ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α. v. CNP ASFALISTIKI LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.: 188/2019, 126/2021, 29/10/2026
print
Τίτλος:
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α. v. CNP ASFALISTIKI LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.: 188/2019, 126/2021, 29/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 188/2019

Σχ. με Πολιτική Έφεση Αρ.: 126/2021)

 

 

29 Οκτωβρίου 2026

 

 [Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 188/2019)

 

1.    ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ

2.    ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΛΑΟΥΡΗ

3.    ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ

 

Εφεσείοντες/Εναγόμενοι

v.

 

CNP ASFALISTIKI LIMITED

 

Εφεσίβλητης/Ενάγουσας

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 126/2021)

 

P.L.M. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ

 

Εφεσείουσα/Ενάγουσα

v.

 

CNP ASFALISTIKI LIMITED

 

Εφεσίβλητης/Εναγομένης

 

--------------------

 

 

Α. Αλεξάνδρου, για Εφεσείοντες στην 188/2019

Μ. Γαβριηλίδης, για Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείουσα στην 126/2021

Γ. Χατζηγιώργης με Μ. Παναγιώτου και Ν. Χριστοφόρου (κα), για Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητη και στις δύο εφέσεις.

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Το ιστορικό των γεγονότων τα οποία αφορούν την ενώπιον μας διαφορά ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η εταιρεία PLM Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης Λτδ (εφεξής «η PLM») λειτουργούσε για χρόνια ως αντιπρόσωπος ασφαλειών της Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ, στη βάση του προϊσχύσαντος περί Ασφαλιστικών Εταιρειών Ν.72/1984.

 

Δυνάμει συμφωνίας ημερ. 1.11.99 η PLM συμφώνησε να λειτουργεί, ως αντιπρόσωπος ασφαλειών της Laiki Insurance Agencies Ltd. Η τελευταία είναι εξ ολοκλήρου θυγατρική της μητρικής Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ, η οποία από τις 19.7.13 μετονομάστηκε σε CNP Asfalistiki Ltd (εφεξής «η CNP»), όπως φαίνεται και στον τίτλο της κάθε έφεσης. Πριν τη μετονομασία της και δη κατά το 1999 εξαγόρασε τη Φιλική Ασφαλιστική, εντάσσοντας τη στον όμιλο της. Κατά την εξαγορά το χρεωστικό υπόλοιπο της PLM προς τη CNP ήταν Λ.Κ.82.361,81 και μεταφέρθηκε στις 22.5.00 στον λογαριασμό υπ’ αρ. Α4470009, τον οποίον η θυγατρική Laiki Insurance Agencies Ltd τηρούσε ήδη για τις δοσοληψίες της με την PLM.

 

Το 2002 θεσπίστηκε ο περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Ν.35(Ι)/02, ο οποίος κατήργησε τον παλαιότερο Νόμο. Στις 7.12.04 η CNP και η PLM υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία με την οποία η πρώτη διόρισε τη δεύτερη ως  ασφαλιστική σύμβουλο (διαμεσολαβητή) με σκοπό τη σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων και την είσπραξη των ασφαλίστρων, εκ μέρους της, έναντι προμήθειας. Οι Μιχάλης Ανδρέου, Κωστάκης Λαούρη και Πολύδωρος Πολυδώρου εγγυήθηκαν την πιστή τήρηση της μεταγενέστερης αυτής συμφωνίας, υπό της PLM, της οποίας ήταν όλοι μέτοχοι και διευθυντές (εφεξής «οι Εγγυητές»). Με άλλο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας, η PLM συμφώνησε όπως οι ασφαλιστικές εργασίες, που μέχρι τότε είχε με τη θυγατρική Laiki Insurance Agencies Ltd, μεταφερθούν στη μητρική CNP.

 

Στις 13.6.06 η CNP κατήγγειλε στον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών (εφεξής «ο Έφορος») ότι η PLM καθυστερούσε να καταβάλει εισπραχθέντα ασφάλιστρα, με αποτέλεσμα ο Έφορος κατόπιν διερεύνησης την οποία διεξήγαγε, να διαγράψει την PLM από το Μητρώο Ασφαλιστικών Συμβούλων. Εξαιτίας της διαγραφής αυτής, η CNP, με επιστολή της ημερ. 3.8.06 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία ημερ. 7.12.04 και κάλεσε την PLM να καταβάλει το άμεσα πληρωτέο ποσό των Λ.Κ.152.114,68 και να  τής παραδώσει τον κατάλογο πελατών, οι οποίοι χρωστούσαν ασφάλιστρα. Ελλείψει ανταπόκρισης από την PLM, η CNP απευθύνθηκε στους ασφαλιζόμενους απευθείας, ζητώντας από τους ίδιους τις σχετικές πληροφορίες και στοιχεία.

 

Συνεπεία των πιο πάνω, η PLM προχώρησε με την καταχώριση της υπ’ αρ. 3189/06 αγωγής εναντίον της CNP, αξιώνοντας αποζημιώσεις για αντισυμβατική επέμβαση στο πελατολόγιο της και για δυσφήμιση. Στην αγωγή αυτή η CNP καταχώρισε Ανταπαίτηση στις 20.5.08 διεκδικώντας Λ.Κ.189.971,26 και ή το ισόποσον σε €324.585,16, ως οφειλόμενο ποσό για εισπραχθέντα ασφάλιστρα, συν τόκους από 31.7.06. Ας σημειωθεί πως η αρχική απόρριψη της αγωγής και η απόφαση στην ανταπαίτηση αυτή, ημερ. 19.2.13, ακυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο διέταξε την επανεκδίκαση, με απόφαση του ημερ. 19.12.19.      

 

Λίγους μήνες μετά την ανταπαίτηση της και δη στις 14.11.08, η CNP καταχώρισε και την υπ’ αρ. 2732/08 αγωγή εναντίον των τριών προαναφερθέντων Εγγυητών, διεκδικώντας και από αυτούς το ποσό των Λ.Κ.189.971,26, ως οφειλόμενο δυνάμει της εγγύησης τους. Η αγωγή αυτή ολοκληρώθηκε στις 27.2.19 (πριν τη διαταγή επανεκδίκασης στην παλαιότερη αγωγή), με απόφαση υπέρ της ενάγουσας CNP και εις βάρος των εναγομένων Εγγυητών, όμως για μικρότερο από το αξιωθέν ποσό και δη για το ποσό των €147.955,09, συν τόκους 9% από 3.8.06. Πρόκειται για την απόφαση την οποία προσβάλλουν τόσον οι Εγγυητές, Εφεσείοντες 1, 2, 3, με την ως άνω έφεση τους υπ’ αρ. 188/19 όσον και η CNP, Εφεσίβλητη, με αντέφεση (εφεξής «η πρώτη απόφαση», «η πρώτη έφεση» και «η αντέφεση», αντίστοιχα).

 

Η επανεκδίκαση στην αγωγή, υπ’ αρ. 3189/06, ολοκληρώθηκε στις 9.3.21. Με την απόφαση του το πρωτόδικο Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) απέρριψε ξανά την αξίωση της ενάγουσας PLM και εξέδωσε απόφαση στην Ανταπαίτηση υπέρ της εναγομένης CNP για το αξιωθέν ποσόν των €324.585,16 συν τόκους προς 9% ετησίως από 31.7.06. Πρόκειται για την απόφαση την οποία προσβάλλει η PLM, Εφεσείουσα, στην ως άνω έφεση της υπ’ αρ. 126/21 (εφεξής «η δεύτερη απόφαση» και «η δεύτερη έφεση»).

 

Έφεση αρ. 126/21 – Απόφαση εναντίον της Πρωτοφειλέτιδος

 

Κρίνουμε ότι προέχει η εξέταση της έφεσης κατά της δεύτερης απόφασης, αφού με δεδομένο ότι με αυτή διαπιστώθηκε χρέος της πρωτοφειλέτιδος PLM, έπεται πως στην περίπτωση ακύρωσης της, θα επηρεαστεί και η όποια ευθύνη των Εγγυητών της για τυχόν καταβολή οποιουδήποτε ποσού, ενώ δεν ισχύει το αντίθετο, υπό την έννοια ότι ο τυχόν περιορισμός του ποσού για το οποίο ευθύνονται οι Εγγυητές δεν επηρεάζει κατ’ ανάγκην την οφειλή της πρωτοφειλέτιδος PLM.  

 

Εξετάζοντας τους τρεις λόγους έφεσης θα πρέπει να παρατηρήσουμε ευθύς εξαρχής ότι απέχουν παρασάγγας από τη σαφήνεια και ακρίβεια, η οποία θα έπρεπε να τους χαρακτηρίζει. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «προέβη σε λανθασμένη εκτίμηση των επίδικων θεμάτων», με τον δεύτερο λόγο ότι «προέβη σε εσφαλμένη αξιολόγηση της μοναδικής μαρτυρίας της Ενάγουσας …. και … της μαρτυρίας της Εναγόμενης» και με τον τρίτο λόγο ότι «αυθαίρετα το Δικαστήριο κατέληξε στα ευρήματα και την υιοθέτηση της ανταπαίτησης της εναγομένης». Τις νομολογιακές αρχές, εν σχέσει με τη σύνταξη λόγων έφεσης, συνόψισε εμπεριστατωμένα πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 242/2011, ημερ. 7.9.26 ως εξής:

 

«Να υπενθυμίσουμε ακόμη ότι οι Λόγοι Έφεσης επιβάλλεται να είναι σαφείς και ακριβείς, δηλαδή να συγκεκριμενοποιούν με καθαρότητα τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, όχι μόνο για να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο αυτοί είναι βάσιμοι ή όχι, αλλά και για να δίδεται η δυνατότητα στην άλλη πλευρά να τους αντικρούσει. Αόριστοι, γενικοί και συγκεχυμένοι Λόγοι Έφεσης, εξομοιώνονται με ανύπαρκτους.»

 

Έχουμε παραθέσει verbatim τους λόγους έφεσης, που περιέχονται στη δεύτερη έφεση. Είναι εμφανές ότι σε κανέναν εξ αυτών δεν καταγράφεται με καθαρότητα κάποια συγκεκριμένη πλημμέλεια της δεύτερης απόφασης, την οποίαν προσβάλλει η PLM. Στην πραγματικότητα πρόκειται για αόριστους και γενικούς λόγους, οι οποίοι, ως αναφέρεται και στην προαναφερθείσα υπόθεση Παπακοκκίνου, εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και υπό κανονικές περιστάσεις η δεύτερη έφεση υπόκειται σε απόρριψη και μόνο για αυτόν τον λόγο.

  

Με αναφορά στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Tricor Ltd, Πολ. Έφ. 28/2023, ημερ. 6.7.23, ECLI:CY:AD:2023:D98, υπενθυμίζουμε αφενός ότι και η αιτιολογία «… αναμένεται πως θα χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, βραχυλογία και αναγκαία λεπτομέρεια, αλλά και να συνδέεται άμεσα (εξ ου και ο όρος), με τους αντίστοιχους λόγους έφεσης» και αφετέρου ότι είναι ανεπίτρεπτη η «άμεση ή έμμεση ... οιονεί προσθήκη αυτοτελών λόγων έφεσης, στην ρύμη (όμως της αιτιολογίας), και όχι διά της πρέπουσας δικονομικής μεθόδου στο προβλεπόμενο πεδίο προσδιορισμού των λόγων έφεσης στο εφετήριο». Στην παρούσα, ούτε στην αιτιολογία εντοπίζεται η απαιτούμενη λεπτομέρεια ή ακόμα και η σύνδεση με ό,τι έχει συμπεριληφθεί στους λόγους έφεσης. Παρά ταύτα, προσπαθήσαμε μέσα από την αιτιολογία και το περίγραμμα να εντοπίσουμε έστω κάποια επιχειρήματα της PLM τα οποία θα μπορούσαν, υπό μια κάπως πιο ευρεία οπτική, να προσελκύσουν την εξέταση και σχολιασμό σε αυτό το στάδιο.

 

Εντός του πιο πάνω πλαισίου στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης εντοπίσαμε δύο γενικά επιχειρήματα. Εστιάζονται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε βαρύτητα στις θέσεις πρώτον για το ζήτημα της επέμβασης στο πελατολόγιο και δεύτερον για το ζήτημα του τερματισμού της συμφωνίας με απατηλά και δόλια μέσα.

 

Ως προς το πρώτο ζήτημα ήταν η θέση του Μιχάλη Ανδρέου, Μ.Ε.1, ότι μετά τον τερματισμό (3.8.06) η CNP απέστειλε επιστολές σε ασφαλιζόμενους, πράγμα το οποίο προκάλεσε στην PLM απώλεια «πελατών» και κατ’ επέκταση απώλεια εσόδων. Από πλευράς της CNP ήταν παραδεκτό ότι η ίδια είχε επικοινωνήσει απευθείας με πελάτες για τους οποίους δεν υπήρχαν στοιχεία πως είχαν πληρώσει τα ασφάλιστρα τους, ότι ακύρωσε τα συμβόλαια αυτών και ότι τους κάλεσε να παρουσιάσουν στοιχεία σε περίπτωση που είχαν ήδη καταβάλει τα ασφάλιστρα τους προς την PLM. Η δική μας κρίση είναι ότι σε καμμιά περίπτωση δεν ευσταθεί το παράπονο της PLM. Ο ευπαίδευτος πρόεδρος ασχολήθηκε επισταμένα με το θέμα. Έθεσε μάλιστα και το ερώτημα κατά πόσον οι ασφαλισμένοι ήταν πράγματι πελάτες της ενάγουσας PLM ή της εναγομένης CNP, το οποίο και απάντησε ως εξής:

 

«Σαφέστατα η απάντηση είναι πως ήταν πελάτες της εναγόμενης. Σε κάθε σύμβαση θα πρέπει να υπάρχει αντάλλαγμα (αντιπαροχή). Το αντάλλαγμα έναντι των καταβληθέντων ασφαλίστρων ήταν η ασφαλιστική κάλυψη που προσφερόταν μέσω των εκάστοτε ασφαλιστηρίων εγγράφων. Την ασφαλιστική αυτή κάλυψη την προσέφερε η εναγόμενη προς τους αντισυμβαλλόμενους, ασφαλισμένους, πελάτες της. Έναντι αυτής θα είχαν αγώγιμο δικαίωμα σε περίπτωση μη κάλυψης βάσει των όρων του εκδοθέντος ασφαλιστηρίου εγγράφου. Η ενάγουσα επί του προκειμένου ήταν απλά διαμεσολαβητής (έναντι προμήθειας και στη βάση δικής της ξεχωριστής συμβατικής σχέσης με την εναγόμενη) στο να επιτευχθεί η πιο πάνω συμφωνία. Συνεπώς η απαίτηση της ενάγουσας σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τις επιστολές του τύπου των τεκμηρίων 17Α, 17Β και 29 και της γενικότερης αξίωσης για υφαρπαγή και/ή απόσπαση πελατών ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη σε απόρριψη. Ούτως ή άλλως καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς ενάγουσας είτε για το εύρος είτε για την απορρέουσα χρηματική ζημιά ενός τέτοιου εγχειρήματος υφαρπαγής πελατών».  

 

Προσθέτουμε πως, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Specific Contracts, 27η έκδοση, §31-017, ο αντιπρόσωπος ασφαλιστικής εταιρείας, ο οποίος εργάζεται με προμήθεια (ή ως εργοδοτούμενος) κανονικά ενεργεί για την ασφαλιστική εταιρεία, παρόλο που η εξουσία του δυνατόν να μην εκτείνεται πέραν της υποβολής προτάσεων ασφάλισης. Δεν κρίνουμε ότι χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο στα πιο πάνω, πέραν του να υπενθυμίσουμε αφενός, ότι με βάση το Άρθρο 161 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, η αντιπροσωπεία λύεται δια της ανακλήσεως της πληρεξουσιότητος υπό του αντιπροσωπευομένου και αφετέρου, ότι στην παρούσα οι προαναφερθείσες ενέργειες της CNP έλαβαν όλες χώραν μετά τον τερματισμό στις 3.8.06 της συμφωνίας διαμεσολάβησης, ήτοι μετά τη λήξη της αντιπροσωπευτικής σχέσης μεταξύ της CNP και της PLM.   

 

Εν σχέσει με το ζήτημα του τερματισμού, το μόνο το οποίο εντοπίζουμε στην αιτιολογία είναι τη θέση της PLM πως συνιστούσε δόλια μεθόδευση η «καταγγελία» προς τον Έφορο για μη απόδοση των  ασφαλίστρων στη CNP. Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση. Παραπέμπουμε στο Άρθρο 179(1)(η) του ισχύοντος τότε περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Ν.35(Ι)/02, βάσει του οποίου ο Έφορος είχε την εξουσία διαγραφής συμβούλου (διαμεσολαβητή) από το Μητρώο σε περίπτωση παραβίασης, σε σημαντικό βαθμό, των όρων της σύμβασης διαμεσολάβησης, περιλαμβανομένων των όρων οικονομικής συνεργασίας με την ασφαλιστική επιχείρηση (εταιρεία). Στην παρούσα, ο Έφορος μόνο μετά που διερεύνησε ο ίδιος την καταγγελία της CNP, προχώρησε με επιστολή του ημερ. 13.7.06 στη διαγραφή της PLM από το Μητρώο Ασφαλιστικών Συμβούλων (Τεκμήριο 9).

 

Όπως ορθώς επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Μετά τη διαγραφή, η CNP είχε αυτοτελές δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία διαμεσολάβησης με βάση τον Όρο 11(δ)(viii) της επίδικης συμφωνίας, χωρίς να απαιτείτο η υπό άλλες περιστάσεις επιβαλλόμενη, τρίμηνη προειδοποίηση. Υπό τις συγκεκριμένες πιο πάνω περιστάσεις δεν συμφωνούμε ότι η καταγγελία στον Έφορο συνιστούσε απάτη ή δόλο εκ μέρους της. Άλλωστε, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως, με βάση το Άρθρο 52 του ισχύοντος τότε Ν.35(Ι)/02, κάθε ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούτο να ανακοινώνει στον Έφορο «κάθε μεταβολή που επάγεται σε συνεχή υποχρέωση που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο».

 

Ο πρώτος λόγος υπόκειται σε απόρριψη. 

 

Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης, το παράπονο της PLM αποκρυσταλλώνεται στο μοναδικό επιχείρημα το οποίο εν τέλει περιελήφθη στο περίγραμμα αγόρευσης. Συγκεκριμένα κατέγραψε απλώς τη θέση της ότι η μαρτυρία της «απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, ενώ δεν εντοπίστηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις» και ότι «δεν παρατίθενται συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους η μαρτυρία της Εφεσίβλητης κρίθηκε αξιόπιστη».

 

Η αιτιολογία συνιστά συστατικό της έγκυρης δικαστικής απόφασης. Το τι όμως αποτελεί δέουσα αιτιολογία εξαρτάται από τα περιστατικά και τη φύση της κάθε υπόθεσης (Μιχαηλίδης ν. Παπακυριακού (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 209). Η απόφαση κρίνεται ως ενιαίο σύνολο. Περιεκτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας ικανοποιεί την ανάγκη για αιτιολόγηση της απόφασης (Mustafa ν. Κακουρή κ.ά. (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 165). Μια αιτιολογημένη απόφαση θα πρέπει να περιέχει ανάλυση της μαρτυρίας υπό το φως των επίδικων θεμάτων, διατύπωση συγκεκριμένων ευρημάτων και σαφή δικαστική απόφαση, τα δε Δικαστήρια δεν έχουν καμμιά υποχρέωση να απαντούν σε κάθε επιχείρημα το οποίο τίθεται ενώπιον τους, εκτός και αν κρίνουν ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο (Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238).

 

Συνιστά πάγια νομολογία ότι η αξιολόγηση αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει το πλεονέκτημα να βλέπει και να ακούει τους μάρτυρες. Το Εφετείο δεν επεμβαίνει εκτός εάν διαπιστωθεί ότι τα πρωτόδικα ευρήματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα, αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία (Αντωνίου ν. Suphire (Finance) Ltd (2010) 1 Α.Α.Δ. 317).

 

Στην παρούσα περίπτωση δεν συμφωνούμε με τις αιτιάσεις της Εφεσείουσας PLM, οι οποίες, ως γενικόλογες, είναι ούτως ή άλλως εμφανώς ατεκμηρίωτες. Η αξιολόγηση του Ανδρέου εκτείνεται σε πέντε σελίδες και πληροί όσα επιτάσσει η προαναφερθείσα νομολογία και οι σχετικές αρχές. Θα πρέπει να τονιστεί ότι στον μοναδικό αυτόν μάρτυρα στηρίζετο όλη η εκδοχή της PLM. Η ένορκη μαρτυρία του υπήρξε μακρά και ο πρωτόδικος Δικαστής παρατήρησε εύστοχα πως αυτή «προσέλαβε περισσότερο τη μορφή μιας γενικευμένης ισοπεδωτικής και αόριστης διαμαρτυρίας κατά των χειρισμών της CNP παρά στο να αναδείξει γεγονότα και στοιχεία κατά τρόπο συγκροτημένο, στοχευμένο και πειστικό».

 

Βασικό χαρακτηριστικό της μαρτυρίας του Ανδρέου ήταν ότι με μεγάλη ευκολία παρέπεμπε συνεχώς στην ύπαρξη άλλης προφορικής και γραπτής μαρτυρίας η οποία δήθεν υποστήριζε τις δικές του θέσεις, χωρίς όμως τελικά να κληθεί οποιοσδήποτε τέτοιος μάρτυρας ή να προσκομιστεί οποιοδήποτε τέτοιο στοιχείο κατά την ακρόαση. Τέτοια παραδείγματα ήταν αφενός η μη κλήση του λογιστή ο οποίος σε δικές του καταστάσεις αναφερόταν σε ανατοκισμούς, πανωτόκια και υπερχρεώσεις (Τεκμήρια 26, 27) και αφετέρου η μη προσκόμιση επιστολών διαμαρτυρίας για τη μεταφορά κατά το 2000 του παλαιότερου χρέους της PLM προς τη Φιλική Ασφαλιστική στον λογαριασμό Α4470009, ο οποίος ανοίχθηκε με τη Laiki Insurance Agencies Ltd και συνέχισε με τη CNP, τις οποίες επιστολές υποστήριζε ότι θα αναζητήσει, θα τις βρει και θα τις παρουσιάσει. Ο ισχυρισμός περί διαμαρτυρίας ευρίσκετο σε σαφή αντίθεση με την αδιαμαρτύρητη συνομολόγηση τόσο της συμφωνίας ημερ. 1.11.99 όσο και της επίδικης συμφωνίας ημερ. 7.12.04, καθώς και τη συνέχιση της συνεργασίας, με ανεπιφύλακτη κατάθεση χρημάτων στον πιο πάνω λογαριασμό ο οποίος τηρείτο πλέον με τη CNP.

 

Υπήρξαν όμως και άλλες αντιφάσεις, τις οποίες επισήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Επί παραδείγματι, αντιφάσεις διαπιστώθηκαν εν σχέσει με παλαιότερες δικές του δηλώσεις κατά την ήδη περατωθείσα ακρόαση της αγωγής 2732/08. Με χαρακτηριστικότερες τις αντιφάσεις σχετικά με το υπόλοιπο κατά τον τερματισμό της συμφωνίας στις 3.8.06. Ο πρωτόδικος Δικαστής δικαίως σημείωσε πως επί του ιδίου ουσιαστικού θέματος, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις ο Ανδρέου έδωσε τρεις διαφορετικές εκδοχές, οι δε παλινωδίες αυτές ανεδείκνυαν τον ευκαιριακό και ανειλικρινή τρόπο με τον οποίο ελισσόταν από διαδικασία σε διαδικασία, αναλωθείς σε γενικότητες, αοριστίες και αφορισμούς.

 

Σε σχέση με τον Γιάγκου, Μ.Υ.1, το πρωτόδικο Δικαστήριο, σημείωσε κατ’ αρχάς την προσωπική γνώση που είχε λόγω της δικής του ευθύνης για τη λειτουργία, εποπτεία και παρακολούθηση του επίδικου λογαριασμού, ύστερα υπέδειξε την καθαρότητα και σαφήνεια με την οποία κατέθετε, χωρίς ταλαντεύσεις, ασάφειες ή αμφιβολίες και τέλος κατέληξε ότι ήταν κατατοπιστικός, επεξηγηματικός και πειστικός. Άλλωστε, μεγάλο και ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του όντως παρέμεινε αναντίλεκτο.

 

Καταλήγουμε πως η Εφεσείουσα PLM δεν έθεσε ενώπιον μας οποιοδήποτε στοιχείο ή επιχείρημα το οποίο να στηρίζει τη θέση ότι η αξιολόγηση ήταν εσφαλμένη.

 

Ο δεύτερος λόγος υπόκειται σε απόρριψη.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης η PLM ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε την ανταπαίτηση, χωρίς αυτή να έχει αποδειχθεί επαρκώς με τρόπο πειστικό ή να στηρίζεται σε αξιόπιστα στοιχεία, σε αντίθεση με τη μαρτυρία της PLM, η οποία καταρρίπτει ευθέως την ανταπαίτηση.

 

Η εισήγηση είναι παντελώς αβάσιμη. Όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε, οι διάφορες καταχωρήσεις και το ολικό ποσό του επίδικου λογαριασμού, είχαν αποδειχθεί από την αξιόπιστη μαρτυρία του Γιάγκου. Το τι είχε αποδειχθεί στην άλλη αγωγή ήταν διαφορετικό ζήτημα, εξ ου και απασχολεί κατά την εξέταση της έφεσης των Εγγυητών.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.

    

Έφεση αρ. 189/19 – Απόφαση εναντίον Εγγυητών

 

Η ως άνω έφεση στρέφεται κατά της απόφασης εναντίον των Εγγυητών, στην αγωγή υπ’ αρ. 2732/08. Κατά την πρωτόδικη διαδικασία κατέθεσαν υπέρ της ενάγουσας CNP ο Πανίκος Γιάγκου και ο Ματθαίος Αταλιώτης. Εκ μέρους των εναγομένων Εγγυητών κατέθεσαν ο Μιχάλης Ανδρέου και ο λογιστής Μάριος Τιττώνης. Όπως ορθώς έκρινε και ο πρωτόδικος Δικαστής, καθοριστική επί της εκδοχής που η κάθε πλευρά προωθούσε ήταν η μαρτυρία του Γιάγκου, εκ μέρους της CNP και του Ανδρέου, εκ μέρους των Εγγυητών της PLM. Στο πλαίσιο της έφεσης δεν εγείρεται πάντως οποιοδήποτε ζήτημα για τη μαρτυρία των άλλων δύο μαρτύρων. Μάλιστα η CNP απέσυρε τον λόγο αντέφεσης 9, ο οποίος αφορούσε την αξιολόγηση του δεύτερου μάρτυρα των Εγγυητών.

 

Ο Γιάγκου υπήρξε προϊστάμενος πιστωτικού ελέγχου της Φιλικής Ασφαλιστικής από το 1990 και διατήρησε τη θέση αυτή στη CNP, όταν η τελευταία εξαγόρασε τη Φιλική Ασφαλιστική.

 

Ο Ανδρέου ήταν ο Εναγόμενος 1 στην αγωγή (νυν Εφεσίβλητος 1) και ήταν, όπως και οι άλλοι δύο προαναφερθέντες εγγυητές, μέτοχος και διευθυντής στην PLM, καθώς και ασφαλιστής κατ’ επάγγελμα.

 

Αξιολογώντας τη μαρτυρία ο πρωτόδικος Δικαστής έκρινε τον Γιάγκου ως αξιόπιστο σε σχέση με τα γεγονότα που κατέθεσε ενώ απέρριψε ως μη πειστική τη μαρτυρία του Ανδρέου. Σημείωσε όμως ότι ο τελευταίος είχε δίκαιο σε κάτι το οποίο προέκυπτε και από τη μαρτυρία του Γιάγκου και δη για το ότι, στο συνολικό ποσό που παρουσιάζει η CNP στις δύο καταστάσεις, Τεκμήρια 11 και 12, ως οφειλόμενο, περιλαμβάνεται και χρέωση ποσού για εργασίες γενόμενες πριν τις 7.12.04, ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, Τεκμήριο 2.

 

Καταγράφοντας τα ευρήματα του ο πρωτόδικος Δικαστής και αφού σημείωσε πρώτα την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ημερ. 7.12.04, Τεκμήριο 2, στην οποίαν οι τρεις εναγόμενοι υπέγραψαν ως εγγυητές, προσέθεσε τα εξής:

 

«Ταυτόχρονα, η PLM συμφώνησε και αποδέχθηκε ρητά όπως μεταφερθούν στους Ενάγοντες, οι ασφαλιστικές εργασίες της PLM, με την Laiki Insurance Agencies Ltd ήτοι της θυγατρικής εταιρίας των Εναγόντων, μέσω της οποίας οι Ενάγοντες ασκούσαν προηγουμένως διάφορες από τις ασφαλιστικές εργασίες και δραστηριότητες τους, ως δεόντως εξουσιοδοτημένη Γενικός Αντιπρόσωπος και με την οποία ουσιαστικά διεξαγόταν η προηγούμενη συνεργασία, εργασίες και συναλλαγές με την PLM.

 

Οι Ενάγοντες, αναφορικά με τις συναλλαγές και τις εργασίες της PLM δυνάμει της συμφωνίας, συνέχισαν να τηρούν και να λειτουργούν επ’ ονόματι της PLM το λογαριασμό υπ’ αριθμό Α4470009, στον οποίο βρίσκονταν καταχωρημένες και καταχωρούνταν στη συνέχεια το σύνολο των διαφόρων χρεωπιστώσεων (ασφάλιστρα, προμήθειες, πληρωμές και άλλες γενικής φύσεως εγγραφές) σχετικά με τις εργασίες της PLM με τη Laiki Insurance Agencies Limited. Σ’ αυτόν το λογαριασμό οι Ενάγοντες συνέχισαν να καταχωρούν και να τηρούν τις διάφορες χρεωπιστώσεις, σχετικές με τις εργασίες της PLM με τους Ενάγοντες κατ’ εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας.

 

Οι Εναγόμενοι - εγγυητές της συμφωνίας - κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν μέτοχοι και αξιωματούχοι (διευθυντές και γραμματείς) της PLM, και ήταν και οι τρεις ασφαλιστές στο επάγγελμα. Κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας, η PLM συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες διαμεσολάβησης στους Ενάγοντες, ως ασφαλιστικός σύμβουλος τους. Οι Εναγόμενοι πλήρωναν κατά καιρούς, εκ μέρους της PLM, διάφορα ποσά τα οποία πιστώνονταν στις συνολικές οφειλές της PLM. Οι πληρωμές γίνονταν συνήθως είτε μέσω επιταγών είτε μέσω μετρητών, διαδοχικά από όλους τους Εναγόμενους, οι οποίοι ουδέποτε είχαν διαμαρτυρηθεί για το υπόλοιπο της PLM ή για την πιο πάνω διαδικασία που εφαρμοζόταν στις χρεωπιστώσεις του λογαριασμού. Οι Εναγόμενοι εφοδιάζονταν ανά μήνα με λογιστική κατάσταση - Τεκμήριο 11 – η οποία δείκνυε αναλυτικά την κίνηση του λογαριασμού της PLM, και με κατάσταση που παρουσίαζε την ετήσια ανάλυση των τελευταίων 12 μηνών - Τεκμήριο 12. Στο Τεκμήριο 12 περιλαμβάνεται ως οφειλόμενο το χρηματικό ποσό, προερχόμενο ως οφειλές της PLM προς τη Φιλική Ασφαλιστική Εταιρία Λτδ, ύψους ΛΚ87.823,68 κατά το Νοέμβριο του 2004, ήτοι αμέσως πριν την εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας στις 07.12.2004 και ως φαίνεται μεταφέρθηκε ως υπόλοιπο στο λογαριασμό επί του οποίου ξεκίνησε η νέα συνεργασία στη βάση της επίδικης συμφωνίας. Μεταφορά φαίνεται να έγινε και για το ποσό της παραγωγής μέχρι το Νοέμβριο του 2004, ήτοι ΛΚ137.777,00 ως επιβεβαιώνεται μέσα από το Τεκμήριο 12, και το ύψος αυτής προκύπτει από το Τεκμήριο 24. Επιπλέον σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 χρεώθηκαν τόκοι για το έτος 2004 ύψους ΛΚ7.364,00 - βλέπε Τεκμήριο 21 - και τόκοι για το ποσό ΛΚ8.844,00 για το έτος 2005 - βλέπε Τεκμήριο 26. Γίνεται αντιληπτό ότι οι τόκοι για το 2003 είναι ενσωματωμένοι εντός του ποσού των ΛΚ87.823,68 το οποίο μεταφέρθηκε ως οφειλή προ της 07.12.2004 που υπογράφθηκε η επίδικη συμφωνία».

(έμφαση δοθείσα)

 

Ακολούθησε η καταγραφή των γεγονότων τα οποία αφορούν τον τερματισμό και η διαπίστωση ότι, μετά τις χρεωπιστώσεις οι οποίες ακολούθησαν την επικοινωνία με τους ασφαλισμένους, το αποκρυσταλλωθέν ως οφειλόμενο για όλη τη συνεργασία, συμπεριλαμβανομένων και εργασιών προ της επίδικης συμφωνίας ανήλθε σε €325.703,76 (Λ.Κ.190.625,94).

 

Εξετάζοντας τη νομική πτυχή ο πρωτόδικος Δικαστής δέχθηκε τη συνομολόγηση συμφωνίας στις 7.12.04 και ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος πλην όμως εντόπισε δικογραφικό πρόβλημα (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826). Συγκεκριμένα, επεσήμανε ότι η δικογραφημένη συμφωνία, δυνάμει της οποίας διεκδικεί ασφάλιστρα η CNP, είναι η συμφωνία ημερ. 7.12.04. Οπότε έκρινε ότι οποιοδήποτε ποσό προκύπτει ως οφειλόμενο πλην όμως προέρχεται από εργασίες ή συνεργασία που δεν καλύπτεται από την εν λόγω συμφωνία, δεν νοείται ότι καλύπτεται και δικογραφικά και ως εκ τούτου είναι αφαιρετέο. Έτσι, αφαίρεσε: (1) το ποσόν των Λ.Κ.87.823,68, που θεώρησε ότι ήταν οι οφειλές της PLM προς τη Φιλική Ασφαλιστική κατά τον Νοέμβριο του 2004, (2) τα ποσά των Λ.Κ.7.364 και Λ.Κ.8.844, που ήταν οι τόκοι επί του εν λόγω ποσού για το 2004 και το 2005, ως είχαν διαπιστωθεί στα ευρήματα. Αφαιρώντας τα τρία αυτά ποσά, κατέληξε ότι το πραγματικό οφειλόμενο ήταν €147.955,09, για το οποίο και εξέδωσε απόφαση [325.703,76-(150.055,66+12.582,14+ 15.110,87)].

 

Λόγοι Έφεσης και Αντέφεσης (Πολ. Έφ. 188/19)

 

Στο περίγραμμα τους οι Εγγυητές αναγνωρίζουν ότι οι πρώτοι πέντε λόγοι έφεσης «είναι αλληλένδετοι και άπτονται ουσιαστικά της μαρτυρίας που παρουσίασε η CNP», εξ ου και αναπτύσσουν τους λόγους αυτούς ενιαία. Στην πραγματικότητα, στο στόχαστρο των συγκεκριμένων λόγων ευρίσκεται η πρωτόδικη διαπίστωση περί του ότι οι ίδιοι οφείλουν €147.955,09 αντί να διαπιστωθεί ότι είναι η CNP που οφείλει στην PLM. Να διευκρινίσουμε ότι με τον πέμπτο λόγο υποστηρίζεται πως εσφαλμένα έγινε δεκτή η μαρτυρία του Γιάγκου διότι είχε σοβαρότατα λάθη στις καταστάσεις λογαριασμού. Εξ αυτού κρίνουμε ότι άμεση σχέση με τους πιο πάνω πέντε λόγους έχει και ο έκτος λόγος έφεσης, δεδομένου ότι με αυτόν προβάλλεται αντίστοιχα πως εσφαλμένα απερρίφθη η μαρτυρία των Ανδρέου και Τιττώνη, οι οποίοι υπεδείκνυαν  τα λάθη που παρατηρούνται στους λογαριασμούς.    

 

Κατά παρόμοιο τρόπο και η CNP αναγνωρίζει, στο δικό της περίγραμμα, ότι οι πρώτοι οκτώ λόγοι της αντέφεσης της είναι συναφείς και επάλληλοι επί τω ότι σχετίζονται κατ’ ουσίαν με το, κατά τη θέση τους, σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου «να προβεί σε αφαίρεση ορισμένων συγκεκριμένων ποσών από το τελικό υπόλοιπο με τη δικαιολογία ότι δήθεν προέρχονταν από άλλες συμφωνίες συνεργασίας» της CNP με την PLM. Εξ ου και το ότι ακολουθείται και στο περίγραμμα της CNP ενιαία ανάπτυξη των εναπομείναντων αυτών οκτώ πρώτων λόγων αντέφεσης.

 

Η ουσία της θέσης των Εγγυητών είναι πως ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς κατέληξε ότι η δικογραφημένη συμφωνία είναι ημερ. 7.12.04 και η επίδικη διαφορά αφορά την περίοδο ισχύος της (7.12.04 έως 3.8.06), εντούτοις στη συνέχεια προέβη σε λανθασμένους υπολογισμούς και για αυτό κατέληξε ότι οι Εγγυητές οφείλουν €147.955,09. Είναι προς τούτο ενδεικτικό ότι σε όλους τους λόγους έφεσης, οι Εγγυητές αναφέρονται γενικά σε λανθασμένες μαθηματικές πράξεις, σε απουσία μαρτυρίας (για την παραγωγή, τα ασφάλιστρα, την προμήθεια και το όφελος από ακυρώσεις), σε λανθασμένους αριθμητικούς υπολογισμούς και σε εξόφθαλμα ή σοβαρότατα λάθη, τα οποία παρατηρούνται στις καταστάσεις λογαριασμού. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζουν ότι, όπως αφαίρεσε το ποσό των Λ.Κ.87.823,68 και τους τόκους επ’ αυτού του παλαιού χρέους (προς τη Φιλική Ασφαλιστική), έτσι θα έπρεπε να αφαιρέσει και το ποσό των Λ.Κ.137.777, δηλαδή την παραγωγή ασφαλειών μέχρι τον Νοέμβριο του 2004, άρα περίοδο και πάλι πριν την επίδικη συμφωνία ημερ. 7.12.04. Καταλήγουν μάλιστα στη θέση ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβαινε σε «ορθούς υπολογισμούς και ή σωστές μαθηματικές πράξεις» τότε θα διαπίστωνε ότι η CNP χρωστούσε προς την PLM, την οποίαν οι ίδιοι εγγυήθηκαν. Παρατηρούμε λοιπόν ότι οι βασικοί ισχυρισμοί των Εγγυητών είναι αφενός πως η εγγύηση την οποίαν υπέγραψαν αφορά συναλλαγές μετά τις 7.12.04 και αφετέρου πως η ορθή λογιστική αποτίμηση των συναλλαγών αυτής της περιόδου δεν απολήγει σε χρέος της PLM.

 

Από την άλλη πλευρά, η θεώρηση εκ μέρους της CNP είναι η ακριβώς αντίθετη. Μέσα από τους οκτώ λόγους αντέφεσης υποστηρίζονται οι θέσεις αφενός ότι η βάση της αγωγής ήταν πάντοτε η συμφωνία ημερ. 7.12.04 και αφετέρου ότι δεν υπήρξε σφάλμα στους υπολογισμούς, οπότε όλο το αξιωθέν ποσό των €324.585,16 καθίστατο οφειλόμενο δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ημερ. 7.12.04.

 

Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι βασικές νομοθετικές πρόνοιες για τις συμβάσεις εγγυήσεως περιέχονται στα Άρθρα 84 έως 105 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Όπως συγκεκριμένα προνοείται «σύμβαση εγγύησης» είναι η σύμβαση περί εκπλήρωσης της υπόσχεσης ή της υποχρέωσης τρίτου και δη του πρωτοφειλέτη, σε περίπτωση που δεν την εκπληρώνει ο ίδιος (Άρθρο 84). Κάθε πράξη ή υπόσχεση προς όφελος του πρωτοφειλέτη «δυνατόν να είναι επαρκής αντιπαροχή» για τον εγγυητή, προς παροχή της εγγύησης (Άρθρο 85).Εγγύηση η οποία εκτείνεται και αφορά σε σειρά συναλλαγών συνιστά «συνεχή εγγύηση» (Άρθρο 87) εν αντιθέσει με την «ειδική εγγύηση» (specific) ή άλλως την «απλή εγγύηση», η οποία αφορά μια συγκεκριμένη υποχρέωση ή πράξη ή σειρά συγκεκριμένων (όμως) πράξεων, ως εξηγείται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T. G. & Sons Importing Ltd κ.ά. (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 180, καθώς και στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Π. Γ. Πολυβίου, 2021, Τόμος Β΄, σ. 832. Στην προαναφερθείσα Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω) τονίστηκαν τα εξής:

 

«Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιό ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νούν όταν δόθηκε η εγγύηση (Hefffield v. Meadows (1869) L.R. 4 C.P. 595, 599).»

 

Στο δε αναφερθέν πιο πάνω σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» (ανωτέρω, σ. 831) εξηγείται με παραπομπή στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 27η έκδοση, σ. 1314, η πάγια νομολογιακή θέση ότι «αν ο εγγυητής εγγυηθεί παρελθούσες δοσοληψίες σε αντάλλαγμα της υπόσχεσης του πιστωτή να συνεχίσει να έχει δοσοληψίες με τον πρωτοφειλέτη ή να συνεχίσει να του παραχωρεί περαιτέρω πιστώσεις τότε υπάρχει επαρκής αντιπαροχή».

 

Η ουσιωδέστερη όμως σχετική αρχή του Δικαίου των Συμβάσεων είναι η κωδικοποιηθείσα στο Άρθρο 86 του Κεφ. 149, βάσει του οποίου, εκτός αν προνοείται άλλως στη σύμβαση, ο εγγυητής ευθύνεται σε όποια έκταση ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Αργύρη ν. Χρυσοστόμου (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1362 «[Η] ευθύνη του εγγυητή συνυπάρχει με την ευθύνη του πρωτοφειλέτη εκτός εάν υπάρχει αντίθετη πρόνοια στη σύμβαση». Ο πιστωτής δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον οποιουδήποτε εξ αυτών (δηλαδή πρωτοφειλέτη ή εγγυητή) είτε από κοινού είτε κεχωρισμένως. Εννοείται δε πως στην περίπτωση διαφορετικών διαδικασιών, η κάθε περίπτωση κρίνεται ξεχωριστά και με βάση το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, στην κάθε υπόθεση.

 

Κατ’ αναλογίαν δε προς όσα τονίστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.ά. (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 234 τονίζουμε πως η τυχόν ύπαρξη απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των εγγυητών, οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι στην αγωγή που αφορούσε τον πρωτοφειλέτη και συνεπώς δεν είχαν την ευκαιρία να ακουστούν εκεί. Αντίθετη πορεία θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση του κανόνα φυσικής δικαιοσύνης, καθώς και του Άρθρου 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Οι εγγυητές είναι απόλυτα ελεύθεροι να προβάλουν οποιεσδήποτε υπερασπίσεις προσφέρονται σε αυτούς από το Δίκαιο και η έκδοση απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη δεν τους αποστερεί του εν λόγω δικαιώματος.  

 

Καθίσταται λοιπόν σαφές από τα προηγηθέντα πως το πρώτο ερώτημα αφορά το τι απεδείχθη στη συγκεκριμένη αγωγή (2732/08) ότι ώφειλε η πρωτοφειλέτης PLM. Το ζήτημα αυτό είναι δισκελές, αφού ως τίθεται από πλευράς των Εγγυητών, αφορά αφενός τις χρεωπιστώσεις, ήτοι την ορθή τήρηση του λογαριασμού από αριθμητικής πλευράς και αφετέρου τη νομική ευθύνη της ίδιας της PLM. Με άλλα λόγια, είναι σαφές ότι, προκειμένου να απαλλαγούν οι ίδιοι, οι Εγγυητές αμφισβητούν τόσο την αριθμητική όσο και τη νομική πτυχή.

 

 

Οφειλόμενο ποσό

 

Είναι βεβαίως γνωστή η γενική αρχή πως οι καταστάσεις λογαριασμού δεν αποτελούν αφ’ εαυτών απόδειξη των γεγονότων τα οποία καταγράφονται σε αυτές και πως τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδειχθούν (A. L. Mantovani & Sons v. Christis Travel Tourism Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 156). Πλην όμως, στην παρούσα περίπτωση οι καταστάσεις, Τεκμήρια 11 και 12 δεν προσκομίστηκαν ως έχουσες αυτοδύναμη αποδεικτική αξία. Τόσον αυτές όσον και άλλες οι οποίες ετοιμάστηκαν στη συνέχεια, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, συμπληρώνονταν και επεξηγούντο από την αξιόπιστη μαρτυρία του Γιάγκου για τις καταγραφές που περιέχουν. Αυτός ήταν πρόσωπο το οποίο, εκ της θέσεως του είχε γνώση για τις δοσοληψίες σε όλα τα στάδια της συνεργασίας, ήτοι με τη Φιλική Ασφαλιστική, τη Laiki Asfalistiki Agencies Ltd και τέλος με τη CNP. Η αξιολόγηση του υπήρξε άρτια και δεν εντοπίζουμε οποιονδήποτε λόγο δικής μας επέμβασης.

 

Αξίζει εδώ να διευκρινιστεί πως το Τεκμήριο 11 συνιστά αναλυτική κατάσταση κατά εγγραφή, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις ημερήσιες εγγραφές, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερες λεπτομέρειες για την κάθε διαφοροποίηση όπως π.χ. τον ασφαλιστικό κλάδο (πυρός ή οχήματος), τον αριθμό ασφαλιστηρίου, το αν πρόκειται για ανανέωση ή νέο ασφαλιστήριο, την προμήθεια για τον αντιπρόσωπο, το αν πρόκειται για ακύρωση κ.λπ.

 

Εν αντιθέσει με την πιο πάνω κατάσταση, το Τεκμήριο 12 συνιστά καταστάσεις τις οποίες (παραδεκτώς) παραλάμβανε μηνιαίως η PLM και αυτές παρουσιάζουν  κατά μήνα τα ασφάλιστρα, τις προμήθειες, τις πληρωμές, κάποια τέλη και χαρτόσημα, καθώς και το τελικό οφειλόμενο για κάθε μήνα. Με μια σημαντική διευκρίνιση: Η τελευταία στήλη αναφέρει το άμεσα πληρωτέο στο τέλος εκάστου μηνός, δηλαδή δεν περιλαμβάνει τις χρεώσεις των τελευταίων τριών μηνών εκάστης περιόδου, λόγω της ισχύουσας πιστωτικής περιόδου 90 ημερών, την οποίαν η CNP παρείχε στην PLM.

 

Όπως πολύ ορθά παρατήρησε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν προσκομίστηκαν εκ μέρους των Εγγυητών στοιχεία για πληρωμές οι οποίες να μην λήφθηκαν υπ’ όψιν. Ούτε εντοπίστηκε οποιοδήποτε λάθος σε καταχώρηση στους προαναφερθέντες λογαριασμούς. Κάθε τι που αφορούσε τη συνεργασία με την PLM λήφθηκε υπ’ όψιν και απεικονίζεται στις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού. Είναι δε ενδεικτικό πως ούτε στο περίγραμμα αγόρευσης υποδεικνύεται οποιαδήποτε καταχώρηση στις καταστάσεις λογαριασμού ως αριθμητικό ή μαθηματικό σφάλμα. Εννοείται πως είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα η (εκ των υστέρων) διαφωνία για τη συμπερίληψη στον λογαριασμό Α4470009 του ποσού που χρωστούσε η PLM στη Φιλική Ασφαλιστική.  

 

Παραπονούνται όμως οι Εγγυητές και για όσα ακολούθησαν μετά τον τερματισμό στις 3.8.06, δηλαδή για ακυρώσεις συμβολαίων, για εισπράξεις χρηματικών ποσών στις οποίες προέβη η CNP, καθώς και για δημιουργία νέων συμβολαίων, για τα οποία χρεωνόταν η PLM. Χαρακτηρίζουν τις ενέργειες αυτές ως αυθαίρετες και παράνομες επί τω ότι έλαβαν χώρα μετά τον τερματισμό και με αυτές επιβαρύνθηκε ο επίδικος λογαριασμός. Είναι εμφανές ότι η εισήγηση παραγνωρίζει τα γεγονότα, ως διαπιστώθηκαν πρωτοδίκως.

 

Ταυτόχρονα με τον τερματισμό στις 3.8.06 και δη με το Τεκμήριο 8, η CNP ζήτησε από την PLM καταστάσεις με τα στοιχεία πελατών από τους οποίους εκκρεμούσε η εξόφληση ασφαλίστρων. Εξαιτίας του ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση στο αίτημα αυτό, η CNP υποχρεώθηκε, για όσα ασφαλιστήρια υπήρχε άγνοια ή αβεβαιότητα, να αποστείλει στους ίδιους τους πελάτες ειδοποίηση ακύρωσης, ως το Τεκμήριο 10, οπότε είτε με την επιστροφή του Πιστοποιητικού Ασφάλισης θα πιστώνετο ο πελάτης με την ανάλογη επιστροφή ασφαλίστρων είτε με την κατάδειξη ότι είχε εξοφληθεί το όλον ή μέρος των ασφαλίστρων, θα αποφασίζετο από κοινού με τον πελάτη η περαιτέρω πορεία και θα γίνονταν οι σχετικές λογιστικές αναπροσαρμογές στην κατάσταση λογαριασμού, σε καθεμιά από τις πιο πάνω περιπτώσεις.  

 

Ειδικότερα, η ακύρωση συμβολαίων οδηγούσε σε πίστωση στον λογαριασμό Α4470009 και σε συνεπακόλουθη μείωση του υπολοίπου, δεδομένου ότι η CNP δεν απαιτούσε πλέον καταβολή ασφαλίστρων για τα ακυρωθέντα αλλά και ούτε χρωστούσε προμήθεια για αυτά, οπότε προέβαινε στην ανάλογη χρέωση. Όμως συνέβαινε και το αντίστροφο. Μετά την ακύρωση υπό της CNP, υπήρξαν πελάτες οι οποίοι προσκόμισαν αποδείξεις ότι είχαν καταβάλει τα ασφάλιστρα τους. Σε αυτή την περίπτωση αυξάνετο το υπόλοιπο αφού χρεωνόταν ο λογαριασμός Α4470009, με αντίστοιχη βέβαια προσαρμογή και στις προμήθειες που δικαιούτο η PLΜ. Παρά τις κάποιες αντεγκλήσεις οι οποίες υπήρξαν, εντούτοις καθίσταται σαφές πως και ο Ανδρέου, κατά την αντεξέταση του, δεν αμφισβητούσε τη διαδικασία αυτή. Παραθέτουμε ενδεικτικά από την αντεξέταση του το ακόλουθο απόσπασμα (Πρακτικά, σ. 277):

 

«E. Κύριε μάρτυς, σας υποβάλλω το εξής, η διαδικασία που ακολουθήθηκε με τον τερματισμό ήταν η εξής: Επειδή ακριβώς είχε χρεωθεί ήδη στον λογαριασμό της PLM το ποσό της καθαρής παραγωγής το λοιπόν και είχε... επειδή ακριβώς είχε ήδη χρεωθεί, επειδή ακριβώς με κάθε ανανέωση, κάθε πράξη έκδοσης του συμβολαίου στον λογαριασμό της PLM χρεωνόταν το ασφάλιστρο, χρεωνόταν το ασφάλιστρο, τα άλλα, εντάξει και ταυτόχρονα πιστώνεστο την προμήθεια σας... συμφωνείτε; Για να βάλουμεν μια βάση, συμφωνείτε ότι έτσι εγένετο, ότι με κάθε ανανέωση αυτό εγίνετουν;

Α.   Ναι.

Ε.   Προχωρούμε. Επειδή ακριβώς γινόταν αυτό, με τις ακυρώσεις των συμβολαίων, η Λαϊκή Ασφαλιστική προέβαινε, στο εξής: σας πίστωνε με το ποσό που αναλογούσε στην περίοδο που δεν καλύφθηκε με το ποσό της... ξανά του ασφαλίστρου και των άλλων και σας χρέωνε πάλε για αναλογία για την περίοδο που δεν καλύφθηκε με την προμήθεια, δηλαδή αυτό γινόταν για κάθε συμβόλαιο.

Α.   Και μας χρέωνε την προμήθεια, ενώ μας πίστωνε, μας χρέωνε την προμήθεια.

Ε.   Την αναλογία.

Α.   Σίγουρα την αναλογία, ήταν £30.000».

 

Όπως ορθώς επισήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο πιο πάνω χειρισμός εν τέλει δεν ήταν εις βάρος της PLM αλλά προς όφελος της, από αριθμητικής πλευράς. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 12, το συνολικό υπόλοιπο (χωρίς την τρίμηνη πιστωτική περίοδο) ήταν στις 31.7.06 ύψους Λ.Κ.226.149,38 και, μετά τις πιο πάνω διεργασίες, στις 31.12.06 ήταν ύψους Λ.Κ.169.401,17. Όπως περαιτέρω είχε εξηγηθεί, εξαιτίας του συνόλου των ακυρώσεων, ο λογαριασμός είχε ως πρώτο βήμα πιστωθεί με ποσόν Λ.Κ.151.339,67 και ταυτόχρονα χρεωθεί με ποσόν Λ.Κ.28.314,07, ως την αντίστοιχη αναλογία προμηθειών (που δεν θα δικαιούτο η PLM). Στην πορεία όμως ο λογαριασμός χρεώθηκε και με το ποσό των Λ.Κ.92.881,75, το οποίο αντιστοιχούσε σε ασφάλιστρα, τα οποία οι πελάτες είχαν καταβάλει παλαιότερα στην PLM και για τα οποία προϊόντος του χρόνου προσκόμισαν αποδείξεις στη CNP.

 

Η ουσία όλων των πιο πάνω είναι πως δεν εντοπίζεται αριθμητικό σφάλμα στις πιο πάνω καταστάσεις. Ειδικά για το Τεκμήριο 11 θα πρέπει να επαναλάβουμε πως αποτυπώνει με ακρίβεια όλες τις δοσοληψίες και τις αντίστοιχες λογιστικές καταγραφές, από την 1.11.99 μέχρι και τις 3.3.08 στον λογαριασμό Α4470009, ήτοι λίγο πριν την καταχώριση της αγωγής του 2008. Μεταξύ αυτών είναι και η χρέωση στις 22.5.00 στον λογαριασμό του ποσού των Λ.Κ.82.361,81, για το οποίο είναι δεκτό ότι η PLM το χρωστούσε στη Φιλική Ασφαλιστική κατά την εξαγορά της τελευταίας από τη CNP. Όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 11, οι δοσοληψίες έκτοτε συνεχίστηκαν κανονικά κατά το 2000, το οποίο έκλεισε με χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.89.742,24. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις μηνιαίες καταστάσεις δωδεκαμήνου, δηλαδή το Τεκμήριο 12, από το οποίο διαπιστώνεται ότι το εκ μεταφοράς υπόλοιπο στις 2.1.2001 ήταν το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.89.742,24.

 

Είναι σαφές ότι η PLM γνώριζε για τη χρέωση του πιο πάνω ποσού των Λ.Κ.82.361,81, καθώς και για το εκάστοτε υπόλοιπο, αφού λάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού. Το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι πως η PLM συναίνεσε στη μεταφορά του χρέους προς τη Φιλική Ασφαλιστική αφενός επειδή η ίδια είχε ήδη από 1.1.99 ξεκινήσει συνεργασία με την CNP, μέσω της θυγατρικής του ομίλου, τη Laiki Insurance Agencies Ltd και αφετέρου επειδή ο ίδιος όμιλος είχε κατά το 1999 εξαγοράσει τη Φιλική Ασφαλιστική. Τονίζουμε πως, πέραν του ότι η PLM λάμβανε μηνιαίως τις καταστάσεις για τον λογαριασμό Α4470009, συνεχίστηκε κανονικά η λειτουργία του και πως κατά τα έτη 2001 έως 2004 η PLM προέβη σε πληρωμές συνολικού ύψους Λ.Κ.242.928,46, με το οφειλόμενο υπόλοιπο την 1.1.05 να ήταν Λ.Κ.139.151,88. Με άλλα λόγια, δεν είναι λογικό να είχε ένσταση στη μεταφορά του ποσού των Λ.Κ.82.361,81, το οποίο αύξησε το χρεωστικό υπόλοιπο, με συνέπειες και στον τοκισμό αλλά να μην διαμαρτυρήθηκε και να μην έθεσε το θέμα αυτό με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο, δυνητικά παρουσιάσιμο στο Δικαστήριο. Βέβαια, αντιλαμβανόμαστε πως στην πραγματικότητα δεν υπήρχε και λόγος διαμαρτυρίας, υπό την έννοια ότι εάν η ίδια η οφειλή δεν αμφισβητείται δεν είχε ιδιαίτερη σημασία σε ποιον λογαριασμό ήταν καταγεγραμμένη, δεδομένου ότι πλέον ο πιστωτής ήταν ο ίδιος (όμιλος CNP).

 

Εννοείται πως παρομοίως έπραξε η PLM και πιο μετά, όταν δηλαδή τέθηκε σε εφαρμογή η επίδικη συμφωνία ημερ. 7.12.04, υπό την έννοια ότι ο λογαριασμός Α4470009 συνέχισε κανονικά τη λειτουργία του. Αυτό ήταν και το νόημα της ξεχωριστής εξουσιοδότησης ημερ. 7.12.04, Τεκμήριο 3, με την οποία η PLM δήλωσε ρητώς ότι «συμφωνούμε και αποδεχόμαστε όπως οι ασφαλιστικές εργασίες μας» με τη Laiki Insurance Agencies Ltd «μεταφερθούν στη Λαϊκή Ασφαλιστική Λτδ» (CNP), δηλαδή στη μητρική του ομίλου. Αξίζει να σημειωθεί πως το σύνολο των πληρωμών για το 2005 και για το πρώτο επτάμηνο του 2006, ήτοι μέχρι τον τερματισμό, ανήλθε σε Λ.Κ.319.237,04.

 

Επιχειρώντας να πλήξουν τη μαρτυρία της CNP, οι Εγγυητές υποστηρίζουν στο περίγραμμά τους (σ. 39) πως από τη μαρτυρία του Γιάγκου προκύπτουν τεράστιες αδυναμίες και κενά διότι αυτός προσπάθησε να πείσει ότι οι πληρωμές υπό της PLM αφορούσαν παλαιά χρέη ενώ, κατά τους ίδιους, η ορθή θέση είναι ότι «όταν διατηρείται ένας λογαριασμός η καταβολή ενός ποσού στον εν (sic) λογαριασμό (δηλαδή έναντι πληρωμή) συντελεί στην μείωση του ποσού του λογαριασμού γενικά και σε καμία περίπτωση η καταβολή ποσού δεν εξειδικεύει συγκεκριμένη πληρωμή ήτοι εάν είναι παλαιά ή νέα οφειλή».      

 

Σημειώνουμε κατ’ αρχάς την, έστω και σε αυτό το στάδιο, αποδοχή της θέσης ότι υπήρχε ένας μόνο λογαριασμός. Η ως άνω αρχή, την οποία προβάλλουν οι Εγγυητές είναι όντως ορθή. Πλην όμως, με κάθε σεβασμό, στην παρούσα όλα τα γεγονότα καταδεικνύουν ακριβώς ότι εξαρχής, εν γνώσει και με τη συγκατάθεση της PLM, η όλη συνεργασία τόσο με τις θυγατρικές του ομίλου όσο και με τη μητρική του ομίλου, αντιμετωπίστηκε ως ενιαία, εξ ου και τηρείτο πάντοτε ο ίδιος ενιαίος αλληλόχρεος λογαριασμός υπ’ αρ. Α4470009, ο οποίος και παρουσίαζε το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο.

 

Δεν παραγνωρίζουμε ποσώς την πολύ καλώς γνωστή αρχή του Εταιρικού Δικαίου ότι κανονικά κάθε εταιρεία έχει τη δική της νομική οντότητα, η οποία είναι ανεξάρτητη και ξεχωριστή από εκείνη των μετόχων της. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Salomon ν. Salomon (1897) A. C. 22 και Bank of Cyprus (Holdings) Ltd v. Republic (1985) 3(C) C.L.R. 1883. Στην υπόθεση Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ v. Φάρμας Ρένου Χ'' Ιωάννου (2012) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1358 εξηγήθηκε ότι: «Μια εταιρεία θεωρείται ως "θυγατρική" άλλης, της "μητρικής", εκεί όπου η δεύτερη κατέχει ή ελέγχει άμεσα ποσοστό πέραν του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης με δικαίωμα ψήφου. Τόσο όμως η θυγατρική όσο και η μητρική εταιρεία δεν παύουν από του να είναι και να θεωρούνται νομικά ως δύο ξεχωριστές οντότητες, δύο ξεχωριστά νομικά πρόσωπα με ξεχωριστή νομική ευθύνη και δικαιώματα».

 

  Παράλληλα όμως, θα πρέπει να επισημανθεί πως υπάρχουν εξαιρέσεις στην εφαρμογή της πιο πάνω αρχής του Εταιρικού Δικαίου. Στην ημεδαπή νομολογία αυτό είχε γίνει δεκτό ήδη από την υπόθεση Bank of Cyprus (Holdings) Ltd (ανωτέρω), στην οποία, με αναφορά σε αγγλική νομολογία, είχε λεχθεί πως σε κατάλληλη περίπτωση δυνατόν να υπάρξουν εξαιρέσεις στην αρχή της υπόθεσης Salomon («...in a proper case there may be exceptions to the rule...»). Βασικά πρόκειται για αναγνωρισθείσα δυνατότητα άρσης του εταιρικού πέπλου (lifting the veil), πράγμα το οποίο γίνεται σπάνια και με μεγάλη δυσκολία και τούτο στη βάση της θεωρίας της ενιαίας μονάδας ενός ομίλου εταιρειών (Χατζηγαβριήλ v. Ellinas Finance Public Company Ltd (2013) 1 (Α) Α.Α.Δ. 668). Τις σχετικές αρχές είχε συνοψίσει ο Δικαστής Κωνσταντινίδης στη Γεωργίου v. Δημοκρατίας (1994) 4(Β) Α.Α.Δ. 770 ως εξής:

 

«Στην υπόθεση Smith Stone Knight v. Lord Mayor [1939] 4 ALL E. R. 116], υιοθετήθηκαν έξι παράγοντες ως σχετικοί αναφορικά με το ερώτημα ως προς την αυτοτέλεια θυγατρικής εταιρείας, ως εξής: (1) Τα κέρδη της τύγχαναν χειρισμού ως κέρδη της μητρικής εταιρείας; (2) Τα πρόσωπα που διηύθυναν τις εργασίες της διορίζονταν από τη μητρική εταιρεία; (3) Η μητρική εταιρεία ήταν η κεφαλή και ο νούς της εμπορικής δραστηριότητας; (4) Η μητρική εταιρεία διηύθυνε την επιχείρηση και αποφάσιζε τι θα έπρεπε να γίνει και ποιο κεφάλαιο θα έπρεπε να διατεθεί γι' αυτή; (5) Τα κέρδη της εταιρείας πραγματοποιούνταν με την επιδεξιότητα και την καθοδήγησή της; (6) Είχε η μητρική εταιρεία αποτελεσματικό και συνεχή έλεγχο; Αυτοί οι παράγοντες αναφέρθηκαν με αποδοχή στην Bank of Cyprus v. Republic (ανωτέρω) και υιοθετήθηκαν κατ' έφεση στην Bank of Cyprus (Holdings) v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 1883, κατά την αξιολόγηση των στοιχείων που υπήρχαν».

 

Ουσιαστικά λοιπόν, ελέγχονται οι πιο πάνω παράγοντες με σκοπό να διαφανεί κατά πόσον είναι επιτρεπτό να αγνοηθεί η αυτοτέλεια μιας εταιρείας. Για να αγνοηθεί θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι υπάρχει τέτοια σχέση μεταξύ των νομικών οντοτήτων ενός ομίλου ούτως ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση να δικαιολογείται η αγνόηση της μιας οντότητας ως ουσιαστικά ταυτισμένης προς τις άλλες οντότητες. Έτσι, σε κατάλληλες περιπτώσεις, οι εταιρείες ενός ομίλου είναι δυνατόν να τύχουν χειρισμού και να αντιμετωπιστούν ως μια ενιαία μονάδα.

 

Το Δικαστήριο στην υπόθεση Smith, Stone & Knight (ανωτέρω) έθεσε τα εν λόγω ερωτήματα ως αναγκαία για τη διερεύνηση του κατά πόσον η θυγατρική εταιρεία ασκούσε εργασίες ως δικές της ή ως επιχειρηματικές δραστηριότητες της μητρικής εταιρείας. Η απάντηση εκεί ήταν πως παρά το ότι φαινομενικά η δραστηριότητα ασκείτο από τη θυγατρική, της οποίας το όνομα εμφανίζετο στα υποστατικά και στα τιμολόγια, εντούτοις η μητρική ήταν αυτή η οποία δικαιούτο να αξιώσει τις αποζημιώσεις (για απαλλοτρίωση), διότι η θυγατρική ασκούσε την επιχείρηση ως αντιπρόσωπος της μητρικής («...conducted its business as an agent»)».

 

Στην παρούσα περίπτωση η απάντηση δεν είναι ακριβώς η ίδια και για τις δύο θυγατρικές. Η ουσιωδέστερη διαφορά είναι ότι η Φιλική Ασφαλιστική συνεργάστηκε με την PLM σε χρόνο πριν η CNP εξαγοράσει τη Φιλική Ασφαλιστική. Η εν λόγω συνεργασία είχε ξεκινήσει (ως προαναφέραμε) από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και κατέληξε στις αρχές του 2000 με χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.82.361,81 όπως παρουσιάζεται στην (25σέλιδη) αναλυτική κατάσταση, Τεκμήριο 18, η οποία αρχίζει με μεταφερόμενο υπόλοιπο στις 31.12.94 και αφορά όλη την υπόλοιπη συνεργασία των δύο αυτών νομικών οντοτήτων. Η ρύθμιση της μεταβίβασης των εργασιών μετά την  εξαγορά, έγινε στις 19.12.00 με το Τεκμήριο 17 με ισχύ από το κλείσιμο των εργασιών της 31ης Δεκεμβρίου του 1999. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί καθόλου το γεγονός ότι η PLM, δηλαδή η πρωτοφειλέτης,  απεδέχθη τη μεταφορά του πιο πάνω υπολοίπου στον λογαριασμό Α4470009, το οποίο και αναγνώρισε ότι το χρωστούσε η ίδια. Υπό οποιεσδήποτε όμως περιστάσεις και αν εξεταστεί το θέμα σε καμμιά περίπτωση δεν είναι δυνατόν να λεχθεί ότι η Φιλική Ασφαλιστική κατά τα έτη 1990 έως 1999 δρούσε ως αντιπρόσωπος της CNP ή ότι συντρέχει έστω και ένας από τους προαναφερθέντες παράγοντες της υπόθεσης Smith, Stone & Knight (ανωτέρω) για την εν λόγω περίοδο. Χωρίς, επαναλαμβάνουμε, αυτό να αναιρεί ή να επηρεάζει την αναγνώριση του χρέους, την αποδοχή της PLM για μεταφορά του και την εξυπακουόμενη ανάληψη υπό της ίδιας της PLM υποχρέωσης εξόφλησης του, στα πλαίσια του υφιστάμενου λογαριασμού.

 

Ασφαλώς δεν ισχύουν  τα ίδια εν σχέσει με τη Laiki Insurance Agencies Ltd. Η εταιρεία αυτή, επίσης εξ ολοκλήρου θυγατρική της CNP, λειτουργούσε εξαρχής ως αντιπρόσωπος της CNP και δη για την περίοδο 1999 έως 2004. Ουσιαστικά η CNP, με την τότε επωνυμία της, ήταν η οντότητα η οποία είχε το δικαίωμα σύναψης ασφαλιστικών συμβολαίων και εκ μέρους της ήταν που ενεργούσε η Laiki Insurance Agencies Ltd. Συνεπώς, κατά τη δική μας κρίση, ορθώς αγνοείται η αυτοτέλεια της εταιρείας αυτής, διότι ουσιαστικά είναι ταυτισμένη με τη μητρική της εταιρεία. Οι δύο αυτές εταιρείες τυγχάνουν χειρισμού και αντιμετωπίζονται ως μια ενιαία μονάδα.        

 

Ευθύνη Εγγυητών

 

Η πιο πάνω κατάληξη μας βέβαια δεν επιλύει το ουσιώδες ερώτημα της πρώτης έφεσης, το οποίο αφορά την έκταση της ευθύνης των Εγγυητών. Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί χωρίς εξέταση των σχετικών Όρων 20 και 21 της Συμφωνίας ημερ. 7.12.04, οι οποίοι, για ό,τι ενδιαφέρει, έχουν ως εξής:

 

«20.       ΜΟΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ»

Η παρούσα Συμφωνία περιλαμβάνει την ολοκληρωμένη συμφωνία των μερών και δεν υπάρχουν υποσχέσεις, όροι, προϋποθέσεις ή υποχρεώσεις προφορικές ή γραπτές, ρητές ή εξυπακουόμενες εκτός από αυτές που περιέχονται στην παρούσα Συμφωνία.

 

Όλες οι προηγούμενες συμφωνίες, εάν υπάρχουν, μεταξύ της Εταιρείας ή άλλης εταιρείας του Ομίλου Λαϊκής και του Ασφαλιστικού Συμβούλου με την παρούσα τερματίζονται αλλά χωρίς επηρεασμό οποιωνδήποτε δικαιωμάτων που έχουν ήδη δημιουργηθεί προς όφελος οποιουδήποτε μέρους και ειδικά χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος της Εταιρείας να διεκδικήσει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό από τον Ασφαλιστικό Σύμβουλο δυνάμει προηγούμενης συμφωνίας.

 

21.         ΕΓΓΥΗΤΕΣ

Ο εγγυητής ή οι εγγυητές, σε αντάλλαγμα της Εταιρείας να συμφωνήσει κατόπιν αιτήματος τους όπως διορίσει ή συνεχίσει να διορίζει τον Ασφαλιστικό Σύμβουλο σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω, με την παρούσα αναλαμβάνει ή αναλαμβάνουν από κοινού και κεχωρισμένα με την Εταιρεία, ότι ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος κατά τη διάρκεια της Συμφωνίας, με ειλικρίνεια, καλόπιστα και με επιμέλεια θα εκπληρώσει τα καθήκοντα του όπως προνοούνται με την παρούσα Συμφωνία και θα αποζημιώσει την Εταιρεία για όλες τις ζημιές, έξοδα, απώλειες και χρεώσεις που μπορεί να επιβαρύνουν την Εταιρεία λόγω οποιασδήποτε ανάρμοστης συμπεριφοράς (ποινικής ή άλλως) εκ μέρους του Ασφαλιστικού Συμβούλου προς την Εταιρεία κατά τη διάρκεια του διορισμού του όπως ανωτέρω αναφέρεται.

 

Νοείται ότι αυτή η εγγύηση θα είναι μια συνεχής εγγύηση και θα εφαρμόζεται προς όφελος της Εταιρείας και θα καλύπτει οποιαδήποτε ζημιά που η Εταιρεία θα υποστεί λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του Ασφαλιστικού Συμβούλου και δεν θα περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο ποσό».

(έμφαση δοθείσα)

 

Όσον αφορά την ερμηνεία συμβάσεων εγγύησης, στο σύγγραμμα Law of Guarantees, G. Andrews and R. Millett, 7η έκδοση (2015), σ. 112, §4-002, με παραπομπή σε νομολογία, αναφέρονται τα εξής καθοδηγητικά:

 

“There is a substantial body of authority which indicates that contracts of suretyship are to be construed in the same way as any other contract. However, there are also numerous cases at the highest level which support a rule that contracts of this kind must be strictly construed so that no liability is imposed on the surety which is not clearly and distinctly covered by the terns of the agreement”.

 

Στην παρούσα περίπτωση, είναι σαφές πως οι Εγγυητές εγγυήθηκαν την PLM, ήτοι τον ασφαλιστικό σύμβουλο, ότι θα «εκπληρώσει τα καθήκοντα του όπως προνοούνται με την παρούσα Συμφωνία», δηλαδή τη συμφωνία ημερ. 7.12.04. Η εν λόγω συμφωνία ήταν η μόνη που είχε δικογραφηθεί και επ’ αυτού ήταν εύλογη η σχετική διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστή.

 

Η επίδικη συμφωνία δεν προέβλεπε ρητώς οτιδήποτε για συμφωνία της PLM με τη Φιλική Ασφαλιστική με την οποία η συνεργασία ούτως ή άλλως είχε τερματιστεί το 1999. Δεν είχε σημασία, ούτε έχει σήμερα, το ότι η ίδια η πρωτοφειλέτης PLM, αναγνωρίζουσα το συγκεκριμένο χρέος δεν προώθησε ή δεν προωθεί κάποιο σχετικό ισχυρισμό η ίδια. Άλλωστε όπως εξηγήσαμε, η PLM είχε αποδεχθεί την ένταξη της οφειλής αυτής στον λογαριασμό και κατέβαλλε χρήματα έναντι του εκάστοτε υπολοίπου. Δικαιολογημένα ο πρωτόδικος Δικαστής εντόπισε το ποσό των Λ.Κ.87.823,68 και το αφαίρεσε, δεδομένου ότι αυτό ήταν το παλαιό χρέος των Λ.Κ.82.361,81, συν τους τόκους μέχρι το 2003, όπως ορθώς αφαίρεσε και δύο άλλα ποσά για τόκους επί του ίδιου ποσού για τα έτη 2004 και 2005, λέγοντας τα εξής:   

 

«Κατ’ επέκταση, στη βάση των ευρημάτων ότι το ποσό των ΛΚ87.823,68 μεταφέρθηκε στο λογαριασμό της PLM και συνυπολογίστηκε στις δύο καταστάσεις λογαριασμού – Τεκμήρια 11 και 12 – ενώ αφορά οφειλή προς την Φιλική Ασφαλιστική Εταιρία Λτδ από εργασίες προηγούμενων ετών και συμφωνιών, δεν θεωρείται οφειλή στα πλαίσια εφαρμογής και εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 07.12.2004, επομένως το εν λόγω ποσό είναι δίκαιο να αφαιρεθεί από το συνολικό οφειλόμενο από την PLM ποσό προς τους Ενάγοντες».

 

Οι Εγγυητές υποστηρίζουν ότι όπως αφαίρεσε το ποσό των Λ.Κ.87.823,68, καθώς και τους τόκους επ’ αυτού, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να αφαιρέσει και το ποσό των Λ.Κ.137.777 αφού και αυτό αφορούσε περίοδο πριν την επίδικη συμφωνία ημερ. 7.12.04. Η πραγματικότητα είναι ότι πρωτοδίκως δεν δόθηκε εξήγηση για τον διαφορετικό χειρισμό του ποσού αυτού. Πλην όμως, για λόγους που εξηγούμε κατωτέρω, δεν συμφωνούμε ότι θα έπρεπε να αφαιρεθεί και το πιο πάνω ποσό.

 

Ως «Εταιρεία» στη συμφωνία ημερ. 7.12.04 ορίζεται η μητρική εταιρεία του ομίλου, μετονομασθείσα αργότερα σε CNP. Σύμφωνα με τον Όρο 21 της Συμφωνίας αυτής οι Εγγυητές εγγυήθηκαν ότι η δική τους εταιρεία, η PLM «θα εκπληρώσει τα καθήκοντα», τα οποία απέρρεαν από την εν λόγω συμφωνία, ήτοι εγγυήθηκαν την τήρηση της επίδικης συμφωνίας ημερ. 7.12.04. Η συμφωνία αυτή είχε δεόντως δικογραφηθεί και δεν ετίθετο οποιοδήποτε ζήτημα από αυτής της πλευράς.

 

Η βασική πρόνοια του Όρου 20 της Συμφωνίας είναι πως κάθε υφιστάμενη συμφωνία είτε με τη μητρική είτε με άλλη θυγατρική εταιρεία του ομίλου τερματίζεται αλλά χωρίς ο τερματισμός να επηρεάζει το δικαίωμα της ίδιας της μητρικής «να διεκδικήσει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό», δηλαδή ποσό το οποίο οφείλεται «δυνάμει προηγούμενης συμφωνίας». Κατά τη δική μας κρίση είναι προφανές από την πρόνοια αυτή ότι η PLM, με την επίδικη συμφωνία ημερ. 7.12.04, ρητώς και σαφώς αναγνώρισε τη δική της υποχρέωση αλλά και κατοχύρωσε το αντίστοιχο δικαίωμα της CNP να εισπράξει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό παρέμενε από την προηγούμενη συμφωνία με τη θυγατρική του ομίλου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η PLM ανέλαβε αυτό το καθήκον. Αυτό συνήδε και με το Τεκμήριο 3 βάσει του οποίου η PLM, δια της υπογραφής του Ανδρέου, εξουσιοδότησε τη μεταφορά όλων των εργασιών της στη μητρική CNP. Κατά συνέπειαν οι Εγγυητές, εγγυούμενοι την τήρηση της συμφωνίας, εγγυήθηκαν την πληρωμή του υπολοίπου στον λογαριασμό Α4470009, συμπεριλαμβανομένων και χρεώσεων δυνάμει της προηγούμενης συμφωνίας, με τη θυγατρική του ομίλου, η οποία ενεργούσε για τη μητρική.

 

Καταληκτικά, και ίσως εκ του περισσού, οφείλουμε να υποδείξουμε ακόμα δύο στοιχεία, τα οποία συνάγονται ως αναντίλεκτα μέσα από τη δοθείσα μαρτυρία.

 

Το πρώτον αφορά το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του Γιάγκου δεν αμφισβητήθηκε η σαφής δήλωση του πως οι ίδιοι τρεις αξιωματούχοι ήταν εγγυητές και στη συμφωνία ημερ. 1.11.99. Το δεύτερον αφορά το γεγονός ότι παρομοίως δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο επίσης η θέση του Γιάγκου ότι καθόλη την περίοδο ισχύος της συμφωνίας ημερ. 7.12.04 (2004 έως 2006) η συνολική παραγωγή ασφαλίστρων ανήλθε σε ποσό περί τις Λ.Κ.420.000 οπότε, ως θέμα λογικής, το επιδικασθέν κατά πολύ χαμηλότερο ποσό, στην πραγματικότητα συνιστούσε υπόλοιπο αυτής της περιόδου.

 

Δεν συμφωνούμε ότι έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που δικαιολογεί την επέμβαση μας είτε στην αξιολόγηση είτε στην πρωτόδικη απόφαση. Ούτε κρίνουμε ότι χρειάζεται να εξετάσουμε χωριστά τον λόγο έφεσης 7, ο οποίος αφορά τη νομιμότητα του τερματισμού, αφού για το ζήτημα αυτό ισχύουν  όσα αναφέραμε προηγουμένως κατά την εξέταση του πρώτου λόγου στην έφεση της PLM (126/21).

 

Κατάληξη

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω τόσον οι δύο εφέσεις όσον και η αντέφεση απορρίπτονται. Οι πρωτόδικες αποφάσεις επικυρώνονται.

 

Στην έφεση 188/19, στην οποία τόσον η έφεση όσον και η αντέφεση έχουν απορριφθεί, κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα.

 

Στην έφεση 126/21 επιδικάζονται έξοδα προς όφελος της Εφεσίβλητης και εις βάρος της Εφεσείουσας ύψους €5.200 συν Φ.Π.Α.

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο