SAMUIL SIMEONOV GEORGIEV v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 101/2026, 27/10/2026
print
Τίτλος:
SAMUIL SIMEONOV GEORGIEV v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 101/2026, 27/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 101/2026)

 

27 Οκτωβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

SAMUIL SIMEONOV GEORGIEV,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Μ. Παπαδημήτρη (κα) για Μαρία Σ. Παπαδημήτρη Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Ε. Κωνσταντίνου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.:

 

Ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, κατόπιν παραδοχής του, για τα πιο κάτω αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 21.3.2023, ήτοι κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή ένα μισοκαπνισμένο, χειροποίητο τσιγάρο μήκους 8cm εντός του οποίου υπάρχει καπνός αναμεμειγμένος με ίχνη κάνναβης χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας (1η κατηγορία) και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β δηλαδή κάπνισε κάνναβη (2η κατηγορία).

 

Του επιβλήθηκαν άμεσες, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, ήτοι  στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών και στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης εννέα μηνών.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η ποινή φυλάκισης είναι έκδηλα υπερβολική. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα διατάχθηκε όπως η εν λόγω ποινή εκτιθεί διαδοχικά με την έκτιση της ποινής δυόμιση ετών για το αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου, σε Ποινική Υπόθεση καταχωρηθείσα το έτος 2024,  την οποία ήδη εξέτιε ο εφεσείων, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της συνολικότητας της ποινής.

 

Είναι χρήσιμο όπως τεθεί το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίχθηκε η πρωτόδικη κρίση εφόσον αποτελεί κοινό τόπο των λόγων έφεσης, ότι αυτό δεν εκτιμήθηκε ορθά από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Λήφθηκαν υπόψη, κατά τον χρόνο επιβολής ποινής, τέσσερεις προηγούμενες καταδίκες του εφεσείοντα, οι οποίες χρονολογούνται  μεταξύ των ετών 2018 μέχρι και 2022. Επίσης συνυπολογίστηκε δυνάμει του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, η Ποινική Υπόθεση 1650/2023, η οποία περιελάβανε καταδίκη για αδίκημα εναντίον περιουσίας, ίδιας φύσης με τα αδικήματα των πιο πάνω αναφερόμενων προηγούμενων καταδικών του.

 

Όσον αφορά τον πρώτο λόγο έφεσης δεν θεωρούμε ότι οι αιτιάσεις οι οποίες απαριθμούνται στην αιτιολογία αυτού, ως προς το ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ελαφρυντικοί παράγοντες που επικαλέστηκε ο εφεσείων ευσταθούν.

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά, αφενός αναφέρθηκε, επικαλούμενο νομολογία (βλ. ΕΛΕΝΟΔΩΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 68/2020, ημερομηνίας 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B180,  ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΣΩΚΑΤΟΥΣ, Ποινική Έφεση 67/2021, ημερομηνίας 17.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92, MOUSTAFA SOUILMI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, ΜΩΥΣΗ ΜΑΥΡΟΛΟΥΚΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 95/2021, ημερομηνίας 31.10.2023), στην αδήριτη ανάγκη για αυστηρή μεταχείριση δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν ναρκωτικές ουσίες. Αφετέρου δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη τους ελαφρυντικούς παράγοντες τους οποίους ο εφεσείων επικαλείται στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής, πλην όμως ορθά παρέπεμψε και εφάρμοσε και τη νομολογία σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί (βλ. KRZYSZTOF DYGDALOWICZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 11/2021, ημερομηνίας 4.11.2022, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΜΑΤΘΑΙΟΥ, (1994) 2 Α.Α.Δ. 1, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΑΕΡΟΠΟΡΟΥ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 17, ΜΙΧΑΗΛ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1998) 2 Α.Α.Δ. 306, ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΛΛΩΣ ΚΑΜΜΟΥΓΙΑΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2003) 2 Α.Α.Δ. 565, VEDAT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 787, ΑΛΕΞΙΑ ΙΑΚΩΒΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 159/2024, ημερομηνίας 8.11.2024). Προκύπτει, από το όλο σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι καθοριστικής σημασίας στην τελική του κατάληξη αναφορικά με το ύψος των εκκαλούμενων ποινών ήταν η κρίση του ότι η στάση του εφεσείοντα σε σχέση με την τήρηση των νόμων, όπως διαφαινόταν από το βεβαρημένο ποινικό μητρώο του, μείωνε ουσιωδώς τον βαθμό επιείκειας τον οποίο μπορούσε να επιδείξει.

 

Όσον δε αφορά το παράπονο του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη του, κατά την επιμέτρηση της ποινής, αδίκημα το οποίο συντελέστηκε μεταγενέστερα των  αδικημάτων στα οποία επέβαλε ποινή και περιλαμβανόταν στην Ποινική Υπόθεση 2510/2024, σημειώνουμε ότι πουθενά δεν καταγράφεται κάτι τέτοιο στην εκκαλούμενη απόφαση, αλλά ούτε και κάτι τέτοιο μπορεί εμμέσως να συναχθεί από οποιαδήποτε αναφορά του Δικαστηρίου. Η αναφορά του Δικαστηρίου στη σελίδα 9 της εκκαλούμενης απόφασης, την οποία επικαλείται συναφώς η συνήγορος του εφεσείοντα στο διάγραμμα αγόρευσής της, σαφώς και ρητώς γίνεται σε σχέση με το ότι τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κοινή συναινέσει, για σκοπούς επιβολής ποινής η υπόθεση 1650/2023, ως προβλέπεται στο Άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. Πρόκειται για μία κατηγορία για παράνομη κατοχή περιουσίας για την οποία υπήρχε εύλογη υποψία ότι ήταν κλοπιμαία και για μία κατηγορία ότι ο εφεσείων ανευρέθηκε περιπλανώμενος σε δημόσιο χώρο, σε χρόνο και κάτω υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε να συμπεραίνεται ότι η παρουσία του εκεί οφείλεται σε παράνομο ή ταραχοποιό σκοπό. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην πρώτη πιο πάνω κατηγορία η οποία αφορά αδίκημα το οποίο έλαβε χώραν στις 23.2.2023, ως ενδεικτική της επανάληψης της παραβατικής συμπεριφοράς του εφεσείοντα σε σχέση με αδικήματα κατά της περιουσίας, γεγονός που συνυπολόγισε και με το υπόλοιπο βεβαρημένο ποινικό του μητρώο, για να καταλήξει ως προς την εμβέλεια της επιείκειας την οποία εν τέλει επέδειξε σε σχέση με τους προβαλλόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Τα δε αδικήματα τα οποία αντιμετώπιζε στην υπό κρίση υπόθεση έλαβαν χώραν στις 21.3.2023.  Δεν υπάρχει επομένως κανένα έρεισμα στη θέση που προβάλλεται από τη συνήγορο. Ουδέν επιλήψιμο εντοπίζουμε στη θεώρηση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σημειώνουμε ότι συναφή θέματα απασχόλησαν το Εφετείο και στην ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΟΓΛΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 48/2026, ημερομηνίας 22.6.2026.

 

Εν κατακλείδι, δεν θεωρούμε ότι η όλη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφήνει περιθώριο επέμβασης του Εφετείου. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό, τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά με το πεδίο επέμβασης του Εφετείου στην πρωτόδικη κρίση σε σχέση με την επιβολή ποινής στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131. Ως λέχθηκε:

 

«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»

Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»

 

Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Στρεφόμενοι στον δεύτερο λόγο έφεσης, επισημαίνουμε, εν πρώτοις, ότι, ως προαναφέραμε, τα αδικήματα στην υπό κρίση υπόθεση δεν θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη στην ποινική υπόθεση καταχωρηθείσα το έτος 2024 στην οποία είχε ήδη επιβληθεί η ποινή φυλάκισης των δυόμιση ετών που εξέτιε ο εφεσείων για αδίκημα διάρρηξης, επειδή ο ίδιος δεν είχε κατά τον χρόνο επιβολής της εν λόγω ποινής παραδεχθεί τις σχετικές κατηγορίες. Δεν είναι χρήσιμη ως εκ τούτου η όλη θεώρηση του ζητήματος της συνολικότητας όπως τη θέτει η συνήγορός του, η οποία υποστηρίζει ότι εάν η υπό κρίση υπόθεση λαμβανόταν υπόψη στην εν λόγω υπόθεση δεν θα μεταβαλλόταν ουσιωδώς η εκεί επιβληθείσα ποινή. Ούτε και θεωρούμε πρόσφορη τη θεώρηση της συνηγόρου του εφεσείοντα ότι εάν λαμβανόταν υπόψη η παρούσα υπόθεση στην εν λόγω υπόθεση, θα επιβαλλόταν στη δεύτερη ποινή 30 μηνών το μέγιστο.

  

Το ζητούμενο παραμένει εάν στην υπό κρίση υπόθεση δικαιολογείτο απόκλιση από τον γενικό κανόνα της διαδοχικότητας που προβλέπεται από το Άρθρο 117(2) του Κεφ.155.

 

Όπως προκύπτει από τα πιο κάτω απόσπασμα από την ΠΑΡΑΡΕ ΜΙΧΑΛΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 257 το ζήτημα ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο συνυπολογίζει, ανάλογα με την κάθε περίπτωση, τα δικά της δεδομένα.

 

«Έπεται ότι η διαδοχικότητα της έκτισης της ποινής που είναι η συνήθης διαταγή με βάση το Άρθρο 117(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (δέστε Pikis: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 93 και Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443), πρέπει να ιδωθεί ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, την οποία το Δικαστήριο διατηρεί υπό το φως των καταληκτικών λέξεων του εδαφίου (2), σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου, (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας - ανωτέρω -, Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 376 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 433).»

 

Θεωρούμε ότι εν προκειμένω, τα όσα έλαβε υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο ως παράγοντες που δεν δικαιολογούσαν την απόκλιση από τον πιο πάνω κανόνα, βρίσκουν έρεισμα στη νομολογία, (βλ. ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 28/2023, ημερομηνίας 28.1.2026).

 

Περαιτέρω, η συνολική ποινή 39 μηνών η οποία προέκυψε από τη διαταγή του πρωτόδικου Δικαστηρίου για διαδοχικές ποινές δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά κρινόμενη ότι παραβιάζει την αρχή την αναλογικότητας για το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του εφεσείοντα. Θεωρούμε ότι η εν λόγω συνολική ποινή είναι δίκαιη και αναλογική υπό τις περιστάσεις, χωρίς να εντοπίζουμε λόγο επέμβασης του Εφετείου.

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω, και ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο