EFIXON INVESTMENTS LIMITED κ.α. v. PANISA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. E90/2020, 10/9/2026
print
Τίτλος:
EFIXON INVESTMENTS LIMITED κ.α. v. PANISA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. E90/2020, 10/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. E90/2020)

 

10 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]

[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

         

                       1.    EFIXON INVESTMENTS LIMITED

                       2.    BRAVITAS HOLDINGS LIMITED

Εφεσείουσες/Εναγόμενες Αρ. 1 και 2

 

και

 

PANISA HOLDINGS LIMITED

Εφεσίβλητη/Ενάγουσα

 

------------------------------------------------

 

Γραφείο Μιχαλάκη, Πιτσιλλίδου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τις Εφεσείουσες

Αναστασία Προδρόμου για Αντώνης Καριτζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

[Η ακρόαση διεκπεραιώθηκε χωρίς τη φυσική παρουσία των μερών κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε δυνάμει του περί Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021]

 

------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΚΟΝΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η ενδιάμεση απόφαση του Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 10.3.2020 με την οποία οριστικοποιήθηκε προσωρινό διάταγμα ημερ. 24.9.2018 το οποίο εκδόθηκε μονομερώς.

 

         Το εκδοθέν διάταγμα απαγόρευε στις εφεσείουσες/εναγόμενες 1 & 2/καθ’ ων η αίτηση «και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους τους και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, από του να αποξενώσουν και/ή αποσύρουν και/ή μεταφέρουν και/ή προβούν σε ανάληψη και/ή διενεργήσουν οποιαδήποτε τραπεζική πράξη ή συναλλαγή σε σχέση με οποιοδήποτε υφιστάμενο και/ή μελλοντικό λογαριασμό τον οποίο οι εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες διατηρούν σε οποιοδήποτε τραπεζικό ή χρηματοδοτικό ή πιστωτικό ίδρυμα και/ή οργανισμό στην  Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι του χρηματικού ποσού των €100.825,00, (…) μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της (…) Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου».

 

         Οι εφεσείουσες προσβάλλουν την πρωτόδικη απόφαση με τρεις λόγους έφεσης.

 

         Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των λόγων έφεσης κρίνουμε χρήσιμο όπως προβούμε σε μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης.

 

         Η εφεσίβλητη καταχώρισε στις 19.9.2018 Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο και την ίδια μέρα καταχώρισε μονομερή αίτηση με την οποία αιτείτο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης στις 24.9.2018 («η Αίτηση») εκδίδοντας το ως άνω διάταγμα.

 

         Η εκδοχή της εφεσίβλητης όπως παρατίθετο στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την Αίτηση ήταν σε γενικές γραμμές η ακόλουθη:

 

         Περί τον Νοέμβριο του 2016 ο A. Mossafaian (ενόρκως δηλών στην Αίτηση), ο M.H.A. Hassani και ο εναγόμενος 3 γνωρίστηκαν και αποφάσισαν να συνεργαστούν στον τομέα της αεροπλοΐας. Στις 30.1.2017 συστάθηκε στην Ελλάδα η εταιρεία Panisa Airlines SA, με μετόχους τον Hassani (80%), τον ενόρκως δηλούντα (10%) και τον εναγόμενο 3 (10%).

 

         Στις 15.1.2017 υπεγράφη συμφωνία διαχείρισης μεταξύ της Panisa Airlines SA και του εναγόμενου 3 σε σχέση με την έκδοση πιστοποιητικού αερομεταφορέα (Air Operators Certificate (AOC)) ο οποίος παρείχε διαβεβαιώσεις περί της δυνατότητας του για την εξασφάλιση του πιστοποιητικού εντός προθεσμίας 4 μηνών από της έναρξης λειτουργίας της εταιρείας, λόγω της τεχνογνωσίας που κατείχε και των γνωριμιών του.

 

         Στις 29.5.2017 συστάθηκε στην Κύπρο η εφεσίβλητη/ενάγουσα εταιρεία με έδρα τη Λεμεσό με μετόχους τις εταιρείες Bevertio Investments Ltd (800 μετοχές), εφεσείουσα 1/εναγόμενη 1 (100) μετοχές και Laveto Holdings Ltd (100) μετοχές. Οι τελικοί δικαιούχοι της εφεσίβλητης ήταν ο Hassani που κατείχε το σύνολο των μετοχών της Bevertio, o εναγόμενος 3 που κατείχε το σύνολο των μετοχών της εφεσείουσας 1 και ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση που κατείχε το σύνολο των μετοχών της Laveto. Η εφεσίβλητη τελούσε υπό την καθοδήγηση και έλεγχο της Panisa Airlines SA και ως εκ τούτου οι δύο εταιρείες ήταν άρρηκτα και στενά συνδεδεμένες.

 

         Οι Mossafaian και Hassani διόρισαν τον εναγόμενο 3 ως νόμιμο εκπρόσωπο της εφεσίβλητης παρέχοντας του σχετικό πληρεξούσιο, με σκοπό τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και την προώθηση των διαδικασιών για την έκδοση του AOC, υπό την προϋπόθεση ότι θα τους ενημέρωνε τακτικά για τις ενέργειες του. Ο εναγόμενος 3 προέβη στο άνοιγμα δυο τραπεζικών λογαριασμών της εφεσίβλητης στην Τράπεζα Κύπρου.

 

         Κατόπιν εισήγησης του εναγόμενου 3 εξετάστηκε η αγορά ενός αεροσκάφους που φερόταν να ανήκει σε συγκεκριμένη αμερικανική εταιρεία για το ποσό των 2.400.000 Δολαρίων Αμερικής (USD) και υπογράφηκε σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο. Ο Hassani προέβη σε μεταφορές χρηματικών ποσών στους λογαριασμούς της εφεσίβλητης από συνδεδεμένες με αυτόν εταιρείες ούτως ώστε να είναι δυνατή η πληρωμή του ποσού των 700.000 USD. Σε συνέλευση που έλαβε χώρα στις 16.12.2017 στην Αθήνα ο εναγόμενος 3 διαβεβαίωσε τους Mossafaian και Hassani ότι κατέβαλε το ποσό των 7000.000 USD στην αμερικανική εταιρεία, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά καταστάσεις λογαριασμού. Ο εναγόμενος 3 ασκούσε πιέσεις στους Mossafaian και Hassani για διάφορες άλλες πληρωμές που αφορούσαν, όπως τα παρουσίαζε, έξοδα γραφείου, προσωπικού κ.λπ. Εν συνεχεία ο εναγόμενος 3 αρνείτο επίμονα να εφοδιάσει τους πιο πάνω με καταστάσεις λογαριασμού της εφεσίβλητης αλλά και με πρόσβαση στους εν λόγω λογαριασμούς. Σε μεταγενέστερο στάδιο διαπιστώθηκε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε ο εναγόμενος 3 δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

 

         Η ουσία της διαφοράς η οποία συνιστά και τη βάση της αγωγής αφορά κυρίως τη μεταφορά τριών χρηματικών ποσών που διενεργήθηκαν από τον εναγόμενο 3 μέσω των τραπεζικών λογαριασμών της εφεσίβλητης προς τις εφεσείουσες οι οποίες διαπιστώθηκαν από τους Mossafaian και Hassani όταν απέκτησαν πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εφεσίβλητης. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος 3 διενήργησε δύο πληρωμές των €40.000,00 στις 16.4.2018 και 27.4.2018 προς την εφεσείουσα 1  και μία των €20.825,00 προς την εφεσείουσα 2 στις 17.4.2018 από τραπεζικό λογαριασμό της εφεσίβλητης χωρίς τη συγκατάθεση των υπόλοιπων τελικών δικαιούχων. Δηλαδή η βάση της αγωγής αφορούσε την πληρωμή των ως άνω χρηματικών ποσών από λογαριασμό της εφεσίβλητης σε λογαριασμούς των εφεσειουσών στη βάση απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ιδιοποίησης και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και σε κάθε περίπτωση χωρίς τη συγκατάθεση, τη σύμφωνη γνώμη αλλά και γνώση των  υπόλοιπων τελικών δικαιούχων της εφεσίβλητης.

 

         Ένεκα των διαφορών που προέκυψαν η εφεσίβλητη τερμάτισε τις υπηρεσίες του εναγόμενου 3 στις 16.7.2018. Στις 27.7.2018 καταχωρήθηκε αίτηση για προκαταρκτική κατάσχεση περιουσίας του εναγόμενου 3 και της εταιρείας του Bluenet Holding BV σε δικαστήριο της Ολλανδίας.

 

         Οι εφεσείουσες στην ένσταση τους πρόβαλαν, μεταξύ άλλων, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, δεν υφίστατο κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων τους, δεν υφίστατο ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος κατά το στάδιο έκδοσης του διατάγματος, η εφεσίβλητη δεν προέβηκε σε πλήρη ή ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων, η προώθηση της Αίτησης συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει την Αίτηση και τα επίδικα υπό κρίση θέματα, το εκδοθέν διάταγμα εμπόδιζε την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών των εφεσειουσών και/ή παρέβλαπτε τα επιχειρηματικά συμφέροντα τους και δεν ήταν δίκαιο και/ή εύλογο να οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονταν μέσω της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την ένσταση.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνταν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και απέρριψε τους λόγους ένστασης. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας έκρινε ότι αυτό έκλεινε σαφώς προς την πλευρά της εφεσίβλητης και έτσι αποφάσισε την έγκριση της Αίτησης και την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος.

 

         Υπενθυμίζουμε καταρχάς ότι σύμφωνα με τη θεμελιώδη απόφαση Odysseos ν. A. Pieris Estates Ltd and others (1982) 1 Α.Α.Δ. 557 οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 συνίστανται στη σωρευτική ικανοποίηση τριών κριτηρίων προτού εξεταστεί το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) να υπάρχει δυνατότητα επιτυχίας στην αγωγή και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος.

 

         Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις  δεν προσβάλλεται μέσω των λόγων έφεσης και έτσι δεν θα μας απασχολήσει.

 

         Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η εφεσίβλητη στοιχειοθέτησε ότι συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις και/ή το στοιχείο του κατεπείγοντος  και/ή υπήρχε κίνδυνος αποξένωσης και εσφαλμένα οριστικοποίησε το εκδοθέν διάταγμα και για το λόγο αυτό. Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης οι εφεσείουσες υποστηρίζουν ότι μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε η εφεσίβλητη καταδεικνύεται ότι υπήρχε η δυνατότητα στους Mossafaian και Hassani να αποκτήσουν πρόσβαση στους λογαριασμούς της εφεσίβλητης πριν από τον Ιούλιο του έτους 2018. Δεν υποδείχθηκαν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν γιατί τα πιο πάνω πρόσωπα άφησαν να παρέλθει αδικαιολόγητα τόσος μεγάλος χρόνος, αφού από τον Δεκέμβριο του 2017 διαπίστωσαν άρνηση του εναγόμενου 3 να τους δώσει πρόσβαση στους λογαριασμούς της εφεσίβλητης και η συμπεριφορά του συνέχισε να τους προκαλεί ανησυχίες. Περαιτέρω, ενώ η διαδικασία ενώπιον των Ολλανδικών Δικαστηρίων καταχωρίστηκε στις 27.7.2018, η καταχώριση της Αίτησης στις 19.9.2018 έγινε με υπέρμετρη καθυστέρηση ενώ το γεγονός ότι μεσολάβησαν οι θερινές διακοπές δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η εφεσίβλητη δεν απέδειξε κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους  των εφεσειόντων.

 

         Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο λόγος έφεσης είναι τριπλός αφού αφενός μεν προσβάλλεται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο ζήτημα του κατεπείγοντος, αφετέρου δε η κρίση του σε σχέση με τον λόγο ένστασης ότι δεν καταδείχθηκε κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των εφεσειουσών ενώ εγείρεται και ζήτημα καθυστέρησης ως στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη ως μέρος των γενικότερων αρχών του δικαίου της επιείκειας. Υποδεικνύουμε ότι όπως έχει λεχθεί στη Δημητρίου vKPMG LTDΠολ. Έφ. Αρ. 311/2014, ημερ. 24.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:A25«Έχοντας υπ' όψιν πως τα συστατικά στοιχεία των λόγων έφεσης συντίθενται, πρώτον, από τον προσδιορισμό του λάθους και δεύτερο τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα και χωρίς το ένα ή το άλλο ο λόγος έφεσης είναι ατελής (Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 112), οι συγκεκριμένοι λόγοι έφεσης απορρίπτονται (Σαμουρίδης ν. InzeyannisΠολ. Έφ. 326/14, ημερ. 18/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:A133)». Στην παρούσα υποδεικνύονται τρία διακριτά σφάλματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου γεγονός που είναι ανεπιθύμητο. Είναι ορθότερο όταν τα κατ΄ ισχυρισμό σφάλματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφορούν διαφορετικά ζητήματα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, να υποβάλλονται ξεχωριστοί λόγοι έφεσης ούτως ώστε να εκτίθενται σαφέστερα τα προβαλλόμενα θέματα και να γίνονται πιο εύκολα κατανοητά.

 

         Μετά τις πιο πάνω σκέψεις προχωρούμε στην εξέταση των εγειρόμενων θεμάτων με πρώτο το ζήτημα του κατεπείγοντος.

 

         Το κατεπείγον του ζητήματος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, αφού το Δικαστήριο ακούγοντας μόνο τη μια πλευρά, ενεργεί κατά παρέκκλιση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης και ειδικότερα της αρχής να ακούγονται και τα δύο μέρη της διαφοράς όπως αυτή εκφράζεται με τη λατινική φράση audi alteram partem. Μη τήρηση του συγκεκριμένου όρου οδηγεί στη μη ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο με τη μονομερή δικαιοδοσία και η έλλειψη αυτού του υποβάθρου αποτελεί ανεξάρτητο λόγο για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, Stavros Hotels Apartments κ.ά. (Aρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 836, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598,  Αραβής, Πολ. Αίτ. Αρ. 101/99, ημερ. 4.8.1999, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 280, Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου (2014) 1(Α) A.A.Δ. 637, Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά. (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1665 και σύγγραμμα «Διατάγματα, Injunctions» των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, σελ. 18 - 21).

 

         Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι από την στιγμή που οι Mossafaian και Hassani, σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσφέρθηκε, απέκτησαν πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εφεσείουσας τον Ιούλιο του 2018, χρόνο κατά τον οποίο διαπίστωσαν τις πιο πάνω τρείς μεταφορές συνολικού ποσού €100.825,00 και το γεγονός ότι μεσολάβησαν οι θερινές διακοπές αποτελούν στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η εφεσίβλητη δεν καθυστέρησε σε οποιαδήποτε περίπτωση και ότι το ζήτημα του κατεπέιγοντος ικανοποιείτο. Κρίνουμε την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού ως ορθή. Όπως αποφασίστηκε στην Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd (ανωτέρω), κρίσιμης σημασίας είναι ο χρόνος κατά τον οποίο περιέρχονται στη γνώση του αιτητή τα στοιχεία που του παρέχουν τη δυνατότητα να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας. Στην προκείμενη περίπτωση τα στοιχεία αυτά περιήλθαν σε γνώση των πιο πάνω προσώπων τον Ιούλιο του 2018. Ο Mossafaian, σύμφωνα με την παρ. 71 της ένορκης δήλωσης του, επισκέφθηκε την Κύπρο στα μέσα Αυγούστου του 2018 με σκοπό την εξεύρεση δικηγόρου για να κινηθούν νομικές διαδικασίες εναντίον των εφεσειουσών και του ενεγόμενου 3. Η αγωγή και η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 19.9.2018 και επομένως ο όρος του κατεπείγοντος ικανοποιείτο. Οι περί του αντιθέτου εισηγήσεις των εφεσειουσών δεν γίνονται αποδεκτές. Το γεγονός ότι οι δικαστικές διαδικασίες στην Ολλανδία καταχωρίστηκαν στις 27.7.2018 δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα.

 

         Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα δεν συμμεριζόμαστε τη θέση των εφεσειουσών ότι θα έπρεπε να παρουσιαστεί μαρτυρία περί κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους των εφεσειουσών.  Όπως αναφέρθηκε στην C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789 - 790  από την οποία έλαβε καθοδήγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

            «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Tσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος".»

 

         Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης ως μέρος των γενικότερων αρχών του δικαίου της επιείκειας παρατηρούμε ότι αυτό δεν είχε τεθεί μέσω των λόγων ένστασης. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι ζήτημα που δεν τέθηκε πρωτόδικα, δεν μπορεί να τεθεί κατ’ έφεση (βλ. Ορουντιώτης κ.ά. ν. Loukas Georgiou Management Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 71/2017, ημερ. 14.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:A453).

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν εξέτασε ότι η εφεσίβλητη όφειλε να καταχωρίσει την Αίτηση προς υποβοήθηση των αλλοδαπών διαδικασιών και/ή να συμπεριλάβει την αξίωση της εναντίον των εφεσειουσών στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον του Ολλανδικού Δικαστηρίου καθότι όλες οι κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραξίες οι οποίες αναφύονται από τη μαρτυρία της εφεσίβλητης έγιναν από τον εναγόμενο 3 εναντίον του οποίου δεν προωθήθηκε η Αίτηση, αλλά εναντίον του οποίου εκκρεμεί η διαδικασία στα Ολλανδικά Δικαστήρια. Η πλευρά των εφεσειουσών επικαλείται το Άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 και υποστηρίζει ότι τα αγώγιμα δικαιώματα της εφεσίβλητης εναντίον των εφεσειουσών έχουν στενή συνάφεια με γεγονότα που εκδικάζονται στην Ολλανδία και σχετίζονται με κατ΄ ισχυρισμό ενέργειες του εναγόμενου 3 ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος κατακερματισμού των δικαστικών αποφάσεων. Συνεπώς η Αίτηση και η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθούν λόγω κατάχρησης διαδικασίας. Υποδεικνύει ότι ο εναγόμενος 3 έχει μόνιμη κατοικία στην Ολλανδία, ότι η συμφωνία διαχείρισης περιέχει αποκλειστική ρήτρα, ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της Ολλανδίας και οποιαδήποτε διαφορά θα επιλυθεί στα πλαίσια διαιτησίας, ότι η διαδικασία ενώπιον του Ολλανδικού Δικαστηρίου ξεκίνησε ήδη από τις 27.7.2018 και ότι το επίδικο ποσό των €100.825,00 για το οποίο εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα, αξιωνόταν εναντίον του εναγόμενου 3 και στη διαδικασία ενώπιον του Ολλανδικού Δικαστηρίου. Υποδεικνύει επίσης ότι η βάση της Απαίτησης της εφεσίβλητης είναι η συμφωνία αγοράς ενός αεροσκάφους ημερ. 1.11.2017 στην οποία περιέχεται ρήτρα που καθιστά αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει διαφορά που προκύπτει από την εν λόγω συμφωνία, αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών και η εφεσίβλητη δεν πρόσφερε μαρτυρία ότι τα χρηματικά ποσά που δεσμεύονται με την οριστικοποίηση του διατάγματος σχετίζονται είτε με την συμφωνία αγοράς είτε με την συμφωνία διαχείρισης.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τα εγειρόμενα μέσω των λόγων ένστασης ζητήματα της αναρμοδιότητας των κυπριακών δικαστηρίων/κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας/πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών ως ακολούθως:

 

            «Οι λόγοι ένστασης με αρ. 7 - 10 και 14 εξετάζονται σε συνάρτηση με τις παρ. 13 - 19 και 132 της ένορκης δήλωσης της ομνύουσας και αφορούν ουσιαστικά τον ισχυρισμό περί έλλειψης δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα διαφορά καθότι αρμόδιο δικαστήριο είναι το Διαιτητικό Δικαστήριο στην Ολλανδία. Οι καθ’ ων η αίτηση εταιρείες 1 και 2 βασίζουν τη θέση τους στις πρόνοιες της Συμφωνίας Διαχείρισης.

 

            Πράγματι σύμφωνα με πρόνοια της Συμφωνίας Διαχείρισης, αρμόδιο προς επίλυση τυχόν διαφορών είναι το Διαιτητικό Δικαστήριο της Ολλανδίας. Σύμφωνα όμως με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής η Συμφωνία Διαχείρισης, στη βάση της οποίας βασίζεται ο ισχυρισμός των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 (α) υπογράφηκε μεταξύ της ελληνικής εταιρείας Panisa Airlines και του εναγόμενου 3 προσωπικά. Σημειωτέο ότι η ελληνική εταιρεία Panisa Airlines δεν είναι διάδικος στην παρούσα δικαστική διαδικασία, (β) οι καθ’ ων η αίτηση εταιρείες 1 και 2 ουδεμία σχέση έχουν με τη Συμφωνία Διαχείρισης καθώς επίσης και δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη σε αυτήν, (γ) το μονομερές διάταγμα αφορά την παγοποίηση του ποσού των €100.825,00, ποσό το οποίο διεκδικούν οι ενάγοντες από τους εναγόμενους 1 και 2 δυνάμει των παρ. 3, 4 και 5 του Κλητηρίου Εντάλματος. Πέραν αυτών οι ενάγοντες αξιώνουν στις παρ. 6, 7, 8, 9 και 10 διάφορα είδη αποζημιώσεων που αφορούν ουσιαστικά και πάλι το συγκεκριμένο ποσό που πληρώθηκε από τους ενάγοντες, μέσω του εναγόμενου 3, στις εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες, (δ) αν και γίνεται παραδεκτό ότι οι αξιώσεις 1 και 2 επί του Κλητηρίου Εντάλματος όντως αφορούν τη Συμφωνία Διαχείρισης, όμως αφενός μεν η βάση του μονομερούς διατάγματος αφορά αποκλειστικά το εν λόγω ποσό που εισέπραξαν οι εναγόμενες 1 και 2 και που ουδεμία σχέση είχε με τη Συμφωνία Διαχείρισης και αφετέρου δε η μονομερής αίτηση δεν επιδόθηκε καν στον εναγόμενο 3 και σε κάθε περίπτωση δεν αφορά αυτόν αλλά διάδικα μέρη τα οποία δεν είναι μέρος της εν λόγω συμφωνίας.

 

            Σχετική είναι η υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph Lasala κ.ά. (2007) 1 ΑΑΔ 162 η οποία εφαρμόζεται και στην παρούσα περίπτωση και στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

                     «Το κλητήριο ένταλμα αποκαλύπτει διάφορες αιτίες αγωγής ορισμένες από τις οποίες απορρέουν από παράβαση νομοθετημάτων και κανονισμών των Η.Π.Α., τα οποία νομοθετήματα δεν είναι απαραίτητο να αποφασιστεί τελεσίδικα στο ενδιάμεσο στάδιο της έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, κατά πόσο τυγχάνουν ή όχι εφαρμογής στην Κύπρο. Εφόσον οι ενέργειες των εφεσειόντων είναι πιθανόν να δίνουν έρεισμα για τη δημιουργία καταπιστεύματος ή ακόμη μπορεί να συνιστούν και αστικό αδίκημα αναγνωρίσιμο κατά το Κυπριακό Δίκαιο, το πρώτο και το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιούνται, δεδομένου ότι ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου υπήρχε αρκετό μαρτυρικό υλικό το οποίο συνδέει τους εφεσείοντες με όσα καταλογίζονται σ’ αυτούς. Συνεπώς ήταν λογικό το πρωτόδικο δικαστήριο να αχθεί στο συμπέρασμα ότι οι εφεσίβλητοι είχαν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας».

 

            Επιπρόσθετα η ομνύουσα στην παρ. 132 της ένορκης δήλωσης της προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι αιτητές στη διαδικασία που ήγειρε στην Ολλανδία επιζητούν το ποσό των €625.000,00 στο οποίο περιλαμβάνονται οι €100.825,00 και ως εκ τούτου η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική. Σχετικά με τον ως άνω ισχυρισμό είναι το Τεκμ. 27 στην ένορκη δήλωση του κ. Mossafain στο οποίο με παραπέμπει η πλευρά των αιτητών προς κατάδειξη του αβάσιμου του ισχυρισμού. Συγκεκριμένα το ως άνω Τεκμ. 27:

 

            (α) αφορά σχετική αίτηση για άδεια προς έκδοση διατάγματος (Garnishee Order) εγερθείσα από τους ενάγοντες εναντίον του εναγόμενου 3 προσωπικά και της εταιρείας Bluenet. Στην παρ. 10 του Τεκμ. 27 αναγράφεται ότι «The claim against Bluenet corresponds with all amounts that Bluenet has received from Panisa Holdings. Efixon Investments Ltd is liable as well, but it does not have a registered office in the Netherlands and has – as far as Panisa holdings is able to verify – only capital in Cyprus. This Application for attachment therefore does not include the claim against Efixon investments Ltd and Bravitas Holdings Ltd». Στη βάση των πιο πάνω και δεδομένου ότι η ομνύουσα δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία στην ένορκη της δήλωση, είναι ξεκάθαρο ότι οι αξιώσεις εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 δεν περιλαμβάνονται στην εν λόγω διαδικασία στην Ολλανδία.

 

            (β) Στην παρ. 14 του Τεκμ. 27 αναγράφεται ότι στις €625.000,00 περιλαμβάνονται και οι συνήθεις τόκοι και έξοδα (usual mark up interest and costs) τα οποία όμως δεν καθορίζονται επ΄ ακριβώς και ως εκ τούτου η ομνύουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι στο εν λόγω ποσό περιλαμβάνεται και το ποσό των €100.825,00.»

 

         Κρίνουμε ότι η όλη συλλογιστική, η καθοδήγηση που έλαβε από τη νομολογία  και η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί των πιο πάνω ζητημάτων είναι ορθή και εύλογη έχοντας υπόψη το ενδιάμεσο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, ήτοι της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και της εκδίκασης της Αίτησης και του ζητήματος του αν αυτό θα έπρεπε να οριστικοποιηθεί.

 

         Ήδη, κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ειδικότερα των δύο πρώτων προϋποθέσεων, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, ορθά, τα ακόλουθα στη σελίδα 11 της απόφασης του:

 

         «Σημειώνεται ότι με τη μονομερή αίτηση ζητήθηκε και εκδόθηκε διάταγμα αποκλειστικά εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση έχει ο εναγόμενος 3 με τα αιτούμενα προς οριστικοποίηση διατάγματα.

 

            Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση, υπάρχει ο απαιτούμενος και απαραίτητος συνδετικός κρίκος μεταξύ της ένορκης δήλωσης του κ. Mossafain η οποία συνοδεύει την μονομερή αίτηση και της δικογραφίας και συγκεκριμένα του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος (Ο.2 r.1), καθότι το συνολικό ύψος του ποσού παγοποίησης (€100.825,00) ταυτίζεται και απορρέει από αυτές καθ΄ αυτές τις αξιώσεις του Κλητηρίου Εντάλματος και συγκεκριμένα στις παραγράφους 3, 4 και 5 του Κλητηρίου Εντάλματος (οι οποίες τέθηκαν διαζευκτικά).»

 

         Παραθέτουμε τα όσα σχετικά αναφέρουμε στην πρόσφατη απόφαση μας Πρίνος Λαχαναγορά Λτδ κ.ά. ν. G. D. L. Trading Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. Άρ. Ε153/2020, ημερ. 13.7.2026 τα οποία θεωρούμε ως υποβοηθητικά επί του θέματος:

 

            «Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη στις σελ. 121 - 123 αναφέρεται ότι κατά το στάδιο εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου 32(1) του Ν.14/1960 είναι άκρως ανεπιθύμητο για το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα και να τα αποφασίζει σ΄ αυτό το πρόωρο στάδιο. Γι΄ αυτό εξάλλου, σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, τέθηκε ως κριτήριο η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ώστε να μην χρειάζεται το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, στη μαρτυρία ή στη συζήτηση περίπλοκων νομικών θεμάτων. Επίσης είναι άσχετο το ότι το Δικαστήριο ενδεχομένως να έχει σχηματίσει την άποψη ότι η απαίτηση του ενάγοντα επί της ουσίας μάλλον θα πετύχει. Γίνεται παραπομπή στην Αγγλική απόφαση Mothercare Ltd v. Robson Books Ltd [1979] FSR 466 Ch D όπου λέχθηκε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης σοβαρών ζητημάτων προς εκδίκαση, οι πιθανότητες επιτυχίας του ενάγοντα θα πρέπει να εξετάζονται σε περιορισμένο βαθμό, αλλά δεν πρέπει να αντιπαραβάλλονται με τις πιθανότητες αποτυχίας ή να αφήνεται σκιά ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί της ουσίας. Περαιτέρω αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα ότι δεν αναμένεται το Δικαστήριο να αποφασίσει οτιδήποτε τελεσίδικα σε αυτό το αρχικό στάδιο της υπόθεσης και σίγουρα δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων τα οποία θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης.»

 

         Όσον αφορά το ζήτημα με τη συμφωνία αγοράς του αεροσκάφους και τη ρήτρα δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών που εγείρεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης (παρ. vii και viii), παρατηρούμε ότι δεν καλύπτεται από τον λόγο έφεσης. Στον λόγο έφεσης γίνεται μεν αναφορά σε αλλοδαπές διαδικασίες, οι οποίες όμως στη συνέχεια εξειδικεύονται στις ήδη υπάρχουσες διαδικασίες ενώπιον του Ολλανδικών Δικαστηρίων. Δεν γίνεται αναφορά σε δικαιοδοσία των Δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών. Επιχειρείται διεύρυνση του λόγου έφεσης μέσω της αιτιολογίας του πράγμα ανεπίτρεπτο. Όπως έχει νομολογηθεί «δεν είναι επιτρεπτή η διεύρυνση του λόγου μέσα από την αιτιολογία του, που στοχεύει και περιορίζεται στην αιτιολόγηση των όσων ο ίδιος ο λόγος έφεσης εγείρει (Κατερίνα Γεωργίου κ.ά. ν. Νικόλα Αργυρίδη, Έφεση Αρ. 2/2024, ημερ. 17.12.24)», αρχή που επανατονίστηκε στις πρόσφατες υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρέα κ.ά., Ποιν. Έφ. Αρ. 13/22-18/22, ημερ. 25.2.2025, A.L. Krambenes Ltd κ.ά. ν. A.L. Vasiliou Motors Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 122/2017, ημερ. 17.7.2025, και Στυλιανού ν. Αριστείδου, Πολ. Έφ. Αρ. 214/2019, ημερ. 10.9.2025

 

         Επιπλέον των ως άνω παρατηρούμε ότι τέτοιο ζήτημα δεν τέθηκε πρωτόδικα μέσω των λόγων ένστασης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τεθεί κατ’ έφεση (βλ. Ορουντιώτης κ.ά. (ανωτέρω)).

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε να οριστικοποιήσει την ισχύ του προσωρινού διατάγματος με το οποίο εμποδίζονται οι εφεσίβλητες να αποξενώσουν χρηματικά ποσά μέχρι €100.825,00 και/η άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια με λανθασμένο τρόπο σε σχέση με το εύρος και το ύψος του ποσού του εκδοθέντος διατάγματος σε σχέση με εκάστη εφεσείουσα και/ή αγνόησε το ύψος των επίδικων ποσών ως αυτά προέκυπταν από το μαρτυρικό υλικό που η ίδια η εφεσίβλητη παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να εμποδίζεται αδικαιολόγητα κάθε εργασία των εφεσειουσών στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με την πλευρά των εφεσειουσών το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε εξ ολοκλήρου την παράγραφο 1 του αιτητικού μέρους της Αίτησης αγνοώντας ότι σύμφωνα με το ως άνω μαρτυρικό υλικό μεταφέρθηκαν από τον εναγόμενο 3 στον τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου με αρ. [   ] της εφεσείουσας 1 την 16.4.2018 και 27.4.2018 €40.000,00 σε κάθε περίπτωση (σύνολο €80.000) και την 17.4.2018 €20.825,00 στον τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου με αρ. [   ] της εφεσείουσας 2. Εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν δικαιολογημένη η έκδοση του διατάγματος, θα έπρεπε να εκδώσει διάταγμα που να δεσμεύει τον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό της εφεσείουσας 1 μέχρι ποσού €80.000,00 και τον εν λόγω λογαριασμό της εφεσείουσας 2 μέχρι ποσού €20.825,00. Με την προσβαλλόμενη απόφαση λανθασμένα δεσμεύεται κάθε τωρινός και μελλοντικός λογαριασμός των εφεσειουσών, οι οποίες έχουν έκαστη ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και περιουσία, σε οποιοδήποτε Τραπεζικό ίδρυμα της Δημοκρατίας μέχρι του ποσού των €100.825,00 με αποτέλεσμα το εύρος του διατάγματος το οποίο έγινε απόλυτο, να εμποδίζει την ομαλή λειτουργία των εφεσειουσών στη Δημοκρατία.

 

         Έχουμε μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις σε σχέση με αυτό τον λόγο έφεσης και βρίσκουμε ότι η θέση των εφεσειουσών πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα το ύψος του ποσού του εκδοθέντος διατάγματος το οποίο στη συνέχεια κατέστησε οριστικό είναι βάσιμη.

 

         Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Διατάγματα, Injunctions», σελ. 232 - 233, (ανωτέρω) το λεκτικό ενός διατάγματος τύπου Mareva, όπως το επίδικο, θα πρέπει να είναι απόλυτα σαφές και ακριβές και να προσδιορίζει τί αναμένεται από τον εναγόμενο και τυχόν τρίτα πρόσωπα ενώ δεν θα πρέπει να είναι πιο ευρύ από ότι χρειάζεται υπό τις περιστάσεις (Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 201, Seamark Consult. Services Ltd κ.ά v. Joseph P. Lasala κ.ά. (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 162, 182). Περαιτέρω θα πρέπει να προσδιορίζει με ακρίβεια τα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων που δεσμεύονται και κατά πόσον δεσμεύονται όλα ή μερικά από αυτά. Σε περίπτωση χρημάτων θα πρέπει, ανάλογα με το ύψος της απαίτησης ενάγοντα, να προσδιορίζει το ύψος του ποσού που παγοποιείται και δεν πρέπει να παγοποιείται ποσό πέραν εκείνου που είναι απολύτως αναγκαίο (βλ. επίσης A.C. Prospecta Homes Services Ltd v. Kharima Limited κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. Ε118/2020, ημερ. 12.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:A439).

 

         Όπως είναι το λεκτικό του επίδικου διατάγματος ουσιαστικά δεσμεύεται ποσό €100.825,00 από εκάστη εφεσείουσα, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της εφεσίβλητης, σύμφωνα με την οποία μεταφέρθηκαν συνολικά €80.000,00 σε λογαριασμό της εφεσείουσας 1 και €20.825,00 σε λογαριασμό της εφεσείουσας 2. Η θέση της εφεσίβλητης ότι επειδή αξιώνονται εκ μέρους της εφεσίβλητης, πέραν του πιο πάνω συνολικού ποσού των €100.825,00, γενικές αποζημιώσεις συνεπεία ζημιάς ως αποτέλεσμα της μη επίδειξης της απαραίτητης και/ή απαιτούμενης υπό τις περιστάσεις επιμέλειας και/ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της εφεσείουσας 1 και/η 2 και/η του εναγόμενου 3 και/η λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος της εφεσείουσας κ.λπ., δικαιολογείτο η έκδοση και η οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος στην προσπάθεια του Δικαστηρίου να προλάβει μια απαίτηση από το να μείνει ατελέσφορη, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αυτό γιατί όπως αναφέρεται πιο πάνω, από τη μαρτυρία που προσκόμισε η εφεσίβλητη (και εντόπισε το πρωτόδικο  Δικαστήριο) η ουσία της διαφοράς ήταν οι τρείς πληρωμές που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €100.800,25 (σελ. 9 - 10) και το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων (σελ. 11) έκρινε ότι υπήρχε ο συνδετικός κρίκος μεταξύ της πιο πάνω μαρτυρίας μέσα από την ένορκη δήλωση του Mossafaian και των (διαζευκτικών) αξιώσεων στις παραγράφους 3, 4 και 5 του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που αφορούν αποζημιώσεις για το ποσό των €100.825,00 χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην παράγραφο 6 που αναφέρεται σε γενικές αποζημιώσεις.

 

         Δεν γίνεται επίσης δεκτή η θέση της εφεσίβλητης ότι κατά την πρωτόδικη διαδικασία η πλευρά των εφεσειουσών δεν έθεσε μέσω των λόγων ένστασης ζήτημα διαχωρισμού των ποσών. Οι εφεσείουσες μέσω της ένστασης τους δεν ήγειραν μεν ρητά τέτοιο ζήτημα, όμως πρόβαλαν ότι το διάταγμα δεν έπρεπε να εκδοθεί και εν πάση περιπτώσει ότι δεν έπρεπε να οριστικοποιηθεί. Παράλληλα μέσω του λόγου ένστασης 11 πρόβαλαν ότι το εκδοθέν διάταγμα εμπόδιζε την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών τους και/ή παράβλαπτε τα επιχειρηματικά συμφέροντα τους. Ήγειραν δηλαδή τέτοιο ζήτημα έμμεσα.

 

         Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι επιβάλλεται η διαφοροποίηση του διατάγματος ώστε να δεσμεύει €80.000,00 από λογαριασμούς  της εφεσείουσας 1 και €20.825,00 από λογαριασμούς της εφεσείουσας 2.

 

         Όσον αφορά όμως το εύρος του επίδικου διατάγματος, δεν συμμεριζόμαστε τα όσα οι εφεσείουσες υποστηρίζουν. Ενδεχόμενη δέσμευση του ποσού των €80.000,00 στον ως άνω λογαριασμό της εφεσείουσας 1 στην Τράπεζα Κύπρου μόνο και το ποσό των €20.825,00 στον ως άνω λογαριασμό της εφεσείουσας 2 στην ίδια τράπεζα μόνο, θα αποδυνάμωνε τον σκοπό έκδοσης και οριστικοποίησης του επίδικου διατάγματος, που είναι η μείωση του κινδύνου να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Απόλυτα σχετική και σημαντική με το ζήτημα αυτό είναι η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη σελ. 17 της απόφασης του:

 

         «Ένα επιπρόσθετο στοιχείο είναι αυτό που προέκυψε μετά την επίδοση στην Τράπεζα Κύπρου του προσωρινού διατάγματος, στην οποία οι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 εταιρείες διατηρούσαν λογαριασμούς οι οποίοι και δεσμεύτηκαν, λειτουργός της δήλωσε ότι δεν είχαν επαρκή υπόλοιπα που να κάλυπταν την αξίωση των εναγόντων και το συνολικό ποσό που είναι κατατεθειμένο σε αυτούς ανέρχεται περίπου στα €45.000,00. Πρόκειται για στοιχείο το οποίο θα πρέπει να προσμετρήσει και να αποτελέσει ακόμα ένα δεδομένο που αποδεικνύει τα μη επαρκή περιουσιακά στοιχεία και την αφερεγγυότητα των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 για σκοπούς αποπληρωμής της αξίωσης των εναγόντων σε περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή τους».

 

         Επομένως η σχετική εισήγηση των εφεσειουσών απορρίπτεται.

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο πρώτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει μερικώς. Το επίδικο διάταγμα τροποποιείται με τη διαγραφή του ποσού «€100.825,00» μετά τη φράση «μέχρι του χρηματικού ποσού των» και της προσθήκης των ακόλουθων λέξεων και ποσών «€80.000,00 για την εναγόμενη 1 και του ποσού των €20.825,00 για την εναγόμενη 2».

 

         Όσον αφορά τα έξοδα της έφεσης κρίνουμε, εφόσον αυτή κατά το μεγαλύτερο μέρος της απορρίφθηκε και μόνο ένα μέρος του πρώτου λόγου έφεσης έγινε αποδεκτό, όπως αυτά βαρύνουν τις εφεσείουσες μειωμένα όμως κατά 25%. Επιδικάζονται επομένως υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειουσών €3.000,00 πλέον Φ.Π.Α. έξοδα.

 

 

                                                                ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.

 

 

 

                                                                Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο