Χ. Κ. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 128/2023, 132/2023, 15/10/2026
print
Τίτλος:
Χ. Κ. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 128/2023, 132/2023, 15/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

15 Οκτωβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 128/2023)

 

Χ. Κ.,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης,

(Ποινική Έφεση Αρ.: 132/2023)

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

Χ. Κ.,

Εφεσίβλητου,

_______________________

 

Κ. Πιερούδη (κα), για τον Εφεσείοντα στην 128/2023 και Εφεσίβλητο στην 132/2023.

Μ. Μασούρα (κα), για την Εφεσίβλητη στην 128/2023 και Εφεσείοντα στην 132/2023.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας στην Ποινική Έφεση 128/2023 και εφεσίβλητος στην Ποινική Έφεση 132/2023, κατηγορούμενος στην υπόθεση 2194/2021 ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, μετά από ακρόαση, βρέθηκε ένοχος σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου που αντιμετώπιζε, αφού προηγουμένως αναστάληκαν από την Κατηγορούσα Αρχή τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα οι κατηγορίες 4, 9 και 15.

 

Του επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο ποινές φυλάκισης οι οποίες κυμαίνονται από 3 μέχρι 11 χρόνια, οι οποίες διατάχθηκε όπως συντρέχουν.

 

Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την παραπομπή του στην Αρχή Εποπτείας που ιδρύθηκε και λειτουργεί σύμφωνα με τον Νόμο Ν.19(I)/2014 καθ’ όλη τη διάρκεια της φυλάκισής του και για χρονικό διάστημα 4 ετών από την αποφυλάκισή του. Εκδόθηκαν επίσης διατάγματα εναντίον του με τα οποία του απαγορεύεται, για τα επόμενα 15 χρόνια, όπως: 1) προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά, 2) εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους που βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, 3) διαμένει σε χώρο διαμονής παιδιών ή σε χώρο ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους που βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.

 

Τέλος, επισημάνθηκε στον κατηγορούμενο η υποχρέωση που έχει με βάση τον Νόμο Ν.19 (I)/2014 να κοινοποιήσει τα στοιχεία του στην Αστυνομία.

 

Εναντίον της πρωτόδικης απόφασης καταχωρήθηκε έφεση τόσο από τον κατηγορούμενο όσο και από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Με την έφεσή του ο κατηγορούμενος προσβάλλει τόσο την καταδίκη του αλλά και την ποινή που του επιβλήθηκε. Εναντίον της καταδίκης προβάλλει 18 λόγους έφεσης οι οποίοι αποδίδουν στο πρωτόδικο Δικαστήριο λάθη με αποτέλεσμα να καταλήξει στην καταδίκη του. Στους λόγους έφεσης περιλαμβάνονται ισχυρισμοί για λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας και λανθασμένη αποδοχή της μαρτυρίας των πλείστων μαρτύρων κατηγορίας, περιλαμβανομένων και των δύο ανηλίκων, ισχυρισμοί ότι δεν αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα στη μαρτυρία που υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι καταγγελίες έγιναν από τους ανήλικους παρακινούμενους από την γιαγιά και τη μητέρα τους που είχαν αλλότρια κίνητρα να τους ωθήσουν να υποβάλουν ψευδείς καταγγελίες εναντίον του, όπως και για το γεγονός ότι δεν δόθηκε βαρύτητα στην ιατροδικαστική εξέταση η οποία δεν κατέδειξε να ευσταθούν οι ισχυρισμοί των ανηλίκων εναντίον του. Αποδίδει επίσης στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα και αντινομικά δέχτηκε τις συγκαταθέσεις που δόθηκαν από τις λειτουργούς των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας («ΥΚΕ») αναφορικά με τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από τους ανήλικους ως νόμιμες και έγκυρες και λανθασμένα δέχτηκε την κατάθεση των οπτικογραφημένων αυτών καταθέσεων. Επίσης, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν αποδέχτηκε ως αξιόπιστη την ανώμοτη δήλωση του ιδίου και τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων υπεράσπισης.

 

Η έφεση του κατηγορούμενου κατά της ποινής υποστηρίζεται από τρεις λόγους έφεσης. Σημειώνουμε εδώ, ότι προφανώς εκ παραδρομής οι λόγοι έφεσης αριθμούνται σε 1, 2 και 4, αντί του ορθού 1, 2 και 3. Υπάρχει γενικός ισχυρισμός ότι η ποινή είναι έκδηλα υπερβολική και δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε και προσμετρήθηκαν δεόντως υπέρ του όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες που συγκεντρώνει και συγκεκριμένοι λόγοι που αφορούν υπερβολικότητα της ποινής αναφορικά με την όγδοη κατηγορία που του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 11 ετών και την τρίτη κατηγορία που του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών με ισχυρισμό ότι δεν λήφθηκαν υπόψη, κατά το στάδιο εξατομίκευσης της ποινής, οι μετριαστικοί παράγοντες, αντίθετα αυτοί υποβιβάστηκαν.

 

H έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποτελούμενη από έναν λόγο έφεσης, με αιτιολογία που εκτείνεται σε 14 παραγράφους, προβάλλει ότι οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον εφεσίβλητο είναι έκδηλα ανεπαρκείς λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, το ύψος της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, τα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς και την ανάγκη για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή. Ισχυρίζεται ο Γενικός Εισαγγελέας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι υπήρχαν σοβαροί επιβαρυντικοί παράγοντες όπως οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ του εφεσίβλητου και των ανήλικων θυμάτων, το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν ενήργησε με ερασιτεχνικό τρόπο ούτε στιγμιαία/μεμονωμένα αλλά επαναλαμβανόμενα, η χρήση απειλών και βίας, αλλά και οι ψυχολογικές συνέπειες που είχε η όλη κατάσταση στους ανήλικους και οι περαιτέρω επιπτώσεις που έχει στη ζωή τους. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο Γενικός Εισαγγελέας στην εξαιρετικά ευάλωτη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι ανήλικοι, τον σωματικό πόνο και τον εξευτελισμό που τους προκάλεσε η κακοποίηση και ο εξαναγκασμός και το γεγονός ότι πολλές φορές ο εφεσίβλητος προέβαινε σε αυτές τις πράξεις στο ένα παιδί στην παρουσία του άλλου παιδιού προκαλώντας έτσι και τα δύο παιδιά να γίνουν μάρτυρες της σεξουαλικής κακοποίησης, ο ένας του άλλου.

 

Κρίνεται ορθό όπως συνοπτικά αποδοθεί το όλο πλαίσιο της υπόθεσης υπό εξέταση. Αυτό που πρωτόδικα αποδίδετο στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου, είναι ότι σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2016, στη Λεμεσό:

 

· Καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε πάνω στην Α.Α., γεννηθείσα στις 24.3.2011 και με τη χρήση εξαναγκασμού, έβαλε το δάκτυλο του στα γεννητικά της όργανα (κατηγορία 1), έβαλε το δάκτυλο του στον πρωκτό της (κατηγορία 2), έγλυψε τα γεννητικά της όργανα (κατηγορία 3), άγγιξε και έγλυψε το στήθος της (κατηγορία 5).

· Καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε πάνω στον Β.Β., γεννηθέντα στις 4.7.2009 και με τη χρήση εξαναγκασμού, έγλυψε το γεννητικό όργανο του Β.Β. (κατηγορία 6), έβαλε τον Β.Β. να γλύψει τα γεννητικά του όργανα (κατηγορία 8), έβαλε το δάκτυλο στον πρωκτό του Β.Β. (κατηγορία 10), έβαλε το χέρι του και χάιδεψε την περιοχή των γεννητικών οργάνων του Β.Β. σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις (κατηγορίες 12 και 13).

· Προκάλεσε ώστε η Α.Α., γεννηθείσα στις 24.3.2011, να γίνει μάρτυρας της σεξουαλικής κακοποίησης που αναφέρεται στις κατηγορίες 6 και 10 (κατηγορίες 7 και 11 αντίστοιχα).

· Προκάλεσε παιδί, το οποίο δεν είχε φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, δηλαδή τον Β.Β., γεννηθέντα στις 4.7.2009, να γίνει μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης, ακόμα και αν δεν συμμετείχε σε αυτή, δηλαδή να γίνει μάρτυρας της κακοποίησης που αναφέρεται στις κατηγορίες 1 μέχρι 5 (κατηγορία 14).

 

Προς απόδειξη της υπόθεσης κλήθηκαν 19 μάρτυρες κατηγορίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και δηλώθηκαν και κάποια παραδεκτά γεγονότα. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε τρεις μάρτυρες υπεράσπισης.

 

Συγκεκριμένα, από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκαν πέντε μάρτυρες αστυνομικοί και ειδικότερα οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ4, ΜΚ8 και ΜΚ15. Ο ΜΚ1 ήταν ο χειριστής των μηχανημάτων λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης των δύο παραπονούμενων ανηλίκων. Η ΜΚ2 ήταν η χειρίστρια των μηχανημάτων κατά τη λήψη δεύτερης οπτικογραφημένης κατάθεσης από τον ανήλικο παραπονούμενο.  Η ΜΚ4 προέβηκε σε ενέργειες για διερεύνηση της υπόθεσης μετά από επιστολή από τον οργανισμό Hope for Children ημερομηνίας 14.11.2019 και αναφέρθηκε επίσης σε παλαιότερη καταγγελία που έγινε στις 9.10.2016 από τη μητέρα των ανηλίκων εναντίον του κατηγορούμενου για σεξουαλική κακοποίηση η οποία όμως αρχειοθετήθηκε μετά από οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας ενόψει του ότι οι δύο ανήλικοι δεν ήταν σε θέση να καταθέσουν. Σε σχέση με την καταγγελία ημερομηνίας 9.10.2016 έδωσε μαρτυρία και ο ΜΚ8 εξηγώντας τους λόγους που οδήγησαν στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Ο ΜΚ15 έδωσε μαρτυρία σε σχέση με υποδείξεις σκηνών στην κατοικία του κατηγορουμένου τις οποίες έκαναν οι δύο ανήλικοι.

 

Έδωσαν επίσης κατάθεση δύο Ιδρυματικοί Λειτουργοί στην Παιδική Στέγη Λεμεσού, οι ΜΚ3 και ΜΚ5, οι οποίες αναφέρθηκαν στην κατάσταση των δύο ανηλίκων όταν εισήχθησαν στην Παιδική Στέγη Λεμεσού τον Ιούνιο του 2017, την εν γένει συμπεριφορά και ιδιομορφία τους, τις δυσκολίες και ιδιαιτερότητες που αντιμετώπιζαν και ανάφεραν στο Δικαστήριο τα όσα οι δύο ανήλικοι είπαν στις ίδιες όπως και τις περιγραφές της σεξουαλικής κακοποίησης που ισχυρίστηκαν ότι υπέστηκαν από τον κατηγορούμενο.

 

Κατέθεσαν επίσης, δύο Κοινωνικοί Λειτουργοί, οι ΜΚ6 και ΜΚ9. Έκαναν αναφορά στην κατάσταση των ανηλίκων, τη συμπεριφορά τους και τα όσα οι δύο ανήλικοι ανέφεραν σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστηκαν από τον κατηγορούμενο. Περιέγραψαν τη σεξίζουσα συμπεριφορά και των δύο ανηλίκων, τις συνθήκες και τους λόγους που σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο οι δύο ανήλικοι τέθηκαν υπό τη φροντίδα των ΥΚΕ αλλά και τις συνθήκες και τους λόγους που οι ανήλικοι και οι οικογένειά τους μεταφέρθηκαν τον επίδικο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων προσωρινά στην οικία του κατηγορούμενου. Η ΜΚ9 αναφέρθηκε επίσης στη μετάβαση του κατηγορούμενου στο Γραφείο Ευημερίας και τις θέσεις που προέβαλε για την καταγγελία που έγινε εις βάρος του και τις συνθήκες υπό τις οποίες τα παιδιά μεταφέρθηκαν για ιατροδικαστική εξέταση.

 

Οι μάρτυρες κατηγορίες περιλάμβαναν επίσης Κλινικούς Ψυχολόγους αλλά και Παιδοψυχίατρο. Η ΜΚ10, Κλινική Ψυχολόγος στο Τμήμα Παιδιών και Εφήβων των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, μετά από αίτημα της Αστυνομίας, προέβη σε κλινική αξιολόγηση του ανήλικου παραπονούμενου και ετοίμασε σχετική έκθεση. Ο ΜΚ12 αναφέρθηκε σε συνεδρία που είχε με την ανήλικη παραπονούμενη όπου προέβηκε σε αναφορές και περιγραφές σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν τόσο η ίδια όσο και ο αδελφός της από τον κατηγορούμενο. Η ΜΚ13 αξιολόγησε την παραπονούμενη και ετοίμασε σχετικό σημείωμα. Η ανήλικη ισχυρίστηκε στην ίδια ότι ο κατηγορούμενος κακοποιούσε σεξουαλικά την ίδια και τον αδελφό της όταν πήγαιναν σπίτι του και η μητέρα και η θεία της το γνώριζαν. Παρακολουθούσε την ανήλικη για κάποια χρονική περίοδο. Η ΜΚ16 Κλινική Ψυχολόγος αξιολόγησε την ανήλικη και ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία υιοθέτησε. Η ΜΚ17 Παιδοψυχίατρος, παρακολούθησε και τους δύο ανήλικους και εξήγησε τους λόγους που τα δύο παιδιά παραπέμφθηκαν ενώπιόν της για αξιολόγηση, τις συναντήσεις που είχε μαζί τους αλλά και τη φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνουν. Η ΜΚ18, επίσης Κλινική Ψυχολόγος, εργάζεται στον οργανισμό Hope for Children και επίσης προέβη επίσης σε ψυχολογική αξιολόγηση του παραπονούμενου και ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία ανέλυσε. Αναφέρθηκε στις συνεδριάσεις που είχε με τον ανήλικο στη συμπεριφορά του που είχε στις συναντήσεις, στο συμβολικό παιχνίδι του ανήλικου και εξήγησε τη διάγνωσή της ότι αυτός παρουσιάζει σύνθετη διαταραχή μετατραυματικού στρες. Υπάρχει ρίσκο επικινδυνότητας και ευαλωτότητας σε σχέση με τον ανήλικο και κίνδυνος επαναθυματοποίησής του ή αυτοκαταστροφικότητας. Εξήγησε επίσης τη δυσκολία του ανήλικου να προβεί σε οπτικογραφημένη κατάθεση.

 

Ο ΜΚ14 είναι συνοδός ανηλίκων προσώπων και ειδικά του ανήλικου παραπονούμενου. Παρέθεσε τα όσα ο ανήλικος του ανέφερε για τις συμπεριφορές στις οποίες προέβαινε ως και τα λεγόμενα του σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον παραπονούμενο και την πρόοδο που έγινε στην πορεία του χρόνου σε σχέση με τη συμπεριφορά, τις διατροφικές συνήθειες και την κοινωνικοποίηση του ανηλίκου.

 

Κατάθεση δόθηκε και από την ΜΚ19, Ιατροδικαστή, η οποία εξέτασε ιατροδικαστικά την ανήλικη. Προέβηκε σε σχετική έκθεση, στην οποία καταγράφονται οι διαπιστώσεις της, την οποία και εξήγησε ενόρκως.

 

Οι δύο ανήλικοι κατέθεσαν επίσης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η ΜΚ7, η ανήλικη παραπονούμενη, υιοθέτησε ως αληθή τα όσα ανέφερε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση. Αναγνώρισε την οικία του κατηγορούμενου από φωτογραφίες και αναφέρθηκε στη σεξουαλική κακοποίηση που τόσο η ίδια όσο και ο αδελφός της υπέστησαν από τον κατηγορούμενο. Υπεραμύνθηκε της αλήθειας των λεγομένων της, αρνούμενη ότι όλα όσα έχει αναφέρει αποτελούν προϊόν της φαντασίας της. Ο ανήλικος παραπονούμενος ΜΚ11 αναφέρθηκε στη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο τόσο αυτός όσο και η αδελφή του. Εξήγησε γιατί στο Δικαστήριο ενόρκως ανέφερε γεγονότα που δεν περιέχονται στις οπτικογραφημένες καταθέσεις του και αρνήθηκε τις υποβολές ότι οι αναφορές του σε σεξουαλική κακοποίηση τόσο του ιδίου όσο και της αδελφής του αποτελούν προϊόν της φαντασίας τους.

 

Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Σε αυτήν ανέφερε ότι αναγκάστηκε να φιλοξενήσει τη μητέρα των ανηλίκων μαζί με τα πέντε της παιδιά όταν παρουσιάστηκαν προβλήματα στο κτίριο του σπιτιού τους και δεν μπόρεσαν να βρουν εναλλακτική διαμονή. Ισχυρίστηκε ότι τους στήριζε οικονομικά και ότι με τη μητέρα των ανηλίκων είχαν στο παρελθόν δεσμό. Αποδίδει αυτά που του καταλογίζονται από τους ανήλικους σε εκδικητικούς λόγους και απέρριψε τους ισχυρισμούς τους.

 

Η ΜΥ1, μητέρα των ανηλίκων, μετέβηκε μαζί με τα παιδιά της στην Αστυνομία και κατήγγειλαν τον κατηγορούμενο μετά από τα όσα της είπε η ανήλικη θυγατέρα της. Η θέση της ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι δεν πιστεύει ότι τα παιδιά της παρενοχλούνται από τον κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι τα παιδιά της λένε ψέματα, υποστηρίζοντας ότι αυτά που αποδίδονται στην κατηγορούμενο είναι ψέματα, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι δεν θέλει να έχει βάρος στη συνείδησή της. Είπε ότι πήγαν και έμειναν στο σπίτι του κατηγορούμενου μετά που χάλασε η οροφή του σπιτιού που έμεναν και ότι μόνο μία φορά, όταν η ίδια πήγε στο περίπτερο, άφησε τα παιδιά  μόνα τους με τον κατηγορούμενο.

 

Η ΜΥ2 είναι θεία των ανηλίκων και αδελφή της ΜΥ1. Ήταν η θέση της ότι τα παιδιά λένε ψέματα και ότι δεν πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος τα «πείραξε». Συμφώνησε όμως ότι η ίδια είχε καταγγείλει στο παρελθόν ότι την «πείραξε» και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης από το Δικαστήριο.

 

Τέλος, ο ΜΥ3 είναι φίλος του κατηγορούμενου ο οποίος επέρριψε ευθύνη στο Γραφείο Ευημερίας επί του ότι δεν βρήκε κατάλληλη οικία για την οικογένεια και έτσι πήγαν και έμειναν με τον κατηγορούμενο. Δεν πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα όσα του καταλογίζονται αλλά συμφώνησε ότι δεν βρισκόταν στην κατοικία του κατηγορούμενου συνεχώς, ούτε γνωρίζει τι γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες και ούτε γνωρίζει κατά πόσο τα παιδιά έμεναν μόνα τους με τον κατηγορούμενο. Ανέφερε επίσης ότι ήταν παρών σε επεισόδιο που έγινε μεταξύ της γιαγιάς των παιδιών και του κατηγορούμενου όταν αυτή του ζήτησε χρήματα και ο κατηγορούμενος αρνήθηκε αναφέροντας του ότι «θα τον κανονίσει».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε ενδελεχή εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του παραθέτοντας τις ορθές νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Αναφέρθηκε στη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αξιολογώντας την. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι πολλοί από τους μάρτυρες κατηγορίας έδωσαν μαρτυρία τυπικά για τις ενέργειες που έκαναν σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης και ότι πλείστοι δεν έχουν αντεξεταστεί αναφορικά με την ουσία της μαρτυρίας τους. Η ίδια διεργασία έγινε και σε σχέση με τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραθέτοντας και πάλι τις νομολογιακές αρχές που έχουν καθοριστεί για την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, παραθέτοντας αποσπάσματα από τη μαρτυρία του κάθε εμπειρογνώμονα μάρτυρα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλοι ήταν αξιόπιστοι.

 

Με ιδιαίτερη προσοχή προσέγγισε τις μαρτυρίες των δύο ανήλικων παραπονούμενων. Έλαβε υπόψη του ότι πρόκειται για παιδιά, την ηλικία τους τόσο κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων αλλά και κατά τον χρόνο που κατέθεταν στο Δικαστήριο, τις ιδιαιτερότητες και την προσωπικότητα έκαστου, το οικογενειακό τους υπόβαθρο και τα βιώματά τους. Ορθά αναφέρθηκε στο γεγονός ότι από τη νομολογία καταδεικνύεται ότι είναι πλέον αποδεκτό το γεγονός της μη αποκάλυψης από ανήλικα θύματα, σεξουαλικής κακοποίησής τους. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ε.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, Γ.Π.Β. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 5/2020, ημερομηνίας 30.7.2021.

 

To πρωτόδικο Δικαστήριο επίσης ανέφερε ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 21(1) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον Νόμο αυτό, δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία.  Επιπρόσθετα με βάση το Άρθρο 9 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ως έχει τροποποιηθεί, δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού (βλ. Γ.Ι. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 44/2019, ημερομηνίας 18.9.2020 και Γ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 61/20 και 64/20, ημερομηνίας 14.7.2022). Στην προκειμένη ότι, έχοντας δεχθεί ότι οι ανήλικοι παραπονούμενοι ήταν μάρτυρες της αλήθειας και ότι η μαρτυρία τους ουσιαστικά δεν έχει κλονιστεί, έκρινε ότι μπορούσε με ασφάλεια να στηριχτεί σε αυτήν και ότι δεν είναι αναγκαίο για οποιοδήποτε λόγο να αναζητήσουν ενισχυτική μαρτυρία. Αναφέρουμε, για σκοπούς πληρότητας ότι τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει, κάτι που αποδέχεται άλλωστε και η Κατηγορούσα Αρχή.

 

Ειδικά για τον ανήλικο παραπονούμενο, το πρωτόδικο Δικαστήριο σχολίασε επίσης το γεγονός ότι η μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν πιο λεπτομερής και περιγραφική σε σχέση με τις δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις του.

 

Όσον αφορά τον κατηγορούμενο και τους τρεις μάρτυρες που αυτός κάλεσε, η μαρτυρία τους δεν έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Τόσο η ΜΥ1 όσο και η ΜΥ2 χαρακτηρίστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως μάρτυρες που δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια αλλά με σκοπό να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο και να πείσουν για την αθωότητά του. Η ίδια έκδηλη προσπάθεια να πείσει για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε αυτά που του καταλογίζονται έγινε και από τον ΜΥ3 ο οποίος όμως, έδωσε τη δική του γνώμη για τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου λόγω της φιλίας τους, αλλά όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος κατά την αντεξέτασή του, «δεν γνωρίζει τι γινόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες».

 

Αξιολογήθηκε, τέλος, αρνητικά η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου όπως και οι θέσεις που προέβαλε μέσα από την κατάθεσή του (Τεκμήριο 15). Και πάλι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε τις ορθές νομολογιακές αρχές για την αξιολόγηση τόσο της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου όσο και τον τρόπο που αξιολογείται η ανώμοτη δήλωσή του και προχώρησε στην αξιολόγηση των θέσεων που αυτός προέβαλε. Τεκμηριωμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλα όσα έχει αναφέρει ο κατηγορούμενος σχολιάζοντας ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος είναι αντίθετα με τη θέση που υπέβαλε η υπεράσπιση στους μάρτυρες κατηγορίας αλλά και με αυτά που ανέφερε στην ανώμοτή του δήλωση. Επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι οι δηλώσεις του και οι θέσεις του που ουσιαστικά αποτελούσαν αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις και δηλώσεις που σκοπό είχαν να καταδείξουν ότι δεν διέπραξε τα επίδικα αδικήματα, δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές εφόσον δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία που έγινε δεκτή.

 

Παραθέτουμε αυτούσια τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου  με βάση την αξιολόγηση μαρτυρίας που έγινε και ειδικά μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των ανήλικων παραπονούμενων ως αξιόπιστη:

 

«Κατά την παραμονή των Α.Α., Β.Β. και της λοιπής οικογένειας αυτών στην οικία του κατηγορούμενου, το χρονικό διάστημα από τις 7/9/2016 μέχρι τις 9/10/2016 (η τελευταία είναι η ημερομηνία που, μετά από τις αναφορές των Α.Α. και Β.Β. προς τη μητέρα τους ότι ο κατηγορούμενος τους κακοποιούσε σεξουαλικά, η Μ.Υ.1 προχώρησε σε σχετική προφορική καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου και έκτοτε, με βάση τη μαρτυρία του έγινε δεκτή, δεν έλαβε χώρα άλλη κακοποιητική συμπεριφορά από τον κατηγορούμενο εναντίον των παιδιών), ο κατηγορούμενος, τα πρωινά, έμενε μόνος του εκεί με τους Α.Α. και Β.Β. Τότε ο κατηγορούμενος, στον χώρο της οικίας (περιλαμβανομένης της τουαλέτας), έβγαζε τα ρούχα του και τα ρούχα της Α.Α., άγγιζε με το χέρι του την Α.Α. στο στήθος και στο αιδοίο και έβαζε το δάκτυλο του στον πρωκτό της. Έτριβε με δύναμη, με το δάκτυλο του, το αιδοίο της Α.Α., αφού προηγουμένως έβαζε το δάκτυλο του στο στόμα του και τότε η Α.Α. πονούσε, ένιωθε λύπη και θυμό. Επίσης ο κατηγορούμενος έγλυφε τα γεννητικά όργανα της Α.Α. Αυτό γινόταν για αρκετή ώρα. Η Α.Α. έλεγε στον κατηγορούμενο να σταματήσει αλλά αυτός δεν σταματούσε. Ο κατηγορούμενος χαστούκιζε δυνατά την Α.Α. στο μάγουλο και της έλεγε ότι αυτό είναι το μυστικό τους. Αυτά τα περιστατικά έγιναν πολλές φορές κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Πολλές φορές, ήταν παρών ο Β.Β. και παρακολουθούσε όταν ο κατηγορούμενος έτριβε με δύναμη, με το δάκτυλο του, το αιδοίο της Α.Α, αφού προηγουμένως έβαζε το δάκτυλο του στο στόμα του.

Περαιτέρω, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, στον χώρο της οικίας (περιλαμβανομένης της τουαλέτας), ο κατηγορούμενος, πολλές φορές άγγιζε με το χέρι του τα γεννητικά όργανα του Β.Β., έβαζε δάκτυλο στην περιοχή του πρωκτού του Β.Β. και έγλειφε το γεννητικό όργανο του Β.Β. Ο Β.Β. έλεγε στον κατηγορούμενο να σταματήσει αλλά αυτός δεν σταματούσε και ο Β.Β. ήταν θυμωμένος και ήθελε να δείρει τον κατηγορούμενο. Μια φορά, αφού ο κατηγορούμενος απείλησε τον Β.Β. ότι εάν δεν το κάνει θα τον δείρει, ο Β.Β. έγλυψε το γεννητικό όργανο του κατηγορούμενου. Πολλές φορές, ήταν παρούσα η Α.Α. και παρακολουθούσε όταν ο κατηγορούμενος έβαζε το δάκτυλο του στην περιοχή του πρωκτού του Β.Β. και έγλυφε το γεννητικό όργανο του Β.Β.»

 

Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε τα Άρθρα του Νόμου επί των οποίων εδράζονται οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αναφέρθηκε στη νομολογία η οποία ερμηνεύει τους όρους «θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής» και «κατάχρηση θέσης εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής ή ευάλωτης θέσης» παραπέμποντας στην απόφαση Γ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 178/2017 ημερομηνίας 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457. Τέλος, προέβηκε στην εξαγωγή συμπερασμάτων εκ των οποίων τα σημαντικότερα είναι ότι οι παραπονούμενοι ήταν παιδιά ιδιαίτερα ευάλωτα προς σεξουαλική κακοποίηση, ο κατηγορούμενος κατείχε θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής επί των παραπονουμένων, τα πρωινά έμενε μόνος του με τους ανήλικους αφού η μητέρα τους του εμπιστευόταν τη φύλαξή τους στην οικία που αυτός φιλοξενούσε την οικογένειά τους και καταχρώμενος τη θέση του πολλές φορές από τις 7.9.2016 μέχρι τις 9.10.2016 όταν έμενε μόνος του με τους ανήλικους στο χώρο της οικίας του προέβαινε σε σεξουαλικές πράξεις και με τα δύο αυτά παιδιά. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης αναφορικά με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τη σεξουαλική κακοποίηση των ανηλίκων:

 

«Όσον αφορά την Α.Α.:

Ο κατηγορούμενος έβγαζε τα ρούχα και τα ρούχα αυτής και την άγγιζε με το χέρι στο στήθος και στο αιδοίο και έβαζε το δάκτυλο του στον πρωκτό της. Περαιτέρω, έτριβε με δύναμη, με το δάκτυλο του, το αιδοίο αυτής, αφού προηγουμένως έβαζε το δάκτυλο του στο στόμα του και τότε η Α.Α. πονούσε, ένιωθε λύπη και θυμό. Επίσης ο κατηγορούμενος της έγλυφε τα γεννητικά της όργανα. Αυτό γινόταν για αρκετή ώρα. Πέραν δε της κατάχρησης της εν λόγω θέσης, ταυτόχρονα υπήρχε και εξαναγκασμός της Α.Α., εκ μέρους του κατηγορούμενου, να συμμετέχει παθητικά σε αυτές τις σεξουαλικές πράξεις. Αυτό καθότι όταν της έκανε τα πιο πάνω, η Α.Α. έλεγε στον κατηγορούμενο να σταματήσει αλλά αυτός δεν σταματούσε ενώ τη χαστούκιζε δυνατά στο μάγουλο και της έλεγε ότι αυτό είναι το μυστικό τους.

Ως εκ των άνω κρίνουμε ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2 και 3.

Όσον δε αφορά την κατηγορία 5, δέον όπως λεχθεί ότι, στις λεπτομέρειες της αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος «άγγιξε και έγλυψε» το στήθος της Α.Α. Από τα ευρήματα μας φαίνεται όμως ότι δεν στοιχειοθετήθηκε ότι ο κατηγορούμενος, πέραν του ότι άγγιξε, έγλυψε κιόλας το στήθος της Α.Α. Κρίνουμε όμως ότι έχει αποδειχθεί μέρος των λεπτομερειών του αδικήματος (του κατηγορητηρίου), το οποίο από μόνο του στοιχειοθετεί το αδίκημα της συγκεκριμένης κατηγορίας (βλ. άρθρο 85(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, Issa a.o. v. Republic (1989) 2 C.L.R. 39, Θωμά ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 255 και Λάζαρος Χατζηφοράδος & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λάρνακας (1995) 2 Α.Α.Δ. 167).

Συνεπώς κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορία 5, στο μέτρο βέβαια που αφορά μόνο ότι ο κατηγορούμενος άγγιξε στο στήθος την Α.Α.

Περαιτέρω, με βάση τα ευρήματα μας, πολλές φορές, ήταν στην παρουσία του Β.Β., ο οποίος και παρακολουθούσε, που ο κατηγορούμενος έτριβε με δύναμη, με το δάκτυλο του, το αιδοίο της Α.Α, αφού προηγουμένως έβαζε το δάκτυλο του στο στόμα του. Συνεπώς καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος προκάλεσε ώστε ο Β.Β. να γίνει μάρτυρας της εν λόγω σεξουαλικής κακοποίησης της Α.Α., η οποία αφορά μόνο την κατηγορία 1 (βλ. κατηγορία 14).

Δεν μας διαφεύγει ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 14, αναφέρεται ότι ο Β.Β. ήταν μάρτυρας και όσον αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση της Α.Α. που αναφέρεται στις κατηγορίες 2-5 (η κατηγορία 4 να σημειωθεί ότι αναστάληκε). Κρίνουμε όμως και πάλι, ενόψει των ανωτέρω, ότι έχει αποδειχθεί μέρος των εν λόγω λεπτομερειών, το οποίο από μόνο του στοιχειοθετεί το αδίκημα της κατηγορίας 14, και κατ' επέκταση ότι αυτό αποδείχθηκε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όσον αφορά το ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε ώστε ο Β.Β. να γίνει μάρτυρας της σεξουαλικής κακοποίησης της Α.Α. που αφορά μόνο την κατηγορία 1.

Όσον αφορά τον Β.Β.:

Ο κατηγορούμενος, πολλές φορές άγγιζε με το χέρι του τα γεννητικά όργανα του Β.Β. και έβαζε δάκτυλο στην περιοχή του πρωκτού αυτού και του έγλειφε το γεννητικό του όργανο. Πέραν δε της κατάχρησης της εν λόγω θέσης του, ταυτόχρονα υπήρχε και εξαναγκασμός του Β.Β., εκ μέρους του κατηγορούμενου, να συμμετέχει σε αυτές τις σεξουαλικές πράξεις. Αυτό καθότι όταν του έκανε τα πιο πάνω, ο Β.Β. έλεγε στον κατηγορούμενο να σταματήσει αλλά αυτός δεν σταματούσε. Περαιτέρω, σε μια περίπτωση, ο Β.Β. έγλυψε το γεννητικό όργανο του κατηγορούμενου, αφού προηγουμένως ο τελευταίος απείλησε τον Β.Β. ότι εάν δεν το κάνει θα τον δείρει.

Ως εκ των άνω κρίνουμε ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 6, 8 και 10.

Δεν μας διαφεύγει ότι στις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών 12 και 13, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος «έβαλε το χέρι του και χάιδεψε την περιοχή των γεννητικών οργάνων» του Β.Β. ενώ αποδείχθηκε μόνο ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του στην περιοχή των γεννητικών οργάνων του Β.Β. και όχι ότι χαίδεψε κιόλας την εν λόγω περιοχή. Κρίνουμε όμως και πάλι, ενόψει των ανωτέρω, ότι έχει αποδειχθεί μέρος των εν λόγω λεπτομερειών, το οποίο από μόνο του στοιχειοθετεί τα αδικήματα των κατηγοριών 12 και 13, και κατ' επέκταση ότι αυτά αποδείχθηκαν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όσον αφορά μόνο το ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του στην περιοχή των γεννητικών οργάνων του Β.Β.

Περαιτέρω, με βάση τα ευρήματα μας, πολλές φορές, ήταν στην παρουσία της Α.Α., η οποία και παρακολουθούσε, που ο κατηγορούμενος έβαζε το δάκτυλο του στην περιοχή του πρωκτού του Β.Β. και που έγλυφε το γεννητικό όργανο του Β.Β. Συνεπώς καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος προκάλεσε ώστε η Α.Α. να γίνει μάρτυρας της εν λόγω σεξουαλικής κακοποίησης του Β.Β.

Ως εκ των άνω κρίνουμε ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τα αδικήματα των κατηγοριών 7 και 11.»

 

Οι πλείστοι λόγοι έφεσης κατά της καταδίκης αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σχετικοί είναι οι λόγοι έφεσης 3, 4, 5, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17 και 18. Αναφέρουμε στο σημείο αυτό ότι η αιτιολογία των ανωτέρω λόγων έφεσης είναι εντελώς επιφανειακή.

 

Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παρέμβασης του Εφετείου στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας έχουν με σαφήνεια διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραθέτουμε ενδεικτικά το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Δ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 57/2020, ημερομηνίας 6.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B432:

 

«Οι αρχές που διέπουν τη δυνατότητα επέμβασης του Εφετείου στην αξιολόγηση των μαρτύρων από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το έργο του Εφετείου δεν είναι να επαναξιολογήσει τους μάρτυρες στη βάση της δικής του εμπειρίας και πρωτογενώς να επιτελέσει το έργο αυτό εξ' αρχής, υπό το πρίσμα των προβαλλόμενων λαθών ή σημείων που προτείνονται (Λ. Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2017, ημερ. 21/11/2017). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας και, συνακόλουθα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ανήκει στο Πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει, στο πλαίσιο της ενώπιον του ζωντανής διαδικασίας, την όλη συμπεριφορά των μαρτύρων έχοντας ένεκα τούτου το ευεργέτημα της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες και της εντύπωσης που απεκόμισε για τον κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του. Η εξουσία του Εφετείου για επέμβαση στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου θα πρέπει, επομένως, να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ακριβώς ώστε να μην εξουδετερώνεται το πιο πάνω πλεονέκτημα που το Πρωτόδικο Δικαστήριο έχει. Ως εκ τούτου, το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκρούονται με την κοινή λογική και είναι εξ' αντικειμένου ανυπόστατα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του Δικαστηρίου (xxx Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5/10/2016). Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο Πρωτόδικο Δικαστήριο να κάνει τα ευρήματα τα οποία έκανε, σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Γ. Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2019, ημερ. 18/9/2020). Μόνο όπου παρατηρείται ρήγμα λόγω αντιφάσεων ή κενών ή ουσιωδών λαθών είναι επιτρεπτή η επέμβαση του Εφετείου. Πρέπει δε οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλ. να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευστεί (Κ. Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα (2008) 2 Α.Α.Δ. 294 και Α. Π. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2016, ημερ. 26/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:B395).»

 

Εναπόκειται δε, στον διάδικο που αμφισβητεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την αξιοπιστία, να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτά είναι εσφαλμένα (MYLONAS AND OTHERS ν. KAILI, (1967) 1 C.L.R. 77, SAKELLARIDES ν. PAPASAVVA AND ANOTHER, (1966) 1 C.L.R. 261, 262 και IMAM v. PAPACOSTAS, (1968) 1 C.L.R. 207, 208).

 

Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

 

«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:

·Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.

 ·Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.

  Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.

Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»

 

Κανένας από τους λόγους έφεσης ανωτέρω, που πραγματεύονται  την αξιολόγηση των μαρτύρων, δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενδελεχώς προσέγγισε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του και τεκμηριωμένα κατέληξε στην αποδοχή της. Ιδιαίτερα, με μεγάλη προσοχή και παραπέμποντας στην ορθή νομολογία, πραγματεύτηκε και αξιολόγησε τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, αλλά και των δύο παραπονουμένων. Κατέγραψε δε σαφώς και τεκμηριωμένα τα ευρήματά του παραπέμποντας στη μαρτυρία τους και έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές. Δεν υφίσταται λόγος παρέμβασής μας.

 

Σε ό,τι αφορά τους πρώτους δύο λόγους έφεσης που αφορούν τις οπτικογραφημένες καταθέσεις των ανηλίκων, σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο δίκης εντός δίκης, εξέτασε το κατά πόσο οι συγκαταθέσεις που λήφθηκαν από λειτουργούς των ΥΚΕ για σκοπούς λήψης των οπτικογραφημένων καταθέσεων των ανηλίκων ήταν έγκυρες. Δεν υπάρχει λόγος έφεσης που να στρέφεται εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τη διαδικασίας της δίκης εντός δίκης που ακολούθησε.

 

Σε ό,τι αφορά το κατά πόσο οι λειτουργοί των ΥΚΕ που υπέγραψαν τις συγκαταθέσεις είχαν εξουσιοδότηση από την Διευθύντρια, παραπέμπουμε στα Άρθρα 2 του Νόμου Ν.216/1990 και 10(δ) του Ν.95(Ι)/2001, τα οποία προνοούν ότι σε περίπτωση ανηλίκου προσώπου τη συγκατάθεση για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης δίνει το πρόσωπο που έχει τη γονική του μέριμνα. Κατά τον επίδικο χρόνο τη γονική μέριμνα ασκούσε η Διευθύντρια των ΥΚΕ και σύμφωνα με τον νόμο «Διευθυντής» σημαίνει τον Διευθυντή του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή οποιοδήποτε λειτουργό του Τμήματος εξουσιοδοτημένο από αυτόν. Οι δύο λειτουργοί των ΥΚΕ που έδωσαν τις συγκαταθέσεις τους για λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από τους δύο ανήλικους, ήταν τοποθετημένες σε συγκεκριμένη μονάδα, είχαν λάβει συγκεκριμένη εκπαίδευση και λειτουργούσαν σύμφωνα με συγκεκριμένο εγχειρίδιο και καθορισμένες διαδικασίες. Ο όλος τρόπος παροχής των καθηκόντων τους καταδεικνύει ότι ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένες να προβαίνουν στις αναγκαίες ενέργειες για τη διαχείριση θεμάτων γονικής μέριμνας των παιδιών στις οποίες σίγουρα περιλαμβάνεται και η προώθηση και διασφάλιση των δικαιωμάτων των ανηλίκων ως θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης.

 

Περαιτέρω, κανένας λόγος δεν προβάλλεται από πλευράς κατηγορούμενου ότι ο τρόπος με τον οποίο δόθηκαν οι συγκαταθέσεις επηρέασαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο, την υπεράσπισή του ή τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Ούτε υπάρχει λόγος έφεσης ότι η αποδοχή των οπτικογραφημένων καταθέσεων δημιούργησε οποιεσδήποτε συνθήκες που παραβίασαν δικαιώματα του κατηγορούμενου.

 

Επομένως, οι πρώτοι δύο λόγοι έφεσης είναι έκθετοι σε απόρριψη.

 

Οι λόγοι έφεσης 6 και 9 συνδέονται μεταξύ τους και αφορούν ισχυρισμό ότι οι καταγγελίες των ανηλίκων έγιναν κατόπιν παρακίνησης της γιαγιάς τους η οποία κατά τον χρόνο της δίκης είχε αποβιώσει. Επίσης, αποδίδεται και στη μητέρα αλλά και στη γιαγιά των παιδιών παρότρυνση να προβούν σε ψευδείς καταγγελίες για αλλότριους σκοπούς. Η ίδια η μητέρα των παιδιών, δίδοντας μαρτυρία ως μάρτυρας υπεράσπισης, ισχυρίστηκε ενόρκως ότι ούτε η ίδια ούτε η μητέρα της (γιαγιά των ανηλίκων) είχαν απειλήσει τον κατηγορούμενο ότι θα τον κατάγγελλαν αν δεν τους έδινε χρήματα. Περαιτέρω, ο θάνατος της γιαγιάς που επήλθε τον Ιούνιο του 2019 προηγήθηκε της νέας καταγγελίας που οδήγησε στη διερεύνηση της υπόθεσης η οποία έγινε τον Νοέμβριο του 2019, δηλαδή 6 μήνες μετά τον θάνατό της. Ο χρόνος στον οποίο έγινε η πρώτη καταγγελία η οποία δεν προχώρησε, ήταν το 2016. Δεν συνάδει με τη λογική η θέση αυτή. Περαιτέρω, υπενθυμίζουμε ότι η νέα καταγγελία προήλθε μετά από αυθόρμητες αναφορές της ανήλικης παραπονούμενης κατά τη διάρκεια συνεδρίας της με τον ΜΚ12 στις 14.11.2019 μετά που ήδη βρισκόταν υπό τη φροντίδα των ΥΚΕ για δύο περίπου χρόνια, διέμενε στην Παιδική Στέγη και λάμβανε σωρεία θεραπευτικών παρεμβάσεων προς βελτίωση της συμπεριφοράς της εν γένει. Επομένως, και αυτοί οι λόγοι απορρίπτονται.

 

Ο όγδοος λόγος έφεσης αφορά ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αντινομικά δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι η ιατροδικαστική εξέταση δεν επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς των ανηλίκων. Σημειώνουμε εξαρχής ότι η απουσία ιατροδικαστικών ευρημάτων δεν ισοδυναμεί άνευ άλλου με διάψευση των καταγγελιών των ανηλίκων, ούτε δημιουργεί αυτόματα εύλογη αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία της. Το κατά πόσο μια ιατροδικαστική εξέταση αναμένεται να καταδείξει ευρήματα εξαρτάται από σειρά παραγόντων όπως η φύση των πράξεων που καταγγέλλονται, ο χρόνος που παρήλθε από τα επίδικα περιστατικά μέχρι την εξέταση, το είδος της κακοποίησης, η ηλικία του παιδιού καθώς και ο σωματότυπός του. Η ΜΚ19, ιατροδικαστής, ανέφερε ότι η ανήλικη παραπονούμενη εξετάστηκε το 2017 ενώ η κακοποίηση φερόταν να είχε λάβει χώραν το 2016. Το μόνο εύρημα που θα μπορούσε να διαγνωστεί ήταν τυχόν ρήξη του παρθενικού υμένα, καθότι τέτοια ρήξη δεν επουλώνεται με την πάροδο του χρόνου. Η ΜΚ19 επίσης ανέφερε ότι είναι απόλυτα δυνατός ο μη εντοπισμός κακώσεων αν οι πράξεις  που καταγγέλλονται συνίσταντο σε αγγίγματα με το δάκτυλο εξωτερικά του αιδοίου, σε γλείψιμο στη γεννητική περιοχή ή σε αγγίγματα στην περιοχή του πρωκτού. Ήταν σταθερή η θέση της ότι ο μη εντοπισμός κακώσεων και το άθικτο του παρθενικού υμένα δεν αποκλείουν ιατροδικαστικά το ενδεχόμενο σεξουαλικής κακοποίησης. Εξήγησε επίσης ιατροδικαστικά ότι πιθανή διείσδυση δακτύλου στην πρωκτική χώρα παιδιού αντίστοιχης ηλικίας με των ανηλίκων πιθανόν να μην αφήσει χαλάρωση του πρωκτικού δακτυλίου που να επιτρέπει ιατροδικαστικό συμπέρασμα για τη διείσδυση.

 

Περαιτέρω σημειώνουμε το γεγονός ότι ο εφεσείοντας δεν έθεσε αυτές του τις θέσεις ενώπιον της ΜΚ19 για να τύχει απαντήσεων ούτε και προσκόμισε ο ίδιος ειδική ή επιστημονική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα αναμενόταν να υπάρχουν ιατροδικαστικά ευρήματα, αν οι καταγγελίες ήταν αληθείς. Αντίθετα, η εισήγηση του παρέμεινε στο επίπεδο γενικής επιχειρηματολογίας.

 

Τέλος, ούτε ο δέκατος τρίτος λόγος έφεσης μπορεί να έχει επιτυχία αφού, αντίθετα με την εισήγηση του εφεσείοντα, ο ΜΚ8 έδωσε σαφή και αναλυτική εξήγηση για τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η αρχική καταγγελία το 2016, γιατί δεν προχώρησε τότε σε ποινική δίωξη και οδηγήθηκε τότε σε αρχειοθέτηση.

 

Σημειώνουμε, ότι η μαρτυρία του ΜΚ8 παρέμεινε αναντίλεκτη και αντεξετάστηκε μόνο σε σχέση με το ζήτημα της ιατροδικαστικής εξέτασης.

 

Ενόψει των ανωτέρω, όλοι οι λόγοι έφεσης κατά της καταδίκης απορρίπτονται και η καταδικαστική απόφαση επικυρώνεται.

 

Έχοντας απορρίψει την έφεση εναντίον της καταδίκης ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε την ποινή που έχει επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, εναντίον της επιβληθείσας ποινής έχουν καταχωρηθεί εφέσεις τόσο από τον κατηγορούμενο όσο και από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο κατηγορούμενος θεωρεί την ποινή που του επιβλήθηκε υπερβολική. Προβάλλει σχετικά τρεις λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος αφορά την ποινή των 11 ετών που του επιβλήθηκε στην 8η κατηγορία, ενώ ο δεύτερος λόγος την ποινή των 9 ετών που του επιβλήθηκε στην 3η  κατηγορία. Θεωρεί ότι οι ποινές αυτές είναι έκδηλα υπερβολικές και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε σωστά, στα πλαίσια του καθήκοντός του για εξατομίκευση της ποινής, τους μετριαστικούς παράγοντες και τα ελαφρυντικά που συντρέχουν στο πρόσωπό του.

 

Ο τέταρτος λόγος έφεσης (όπως έχουμε σημειώσει πρόκειται για τον τρίτο λόγο έφεσης και λανθασμένα αποδίδεται αριθμητικά ως τέταρτος) στρέφεται γενικά εναντίον της ποινής που του έχει επιβληθεί ως υπερβολική σύμφωνα και με τη νομολογία και με τις αρχές που επιβάλλουν στο πρωτόδικο Δικαστήριο να εξατομικεύσει την ποινή.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας στη δική του έφεση προβάλλει έναν λόγο έφεσης που στρέφεται εναντίον όλων των ποινών που έχουν επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Θεωρεί ότι αυτές είναι έκδηλα ανεπαρκείς τόσο για σκοπούς τιμωρίας του εφεσίβλητου όσο και για σκοπούς αποτροπής τρίτων από τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων. Ισχυρίζεται ότι η επιβολή τους ήταν αποτέλεσμα σφάλματος αρχής εκ πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικου όπως αυτή προκύπτει τόσο από τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων αλλά και από τον ίδιο τον νόμο. Προβάλλει συναφώς ότι παραγνωρίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ο σκοπός του νομοθέτη που είναι η επιβολή αυστηρότερων ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα με σκοπό τόσο την προστασία του κοινωνικού συνόλου αλλά και της καταστολής τέτοιων αδικημάτων εν όψει της ανησυχητικής αυξητικής τάσης που παρατηρείται. Είναι η θέση του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε μόνο λεκτικά αυτήν την έξαρση και δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι συντρέχουν πολλοί σοβαροί επιβαρυντικοί παράγοντες τους οποίους αναγνωρίζει η νομολογία, συμπεριλαμβανομένων της μεγάλης διαφοράς ηλικίας μεταξύ του κατηγορουμένου και των ανηλίκων, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε με ερασιτεχνικό τρόπο ούτε στιγμιαία και ή μεμονωμένα αλλά επαναλαμβανόμενα, η διάπραξη των αδικημάτων έγινε και με τη χρήση απειλών αλλά και βίας (χαστούκιζε την ανήλικη παραπονούμενη) και ιδιαίτερα δεν έλαβε υπόψη του ότι περιόριζε τους ανήλικους σε συγκεκριμένο χώρο ώστε να μην μπορούσαν να αντιδράσουν, την εξαιρετικά ευάλωτη κατάσταση την οποία βρίσκονταν και οι δύο, το πολύ νεαρό της ηλικίας τους, το γεγονός ότι προέβαινε σε αυτές τις πράξεις στο ένα παιδί στην παρουσία του άλλου παιδιού αναγκάζοντας έτσι και τα δύο παιδιά να γίνουν μάρτυρες της σεξουαλικής κακοποίησης ο ένας του άλλου. Θεωρεί, αντίθετα από τη συνήγορο του κατηγορουμένου, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στους ελαφρυντικούς παράγοντες που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος, ιδιαίτερα στο λευκό του ποινικό μητρώο και τα προβλήματα υγείας που έχει, με αποτέλεσμα να επιβάλει μία λανθασμένη και ιδιαίτερα επιεική ποινή. Θεωρεί επίσης ότι λανθασμένα προσδόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε από τη μέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι τη μέρα επιβολής ποινής παραγνωρίζοντας ότι για αυτήν ευθυνόταν σε μεγάλο βαθμό και ο κατηγορούμενος και ότι αγνόησε τη ψυχική ταλαιπωρία των ανηλίκων παραπονούμενων οι οποίοι υποβλήθηκαν σε αντεξέταση με αποτέλεσμα να βιώσουν ξανά όλα όσα τους τραυμάτισαν τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά.

 

Λόγω συνάφειας των δύο εφέσεων στο θέμα της ποινής, οι εφέσεις θα εξεταστούν μαζί.

 

Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής με αναφορά στην υπόθεση BORA ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:

 

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»

Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»

 

Χρήσιμα είναι επίσης τα όσα αναφέρθηκαν στην πρόσφατη απόφασή μας Μ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινικές Εφέσεις 216/2022 και 221/2022, ημερομηνίας 25.2.2026:

 

«Η πάγια αρχή της νομολογίας είναι ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Ζ.Α.Η. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 137/2022 κ.ά., ημερομηνίας 8.11.2024).

Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, SELMANI Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).»

 

Η σοβαρότητα των αδικημάτων της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κάτω των 13 ετών είναι αυταπόδεικτη από το γεγονός ότι τόσο στο Άρθρο 6(4)(α)(7) του Ν.91(1)/2014 όσο και στο Άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19(γ) του Ν.91(Ι)/2014 όπου το αδίκημα διαπράχθηκε από μέλος της οικογένειας του θύματος ή από πρόσωπο που έχει προβεί σε κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας αυτό θα λαμβάνεται υπ' όψιν από το Δικαστήριο ως επιβαρυντικός παράγοντας.

 

Σημασία έχει επίσης η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ της παραπονούμενης και του εφεσίβλητου και η προφανής κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, επιρροής και εξουσίας που είχε ο εφεσίβλητος προς το θύμα.

 

Οι συνέπειες και τα κατάλοιπα που είχε στην ανήλικη η διάπραξη των αδικημάτων, έχουν τη σημασία τους. Οι ψυχολογικές συνέπειες και ιδιαίτερα η μετατραυματική διαταραχή που είχε η παραπονούμενη ήταν εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου μέσα από τη μαρτυρία τόσο της ανήλικης όσο και της ψυχολόγου. Όπως φαίνεται από τη σχετική έκθεση που είχε κατατεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως τεκμήριο 37, μετά από σεξουαλική κακοποίηση ενός ανηλίκου προσώπου είναι φυσικό να επέρχεται απώλεια της παιδικής ηλικίας. Το τραύμα της κακοποίησης δημιουργεί μια θύελλα συναισθημάτων, πόνο, απογοήτευση, οργή και ενοχές.

 

Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αδικημάτων επίσης τα καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρά. Στην υπόθεση ΛΕΥΚΑΡΙΤΗΣ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2016) 2 Α.Α.Δ. 1165, λέχθηκε ότι όταν αδικήματα σεξουαλικής φύσης στρέφονται κατά νεαρών προσώπων τα οποία δεν έχουν ακόμα ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ή σταθερές δυνάμεις αντίστασης, καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Επίσης, στην υπόθεση Γ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 178/2017, ημερομηνίας 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας. Περαιτέρω, ορθά λήφθηκε εν προκειμένω υπόψιν η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ εφεσείοντα και παραπονούμενης.»

 

Χρήσιμη σύνοψη της νομολογίας για αυτού του είδους τα αδικήματα, και τις ποινές που επίσης επιβάλλονται, έχει γίνει πρόσφατα από το Εφετείο στις υποθέσεις K.I. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 145/2022, ημερομηνίας 31.7.2025 και T.O. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινικές Εφέσεις 217/22, 237/22, ημερομηνίας 12.2.2026.

 

Μέσα από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης προκύπτουν τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Τα παραθέτουμε αυτούσια:

 

«Ο κατηγορούμενος διατηρούσε ερωτική σχέση με τη μητέρα των παραπονούμενων και ενώ διαρκούσε αυτή η σχέση, η μητέρα των παραπονούμενων απέκτησε τους παραπονούμενους που ο κατηγορούμενος πιστεύει ότι είναι δικά του παιδιά. Χώρισαν και στη συνέχεια αυτή απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Όταν δεν είχε αρκετά χρήματα πήγαινε και διέμενε με τον κατηγορούμενο κατά διαστήματα και ο κατηγορούμενος την συντηρούσε και μετά ξανά έφευγε.

Στις 7.9.2016 οι παραπονούμενοι μαζί με τα άλλα τρία αδέλφια τους, τη μητέρα, τη γιαγιά και τον θείο τους μετακόμισαν προσωρινά λόγω του ότι υπήρχε άμεση ανάγκη επιδιόρθωσης της οικίας τους στην οικία του κατηγορουμένου όπου και παρέμειναν μέχρι τις 25.11.2016. Τη δεδομένη χρονική περίοδο η παραπονούμενη ήταν ηλικίας 5 ετών, ο παραπονούμενος 7 ετών, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν 56 ετών. Οι δύο ανήλικοι ζούσαν σε παραμελητικό περιβάλλον που δεν κάλυπτε τις βασικές τους ανάγκες. Η λεκτική τους ικανότητα ήταν περιορισμένη, δεν φοιτούσαν συστηματικά στο σχολείο, οι κοινωνικές τους δεξιότητες ήταν περιορισμένες, δεν μπορούσαν να αυτοεξυπηρετηθούν, ούτε και τρέφονταν σωστά αλλά ούτε και λάμβαναν την αναγκαία ιατρική περίθαλψη και φροντίδα, ήταν ακάλυπτοι εμβολιαστικά. Δεν υπήρχε ψυχικό δέσιμο με τη μητέρα τους ούτε και υπήρχε πατρική φιγούρα και πατρικό πρότυπο στο σπίτι.

Κατά τη διάρκεια κάποιου μέρους της παραμονής των ανηλίκων στην οικία του κατηγορουμένου η μητέρα τους εμπιστευόταν τη φύλαξή τους στον κατηγορούμενο τα πρωινά και τα άφηνε μόνα μαζί του. Ο κατηγορούμενος καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε επί των δύο ανηλίκων όταν έμενε μόνος του μαζί τους στο σπίτι του προέβαινε σε σεξουαλικές πράξεις και με τα δύο παιδιά.»

 

Έχουμε παραθέσει ανωτέρω αυτούσιο το απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τη σεξουαλική κακοποίηση και των δύο ανηλίκων.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του κατέγραψε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Ν.91(I)/2014 για αδικήματα σεξουαλικής πράξης με παιδί όταν γίνεται κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής πάνω στο παιδί όπως και χρήση εξαναγκασμού, αλλά και τα αδικήματα όπου ο κατηγορούμενος προκάλεσε παιδί που δεν έχει φτάσει σε ηλικία συναίνεσης να γίνει μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης διά βίου εφόσον οι παραπονούμενοι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας κάτω των 13 ετών.

 

Με αναφορά στη νομολογία τόνισε τόσο τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε ο Ν.91(I)/2024 που δεν είναι άλλος από την προστασία των παιδιών παραπέμποντας στην υπόθεση ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΠΑΤΟΥΡΗ, Ποινική Έφεση 51/2020, ημερομηνίας 3.12.2020, αλλά και σε νομολογία στην οποία έχει υπογραμμιστεί ότι τα σεξουαλικά αδικήματα ως εκ της φύσης τους μειώνουν και καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξευτελίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση του θύματος, στιγματίζοντας πολλές φορές ακατάλυτα και για τρόπο απρόβλεπτο τη ζωή του και τον ψυχικό του κόσμο. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση σε νομολογία όπου το θύμα είναι παιδί. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Γ.E. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 61/2020 και 64/2020, ημερομηνίας 14.7.2022, Ν.Σ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 99/2021, ημερομηνίας 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B183, Σ.Λ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 155/2019, ημερομηνίας 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, ΜΑΚΡΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 181/2019, ημερομηνίας 7.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:B312 αλλά και στη Ν.Σ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 184/2015, ημερομηνίας 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72 όπου χαρακτηριστικά αναφέρθηκε ότι «η αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα ανησυχούν ιδιαίτερα τα Δικαστήρια. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και τον ευαίσθητο κόσμο του αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό».

 

Ορθά, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα προβάλλει ακόμα πιο επιτακτική εν όψει της έξαρσης που παρατηρείται. Προέχει η προστασία του έννομου αγαθού της ανηλικότητας από συμπεριφορές οι οποίες προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε σειρά ειδεχθών σεξουαλικών πράξεων εναντίον των ανηλίκων καταχρώμενος τη σχέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε στους ανήλικους οι οποίοι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων βρίσκονταν στην πολύ τρυφερή ηλικία των 5 και 7 ετών αντίστοιχα και ήταν παιδιά ιδιαίτερα ευάλωτα σε σεξουαλική κακοποίηση εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η μητέρα τους τα άφηνε μόνα μαζί του. Το ευάλωτο των θυμάτων επίσης υπογραμμίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως επιβαρυντικός παράγοντας όπως και το γεγονός ότι διέμεναν στον ίδιο χώρο αλλά και ότι υπήρξε και εξαναγκασμός των δύο παιδιών να συμμετέχουν στις επίδικες σεξουαλικές πράξεις αφού παρά το ότι τα παιδιά του έλεγαν να σταματήσει, εντούτοις συνέχιζε την κακοποιητική συμπεριφορά του, χαστούκιζε στο μάγουλο την ανήλικη παραπονούμενη και απείλησε τον ανήλικο παραπονούμενο ότι θα τον δείρει.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στις ίδιες τις πράξεις τις οποίες προέβαινε ο κατηγορούμενος που δεν ήταν απλά σεξουαλικά αγγίγματα αλλά πράξεις συνεπεία των οποίων τα παιδιά ένιωθαν πόνο, λύπη και θυμό. Προέβαινε δε στις άρρωστες πράξεις του εναντίον κάθε ενός από τους παραπονούμενους πολλές φορές στην παρουσία του άλλου παιδιού προκαλώντας έτσι τα δύο παιδιά να γίνουν μάρτυρες σεξουαλικής κακοποίησης το ένα του άλλου. Τονίστηκε επίσης η μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχε ο κατηγορούμενος με τους παραπονούμενους, αλλά και η χρονική περίοδος που αφορά η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου η οποία διήρκησε ένα μήνα και ήταν συνεχής αφού έγινε πολλές φορές στο διάστημα αυτό.

 

Έλαβε επίσης υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο την όλη αναστάτωση και τις σοβαρές αρνητικές συνέπειες που προκάλεσε στους ανήλικους παραπονούμενους η συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Ο ανήλικος έχει διαγνωστεί με σύνθετη διαταραχή μετατραυματικού στρες ενώ και τα δύο παιδιά παρουσίασαν σεξίζουσα συμπεριφορά εναντίον του προσωπικού και των άλλων παιδιών που βρίσκονταν στην Παιδική Στέγη ενώ η οριοθέτησή τους επιτεύχθηκε μόνο μετά από τη θεραπευτική παρέμβαση ειδικών.

 

Τέλος, λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, ως ήταν δικαίωμά του, δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή δίκης η οποία έθεσε τους ανήλικους παραπονούμενους στη δύσκολη θέση να βιώσουν ξανά τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Τόνισε δε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε επέδειξε μεταμέλεια για τις κολάσιμες πράξεις του.

 

Ως όφειλε, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που τέθηκαν ενώπιόν του από τον συνήγορο του κατηγορουμένου τις οποίες και αναφέρει με λεπτομέρεια στην απόφασή του. Ορθά σημείωσε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως τα επίδικα, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεχτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και το γεγονός ότι ο νόμος θέλει να προστατεύσει το παιδί, καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου δευτερεύουσας σημασίας.

 

Έλαβε επίσης υπόψη του τον χρόνο που διέρρευσε από τη μέρα διάπραξης των επίδικων αδικημάτων μέχρι τη μέρα που το Κακουργιοδικείο κλήθηκε να του επιβάλει ποινή. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η πρώτη φορά που η μητέρα των παιδιών κατήγγειλε τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία ήταν στις 9.10.2016 αλλά τότε ο κατηγορούμενος αν και ενημερώθηκε για την καταγγελία, όχι από επίσημη πηγή, δεν κλήθηκε να δώσει κατάθεση καθ' ότι τα παιδιά δεν ήταν σε θέση να δώσουν οπτικογραφημένη κατάθεση λόγω της περιορισμένης λεκτικής τους ικανότητας και του περιγραφικού τους λόγου που είχε ως αποτέλεσμα να αρχειοθετηθεί η υπόθεση μετά από οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας. Σημείωσε ότι η ανήλικη μπόρεσε να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση στις 21.11.2019 ενώ ο ανήλικος έδωσε την πρώτη του οπτικογραφημένη κατάθεση στις 31.1.2020. Ο κατηγορούμενος και πάλι δεν κλήθηκε να δώσει ανακριτική κατάθεση λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και της κατάστασης της υγείας του και τελικά έδωσε κατάθεση στις 19.9.2020. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι για σκοπούς εξέτασης του θέματος της καθυστέρησης, αυτή θα ήταν η μέρα που θα έπρεπε να αρχίσει να υπολογίζεται ο χρόνος παραπέμποντας στην ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 100. Διαγράφοντας ακολούθως την πορεία της παρούσας υπόθεσης από την καταχώρισή της στο Δικαστήριο στις 31.3.2021, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι για ένα μέρος της καθυστέρησης φέρει ευθύνη ο κατηγορούμενος. Σημείωσε ότι κλήθηκε το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή 6 χρόνια και 9 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και 2 χρόνια και 9 μήνες από την ημερομηνία που έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία.

 

Ορθά κατέληξε ότι θα έπρεπε να επιβληθούν στον κατηγορούμενο ποινές φυλάκισης. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρούμε ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν ιδιαίτερα στις κατηγορίες 6 και 8 είναι υπερβολικές. Αντίθετα, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, θεωρούμε ότι δικαιολογείται η αύξησή τους. Ούτε συμμεριζόμαστε τις θέσεις της Υπεράσπισης ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο όλες οι προσωπικές του περιστάσεις αλλά και ο χρόνος που μεσολάβησε. Θεωρούμε ότι όλα τα επιχειρήματα της Υπεράσπισης περί υπερβολικότητας των ποινών είναι άνευ ερείσματος και συνεπώς η Ποινική Έφεση 128/2023 απορρίπτεται στην ολότητά της.

 

Σε ό,τι αφορά την Ποινική Έφεση 132/2023, θεωρούμε ότι έχει δίκαιο η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες αυτές είναι έκδηλα ανεπαρκείς, λόγω αναντιστοιχίας τους με τη σοβαρότητα της υπό κρίση υπόθεσης. Τονίζουμε ξανά τα επιβαρυντικά στοιχεία που υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση. Τούτα συμπεριλαμβάνουν κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε ο εφεσίβλητος στους ανήλικους, την πολύ νεαρή και τρυφερή ηλικία των ανηλίκων, πέντε και επτά χρονών, αλλά και την ευαλωτότητά τους. Οι ίδιες οι πράξεις στις οποίες προέβαινε ο εφεσίβλητος και τα συναισθήματα και κατάλοιπα που άφησαν σε αυτούς, καθώς επίσης η μεγάλη διαφορά ηλικίας του εφεσίβλητου με τους παραπονούμενους αλλά και η χρονική περίοδος εντός της οποίας εκδηλώθηκε η εγκληματική δραστηριότητα του εφεσίβλητου που διήρκησε ένα μήνα και ήταν συνεχής στο διάστημα αυτό επίσης είναι ένας ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας που δεν φαίνεται να αντικατοπτρίζεται στην ποινή. Το γεγονός επίσης ότι υπήρχε εξαναγκασμός των ανηλίκων να συμμετέχουν στις επίδικες σεξουαλικές πράξεις αλλά και το γεγονός ότι ανάγκαζε τα δύο παιδιά να γίνουν μάρτυρες σεξουαλικής κακοποίησής το ένα του άλλου, κατά την άποψή μας δικαιολογούν επίσης την αύξηση των ποινών. Επαναλαμβάνουμε, τέλος, τις αρνητικές και σοβαρές συνέπειες που είχε η συμπεριφορά του εφεσίβλητου στους ανήλικους παραπονούμενους αλλά και το γεγονός ότι η μη παραδοχή του εφεσίβλητου, ως ήταν δικαίωμά του, έθεσε και τους δύο ανήλικους στη δύσκολη θέση να βιώσουν ξανά τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων.

 

Παραπέμπουμε εκ νέου στη σχετικά πρόσφατη απόφασή μας Μ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ανωτέρω) και τα όσα έχουμε αναφέρει σε αυτήν αναφορικά με την επιβολή ποινών σε αδικήματα όπως αυτά υπό εξέταση, όπως και τις επίσης πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Κ. Π., Ποινική Έφεση 74/2025, ημερομηνίας 8.12.2025 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. M.Ι., Ποινική Έφεση 217/2023, ημερομηνίας 18.5.2026 όπου διαπιστώθηκε η ανάγκη αύξησης των ποινών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα. Θεωρούμε ότι τα ίδια ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή δικαιολογείται η αύξηση των ποινών που έχουν επιβληθεί πρωτόδικα. Οι ποινές διαμορφώνονται ως κατωτέρω:

 

·        Στην κατηγορία 1 η ποινή φυλάκισης των 7 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 8 ετών.

·        Στην κατηγορία 2 η ποινή φυλάκισης των 4 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 8 ετών.

·        Στην κατηγορία 3 η ποινή φυλάκισης των 9 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 11 ετών.

·        Στην κατηγορία 5 η ποινή φυλάκισης των 4 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 8 ετών.

·        Στην κατηγορία 6 η ποινή φυλάκισης των 9 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 11 ετών.

·        Στην κατηγορία 7 η ποινή φυλάκισης των 5 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 7 ετών.

·        Στην κατηγορία 8 η ποινή φυλάκισης των 11 ετών παραμένει ως έχει.

·        Στην κατηγορία 10 η ποινή φυλάκισης των 4 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 8 ετών.

·        Στην κατηγορία 11 η ποινή φυλάκισης των 3 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 7 ετών.

·        Στην κατηγορία 12 η ποινή φυλάκισης των 4 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 5 ετών.

·        Στην κατηγορία 13 η ποινή φυλάκισης των 4 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 5 ετών.

·        Στην κατηγορία 14 η ποινή φυλάκισης των 4 ετών αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης 7 ετών.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η  έφεση 128/2023 απορρίπτεται στην ολότητα της. Η ποινική έφεση 132/2023 επιτυγχάνει με την αύξηση των ποινών φυλάκισης ως έχει ανωτέρω αναφερθεί. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και η έκτισή τους θα προσμετρά από τις 22.5.2023, που ο εφεσίβλητος τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση.

 

Κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση παραμένει ως έχει.

 

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο