ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 107/2020)
05 Οκτωβρίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ
3. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ
Εφεσείοντες,
v.
ΣΤΕΛΙΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ
Εφεσίβλητος.
___________________
Α. Χατζηκωνσταντή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσείοντες.
Χρ. Χριστάκη, για τον Εφεσίβλητο.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.: Η έφεση αφορά απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με την οποία έκανε δεκτή την Αίτηση του εφεσίβλητου, αποδεχόμενο ότι οι εφεσείοντες ενήργησαν έξω από τα πρότυπα του λογικού εργοδότη και ότι παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του εφεσίβλητου. Επιδίκασε στον εφεσίβλητο, υπό μορφή αποζημιώσεων, το ποσό των €5.769,36 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 18 εβδομάδων και το ποσό των €2.564,16 που δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης, που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 εβδομάδων και απέρριψε όλα τα υπόλοιπα αιτήματα του εφεσίβλητου. Ο εφεσίβλητος με την σειρά του κατέθεσε αντέφεση.
Τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων και είναι τα ακόλουθα:
«1. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως έκτακτος δεσμοφύλακας στο Τμήμα Φυλακών την 01.10.2008. Για την πρόσληψη του υπεγράφη σχετική συμφωνία εργασίας, με βάση τον περί Διαδικασίας Πρόσληψης Εκτάκτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμο (Ν.108(Ι)/1995), ως έχει τροποποιηθεί.
2. Έκτοτε και μέχρι τις 31.03.2011 ο Αιτητής υπηρετούσε στο Τμήμα Φυλακών, συνεχόμενα και αδιάλειπτα, υπό το καθεστώς του εκτάκτου υπαλλήλου, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας και ή ανανεώσεων της σύμβασης εργασίας του.
3. Με επιστολή της τότε Αναπληρώτριας Διευθύντριας Τμήματος Φυλακών ημερ. 31.03.2011, ο Αιτητής από τις 03.04.2011 κατέστη και/ή ανα-γνωρίσθηκε ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, (Ν.98(Ι)/2003).
4. Στις 28.02.2014 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Ν. 22(Ι)/2014. Το άρθρο 4 του εν λόγω νομοθετήματος, προβλέπει ότι οι εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου εντάσσονται από της ενάρξεως ισχύος του, σε ευρύτερες εναλλάξιμες κατηγορίες με βάση το μισθοδοτικό τους επίπεδο. Στη βάση των προνοιών του υπό αναφορά Νόμου, στις 23.04.2014 το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού απέστειλε επιστολή στον Αιτητή με την οποία τον πληροφόρησε ότι εντάχθηκε στην κατηγορία «Εργοδοτούμενου Αορίστου Χρόνου Κλίμακα Α2, Α5 και Α7» και ότι οι όροι απασχόλησης του είναι αυτοί που ισχύουν για τους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου.
5. Στις 06.02.2016 και ώρα 02:00, ενώ ο Αιτητής μετέβαινε στην εργασία του με το όχημα του, ανεκόπη για έλεγχο από μέλη της Υπηρεσίας Κατά-πολέμησης Ναρκωτικών («ΥΚΑΝ»). Μετά από έλεγχο ανευρέθη εντός του οχήματος του ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1,3083 γρ., και στις κάλτσες του 84 χάπια τα οποία ωστόσο δεν περιείχαν οποιουδήποτε είδους απαγορευμένη ουσία. Ο Αιτητής συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα.
6. Στις 08.02.2016 η ΥΚΑΝ απέστειλε εμπιστευτική επιστολή προς την Αναπληρώτρια Διευθύντρια Τμήματος Φυλακών και την ενημέρωνε ότι διερευνά ποινική υπόθεση που αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου εναντίον του Αιτητή.
7. Στις 08.02.2016, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια Τμήματος Φυλακών απέστειλε επιστολή στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως και εισηγείτο όπως ο Αιτητής τεθεί σε διαθεσιμότητα από τις 08.02.2016 και για περίοδο 3 μηνών.
8. Στις 08.02.2016, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως απέστειλε επιστολή στον Αιτητή και τον ενημέρωνε για την απόφαση του να τον θέσει σε διαθεσιμότητα κατ' επίκληση του άρθρου 85(1) και (Β) του Ν. 1/90, από τις 08.02.2016 και για περίοδο 3 μηνών. Παράλληλα τον ενημέρωνε ότι δικαιούται να υποβάλει γραπτή ένσταση για την απόφαση της διαθεσιμότητας του, μέχρι τις 12.02.2016.
9. Στις 08.02.2016, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια Φυλακών απέστειλε ειδοποίηση προς τον Αιτητή σύμφωνα με τον Κανονισμό 4(2) των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 19/2000), καλώντας τον σε ακρόαση στις 12.02.2016, προτού λάβει την απόφαση να ασκήσει τα δικαιώματα που της παρέχει ο πιο πάνω Κανονισμός.
10. Στις 12.02.2016 ο Αιτητής παρουσιάσθηκε ενώπιον της Αναπληρώτριας Διευθύντριας Φυλακών με το δικηγόρο του, ο οποίος ζήτησε εύλογη αναβολή ώστε να του δοθεί επαρκής χρόνος για να μπορέσει να προετοιμαστεί δεόντως. Η Διευθύντρια όρισε εκ νέου την υπόθεση για ακρόαση στις 15.02.2016.
11. Κατά την εν λόγω ημερομηνία διεξαγωγής της ακρόασης ο Αιτητής ήταν παρών, εκπροσωπούμενος από τον δικηγόρο του.
12. Στο μεταξύ, στις 11.02.2016, ο Αιτητής υπέβαλε ένσταση, η οποία απερρίφθη από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στις 13.02.2016.
13. Στις 04.03.2016, ο Αρχηγός Αστυνομίας, με επιστολή που απέστειλε στην Αναπληρώτρια Διευθύντρια Τμήματος Φυλακών, την ενημέρωνε ότι στις 09.02.2016 τα κατασχεθέντα τεκμήρια στάλθηκαν στο Κυβερνητικό Χημείο του Κράτους για να διαπιστωθεί κατά πόσο περιέχετο σε αυτά οποιαδήποτε ναρκωτική - αναβολική ουσία και το είδος της. Στις 24.02.2016 μετά από σχετική ανάλυση των κατασχεθέντων τεκμηρίων, διαπιστώθηκε ότι η ξηρή φυτική ύλη ήταν κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Όσον αφορά τα 84 χάπια δεν ανιχνεύτηκε ναρκωτική ή αναβολική ουσία.
14. Στις 16.03.2016, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια Φυλακών, με επιστολή που απέστειλε στο δικηγόρο του Αιτητή, τον ενημέρωνε για το αποτέλεσμα του Κυβερνητικού Χημείου του Κράτους όσον αφορά τα κατασχεθέντα τεκμήρια και του παρείχε το δικαίωμα ακρόασης για να εκθέσει τις δικές του απόψεις, προτού λάβει την απόφαση να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα που της παρέχει ο Κανονισμός 4(2). Η ακρόαση διεξήχθη στις 29.03.2016.
15. Στις 20.04.2016 η Διευθύντρια Φυλακών, με επιστολή που απέστειλε προς το Δικηγόρο του Αιτητή, τον καλούσε να παρουσιαστεί στο Τμήμα Φυλακών στις 22.04.2016 για να ακούσει την απόφαση.
16. Στις 22.04.2016, η Διευθύντρια εξέδωσε την απόφαση της με την οποία απέρριψε τις θέσεις του Αιτητή, έκρινε ότι η συμπεριφορά του συνιστούσε κακή διαγωγή εντός της έννοιας του Κανονισμού 4(2) της Κ.Δ.Π. 19/2000 και αποφάσισε τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του με ισχύ από 22.04.2016.
17. Οι τελευταίες ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στα €1.282,08 μηνιαίως, που υπολογίζονται στα €320,52 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.
18. Στις 16.10.2016 καταχωρήθηκε εναντίον του Αιτητή η ποινική υπόθεση με αρ. 19005/2016, με την κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β δηλαδή 1,3083 γραμμάρια κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Ο Αιτητής παραδέχθηκε ενοχή και στις 14.3.2017 του επιβλήθηκε ποινή προστίμου ύψους €700. Κανένας από τους διαδίκους δεν άσκησε έφεση εναντίον της εν λόγω ποινής.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού απέρριψε τις προδικαστικές ενστάσεις που προέβαλαν οι εφεσείοντες κατέληξε ότι αυτοί διερεύνησαν τις καταγγελίες εναντίον του εφεσίβλητου μέσα σε εύλογο χρόνο ακολουθώντας μια λογική διαδικασία και πως, πριν καταλήξουν στην απόφαση απόλυσης του, του έδωσαν την ευκαιρία να προβάλει τη δική του θέση. Ως εκ τούτου σημείωσε ότι η προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα στρεφόταν στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή αν η απόφαση για την απόλυση του εφεσίβλητου ήταν ή όχι δικαιολογημένη, κάτω από τις πρόνοιες του Άρθρου 5, εδάφια (ε) και (στ) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 24/1967.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με εκτενή αναφορά στην υπάρχουσα νομολογία, κατέληξε στα ακόλουθα:
«Επαναλαμβάνουμε, ότι έρεισμα για την απόλυση του Αιτητή, αποτέλεσε το γεγονός ότι στις 06.02.2016 και ώρα 2:00, ενώ μετέβαινε στην εργασία του, ανεκόπη από μέλη του ΥΚΑΝ και μετά από έλεγχο εντοπίστηκε στο όχημα του ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1,3083 γρ. και στις κάλτσες του 84 χάπια τα οποία ωστόσο δεν περιείχαν οποιαδήποτε απαγορευμένη ουσία. Ο Αιτητής συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα. Μετά από σχετική ανάλυση των κατασχεθέντων τεκμηρίων από το Κυβερνητικό Χημείο του Κράτους, διαπιστώθηκε ότι η ξηρή ύλη ήταν κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και ότι στα 84 χάπια δεν ανιχνεύτηκε ναρκωτική ή αναβολική ουσία. Επρόκειτο για ποινικά κολάσιμη πράξη που συνέβη εν ώρα που ο Αιτητής βρισκόταν εκτός υπηρεσίας.
Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα "Smith and Wood's Industrial Law", 6th Edition, p. 411: (Ελεύθερη Μετάφραση)
«Στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος ευρίσκεται εκτός υπηρεσίας και προβαίνει στη διάπραξη μιας ποινικά κολάσιμης πράξης (π.χ. κλοπή, αδικήματα σεξουαλικής παρενόχλησης και αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά) ο εργοδότης οφείλει να μην προχωρήσει στον τερματισμό της απασχόλησης του προτού αυτός κριθεί ένοχος. Και τότε μόνο θα δικαιολογείται μια τέτοια απόλυση εφόσον η φύση του αδικήματος σε συνάρτηση με το είδος της εργασίας και τις πιθανές επιπτώσεις που δύναται να επιφέρει σε πελάτες και σε συναδέλφους του, δημιουργούν βάσιμες επιφυλάξεις ως προς την καταλληλότητα του να παρέχει τη συμφωνηθείσα εργασία. (βλ. Nottinghamshire County Council v. Bowly [1978] IRLR 252, Norfolk County Council v. Bernard [1979] IRLR 220, Moore C & A Modes [1981] IRLR 71, Mathewson v. RB Wilson Dental Laboratory Ltd [1988] IRLR 512). Έτσι, στην παράγραφο 15(c) του Κώδικα Πρακτικής (Code of Practice), αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Ποινικά αδικήματα εκτός εργασίας. Αυτά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αυτόματοι λόγοι απόλυσης έστω κι αν το διαπραχθέν αδίκημα συνδέεται με τα καθήκοντα του ατόμου ως εργοδοτούμενου. Κρίσιμα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι, κατά πόσο το αδίκημα καθιστά τον εργοδοτούμενο ακατάλληλο για το είδος της εργασίας που του έχει ανατεθεί ή μη αποδεκτό από τους άλλους εργοδοτούμενους. Οι εργοδοτούμενοι δεν πρέπει να απολύονται αποκλειστικά και μόνο επειδή εκκρεμεί μία καταδίκη εναντίον τους ή επειδή ευρίσκονται υπό κράτηση και απουσιάζουν από την εργασία τους».
«Συμπεριφορά σημαίνει πράξεις τέτοιας φύσεως, είτε αυτές έγιναν εντός ή εκτός υπηρεσίας και επηρεάζουν κατά κάποιο τρόπο τη σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου» (Thomson v. Alloa Motor Co [1983] IRLR 403).
Επίσης στο σύγγραμμα "Selwyn' s Law of Employment", 20th Edition, υπό τον τίτλο «Συμπεριφορά εκτός εργασίας (Conduct Outside the Employment)» διαβάζουμε τα ακόλουθα:
«Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι πράξεις του εργοδοτούμενου που λαμβάνουν χώρα εκτός υπηρεσίας σχετίζονται με τον εργοδότη. Η απάντηση εξαρτάται από σειρά παραγόντων, περιλαμβανομένης της φύσης της εργασίας, της θέσης που κατέχει ο εργοδοτούμενος, της φύσης του περιστατικού και των επιπτώσεων που μπορεί να επιφέρει στον εργοδότη, στους πελάτες, στους συναδέλφους του κτλ. Εάν μπορεί να λεχθεί ότι η συμπεριφορά θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην επιχείρηση του εργοδότη, τότε η απόλυση μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη. Για παράδειγμα, η συμπεριφορά μπορεί να αφορά ποινικό αδίκημα άσχετο με την εργοδότηση. Στην Pay v. Lancashire Probation Service [2004] ICR 187, ο εργοδοτούμενος απολύθηκε από την εργασία του ως δικαστικός επιμελητής (probation officer) όταν ανακαλύφθηκε ότι στον ελεύθερο του χρόνο εκτελούσε παραστάσεις σε διάφορα κλάμπς και ότι ενεργούσε ως διευθυντής εταιρείας που ασχολείτο με την πώληση βοτάνων και σαδομαζοχιστικών προϊόντων. Θεωρήθηκε ότι η απόλυση ήταν δίκαια, γιατί οι ενέργειες του ήταν ασυμβίβαστες με τη θέση που κατείχε και ότι υπήρχε πιθανός κίνδυνος να πληγεί η φήμη του εργοδότη εάν οι συγκεκριμένες ενέργειες γίνονταν δημοσίως γνωστές.»
Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, η εξήγηση που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης κλπ. (βλ. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198. Δ. Ζερδελή, "Το δίκαιο της Καταγγελίας" 2η έκδοση σ.185).
Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του, κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, οι Καθ' ων η αίτηση στοιχειοθέτησαν λογικές αιτίες για την πεποίθηση τους ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ικανού να επηρεάσει δυσμενώς τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου και/ή το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στη μεταξύ τους σχέση και/ή να δημιουργήσει βάσιμες επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία του Αιτητή ή την καταλληλότητα του να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία ή να εκτελεί δεόντως τα καθήκοντα του από τη θέση που κατείχε ως δεσμοφύλακας. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη.
Αναμφίβολα ο Αιτητής ως δεσμοφύλακας υπηρετούσε σε ένα νευραλγικό τομέα που έχει να κάνει με την ασφάλεια, την πειθαρχία και την τάξη εντός των Φυλακών. Απαιτείται, επομένως, η από μέρους των εκεί εργοδοτουμένων πρέπουσα συμπεριφορά και πειθαρχία, καλή συνεργασία και αποφυγή πράξεων ή παραλείψεων ασυμβίβαστων με το λειτούργημα που επιτελούν. Όμως, όσο λεπτοί και ευαίσθητοι ενδέχεται να είναι οι παράγοντες που πραγματώνουν τις ανάγκες της Υπηρεσίας των Καθ' ων η αίτηση, από την άλλη εξίσου σημαντικά και προστατευόμενα είναι και τα συμφέροντα των εκεί εργοδοτουμένων.
Από τα κοινώς παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης φαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή στηριζόμενοι αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι στις 06.02.2016 εντόπισαν στο όχημα του ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1,3083 γρ. Προφανώς τα 84 χάπια που ανευρέθηκαν στις κάλτσες του Αιτητή δεν περιείχαν οποιαδήποτε ναρκωτική ή αναβολική ουσία ή οποιαδήποτε άλλη ουσία που τα καθιστούσε απαγορευμένα. Το μόνο επομένως στοιχείο που οδήγησε τους Καθ' ων η αίτηση στην απόφαση για απόλυση του, ήταν η ανευρεθείσα εντός του οχήματος του ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1,3083 γρ. για την οποία παραδέχθηκε ενοχή σε ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εκ των υστέρων εναντίον του και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που τείνει να καταδείξει ότι ο Αιτητής κατείχε τη συγκεκριμένη ποσότητα κάνναβης με προφανή σκοπό να την εισαγάγει στις Φυλακές ή αν στο παρελθόν επιδίωξε να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια ή υπήρχαν πληροφορίες ή εύλογες υποψίες ότι προέβαινε ή θα προέβαινε σε μια τέτοια ενέργεια. Κρίνουμε επομένως, ότι επρόκειτο για μία αξιόποινη πράξη που εκδήλωσε ο Αιτητής εκτός υπηρεσίας και που δεν στρεφόταν κατά των εργοδοτών του. Από τα ενώπιον μας στοιχεία δεν φαίνεται ότι η μεμονωμένη αυτή πράξη του Αιτητή θα μπορούσε να δημιουργήσει, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, σοβαρές αμφιβολίες ως προς την καταλληλότητα του να παρέχει τα καθήκοντα του ως δεσμοφύλακας ή ότι η εν λόγω πράξη θα μπορούσε να επιφέρει αρνητικά επακόλουθα στους Καθ' ων η αίτηση ή στις σχέσεις του Αιτητή με τους συναδέλφους του και γενικότερα να επηρέαζε δυσμενώς τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης.
Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν έξω από τα πρότυπα του λογικού εργοδότη και ότι παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή.»
Οι εφεσείοντες με τέσσερεις λόγους έφεσης διαφωνούν με την πιο πάνω απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Απέσυραν τον πρώτο λόγο έφεσης και παρέμειναν προς εξέταση οι λόγοι έφεσης δύο, τρία και τέσσερα. Οι λόγοι έφεσης δύο και τρία εστιάζονται στο ότι λανθασμένα οι εφεσείοντες ενήργησαν έξω από τα πρότυπα του λογικού εργοδότη και ότι παράνομα τερμάτισαν την απασχόληση. Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο, ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε ή/και παραγνώρισε το Άρθρο 5(στ)(1) του Νόμου 24/1967.
Ο εφεσίβλητος με πέντε λόγους αντέφεσης ζητούσε κατ’ αρχάς την ακύρωση ως μερικώς εσφαλμένη της πρωτόδικης Απόφασης. Στην συνέχεια απέσυρε τους πρώτους τέσσερεις λόγους αντέφεσης και παρέμεινε προς εξέταση μόνο ο πέμπτος λόγος αντέφεσης, ότι η επιδικασθείσα αποζημίωση των €5.769,36 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 18 εβδομάδων, είναι έκδηλα ανεπαρκής.
Οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, βάση του Άρθρου 12(11Α) του Περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου (Ν. 8/1967), υπόκειται σε έφεση βάσει οποιουδήποτε λόγου που συνεπάγεται νομικό σημείο μόνο.
Στην Μαρκαντώνη ν. Καρυολαίμου (2015) 1 Α.Α.Δ. 2845 γι’ αυτό το θέμα λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί, αναθεώρηση απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών είναι παραδεκτή μόνο για το λόγο που συνεπάγεται νομικό σημείο. (βλ.άρθ.12(11Α) των περί Ετησίων Αδειών μετ΄Απολαβών Νόμου του 1967 ως έχει τροποποιηθεί).
Στη Re Hadjicostas (1984) 1 C.L.R. 513 αποδόθηκε με γλαφυρό τρόπο η έννοια του νομικού σημείου ως εξής:
«What amounts to a pure question of law is perhaps easy to define but hard to apply to the particular circumstances of a case. The question of law raised, whatever its nature, must necessarily be one relevant to the facts of the case. A pure question of law cannot be one extricated or detached from the facts of the case for in those circumstances it would be an academic question of law. It appears to me that whenever an issue revolves round the application of the law to given facts, it raises a pure question of law. So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law».
Στην υπόθεση Αντέννα Λτδ ν. Κωνσταντίνου (2010) 1 Α.Α.Δ. 392 αναφέρθηκε:
«Όπως είχε επεξηγηθεί και στην παλαιότερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση In re Hadjicostas (1984) 1 C.L.R. 513, λόγος έφεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι επί νομικού σημείου όταν στρέφεται κατά των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν τον τερματισμό της απασχόλησης και όπου η αιτιολογία η οποία παρέχεται προς υποστήριξη λόγου έφεσης, απολήγει σε αμφισβήτηση των ευρημάτων του Δικαστηρίου αναφορικά με τις περιβάλλουσες τον τερματισμό συνθήκες. Αυτή η αρχή επαναβεβαιώθηκε και στην Παναγιώτης Κουντουρίδης Λτδ v. Γεωργίου (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 980, στην οποία τονίστηκε ότι είναι πάγια καθιερωμένο από τη νομολογία, αλλά και τον οικείο νόμο, ότι δεν είναι επιτρεπτή έφεση για ανατροπή των γεγονότων και των επ' αυτών ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. (Βλ. επίσης Spinneys Cyprus Ltd v. Χρ. Χρίστου (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1833).»
(Βλ. επίσης Μικρού κ.ά. ν. Meridien Hotels Ltd (Aeneas Hotel) (2003) 1 A.A.Δ. 1320, Faber Hoist Chemicals Ltd v. Καλημέρα (2015) 1 Α.Α.Δ. 359, και Lounic Confectionery Ltd v. Θεοδώρου (2015) 1 Α.Α.Δ. 2247)..»
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρούμε να εξετάσουμε καταρχάς τους λόγους έφεσης και αν κριθεί αναγκαίο να εξετάσουμε και τον πέμπτο λόγο αντέφεσης.
Ο δεύτερος και τρίτος λόγος έφεσης θα συνεξετασθούν αφού οι συγκεκριμένοι λόγοι είναι λεκτικά οι ίδιοι με τη διαφορά ως προς την αιτιολόγηση τους και, συγκεκριμένα, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι λανθασμένα κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο πως αυτοί ενήργησαν έξω από τα πρότυπα του λογικού εργοδότη και ότι παράνομα τερμάτισαν την απασχόληση του εφεσίβλητου.
Είναι δε περαιτέρω η θέση τους ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ ορθά αναφέρεται στην σχετική νομολογία επί του θέματος, η κατάληξη του είναι λανθασμένη. Ισχυρίζονται ότι, ναι μεν οι πράξεις του εφεσίβλητου δεν στρέφονται κατά του εργοδότη, όμως την ίδια στιγμή εύλογα δημιούργησαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την καταλληλότητα του να εκτελεί τα καθήκοντα του ως δεσμοφύλακας, καθότι οι εν λόγω πράξεις του μπορούσαν να επιφέρουν αρνητικά επακόλουθα και να επηρεάσουν δυσμενώς τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης. Εισηγούνται, ακόμη, ότι ο εφεσίβλητος ως δεσμοφύλακας διέπετο από τους περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμούς Κ.Δ.Π. 19/2000, Κανονισμό 14.
Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο αυτά που αναφέρονται στα περιγράμματα των διαδίκων όσο και αυτά που ανέφεραν προφορικά οι συνήγοροι τους στο Δικαστήριο. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως οι εφεσείοντες ενήργησαν έξω από τα πρότυπα του λογικού εργοδότη, αφού έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να τείνει να καταδείξει ότι ο εφεσίβλητος κατείχε την συγκεκριμένη ποσότητα κάνναβης με προφανή σκοπό να την εισάγει στον χώρο εργασίας του. Ότι δεν αναφέρθηκε ότι υπήρχαν πληροφορίες ή εύλογες υποψίες ότι προέβαινε ή θα προέβαινε σε μία τέτοια ενέργεια.
Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου μας έχει προβληματίσει ιδιαίτερα. Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται μνεία στις αποφάσεις (Thomson v. Alloa Motor Co [1983] ΙRLR 403 και Pay v. Lancashire Probation Service [2004] ICR 187) καθώς και στο σύγγραμμα «Selwyn' s Law of Employment”, 20th Edition, κάτω από τον τίτλο («Conduct Outside the Employment») «Συμπεριφορά εκτός εργασίας», όπου δίδονται οι κατευθυντήριες γραμμές πότε δικαιολογείται η απόλυση εργαζομένου μετά την διάπραξη αδικήματος.
Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα ο εφεσίβλητος ήταν δεσμοφύλακας από το 2008. Ανευρέθηκαν στην κατοχή του, στο όχημα του ναρκωτικές ουσίες, καθοδόν προς την εργασία του, δηλαδή τις φυλακές. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι ο εφεσίβλητος, ως δεσμοφύλακας υπηρετούσε σ’ ένα νευραλγικό τομέα που έχει να κάνει με την ασφάλεια, την πειθαρχία και την τάξη εντός των Φυλακών και ότι απαιτείται από μέρους των εκεί εργοδοτουμένων πρέπουσα συμπεριφορά και πειθαρχία, καλή συνεργασία και αποφυγή πράξεων ή παραλείψεων ασυμβίβαστων με το λειτούργημα που επιτελούν.
Τα ανωτέρω λεχθέντα του πρωτόδικου Δικαστηρίου έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την κατάληξη του ότι οι εφεσείοντες ενήργησαν έξω από τα πρότυπα του λογικού εργοδότη και ότι το μόνο γεγονός που οδήγησε τους εφεσείοντες στην απόφαση τους για την απόλυση του ήταν η ανευρεθείσα εντός οχήματος του ξηρή φυτική ύλη κάνναβης. Συμφωνούμε ότι το μόνο γεγονός ήταν η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών, ωστόσο, ως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, ήταν αρκετό υπόβαθρο για να οδηγήσει στην απόλυση του εφεσίβλητου.
Στην υπόθεση Thomson (ανωτέρω) σε σχέση με την συμπεριφορά ενός εργοδοτούμενου αναφέρεται ότι «συμπεριφορά σημαίνει τις πράξεις τέτοιας φύσεως, είτε αυτές έγιναν εντός ή εκτός υπηρεσίας και επηρεάζουν κατά κάποιο τρόπο την σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου».
Κατά την κρίση μας, τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δικαιολογούν υιοθέτηση των λεχθέντων στην αγγλική υπόθεση Pay (ανωτέρω) όπου ο εργοδοτούμενος απολύθηκε από την εργασία του ως δικαστικός επιμελητής όταν ανακαλύφθηκε ότι (σημειωτέων, εκτός εργασίας και όχι καθοδόν προς την εργασία του) στον ελεύθερο του χρόνο εκτελούσε παραστάσεις σε διάφορα κλαπς και ότι ενεργούσε ως διευθυντής εταιρείας που ασχολείτο με την πώληση βοτάνων και σαδομαζοχιστικών προϊόντων. Στην παρούσα υπόθεση η ανεύρεση στην κατοχή του εφεσίβλητου ναρκωτικής ουσίας εντός του οχήματος καθοδόν προς την εργασία του, δημιουργούν βάσιμες επιφυλάξεις ως προς την καταλληλότητα του για την συνέχιση της εργασίας του ως δεσμοφύλακας. Φρονούμε πως η πράξη του εφεσίβλητου ήταν ασυμβίβαστη με τη θέση που κατείχε και ότι υπήρχε πιθανός κίνδυνος να πληγεί η φήμη και η αξιοπιστία των φυλακών εάν αυτή η πράξη του γινόταν δημοσίως γνωστή.
Περαιτέρω, θεωρούμε λανθασμένη την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείοντες όφειλαν να θέσουν μαρτυρία η οποία να τείνει να καταδείξει ότι ο εφεσίβλητος κατείχε την συγκεκριμένη ποσότητα κάνναβης με προφανή σκοπό να την εισάξει στον χώρο εργασίας του. Δεν ήταν προαπαιτούμενο οι εφεσείοντες να προσφέρουν μαρτυρία ή να αποδείξουν συστατικό στοιχείο, όπως η πρόθεση προμήθειας της ναρκωτικής ουσίας σε τρίτο πρόσωπο εντός των φυλακών και δη για άλλο ποινικό αδίκημα ωσάν να επρόκειτο για ποινική κατηγορία.
Με αυτά τα δεδομένα, διαφωνούμε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγος έφεσης, κρίνονται δικαιολογημένοι.
Η επιτυχία των δεύτερου και τρίτου λόγου έφεσης καθιστά τόσο την εξέταση του τέταρτου λόγου έφεσης αλλά και του πέμπτου λόγου της αντέφεσης, άνευ αντικειμένου.
Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις η Αίτηση του εφεσίβλητου δεν ήταν δίκαιο να επιτύχει, ως εκ τούτου την απορρίπτουμε.
Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Η αντέφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται, στην έφεση, €2.000,00 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου. Όσον αφορά στην αντέφεση καμία διαταγή για έξοδα λόγω της φύσεως της και του εύρους της αλλά και λόγω της συνεκδίκασης με την έφεση.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο