικου τέκνου των διαδίκων για σκοπούς επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με αυτό, θα θεωρείται ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Αιτήτριας στην Λεμεσό.
130. Ο Καθ' ου η Αίτηση διατάσσεται να παραλαμβάνει το ανήλικο …. Η Αιτήτρια διατάσσεται να παραδίδει το ανήλικο … .
131. Περαιτέρω, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο η Αιτήτρια θα επιτρέπεται να έχει ελεύθερη και απρόσκοπτη τηλεφωνική επικοινωνία ή επικοινωνία μέσω βιντεοκλήσης και/ή άλλου μέσου τεχνολογίας με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, κατά τις ημέρες και ώρες επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με αυτό και ο Καθ' ου η Αίτηση υποχρεούται να επιτρέπει και να μην εμποδίζει αυτή την επικοινωνία.
132. Τα πιο πάνω προσωρινά διατάγματα επικοινωνίας τα οποία θα ισχύουν από 01/08/2025, καθίστανται απόλυτα και θα συνεχίσουν να ισχύουν μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης ή νεότερου διατάγματος του Δικαστηρίου».
Ο Εφεσείων δεν έμεινε ικανοποιημένος και καταχώρισε την έφεση αρ. Ε87/25, με 32 λόγους έφεσης. Ειδικότερα, προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: θεώρησε ότι η αλλαγή της κατοικίας της ανήλικης, λόγω του μονομερούς διατάγματος, αποτελούσε ουσιαστικό στοιχείο που δικαιολογούσε την οριστικοποίηση του διατάγματος (1ος λόγος), οριστικοποίησε το διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε μονομερώς και χωρίς να έχει το δικαίωμα ο Εφεσείων να ακουστεί, κατά παράβαση των δικαιωμάτων του (2ος λόγος), εσφαλμένα και κατά παράβαση του Άρθρου 6(2)(β) του Ν.216/90 αποφάσισε ότι η ανήλικη, λόγω του ότι διάγει τη βρεφική ηλικία, χρειάζεται απαραιτήτως και αδιαλείπτως την μητρική φροντίδα και στήριξη, απόφαση η οποία συνιστά έλλειψη σεβασμού στην ισότητα μεταξύ των γονέων, καθώς και διάκριση κατά του πατέρα με βάση το φύλο και είναι ατεκμηρίωτη αφού το Δικαστήριο αυθαίρετα μετέτρεψε τον εαυτό του σε ειδικό ως προς τις ανάγκες βρεφών (3ος λόγος), έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν είχε αντιταχθεί ή αντιταχθεί ουσιωδώς στη μονομερή ρύθμιση και την κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε με την μονομερή έκδοση του προσωρινού διατάγματος, ή ότι δεν αντιτάχθηκε τεκμηριωμένα στην κατάσταση αυτή ή ότι η κύρια ανησυχία του ήταν η αποκατάσταση της «επικοινωνίας» και «συστηματικής επαφής του» με την ανήλικη (4ος λόγος), έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν ζητούσε «την φύλαξη και φροντίδα» της ανήλικης αλλά «μόνο να καθοριστεί ως τόπος διαμονής του παιδιού και ο δικός του τόπος διαμονής για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα» και εσφαλμένα έκρινε ότι ζητούσε ένα διευρυμένο πρόγραμμα επικοινωνίας (5ος λόγος), έκρινε ότι δεν υπήρξε απόκρυψη και ότι τα στοιχεία στη βάση των οποίων εξέδωσε το διάταγμα συνιστούσαν αντικρουόμενες θέσεις ως προς την άσκηση της φροντίδας, φύλαξης και επιμέλειας, ενώ στην ουσία εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα στη βάση ακριβώς των ισχυρισμών που έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει (6ος λόγος), δεν ακύρωσε το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς στις 30.1.25 αφού δεν υφίσταντο λόγοι κατεπείγοντος ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις που να δικαιολογούσαν την έκδοση του (7ος λόγος), αποφάσισε ότι οι διάδικοι είχαν καταλήξει σε συγκεκριμένο πρόγραμμα επικοινωνίας του Εφεσείοντος με την ανήλικη, επιχειρώντας να ομαλοποιήσουν τις μεταξύ τους σχέσεις και ότι ο Εφεσείων αποδέχτηκε ότι η κατάσταση αυτή ήταν προς το συμφέρον της ανήλικης, αλλιώς δεν θα την αποδεχόταν (8ος λόγος), θεώρησε ότι η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι αυτή του κατεπείγοντος και ότι θα το εξέταζε κατά την εξέταση της οριστικοποίησης και όχι κατά τον χρόνο έκδοσης του και εσφαλμένα δεν εξέτασε αν υφίσταντο λόγοι κατεπείγοντος κατά την έκδοση του διατάγματος, οι οποίοι δεν υφίσταντο και το διάταγμα έπρεπε, κατ’ επέκταση, να ακυρωθεί (9ος λόγος), παρέλειψε να διαπιστώσει ότι από τη στιγμή που είχε εκδοθεί διάταγμα μονομερώς, το κατά πόσο ορθά θα παρέμενε σε ισχύ έπρεπε να εξεταστεί με τα δεδομένα που ίσχυσαν κατά την έκδοση του και όχι αργότερα (10ος λόγος), αποφάσισε ότι η κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε λόγω της έκδοσης του μονομερούς διατάγματος δεν ισοδυναμούσε με την στέρηση του Εφεσείοντος στην καθημερινή ζωή της ανήλικης, επειδή δεν υπήρχε πλήρης αποστέρηση της επικοινωνίας του και διατηρούσε συγκεκριμένο βαθμό επικοινωνίας με την ανήλικη (11ος λόγος), αποφάσισε ότι στην ουσία ο Εφεσείων είχε αρχικά αποδεκτεί ως ικανοποιητική την προσωρινή ρύθμιση (12ος λόγος), αποφάσισε να οριστικοποιήσει το προσωρινό διάταγμα γιατί αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να μην προκληθεί αναστάτωση στη ρουτίνα και στην καθημερινότητα που είχε δημιουργηθεί με την έκδοση του διατάγματος και εσφαλμένα έκρινε ότι μια αλλαγή με κατανομή του χρόνου της ανήλικης στη φροντίδα του Εφεσείοντος και της Εφεσίβλητης θα της προκαλούσε σύγχυση και ως εκ τούτου, εσφαλμένα έκρινε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος (13ος λόγος), δεν εξέτασε την σύγχυση που προκάλεσε στην ανήλικη η αλλαγή της κατάστασης πραγμάτων που επικρατούσε πριν την έκδοση του μονομερούς διατάγματος (14ος λόγος), αποφάσισε ότι είχε καθήκον να διατηρήσει την κατάσταση πραγμάτων που είχε διαμορφωθεί με το μονομερές διάταγμα και ότι οποιαδήποτε αλλαγή θα προκαλούσε αναστάτωση στην ανήλικη (15ος λόγος), η απόφαση του Δικαστηρίου είναι καθοριστική και επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού η θέση του Δικαστηρίου ήταν ότι η προσωρινή ρύθμιση που έγινε στη βάση του μονομερούς διατάγματος, επέβαλλε τη διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων αφού η αλλαγή της θα ήταν αντίθετη προς το συμφέρον του παιδιού (16ος λόγος), αξιολόγησε την έννοια του status quo, θεωρώντας ότι το status quo δεν ήταν αυτό που υφίστατο πριν την μονομερή απομάκρυνση από μέρους της μητέρας της ανήλικης από τη συζυγική στέγη και την κοινή φροντίδα με τον πατέρα, αλλά αυτό που διαμορφώθηκε από τις μονομερείς ενέργειες της μητέρας και το μονομερές διάταγμα (17ος λόγος), έκρινε ότι η μη ανάθεση της φύλαξης και φροντίδας της ανήλικης στη μητέρα θα οδηγούσε σε διαιώνιση της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας στο οικογενειακό περιβάλλον της ανήλικης και εσφαλμένα αγνόησε ότι παράλληλα με το αίτημα της μητέρας υπήρχε και αίτημα του πατέρα με το οποίο ζητούσε όπως καθοριστεί η ανήλικη να βρίσκεται μαζί του το μισό της χρόνο (18ος λόγος), αποφάσισε ότι λόγω του ότι πριν τη διάσταση οι γονείς της Εφεσίβλητης πρόσεχαν την ανήλικη, αυτό θα έπρεπε να συνεχίσει (19ος λόγος), δεν προχώρησε σε άμεση εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης και της εξέτασης κατά πόσο θα έπρεπε να οριστικοποιηθεί το διάταγμα και ως εκ τούτου ο Εφεσείων υποχρεώθηκε να συγκατατεθεί σε ένα προσωρινό διάταγμα το οποίο θα ίσχυε όμως μέχρι να εκδικαστεί η ένσταση του και στη συνέχεια το Δικαστήριο αυθαίρετα θεώρησε ότι αυτή η συγκατάθεση συνιστούσε αποδοχή της κατάστασης πραγμάτων που είχε δημιουργηθεί με το μονομερές διάταγμα στο οποίο ενίστατο (20ος λόγος), έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος επειδή δήθεν διατηρούσε με την Εφεσίβλητη από κοινού όλες τις πτυχές της άσκησης της γονικής μέριμνας και είχε συγκεκριμένη επαφή με το παιδί του (21ος λόγος), καθόρισε και την πορεία της κυρίως αίτησης θεωρώντας ότι το γεγονός ότι το παιδί ήταν ήδη με την μητέρα με βάση το προσωρινό διάταγμα υποδήλωνε ότι το συμφέρον του ήταν όπως αυτό συνεχίσει να βρίσκεται υπό τη φροντίδα της μητέρας καθώς και ότι η πολύ περιορισμένη επαφή του πατέρα με την ανήλικη συνιστούσε ικανοποιητική «επικοινωνία» (22ος λόγος), αποφάσισε ότι ο Εφεσείων θα έπρεπε να καταδείξει εξαιρετικές περιστάσεις που να συνηγορούν στην ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων ή ότι θα έπρεπε να αποδείξει ότι τα διατάγματα έπλητταν σθεναρά και ουσιωδώς το καλώς νοούμενο συμφέρον της ανήλικης ώστε να ακυρωθούν (23ος λόγος), αποφάσισε ότι η ανάθεση της φύλαξης και φροντίδας της ανήλικης στη μητέρα και καθορισμού της κατοικίας της ως της κατοικίας της ανήλικης μέχρι την αποπεράτωση της κυρίως αίτησης εξυπηρετούσαν το συμφέρον της ανήλικης, αφού αυτό αποτελούσε εύρημα που καθόριζε την ουσία της υπόθεσης, χωρίς το Δικαστήριο να έχει την ευκαιρία να ακούσει τις πλευρές επί της ουσίας (24ος λόγος), εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ρύθμισε την επικοινωνία του Εφεσείοντος με την ανήλικη, κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης αφού δεν υφίστατο τέτοιο αίτημα στα πλαίσια της αίτησης, ο Εφεσείων δεν είχε την ευκαιρία επαρκώς να εκθέσει τις θέσεις του σε αυτό το ζήτημα, ούτε και το Δικαστήριο πληροφόρησε τα μέρη ότι είχε πρόθεση να προβεί στην έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, ώστε να έχει την ευκαιρία να ακούσει τις θέσεις των δυο μερών. Σε ό,τι αφορά αυτό το θέμα, εκκρεμούσε ήδη άλλη ενδιάμεση αίτηση του Εφεσείοντος ως προς την επικοινωνία, όπου ο Εφεσείων είχε εκθέσει τις θέσεις του ως προς τον χρόνο που θα έπρεπε να βρίσκεται μαζί του η ανήλικη και το ζήτημα θα έπρεπε να είχε εξεταστεί εκεί (25ος λόγος), εξέδωσε διάταγμα επικοινωνίας με το οποίο επιτράπηκε στον πατέρα να έχει επαφή με τη θυγατέρα του 8 ώρες συνολικά τη μια βδομάδα και 8 ώρες πλέον μια διανυκτέρευση την άλλη βδομάδα και τον απέκλεισε από την καθημερινή φροντίδα της ανήλικης εντελώς αυθαίρετα, παραβιάζοντας ουσιωδώς τα δικαιώματα του ιδίου και της ανήλικης στην οικογενειακή τους ζωή (26ος λόγος), παρέλειψε να εξετάσει το status quo πριν από τη μονομερή απομάκρυνση της ανήλικης από τη συζυγική στέγη και αυθαίρετα δεν φρόντισε η κατάσταση αυτή πραγμάτων με την ουσιαστική συμμετοχή του Εφεσείοντος στη φροντίδα της ανήλικης να αντικατοπτριζόταν στο διάταγμα που εξέδωσε (27ος λόγος), εξέδωσε διάταγμα με το οποίο η Εφεσίβλητη θα μπορούσε να έχει ελεύθερη και απρόσκοπτη τηλεφωνική επικοινωνία ή επικοινωνία μέσω βιντεοκλήσης ή άλλου μέσου με την ανήλικη όταν αυτή θα βρισκόταν με τον πατέρα και όταν μάλιστα δεν προέβλεψε ανάλογο δικαίωμα του πατέρα (28ος λόγος), επέδειξε μεροληπτική στάση προς όφελος της Εφεσίβλητης και κατά του Εφεσείοντος (29ος λόγος), αποφάσισε ότι στην ουσία υπήρχε κώλυμα (estoppel) που είχε δημιουργηθεί από το γεγονός ότι ο Εφεσείων υποχρεώθηκε να αποδεχτεί μια προσωρινή ρύθμιση με ημερομηνία λήξης, ώστε παρά το ότι η ρύθμιση αυτή είχε λήξει, θεωρείτο ότι ήταν αποδεχτή ως λογική μετά τη λήξη της ώστε το Δικαστήριο να την συνεχίσει χωρίς να εξετάσει αν πράγματι ήταν λογική και δίκαιη και χωρίς να δώσει την ευκαιρία στον Εφεσείοντα να τοποθετηθεί ως προς αυτό το θέμα (30ος λόγος), το διάταγμα σε ό,τι αφορά την επικοινωνία του πατέρα είναι αντιφατικό αφού από τη μια προέβλεπε ότι εφαρμόζεται την πρώτη και τρίτη βδομάδα του μήνα και μετά ότι επαναλαμβάνεται κάθε 14 μέρες (31ος λόγος), και τέλος ότι το συμφέρον της ανήλικης είναι να ακυρωθεί το διάταγμα και να εκδοθεί άλλο ισότιμης φροντίδας (32ος λόγος).
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ο Εφεσείων καταχώρισε, στις 14.3.25, ενδιάμεση αίτηση με την οποία αξίωνε:
«(Α) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο ορίζεται ότι κατά τις μέρες και ώρες που καταγράφονται πιο κάτω, την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων [ ] θα την παραλαμβάνει ο αιτητής για σκοπούς διανυκτέρευσης μαζί του:
(1) Την 1η βδομάδα:
Δευτέρα από τις 8.00 μέχρι τη Τρίτη στις 13.00
Τετάρτη από τις 8.00 μέχρι τη Πέμπτη στις 13.00
Παρασκευή από τις 8.00 μέχρι τις 13.00
(1) Την 2η βδομάδα:
Δευτέρα από τις 8.00 μέχρι τη Τρίτη στις 13.00
Τετάρτη από τις 8.00 μέχρι τη Πέμπτη στις 13.00
Παρασκευή από τις 8.00 μέχρι την Κυριακή στις 16.00.
(2) Κατά τη διάρκεια των διακοπών των Χριστουγέννων εκ περιτροπής, τον πρώτο χρόνο, από τις 23 Δεκεμβρίου στις 10.00 μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου στις 10.00 και το δεύτερο χρόνο, από τις 29 Δεκεμβρίου στις 10.00 μέχρι τις 3 Ιανουαρίου στις 20.30 και ούτω καθεξής.
(3) Κατά τη διάρκεια των διακοπών του Πάσχα εκ περιτροπής, τον πρώτο χρόνο από τη Μεγάλη Δευτέρα στις 10.00 μέχρι την Κυριακή του Πάσχα στις 17.00 και το δεύτερο χρόνο από την Κυριακή του Πάσχα στις 17.00 μέχρι την Κυριακή του Θωμά στις 20.30 και ούτω καθεξής.
(4) Κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, 7 συνεχείς ημέρες τον μήνα Ιούλιο και 7 συνεχείς ημέρες τον μήνα Αύγουστο από η ώρα 10.00 της πρώτης ημέρας μέχρι η ώρα 20.30 της τελευταίας ημέρας”.
Η Εφεσίβλητη καταχώρισε ένσταση και στη συνέχεια και οι δύο διάδικοι καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.
Ο Εφεσείων, στην ένορκη του δήλωση, επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι από τη γέννηση της θυγατέρας του είχε πολύ ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή στη φροντίδα και ανατροφή της. Προέβαλε ότι η Εφεσίβλητη, αφού εξασφάλισε μονομερώς το προσωρινό διάταγμα καθόριζε αυθαίρετα την επαφή του με τη θυγατέρα του, στερώντας του τα γονικά του δικαιώματα. Έτσι υποχρεώθηκε, μέχρι την εκδίκαση της αίτησης της Εφεσίβλητης, να δεχθεί την έκδοση του προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας του, ημερ. 19.2.25, με τη θυγατέρα του. Τόνισε ότι κάθε φορά που παραλάμβανε τη θυγατέρα του, ο ενθουσιασμός της ήταν μεγάλος. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος εργάζεται σε επιχείρηση της οικογένειας του και έχει ευέλικτο ωράριο, σε αντίθεση με την Εφεσίβλητη η οποία εργάζεται καθημερινά μέχρι το μεσημέρι και το παιδί βρίσκεται τα πρωινά με τη μητέρα της Εφεσίβλητης, επομένως θα μπορούσε τα πρωινά η ανήλικη να βρίσκεται μαζί του. Ήταν η θέση του Εφεσείοντος ότι το Δικαστήριο όφειλε να εκδώσει διάταγμα ώστε η ανήλικη να έχει συστηματική επαφή μαζί του, όπως ίσχυε πριν τη διάσταση.
Η Εφεσίβλητη ενέστη στο αίτημα, επαναλαμβάνοντας τη δική της θέση ότι η ίδια ήταν και εξακολουθούσε να είναι αποκλειστικά υπεύθυνη στο μεγάλωμα και τη φροντίδα της ανήλικης. Ως ισχυρίστηκε, ουδέποτε προσπάθησε να εμποδίσει την επικοινωνία του Εφεσείοντος με τη θυγατέρα του. Η ένσταση της έγκειτο στις διανυκτερεύσεις, λόγω του προβλήματος του Εφεσείοντος με το ποτό.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 25.7.25 στην αίτηση του Εφεσείοντος ημερ. 14.3.25, ανέφερε εν πρώτοις ότι ο Εφεσείων δεν δικαιούτο να αξιώνει «την έκδοση ενός εντελώς νέου» προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας, ενώ ήδη βρισκόταν σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας ημερ. 19.2.25, στο οποίο ο ίδιος είχε συμφωνήσει, χωρίς να ζητά την τροποποίηση αυτού και έκρινε ότι η αίτηση ήταν για τον λόγο αυτό απορριπτέα. Το Δικαστήριο, επιπρόσθετα, προχώρησε και εξέτασε κατά πόσο πληρούντο οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Κατέληξε όμως ότι αν και πληρούντο η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, εντούτοις δεν πληρούτο η τρίτη προϋπόθεση, εφόσον είχε εκδοθεί το εκ συμφώνου διάταγμα επικοινωνίας ημερ. 19.2.25 και εφόσον ήταν κοινώς αποδεκτό ότι η επικοινωνία ασκείτο κανονικά, οπότε απέρριψε την αίτηση.
Με την έφεση αρ. Ε88/25 ο Εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: περιέγραψε το διάταγμα το οποίο ζητούσε ο Εφεσείοντας ως διάταγμα επικοινωνίας και εσφαλμένα έκρινε ότι δεν είχε δικαίωμα να αξιώνει την έκδοση του επίδικου διατάγματος, με δεδομένο ότι η προσωρινή εκ συμφώνου ρύθμιση που επικαλέστηκε το Δικαστήριο έληγε στις 25.7.25, με την έκδοση απόφασης στην αίτηση της Εφεσίβλητης ημερ. 27.1.25 και άρα δεν υφίστατο πλέον τέτοιο διάταγμα (1ος λόγος), θεώρησε ότι η αίτηση του Εφεσείοντος αφορούσε στην τροποποίηση του διατάγματος και όχι αίτηση για νέα ρύθμιση με δεδομένο ότι το εκ συμφώνου διάταγμα είχε ήδη λήξει ή θα έπρεπε να είχε ήδη λήξει (2ος λόγος), αρνήθηκε να ακούσει την ενδιάμεση αίτηση του Εφεσείοντος ημερ. 14.3.25 μετά την ενδιάμεση αίτηση της Εφεσίβλητης ημερ. 27.1.25. ή να ακούσει τις δυο αιτήσεις ταυτόχρονα, εκδίδοντας όμως πρώτα απόφαση στην αίτηση ημερ. 27.1.25 που (α) προηγείτο χρονικά και (β) είχε εκδοθεί στα πλαίσια της προσωρινό διάταγμα και έτσι θα έπρεπε να προχωρήσει η εκδίκαση της το συντομότερο δυνατό (τρίτος λόγος), αρνήθηκε τη θέση του Εφεσείοντος ότι αποδέκτηκε την έκδοση του προσωρινού διατάγματος με καθορισμένη λήξη την εκδίκαση της ένστασης του στην αίτηση της μητέρας, επειδή ήταν η μόνη επιλογή που είχε για να βλέπει την κόρη του, μέχρι την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης της Εφεσίβλητης και εσφαλμένα αποφάσισε ότι τη ρύθμιση αυτή, που ρητά είχε ημερομηνία λήξης, τη θεωρούσε ο ίδιος δίκαιο και λογικό χρόνο επικοινωνίας (4ος λόγος), παρέλειψε να εξετάσει την αίτηση του Εφεσείοντος με δεδομένο ότι είχε ήδη λήξει το προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας που ίσχυε μέχρι την εκδίκαση της αίτησης της Εφεσίβλητης ημερ. 27.1.25 και αποφάσισε να εκδώσει διάταγμα επικοινωνίας στην αίτηση της Εφεσίβλητης ημερ. 27.1.25, χωρίς να υπάρχει τέτοιο αίτημα και χωρίς να καλέσει τις πλευρές να τοποθετηθούν σε σχέση με αυτό το θέμα (5ος λόγος).
Έφεση Αρ. Ε87/25 – Φύλαξη και Φροντίδα - Τόπος Διαμονής
Στην έφεση αρ. Ε87/25 θα εξετάσουμε τους 1ο, 2ο, 3ο, 11ο, 21ο και 23ο λόγους έφεσης μαζί, λόγω της συνάφειας τους. Με αυτούς προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε αφενός πως η αλλαγή κατοικίας της ανήλικης, λόγω της έκδοσης του μονομερούς διατάγματος και η βρεφική ηλικία της αποτελούσαν ουσιαστικά στοιχεία που δικαιολογούσαν την οριστικοποίηση του διατάγματος, και αφετέρου ότι η έκδοση του διατάγματος φύλαξης και τόπου διαμονής δεν ισοδυναμούσε με την αποστέρηση του Εφεσείοντος στην καθημερινή ζωή της ανήλικης και δεν επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη, επειδή ο Εφεσείων διατηρούσε με την Εφεσίβλητη από κοινού τη γονική μέριμνα και είχε επαφή με το παιδί του. Βάλλεται, επίσης, η αναφορά του Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων δεν κατέδειξε ότι υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να συνηγορούσαν υπέρ της ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος φύλαξης της ανήλικης από την Εφεσίβλητη.
Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Εφεσείοντος υποστήριξε ότι το Δικαστήριο εξέτασε μόνο αν ήταν δικαιολογημένη η διατήρηση του προσωρινού διατάγματος με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης, ενώ όφειλε να εξετάσει αν με τα δεδομένα που υπήρχαν ενώπιον του ήταν δικαιολογημένη η έκδοση του μονομερούς διατάγματος, ημερ. 30.1.25. Αποφάσισε, δηλαδή, σύμφωνα με το επιχείρημα, ότι η έκδοση του μονομερούς διατάγματος χωρίς να ακουστεί ο Εφεσείων, δημιούργησε τετελεσμένα που δικαιολογούσαν την οριστικοποίηση, κατά παράβαση των δικαιωμάτων του με βάση το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και με έλλειψη σεβασμού ως προς την ισότητα των δύο φύλων, κατά παράβαση του Άρθρου 6(2)(β) του Ν. 216/90. Ο δικηγόρος του Εφεσείοντος μας παρέπεμψε στην Σοφοκλέους v. Τσεσμέλογλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 1153, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η ανάθεση της φύλαξης ανηλίκου με βάση το φύλο, δηλαδή του αγοριού στον πατέρα και του κοριτσιού στη μητέρα, δεν υποστηρίζεται από το πνεύμα του Άρθρου 6(2)(β) του Ν. 216/90. Υποστήριξε, επίσης, ότι το διάταγμα αποτελούσε ένα δραστικότατο και αυθαίρετο περιορισμό στα γονικά δικαιώματα του Εφεσείοντος. Αντιθέτως, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Εφεσίβλητης υπεραμύνθηκε της ορθότητας της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο τόνισε ότι δεν θα προέβαινε σε ευρήματα στο στάδιο της ενδιάμεσης αίτησης αναφορικά με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, έργο που διεξάγεται κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι πληρούτο τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, με το ακόλουθο σκεπτικό:
«93. Στην υπό εκδίκαση Αίτηση, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον η Αιτήτρια είναι η μητέρα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, δηλαδή ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας και τόσο η ίδια όσο και ο Καθ’ ου η Αίτηση διαφωνούν ως προς την άσκηση σοβαρών και ουσιωδών πτυχών της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας τους. Διαπιστώνω αρχικά μέσα από τις ένορκες μαρτυρίες των διαδίκων, ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως η Αιτήτρια αποχώρησε στις 27/01/2025 μαζί το ανήλικο τέκνο τους, από το διαμέρισμα που διέμεναν με τον Καθ’ ου η Αίτηση και διαμένει πλέον στην οικία που διαμένουν οι γονείς της μέχρι και σήμερα.
94. Από τότε μέχρι και σήμερα, ήτοι έξι μήνες μετά, η ανήλικη διαμένει μαζί με την μητέρα της και βρίσκεται υπό την φύλαξη και φροντίδα της σε ένα γνώριμο για αυτήν περιβάλλον, δηλαδή μαζί με τους παππούδες της. Το γεγονός ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται μέσα από τις δύο ένορκες δηλώσεις του, πως κατά τον χρόνο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος, η Αιτήτρια εξαπάτησε το Δικαστήριο επικαλούμενη ψευδώς ότι ο γάμος τους άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα το καλοκαίρι του 2024, ενώ όπως φαίνεται από τα τεκμήρια που αυτός έχει παρουσιάσει, είχαν μια πολύ καλή και φυσιολογική σχέση μέχρι και την ημερομηνία που αυτή έφυγε από το σπίτι, αλλά και ότι η Αιτήτρια απέκρυψε ότι αυτός είχε ουσιαστική συμμετοχή στην φροντίδα και ανατροφή της θυγατέρας τους, τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι ούτως ή άλλως η ανήλικη διαμένει πλέον στον ίδιο χώρο με την μητέρα της υπό την φύλαξη της εδώ και αρκετούς μήνες.
95. Σε σχέση με το δεύτερο κριτήριο, ήτοι της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας έχω διαπιστώσει χωρίς να προβαίνω σε ουσιώδη αξιολόγηση αλλά προκαταρτική εξέταση των θέσεων της Αιτήτριας, ότι αυτή παρουσίασε μία πιθανότητα επιτυχίας, αφού το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου που αυτή απαιτείτο να υπερπηδήσει δεν ήταν πολύ υψηλό. Όπως ορίζει η σχετική νομολογία, η έννοια της «πιθανότητας» εισάγει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων».
96. Χωρίς να αξιολογώ εις βάθος τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τους διαδίκους, κρίνω ότι η Αιτήτρια έστω και σε προκαταρτικό (sic) βαθμό ικανοποίησε την 2η προϋπόθεση, δηλαδή ότι ενυπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αίτησης της, αφού έχει το δικαίωμα να αποταθεί για τις αιτούμενες θεραπείες που αφορούν την φύλαξη και φροντίδα ενός ανήλικου τέκνου που διάγει την βρεφική ηλικία και χρειάζεται απαραιτήτως και αδιαλείπτως την μητρική φροντίδα και στήριξη».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, υπέμνησε ότι δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις περιουσιακών διαφορών, με παραπομπή στην Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1 Α.Α.Δ. 415. Κατέληξε ότι πληρούτο η εν λόγω προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, με το ακόλουθο σκεπτικό:
«104. Εν προκειμένω, είναι η θέση μου ότι η εξέταση του ζητήματος ανάθεσης της φύλαξης και φροντίδας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων αλλά και ο καθορισμός του τόπου διαμονής του, δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, αφού στο μεσοδιάστημα ελλοχεύει σοβαρός κίνδυνος να πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και η ψυχοσύνθεση της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, μέσω της διαιώνισης του συγκρουσιακού και τοξικού κλίματος ανασφάλειας, σύγχυσης και αβεβαιότητας που αναμφίβολα φαίνεται να επικρατεί στο ευρύτερο οικογενειακό της περιβάλλον.
105. Έχω διαπιστώσει, έστω και σε προκαταρτικό (sic) βαθμό ότι οι σχέσεις των διαδίκων μετά την διάσταση τους δεν έχουν ακόμα ομαλοποιηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, αφού επικρατεί αρκετή ένταση και διαφωνίες μεταξύ τους. Επιβάλλεται κατά την άποψη μου, να επικρατήσει άμεσα σταθερότητα στο ευρύτερο περιβάλλον της ανήλικης, η οποία βρίσκεται σε μία αρκετά ευαίσθητη βρεφική ηλικία, όπου χρειάζεται θαλπωρή, συνεχή φροντίδα και αγάπη. Συνεπώς, στην βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρείται (sic) και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60».
Έχουμε εξετάσει με τη δέουσα προσοχή τα όσα έθεσε ενώπιον μας ο Εφεσείων, με τους πιο πάνω λόγους έφεσης.
Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο έχει ευρύτατη εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα, δυνάμει του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Όπως λέχθηκε στην Αβερκίου v. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 222:
«Η έκδοση ή μη, ενός ενδιαμέσου διατάγματος αποτελεί το επιστέγασμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και αυτή δεν πρέπει να διαταράσσεται, στο πλαίσιο της ασκηθείσας έφεσης, εκτός εάν το εφετείο έχει ικανοποιηθεί ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε λανθασμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Jonitexo (ανωτέρω).»
Οι αρχές όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.ά. (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 653, ως εξής:
«Ορθή είναι η κοινή θέση ότι σ΄αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας [.].
Όπως εξηγήθηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του. Συνεπώς, τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο».
Όπως δε επανατονίστηκε στην Α. Α. κ.ά. ν. Ι. Χ., Πολ. Έφ. Αρ. Ε91/25, ημερ. 15.5.26: «Ουσιαστικά, το εκδικάζον την αίτηση Δικαστήριο ελέγχει και εκτιμά κατά πόσον, στη βάση των όσων έχει ενώπιον του, είναι πιθανόν να επιτύχει ο αιτητής στην κυρίως υπόθεση του».
Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, αλλά με κάποια πρωταρχική, έστω αξιολόγηση της μαρτυρίας, εύλογα κατέληξε ότι υπήρχε πιθανότητα η Εφεσίβλητη να δικαιούται σε θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Εφεσίβλητη ήταν ένας εκ των δύο φορέων της άσκησης της γονικής μέριμνας της ανήλικης και με δεδομένο ότι οι διάδικοι δεν ζούσαν πλέον κάτω από την ίδια στέγη, με την ανήλικη να διαμένει με την Εφεσίβλητη. Εύλογη ήταν και η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο καθορισμός του τόπου διαμονής της ανήλικης δεν μπορούσε να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης και ότι δεν θα μπορούσε κάποιος να αναμένει, ότι μετά τη διάσταση ενός ζευγαριού θα ίσχυε η ίδια ακριβώς κατάσταση που επικρατούσε προηγουμένως σε σχέση με την επαφή τους με το παιδί τους. Εύλογη επίσης ήταν και η απόρριψη των ισχυρισμών του Εφεσείοντος περί αποκλεισμού του από τη ζωή του παιδιού του, εφόσον υπήρχε επικοινωνία μαζί του και η γονική μέριμνα της ανήλικης ασκείτο από κοινού. Η αναφορά του Δικαστηρίου στο πραγματικό γεγονός ότι η ανήλικη βρισκόταν στη βρεφική ηλικία και χρειαζόταν τη μητέρα της, δεν παραγνώριζε τη σημασία του πατέρα στη ζωή της ανήλικης, στην οποία έκανε μνεία το Δικαστήριο, τονίζοντας την ανάγκη διατήρησης και περαιτέρω ενδυνάμωσης των σχέσεων της ανήλικης με τον πατέρα της. Επομένως, δεν διακρίνουμε ότι το Δικαστήριο προέβη σε οποιαδήποτε διάκριση. Ορθά το Δικαστήριο υπέμνησε ότι δεν ήταν στο στάδιο της εξέτασης του προσωρινού διατάγματος να αποφασιστεί ποιος ήταν ο καταλληλότερος γονέας, αλλά κατά πόσο πληρούντο οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει κατά πόσο σε παλαιότερο χρόνο πληρούντο οι εν λόγω προϋποθέσεις και δη μόνο κατά την έκδοση του διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά την καταχώριση της ένστασης και των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και αφού είχε ολοκληρωμένη πλέον εικόνα, ορθά επανεξέτασε σφαιρικά εάν οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντος ανέτρεπαν τη θέση της Εφεσίβλητης και αφού ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60, οριστικοποίησε το εκδοθέν μονομερώς διάταγμα.
Δεν συμμεριζόμαστε την εισήγηση του Εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης με την αναφορά του πως ο Εφεσείων δεν κατέδειξε ότι υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις με τις οποίες να καταδεικνύεται ότι πλήττεται το συμφέρον της ανήλικης, οι οποίες συνηγορούσαν στην ακύρωση του προσωρινού διατάγματος φύλαξης της ανήλικης από την Εφεσίβλητη. Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, προσμετρώντας εκ νέου τα δεδομένα της υπόθεσης, συνεκτιμώντας αφενός όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του προς τον σκοπό διαπίστωσης κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και αφετέρου το συμφέρον της ανήλικης. Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει περιθώριο επέμβασης.
Συνακόλουθα, οι 1ος, 2ος, 3ος, 11ος, 21ος και 23ος λόγοι έφεσης απορρίπτονται.
Οι 4ος και 5ος λόγοι έφεσης έχουν ως κοινό πυρήνα το ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι ο Εφεσείων δεν αντιτάχθηκε ουσιωδώς στην έκδοση μονομερώς του διατάγματος και ότι ζητούσε διευρυμένο πρόγραμμα επικοινωνίας. Ο Εφεσείων προέβαλε ότι ξεκάθαρα εναντιωνόταν στο μονομερώς εκδοθέν διάταγμα και ζητούσε ρύθμιση κοινής επιμέλειας, όπου η ανήλικη θα ήταν κάτω από τη φροντίδα του τον μισό χρόνο, δηλαδή ρύθμιση επιμέλειας κατά τρόπο ώστε ο τόπος διαμονής και η φροντίδα της να κατανέμεται και στους δύο γονείς, έτσι ώστε να μην τίθεται θέμα ρύθμισης επικοινωνίας.
Φρονούμε πως οι πιο πάνω εισηγήσεις γίνονται κατ’ απομόνωση του συνόλου των όσων λέχθηκαν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τις αιτούμενες θεραπείες στην ανταπαίτηση και με λεπτομέρεια τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος στην ένσταση του στην ενδιάμεση αίτηση της Εφεσίβλητης. Παρόλο που σημείωσε ότι η κύρια ανησυχία του Εφεσείοντος ήταν η αποκατάσταση της επικοινωνίας και της συστηματικής επαφής του με τη θυγατέρα του, διευκρίνισε ότι ο Εφεσείων «διεκδικεί ισότιμο ρόλο στον χρόνο που θα απολαμβάνει με το ανήλικο τέκνο του, στη βάση αυτού που ίσχυε προηγουμένως όπως ο ίδιος ισχυρίζεται». Σύμφωνα με τη νομολογία, η απόφαση πρέπει να εξετάζεται ως ενιαίο σύνολο και όχι αποσπασματικά (βλ. Kanika Hotels Plc ν. Χρυσάνθου, Πολ. Έφ. Αρ. 309/15, ημερ. 11.1.24, Παναγιώτου ν. Αθανασίου, Πολ. Έφ. Αρ. 370/19, ημερ. 16.10.25). Δεν διαπιστώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υποβάθμισε ή παρανόησε με οποιονδήποτε τρόπο τις θέσεις του Εφεσείοντος ως προς την ευρύτητα του χρόνου που επιθυμούσε να βρίσκεται με τη θυγατέρα του.
Κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται οποιοσδήποτε λόγος παρέμβασης μας.
Ως εκ των ανωτέρω, οι 4ος και 5ος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Με τον 6ο λόγο έφεσης προσβάλλεται το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε απόκρυψη γεγονότων, εκ μέρους της Εφεσίβλητης. Ο Εφεσείων πρόταξε πως η ψευδής αναφορά της Εφεσίβλητης ότι η ίδια είχε την αποκλειστική φροντίδα της ανήλικης και ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος ο πατέρας να απομακρύνει το παιδί από την ίδια, ήταν καθοριστική για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος μονομερώς και γι’ αυτό έπρεπε να ακυρωθεί. Στην αιτιολογία αυτού, ο Εφεσείων ανέλυσε τα γεγονότα τα οποία, κατά την άποψη του, η Εφεσείουσα απέκρυψε, όπως μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή του στη φροντίδα της ανήλικης, το ότι οι διάδικοι κατέληξαν σε συμφωνία αγοράς κατοικίας, η υπογραφή της οποίας προγραμματίστηκε για τις 17.12.24, ότι ο Εφεσείων παρήγγειλε αυτοκίνητο ως δώρο προς την Εφεσίβλητη για την επέτειο τους τον Δεκέμβριο του 2024, το ότι αντάλλαζαν μέχρι και τον Ιανουάριο του 2025 μηνύματα τα οποία αποδείκνυαν ότι είχαν φυσιολογική ζωή και ότι η Εφεσίβλητη έφυγε από τη συζυγική κατοικία με το παιδί χωρίς να τον ενημερώσει.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι διάδικοι, στις πολυσέλιδες ένορκες τους δηλώσεις, συμπεριέλαβαν ισχυρισμούς που δεν σχετίζονταν με τα επίδικα θέματα, ή αφορούσαν τις προσωπικές τους σχέσεις. Αναφορικά με τη θέση του Εφεσείοντος ότι η Εφεσίβλητη απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, υπέμνησε τα εξής:
«Εν προκειμένω, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι στα πλαίσια εξέτασης της παρούσης και στον βαθμό που μπορώ να αξιολογήσω κάποια δεδομένα, δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε απόκρυψη από πλευράς της Αιτήτριας οιωνδήποτε ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων, τα οποία θα επηρέαζαν καταλυτικά ή σημαντικά την απόφαση του Δικαστηρίου για την μη έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων ή τυχόν ακύρωση τους. Οι αντικρουόμενες θέσεις των διαδίκων ως προς την άσκηση της φροντίδας, φύλαξης και επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας τους, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απόκρυψη και παραπλάνηση του Δικαστηρίου, ιδίως από την στιγμή που σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε τελικά ευρήματα αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ούτε προφανώς δικαιούται το Δικαστήριο να ασχοληθεί σε αυτό το στάδιο, με κάθε ξεχωριστό περιστατικό ή γεγονός που αναφέρουν με ιδιαίτερη λεπτομέρεια και γλαφυρότητα οι διάδικοι μέσα από τις πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις τους, ωσάν να πρόκειται περί εκδίκασης της κυρίως αιτήσεως και τεκμηρίωσης για το ποιος γονέας είναι καταλληλότερος και πιο ικανός σε σχέση με την φροντίδα της ανήλικης.».
Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε διάδικος ο οποίος ζητά μονομερώς διάταγμα, έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων (Βλ. Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1 Α.Α.Δ. 1168, Sobolev κ.ά. v. Weitzer, Πολ. Έφ. Αρ. Ε177/18, ημερ. 21.5.19).
Στην υπό κρίση περίπτωση, συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο πως δεν επρόκειτο για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αλλά διαφορετικές εκδοχές της κάθε πλευράς ως προς τη φροντίδα της ανήλικης, αλλά και γεγονότων τα οποία αφορούσαν τη μεταξύ τους σχέση και δεν σχετίζονταν με το επίδικο ζήτημα της γονικής μέριμνας της ανήλικης.
Συνεπώς, ο 6ος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Οι λόγοι έφεσης 7, 9 και 10 θα εξεταστούν σε κοινό πλαίσιο, εφόσον και οι τρεις αφορούν το κατεπείγον. Ο Εφεσείων προέβαλε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος κατεπείγοντος που να επέτρεπε στο Δικαστήριο να καταφύγει στο ακραίο μέτρο της έκδοσης μονομερώς του προσωρινού διατάγματος, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του παιδιού από τον ίδιο και το σπίτι του, αλλάζοντας το status quo που υφίστατο τότε. Στήριξε την επιχειρηματολογία του και στο ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα απαγόρευσης απομάκρυνσης της ανήλικης από την Εφεσίβλητη, εφόσον δεν υπήρχε τέτοιος υπαρκτός κίνδυνος και απέρριψε την εν λόγω αιτούμενη θεραπεία.
Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων η προϋπόθεση του κατεπείγοντος είναι δικαιοδοτικής υφής και θα πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/60 (Βλ. Αμβροσιάδου κ.α. v. Coward κ.α. (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 78).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας το ζήτημα του κατεπείγοντος, το οποίο ηγέρθη ως λόγος ένστασης και ανεξάρτητα από την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, κατέληξε πως ο καθορισμός του τόπου διαμονής της ανήλικης ενόψει της διάστασης των γονέων της και της συνεχιζόμενης συγκρουσιακής σχέσης μεταξύ τους, καθιστούσε επείγουσα ανάλογη ρύθμιση. Άντλησε δε καθοδήγηση από την Ανδρέου v. Olympic Insurance Company Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. Ε396/16, ημερ. 12.10.23, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Το ζήτημα του επείγοντος ηγέρθη ως λόγος ένστασης. Από τη στιγμή που το ζήτημα είχε εγερθεί και ήταν αντικείμενο της αίτησης, τότε ανεξαρτήτως της έκδοσης μονομερώς του διατάγματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει εκ νέου κατά πόσο πράγματι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος που να δικαιολογούσε τη μονομερή του έκδοση.»
Στην υπό κρίση υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το κατά πόσο συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, τόσο κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος όσο και κατά την οριστικοποίησή του. Κρίνουμε πως η κατάληξη του ότι συνέτρεχε η εν λόγω προϋπόθεση ήταν εύλογη. Δεν θα ήταν προς το συμφέρον της ανήλικης το εν λόγω ζήτημα να περιμένει μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Θα έπρεπε να ρυθμιστεί προσωρινά. Εξάλλου, όπως υπέμνησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, όλα τα ζητήματα που εγείρονταν στην εναρκτήρια αίτηση παρέμειναν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D. (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 225).
Οι 7ος, 9ος και 10ος λόγοι έφεσης απορρίπτονται.
Με τους λόγους έφεσης 8 και 12, ο Εφεσείων παραπονείται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ο ίδιος αρχικά αποδέκτηκε ως ικανοποιητική την προσωρινή ρύθμιση επικοινωνίας και ότι η ρύθμιση αυτή ήταν προς το συμφέρον της ανήλικης, αλλιώς δεν θα την αποδεχόταν.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφερόμενο και στους δύο διάδικους και όχι μόνο στον Εφεσείοντα, υπέμνησε ότι παρά τις αρχικές αντιρρήσεις τους, με την έκδοση του εκ συμφώνου προσωρινού διατάγματος ημερ. 19.2.25, αποδέχθηκαν ότι ο άλλος γονέας μπορούσε να ανταποκριθεί σε κάποιο ικανοποιητικό βαθμό στο γονικό του ρόλο, για αυτό και κατέληξαν στο εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα. Παραπέμπουμε στο σχετικό απόσπασμα:
«Σε κάθε περίπτωση, αυτό που συνάγεται με ευκολία παρά τις αρχικές διενέξεις και αντιρρήσεις τους, είναι το ότι και οι δύο διάδικοι πλέον αποδέχονται εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο άλλος γονέας μπορεί να ανταποκριθεί σε κάποιο ικανοποιητικό βαθμό στον γονικό του ρόλο και καθήκοντα και για αυτό εξάλλου κατέληξαν σε συγκεκριμένο πρόγραμμα επικοινωνίας του Καθ΄ ου η Αίτηση με την ανήλικη θυγατέρα του, επιχειρώντας να ομαλοποιήσουν την μεταξύ τους σχέση και αποβλέποντας πλέον στο καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου τους. Αν δεν το αποδέχονταν αυτό, τότε προφανώς δεν θα κατέληγαν την προαναφερόμενη ρύθμιση, υπό τις περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης».
Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε το μεμπτό στις πιο πάνω αναφορές του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη ότι το προσωρινό διάταγμα ημερ. 19.2.25 εκδόθηκε μετά από κοινό αίτημα των διαδίκων προς το Δικαστήριο, μέσω των δικηγόρων τους.
Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι έφεσης 8 και 12 απορρίπτονται.
Οι λόγοι έφεσης 13, 14, 15, 17, 19 και 27 μπορούν να εξεταστούν από κοινού, αφού ουσιαστικά εστιάζονται στη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε λανθασμένα το ισοζύγιο της ευχέρειας και το status quo. Συγκεκριμένα, ο Εφεσείων ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η αλλαγή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα με κατανομή της φροντίδας της ανήλικης στους δύο γονείς, θα επέφερε σύγχυση στην ανήλικη και επομένως εσφαλμένα έκρινε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της οριστικοποίησης του status quo. Ο Εφεσείων προέβαλε, επίσης, ότι το status quo που έπρεπε να διατηρήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν αυτό που ίσχυε πριν από την καταχώριση της μονομερούς αίτησης της Εφεσίβλητης, δηλαδή πριν αυτή φύγει από το σπίτι, αφού η αίτηση καταχωρίστηκε τη μέρα που αυθαίρετα και μονομερώς απομάκρυνε την ανήλικη από την φροντίδα του. Υποστήριξε ακόμα ότι μέχρι τότε είχε την καθημερινή φροντίδα της ανήλικης, τουλάχιστον εξίσου με την Εφεσίβλητη. Το Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι το μονομερές διάταγμα, ημερ. 30.1.25, είχε δημιουργήσει ένα status quo, το οποίο έπρεπε να διατηρηθεί με την οριστικοποίηση του διατάγματος. Επεκτείνοντας το επιχείρημα, ο Εφεσείων προέβαλε ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε πως λόγω του ότι πριν τη διάσταση οι γονείς της Εφεσίβλητης πρόσεχαν την ανήλικη, αυτό θα έπρεπε να συνεχίσει.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού κατέληξε ότι πληρούντο οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/60, προχώρησε και εξέτασε το ισοζύγιο της ευχέρειας, κάνοντας γενική αναφορά στη νομολογιακή αρχή περί της διατήρησης του status quo ante. Ανέφερε ότι η συνέχιση της διαμονής της ανήλικης μαζί με την Εφεσίβλητη στην οικία των γονέων της τελευταίας, δεν θα λειτουργούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο εις βάρος των συμφερόντων της ανήλικης, λαμβάνοντας υπόψη το παραδεκτό γεγονός ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει, πριν τη διάσταση τους, όπως το ανήλικο τέκνο τους φροντίζεται τα πρωινά από την μητέρα της Εφεσίβλητης στην πατρική της οικία, κατά τις ώρες που οι διάδικοι θα βρίσκονταν στην εργασία τους. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι δυσμενείς συνέπειες στην ανήλικη σε περίπτωση που δεν οριστικοποιείτο το προσωρινό διάταγμα και ή σε περίπτωση πιθανής μετακίνησης της από την οικία στην οποία διέμενε πλέον με τη μητέρα της, όπως η αναστάτωση, η διατάραξη της ρουτίνας και της καθημερινότητας της, καθώς και η σύγχυση, θα ήταν πολύ μεγαλύτερες, παρά αν δεν οριστικοποιείτο. Κατέληξε πως, το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος.
Είναι νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει στη διακριτική εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε κατά παράβαση των καθιερωμένων νομολογιακών αρχών. Σχετική επί της αρχής του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η απόφαση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Αρ. Ε7/18, ημερ. 21.3.19, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.»
Στην υπό κρίση υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε επαρκείς εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους η πλάστιγγα έγερνε υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος. Η απόφαση του Δικαστηρίου ότι το συμφέρον της ανήλικης εξυπηρετείτο καλύτερα με την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ήταν εντός των αποδεκτών και νομολογημένων ορίων τα οποία αφορούν στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο εφάρμοσε ορθά τις νομολογιακές αρχές του ισοζυγίου της ευχέρειας και του status quo.
Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης 13, 14, 15, 17, 19 και 27 απορρίπτονται.
Με τους λόγους έφεσης 16, 22 και 24, ο Εφεσείων προτάσσει πως η ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι καθοριστική και επί της ουσίας της εναρκτήριας αίτησης, εφόσον έκρινε ότι η κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε με το προσωρινό διάταγμα ημερ. 30.1.25 ήταν τέτοια που τυχόν αλλαγή θα είχε αρνητική επίδραση στην ευημερία του παιδιού, και ότι η επαφή του Εφεσείοντος με την ανήλικη ήταν ικανοποιητική.
Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του Εφεσείοντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως λέχθηκε και πιο πάνω, βασιζόμενο σε σχετική νομολογία, τόνισε ότι δεν ήταν επιτρεπτό να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα και να αποφασίσει τελεσίδικα τα επίδικα θέματα. Κρίνουμε ότι το Δικαστήριο προσέγγισε το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/60, έχοντας κατά νου το συμφέρον της ανήλικης.
Έπεται πως οι λόγοι έφεσης 16, 22 και 24 απορρίπτονται.
Με τον 20ο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων καταλογίζει στο πρωτόδικο Δικαστήριο καθυστέρηση στην εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης της Εφεσίβλητης, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί ο ίδιος να συγκατατεθεί στη έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 19.2.25.
Η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (βλ. Στυλιανού ν. Σκύρα Λίμα Λτδ (2003) 1 Α.Α.Δ. 1234, Παπακόκκινου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2007) 1 Α.Α.Δ. 1357).
Έχουμε μελετήσει τις θέσεις του Εφεσείοντος ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης και διεξήλθαμε, επίσης, τα πρακτικά της υπόθεσης. Χρήσιμο είναι, θεωρούμε, να απαριθμήσουμε ενδεικτικά κάποιες από τις διαδικαστικές ενέργειες που έγιναν: (1) οι δύο πλευρές κατέθεσαν κοινό χρονοδιάγραμμα, το οποίο ακολουθήθηκε, (2) εκδόθηκε, στις 19.2.25 εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας του Εφεσείοντος με το παιδί του, (3) καταχωρίστηκαν και από τις δύο πλευρές συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, στις 7.3.25 και 14.3.25, αντίστοιχα, (4) ζητήθηκε εκ μέρους του Εφεσείοντος, με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 21.3.25, παράταση χρόνου καταχώρισης γραπτών αγορεύσεων μέχρι τις 28.3.25, αίτημα που αποδέχτηκε η Εφεσίβλητη, (5) στις 28.3.25 ο Εφεσείων πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι επρόκειτο να καταχωριστεί αίτηση εκ μέρους του για να δοθεί άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση ημερ. 27.1.25 και ως εκ τούτου η δικάσιμος 2.4.25, ημερομηνία ακρόασης της εν λόγω αίτησης, ακυρώθηκε. Ο Εφεσείων καταχώρισε στις 3.4.25 αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση ημερ. 27.1.25, την οποία και απέσυρε στις 4.4.25, (6) μετά από αίτημα του Εφεσείοντος για ρύθμιση της επικοινωνίας του με την ανήλικη κατά τις διακοπές του Πάσχα του 2025, εκδόθηκε στις 11.4.25 ex-tempore απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε το αίτημα του, (7) επιφυλάχθηκαν και οι δύο ενδιάμεσες αποφάσεις στις 13.5.25.
Λόγω της προσωρινότητας του μέτρου, οι έξι μήνες για την εκδίκαση, από 27.1.25 μέχρι 25.7.25, εκ πρώτης όψεως ενδεχομένως υπό άλλες περιστάσεις να κρίνονταν ως καθυστέρηση στην εκδίκαση. Όμως με βάση την πορεία της υπόθεσης, όπως καταγράφηκε με συντομία πιο πάνω, δεν διαπιστώνουμε ότι υπήρξε τέτοια καθυστέρηση που να δικαιολογεί την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος για ένα τέτοιο λόγο, σημειώνοντας ότι εν πάση περιπτώσει κάποιες αναβολές ζητήθηκαν από τον Εφεσείοντα.
Συνακόλουθα, ο 20ος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Θεωρούμε ευχερές στο παρόν στάδιο να εξετάσουμε τον 29ο λόγο έφεσης, με τον οποίο ο Εφεσείων προβάλλει ισχυρισμό για μεροληπτική στάση του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπέρ της Εφεσίβλητης και προκατάληψη εναντίον του. Στην αιτιολογία αυτού, ο Εφεσείων υποστήριξε ότι το Δικαστήριο εξέδωσε ένα διάταγμα στη βάση του οποίου ο ίδιος, ως πατέρας θα ήταν ένας επισκέπτης, χωρίς τεκμηρίωση ή αναφορά σε γεγονότα που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια τέτοια στάση. Κατά τις αγορεύσεις, αφέθηκαν αιχμές πως το Δικαστήριο τροχοδρόμησε την εκδίκαση των δύο ενδιάμεσων αιτήσεων, με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστεί η δεύτερη αίτηση του Εφεσείοντος άνευ αντικειμένου.
Ως έχει νομολογιακά τονιστεί, η αναφορά σε προκατάληψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι βαριά κατηγορία, η οποία δεν πρέπει να εκτοξεύεται χωρίς τεκμηρίωση (βλ. Θεοδότου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 294/19, ημερ. 12.4.24, Σταυριανού κ.ά. ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολ. Έφ. Αρ. 295/19, 10.2.26).
Έχουμε μελετήσει προσεκτικά τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Εφεσείοντος. Δεν έχουμε διαπιστώσει να υπάρχει έρεισμα στο παράπονο του για προκατάληψη, το οποίο παρέμεινε αθεμελίωτο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε σε όλη τη διαδικασία αμερόληπτα το δικαστικό του καθήκον.
Κατά συνέπεια, ο λόγος έφεσης 29 απορρίπτεται.
Ο 25ος λόγος έφεσης περιστρέφεται γύρω από το επιχείρημα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εξέδωσε προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας του Εφεσείοντος με την ανήλικη θυγατέρα του στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 27.1.25. Ο Εφεσείων προέταξε πως δεν υπήρχε τέτοιο αίτημα στην ενδιάμεση αίτηση της Εφεσίβλητης, αλλά ούτε και το Δικαστήριο ενημέρωσε τα μέρη ως προς την πρόθεση του να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ώστε να τοποθετούντο και να προσκόμιζαν σχετική μαρτυρία, αν χρειάζετο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας του Εφεσείοντος με την ανήλικη θυγατέρα του, στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης της Εφεσίβλητης, με το ακόλουθο σκεπτικό:
«119. Από την στιγμή που προσωρινά πλέον ρυθμίστηκε η φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων και ο καθορισμός του τόπου διαμονής του, θεωρώ ότι θα πρέπει ακολούθως απαραιτήτως να διασφαλιστεί και να ληφθεί υπόψη το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα που δεν έχει την φύλαξη του παιδιού του (βλ. απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Α.Β. v. Γ.Δ. ημερομηνίας 23/06/2022 στην Έφεση αρ. 23/2021). Λαμβάνοντας ως δεδομένο, ότι με την έκδοση της παρούσης απόφασης, το εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 19/02/2025 το οποίο ρυθμίζει την επικοινωνία του Καθ' ου η Αίτηση με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, θα παύσει να ισχύει όπως ακριβώς φαίνεται να ήταν και η βούληση των μερών.
120. Συνεπώς, θεωρώ ορθό, δίκαιο και εύλογο λαμβάνοντας κυρίως υπόψη το γνήσιο και πραγματικό συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης, αλλά και προς αποφυγή οποιουδήποτε κινδύνου διασάλευσης της συνέχισης της επικοινωνίας με το παιδί στο άμεσο μέλλον, όπως προβώ στην άμεση ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση έστω και σε προσωρινό βαθμό μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας Αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
121. Κρίνω ορθό να ασκήσω την ευρύτερη διακριτική μου ευχέρεια στα πλαίσια της απόφασης Κουφού ν. Κουφού (1997) 1 Α.Α.Δ. 1588, εκδίδοντας προσωρινό διάταγμα με το οποίο να ρυθμίζεται η επικοινωνία του Καθ΄ ου η Αίτηση με την ανήλικη θυγατέρα του, αλλά και ασκώντας αυτεπαγγέλτως τις εξουσίες που μου παρέχονται με βάση το άρθρο 17(B) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου (Ν.23/1990), αφού θεωρώ ότι έχω ενώπιον μου ένα ικανοποιητικό υπόβαθρο γεγονότων, αλλά και τις θέσεις των δύο γονέων, πράγμα που μου επιτρέπει να προβώ σε μία τέτοια ρύθμιση με απώτερο σκοπό την διασφάλιση του καλώς νοούμενου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων.
122. Έχω καταλήξει σε αυτή την ρύθμιση, αφού έχω συνυπολογίσει συγκεκριμένους παράγοντες, όπως μεταξύ άλλων τις θέσεις και τους προβληματισμούς των δύο γονέων όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω σε σχέση με το ζήτημα της άσκησης της επικοινωνίας, αλλά και την βούληση τους για περαιτέρω ενδυνάμωση των σχέσεων της ανήλικης με τον Καθ' ου η Αίτηση, όπως η ίδια η Αιτήτρια τόνισε αρκετές φορές, το νεαρό της ηλικίας της ανήλικης, αλλά και το ζήτημα της τυχόν διατάραξης της καθημερινότητας και του προγράμματος της, ιδίως κατά τις πρωϊνές ώρες όπου τώρα φροντίζεται από την γιαγιά της, ενώ στην συνέχεια θα φοιτήσει σε νηπιαγωγείο. […].
123. Συνεπώς, είναι η θέση μου ότι στην υπό εξέταση περίπτωση σε σχέση με το ζήτημα της επικοινωνίας, ικανοποιούνται πλήρως και σωρευτικά και οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ενώ ταυτόχρονα το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση. Μέσω αυτής της ρύθμισης, θεωρώ ότι θα διασφαλιστεί σε ικανοποιητικό βαθμό η επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο, μέχρι το Δικαστήριο να ασχοληθεί με την ουσία της εναρκτήριας αίτησης κατά το διερευνητικό στάδιο της υπόθεσης, όπου έχοντας ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, περιλαμβανομένης της έκθεσης της λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το καλώς νοούμενο συμφέρον της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, όπως επιτάσσει η σχετική νομολογία».
Το Άρθρο 17(Β) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Ν.23/90, το οποίο εισήχθη στον νόμο με τον τροποποιητικό Ν.2(Ι)/23, δίδει εξουσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 32 του Ν.14/60, να εκδίδει προσωρινά διατάγματα, ακόμη και αυτεπαγγέλτως. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εκ του Νόμου δικαιοδοσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας του Εφεσείοντος με την ανήλικη, αυτεπάγγελτα. Ορθό είναι, κατά την κρίση μας, στην περίπτωση που διαβλέπει ότι ενδέχεται να προβεί στην άσκηση της αυτεπάγγελτης δικαιοδοσίας του, το Δικαστήριο να ενημερώνει για το ενδεχόμενο αυτό και να ζητά τις θέσεις και των δύο πλευρών, πριν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων.
Εν πάση όμως περιπτώσει, στην υπό κρίση υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε αυτεπάγγελτα το επίδικο προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας, όχι μόνο χωρίς να ακούσει τις δύο πλευρές επί τούτου αλλά και χωρίς να λάβει υπόψη του την εκκρεμούσα (επί του θέματος της επικοινωνίας) ενδιάμεση αίτηση του Εφεσείοντος ημερ. 14.3.25. Κρίνουμε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στο να επεκταθεί και να εκδώσει το διάταγμα επικοινωνίας του Εφεσείοντος στο πλαίσιο της αίτησης της Εφεσίβλητης, εφόσον εκκρεμούσε η δική του ενδιάμεση αίτηση με την οποία καλούσε το Δικαστήριο να επιλύσει το εν λόγω ζήτημα, αίτηση στην οποία είχε τις απόψεις και των δύο πλευρών και τις αγορεύσεις των δικηγόρων. Με λίγα λόγια, δεν θα έπρεπε να εφαρμόζετο η αυτεπάγγελτη δικαιοδοσία για έκδοση προσωρινού διατάγματος στην αίτηση της Εφεσίβλητης.
Κατ’ ακολουθίαν των πιο πάνω, ο 25ος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Για τους ίδιους λόγους επιτυγχάνει και ο 18ος λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο αγνόησε ότι παράλληλα με την ενδιάμεση αίτηση της Εφεσίβλητης, υπήρχε και η ενδιάμεση αίτηση του Εφεσείοντος. Το προσωρινό διάταγμα ημερ. 25.7.25, ως προς το σκέλος που αφορά την επικοινωνία του Εφεσείοντος με την ανήλικη θυγατέρα του θα πρέπει να ακυρωθεί. Ενόψει της κατάληξης μας αυτής, θεωρούμε ότι είναι αχρείαστη η ενασχόληση μας με τους λόγους έφεσης 26, 28, 30 και 31, οι οποίοι αφορούν ισχυρισμούς για εσφαλμένη έκδοση του διατάγματος επικοινωνίας.
Η επικύρωση της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος φύλαξης και τόπου διαμονής της ανήλικης και η ακύρωση του προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας του Εφεσείοντος με την ανήλικη, καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση μας με τον 32ο λόγο έφεσης.
Έφεση Αρ. Ε88/25
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων προβάλλει ως εσφαλμένη την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν είχε δικαίωμα με την αίτηση του ημερ. 14.3.25 να αξιώνει το αιτούμενο διάταγμα, εφόσον βρισκόταν σε ισχύ το εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας ημερ. 19.2.25. Από την άλλη, η Εφεσίβλητη προέβαλε ότι η εν λόγω αίτηση, όταν καταχωρήθηκε, ήταν πρόωρη και συμφώνησε με την απόφαση του Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε πως ο Εφεσείων, με την ενδιάμεση αίτηση του ημερ. 14.3.25, δεν ζητούσε την τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 19.2.25, αλλά την έκδοση ενός εντελώς νέου διατάγματος επικοινωνίας, το οποίο περιελάμβανε ένα αρκετά διευρυμένο πρόγραμμα για τις καθημερινές, όσο και για τα Σαββατοκύριακα και για την περίοδο των εορτών με διανυκτερεύσεις και πρόσθεσε:
«Συνάγεται δηλαδή, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση αξιώνει από το Δικαστήριο την έκδοση ενός νέου προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας, ενώ ήδη βρίσκεται σε ισχύ ένα άλλο προσωρινό διάταγμα, στο οποίο ο ίδιος είχε συμφωνήσει με την άλλη πλευρά. Διακρίνω επίσης, ότι το πρόγραμμα επικοινωνίας που ζητά η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση διαφέρει ριζικά από το συμφωνημένο πρόγραμμα επικοινωνίας όπως ρυθμίστηκε στην βάση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 19/02/2025».
Οι δύο αποφάσεις, τις οποίες αφορούν οι εφέσεις, αναρτήθηκαν μέσω του συστήματος i-justice, πρώτη αυτή που αφορά την αίτηση της Εφεσίβλητης και δεύτερη αυτή που αφορά την αίτηση του Εφεσείοντος, με διαφορά δύο λεπτών. Στο σχετικό (κοινό) πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 25.7.25 αναφέρονται τα εξής: «Απαγγέλλονται οι ενδιάμεσες αποφάσεις στην ενδ. 14/3/25 & στην ενδ. 27/1/25».
Δεν έχει καμμιά σημασία ποια απόφαση εκδόθηκε ή αναρτήθηκε στο i-justice πρώτη και ποια ακολούθησε. Οι δύο αποφάσεις εκδόθηκαν την ίδια μέρα, από τον ίδιο Δικαστή. Το Δικαστήριο γνώριζε ότι το διάταγμα ημερ. 19.2.25 έληγε στις 25.7.25 και παρόλα αυτά βάσισε το όλο σκεπτικό του σε αυτό. Καταλήγουμε πως, υπό τις περιστάσεις, το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια και συνακόλουθα η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί.
Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μας, θεωρούμε αχρείαστο να ασχοληθούμε με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης.
Κατάληξη
Συνακόλουθα, η Έφεση Αρ. 87/25 επιτυγχάνει μερικώς. Η πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας του Εφεσείοντος με την ανήλικη θυγατέρα του ημερ. 25.7.25, παραμερίζεται και το προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας ακυρώνεται. Λόγω της μερικής επιτυχίας της Έφεσης, επιδικάζονται μειωμένα έξοδα υπέρ του Εφεσείοντος και εναντίον της Εφεσίβλητης ύψους €1.200 πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.
Η Έφεση Αρ. 88/25 επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση ημερ. 25.7.25 στην αίτηση ημερ. 14.3.25 παραμερίζεται. Εκδίδεται διάταγμα όπως η εν λόγω ενδιάμεση αίτηση επανανοιχθεί ενώπιον του ίδιου πρωτόδικου Δικαστή και όπως εκδικαστεί κατά προτεραιότητα. Η πρωτόδικη απόφαση ως προς τα έξοδα επίσης παραμερίζεται. Το ζήτημα θα ρυθμιστεί με την απόφαση που θα εκδώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σε σχέση με την έφεση επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εφεσείοντος και εναντίον της Εφεσίβλητης ύψους €2.400 πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο