ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Μ. Α., Ποινική Έφεση Αρ.: 20/2024, 15/10/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Μ. Α., Ποινική Έφεση Αρ.: 20/2024, 15/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 20/2024)

 

15 Οκτωβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

Μ. Α.,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Σ. Μιχαήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα

Λ. Κυριακίδης, για τον Εφεσίβλητο

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Κατόπιν δικής του παραδοχής, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος σε 23 κατηγορίες οι οποίες αφορούν εξασφάλιση και κατοχή παιδικής πορνογραφίας. Βάση για τις κατηγορίες, αναλόγως της περίπτωσης, αποτελούν τα Άρθρα 11 (1)(δ), 11 (1)(ε) και 9 του περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.22(III)/2004, τα Άρθρα 11 (1)(δ) και 11 (1)(ε) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου, Ν.87(I)/2007 και των Άρθρων 8 (1) και 6 (1) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(I)/2014.

 

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο και τις λεπτομέρειες αυτού, το τι αποδίδετο στον εφεσίβλητο αφορά έξι αρχεία εικόνας που απεικονίζει ερωτικές πόζες με μη σεξουαλική πράξη (κατηγορίες 1, 2 και 3), έξι αρχεία εικόνας που απεικονίζει σεξουαλική δραστηριότητα χωρίς διείσδυση μεταξύ παιδιών ή αυνανισμό σόλο από παιδί (κατηγορίες 4, 5 και 6), 16 αρχεία εικόνας που απεικονίζει σεξουαλική δραστηριότητα χωρίς διείσδυση μεταξύ ενηλίκων και παιδιών (κατηγορίες 7, 8 και 9), 14 αρχεία εικόνας που απεικονίζει σεξουαλική δραστηριότητα με διείσδυση που περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα παιδιά ή παιδιά και ενήλικες (κατηγορίες 10, 11 και 12), ένα αρχείο εικόνας που απεικονίζει σεξουαλική δραστηριότητα χωρίς διείσδυση μεταξύ ενηλίκων και παιδιών (κατηγορίες 13, 14 και 15), πρόσκληση παιδιών σε παιδική πορνογραφία και άλλες σεξουαλικές πράξεις (κατηγορία 16), δημιουργία προσωπικού προφίλ και χρησιμοποίηση αυτού προς τον σκοπό διενέργειας των όσων αναφέρονται στην 16η κατηγορία (κατηγορία 17) και αντίστοιχα των πιο πάνω με βάση τον Νόμο 91(I)/2014 για την περίοδο που ισχύ πλέον είχε ο εν λόγω νόμος (κατηγορίες 18‑23).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι, λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, οι ποινές που θα επέβαλλε θα έπρεπε να είναι μειωμένες κατά 50% σε σχέση με τις ποινές που θα είχε επιβάλει εάν η υπόθεση είχε εκδικαστεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Στη βάση δε των όσων εξήγησε στην απόφασή του αναφορικά με την ποινή, επέβαλε στον εφεσίβλητο ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε καθεμία από τις κατηγορίες 1‑16, ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην κατηγορία 17 και ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε καθεμία από τις κατηγορίες 18‑23. Εξέτασε και αποφάσισε υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, ενώ, παράλληλα, εξέδωσε διατάγματα με βάση τον Ν.91(I)/2014, με ισχύ για περίοδο 5 ετών από την ημερομηνία αποφυλάκισής του.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προσβάλλει την επιβληθείσα ποινή με δύο λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι οι ποινές φυλάκισης 6 μηνών και 3 μηνών που έχουν επιβληθεί είναι έκδηλα ανεπαρκείς λαμβανομένων υπ' όψιν σωρευτικά της σοβαρότητας των αδικημάτων, των προβλεπόμενων από τον νόμο ποινών και της νομολογίας, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, της έξαρσης στη διάπραξη των συγκεκριμένων αδικημάτων, της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθώς επίσης και της ανάγκης για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται, ως λανθασμένη, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, με επίκληση του ότι οι ιδιαίτερες περιστάσεις του εφεσίβλητου λανθασμένα θεωρήθηκαν ως ικανές να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την επιταγή για επαρκή τιμωρία, σωφρονισμό του αδικοπραγούντα και γενική αποτροπή.

 

Από την πλευρά του, ο συνήγορος του εφεσίβλητου, για τους λόγους που εξήγησε με την επιχειρηματολογία του, υποστήριξε την επιβληθείσα ποινή ως μη έκδηλα ανεπαρκή και την απόφαση για αναστολή της εκτελέσεώς της ως ορθή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου.

 

Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων της κάθε πλευράς και των όσων αφορούν στην υπό κρίση υπόθεση, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας.

 

Ως γενική παρατήρηση σε σχέση με τον πρώτο λόγο έφεσης, διαπιστώνουμε ότι, παρά την αναφορά, στον λόγο έφεσης, και της ποινής που επιβλήθηκε στη 17η κατηγορία, πουθενά δεν φαίνεται να απασχόλησε την πλευρά του εφεσείοντα οτιδήποτε που να αφορά την κατηγορία αυτή. Αναπόφευκτα, εκλαμβάνουμε αυτό ως ένδειξη του ότι αντικείμενο του λόγου έφεσης, ουσιαστικά αποτελεί η επιβληθείσα ποινή των 6 μηνών στις υπόλοιπες κατηγορίες, κάτι που άλλωστε εμφαίνεται και από την αιτιολόγηση του λόγου έφεσης.

 

Ξεκινώντας από τον πρώτο λόγο έφεσης, διαπιστώνεται, από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τα γεγονότα τα οποία αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό περιγράφεται το πως, από δύο σχετικές πληροφορίες κατά τον Μάιο και Ιούλιο του έτους 2014, προέκυψαν τα όσα αφορούν τις ενέργειες του εφεσίβλητου προς πρόσκληση ενός δεκατριάχρονου αγοριού, αντιστοίχως στην κάθε περίπτωση, σε παιδική πορνογραφία και άλλες σεξουαλικές πράξεις (κατηγορία 16). Με αφετηρία αυτά διαπιστώθηκαν τα όσα αφορούν τις αποδιδόμενες στον εφεσίβλητο κατηγορίες.

  

Προκύπτει από τις υπό κρίση κατηγορίες, τις οποίες ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε, ότι τα αναφερόμενα στις κατηγορίες 1, 2 και 3 αρχεία αφορούν πορνογραφικό υλικό επιπέδου 1, τα αρχεία που αναφέρονται στις κατηγορίες 4, 5 και 6, αφορούν πορνογραφικό υλικό επιπέδου 2, τα αρχεία που αναφέρονται στις κατηγορίες 7, 8 και 9 και 13, 14 και 15 αφορούν πορνογραφικό υλικό επιπέδου 3 και τα αρχεία που αναφέρονται στις κατηγορίες 10, 11 και 12 αφορούν πορνογραφικό υλικό επιπέδου 4. Η αναφορά σε επίπεδα αφορά αυτά, ως καθορίστηκαν στην αγγλική υπόθεση R. v. OLIVER [2003] 1 Cr. App. R. 28.

 

Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή δεν επαφίεται στην υποκειμενική κρίση των μελών του. Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:

 

«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου,
Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»

Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προκύπτει από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, με επάρκεια αναφέρθηκε στις νομολογιακές αρχές αναφορικά με αδικήματα αυτής της φύσης. Παρέθεσε προς τούτο και σχετικά αποσπάσματα. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στην προβλεπόμενη για τα αδικήματα ποινή, η οποία, σε σχέση με τις κατηγορίες 1‑16, ανέρχεται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο αυτές ποινές, σε σχέση με την 17η κατηγορία, ανέρχεται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο αυτές ποινές, και σε σχέση με τις κατηγορίες 18‑23, ανέρχεται σε ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη.

 

Κατέγραψε, παράλληλα, τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, εξηγώντας ότι είναι ηλικίας 38 ετών, άγαμος, εργάζεται ως αποθηκάριος και διαμένει με τους γονείς του, ενώ έχει τέσσερα αδέλφια. Όντας το τρίτο κατά σειρά παιδί της οικογένειας, έχει καλές σχέσεις με την οικογένειά του και τα τελευταία τρία χρόνια διατηρεί σχέση με γυναίκα 31 ετών, άνεργη, με την οποία όμως δεν συζεί καθώς η οικονομική τους δυνατότητα δεν το επιτρέπει. Εγκατέλειψε την εκπαίδευση στην πρώτη τάξη γυμνασίου και ολοκλήρωσε την υποχρεωτική στρατιωτική του θητεία το έτος 2004. Από το έτος 2017 εργάζεται ως αποθηκάριος σε αλυσίδα καταστημάτων. Αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας με το στομάχι του και για αυτό λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Είναι πρόσωπο χαμηλής εισοδηματικής τάξης με μηνιαίο μισθό €840 και είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε τις αιτιάσεις του εφεσείοντα αναφορικά με τις προβαλλόμενες, κατά τον ίδιο, παραλείψεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Τα όσα αποδίδονται στο πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να έτυχαν αναφοράς από αυτό κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης και της παράθεσης σχετικών αποσπασμάτων από τη νομολογία. Αποτελεί, όμως, περαιτέρω στοιχείο το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέδειξε, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση των αδικημάτων μέχρι τον χρόνο που αυτό θα επέβαλλε ποινή στον εφεσίβλητο. Προς τούτο, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με υπέρμετρη καθυστέρηση, αφού τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου του έτους 2014 και η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 6.3.2018. Και ενώ, ως το Δικαστήριο το έθεσε, μέρος της μετέπειτα καθυστέρησης ενδεχομένως να προκλήθηκε και από τη στάση της υπεράσπισης, το γεγονός παρέμενε ότι υπόθεση που αφορά αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά το έτος 2014 οδηγείτο σε ολοκλήρωση το έτος 2024 και μάλιστα χωρίς να είχε μεσολαβήσει ακροαματική διαδικασία. Αυτό το γεγονός κρίθηκε, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως μετριαστικός παράγοντας προς όφελος του κατηγορουμένου.

 

Έχοντας κρίνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης ήταν αναπόφευκτη, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε την ετυμηγορία του ότι οι ποινές που θα επέβαλλε θα έπρεπε να είναι μειωμένες κατά το 50% σε σχέση με τις ποινές που θα είχε επιβάλει εάν η υπόθεση είχε εκδικαστεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Αυτήν την πρωτόδικη κρίση ή τον τρόπο απόδοσης μετριαστικού παράγοντα, η πλευρά του εφεσείοντα φαίνεται να αγνοεί στην όλη επιχειρηματολογία της, ενώ ουδόλως προκύπτει η εν λόγω πρωτόδικη κρίση ή τρόπος απόδοσης του εν λόγω ελαφρυντικού να έχουν εφεσιβληθεί, με αποτέλεσμα να αποτελεί δεδομένο ενώπιόν μας. Ούτε φαίνεται να απασχόλησε μέσω του λόγου έφεσης η επιβολή όμοιας ποινής σε κατηγορίες που αφορούσαν πορνογραφικό υλικό διαφορετικής κατηγοριοποίησης και σοβαρότητας.

 

Αποτέλεσμα των ως άνω δεν μπορεί να είναι άλλο από το ότι η κρινόμενη ως ορθή ποινή από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι, κατ' ουσίαν, η ποινή φυλάκισης 12 μηνών, 6 μηνών και 12 μηνών αντιστοίχως των επιβληθεισών ποινών, η οποία, μειωμένη κατά το 50%, καταλήγει στην εν τέλει επιβληθείσα ποινή.

 

Καθίσταται αντιληπτό ότι η δική μας κρίση επί του λόγου έφεσης και της πρωτόδικης απόφασης θα πρέπει να λάβει υπ' όψιν τα ως άνω δεδομένα, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των συνολικών περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης.

 

Στην TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 139/25 και 141/2025, ημερομηνίας 30.10.2025, είχαν απασχολήσει το Εφετείο ανάλογα θέματα. Είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε στη σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, στην κοινωνική και ηθική απαξία που συνοδεύει τέτοια απαράδεχτη συμπεριφορά, ως επιδεικνύεται από την τέλεση τέτοιων αδικημάτων, αλλά και στη συχνότητα διάπραξης τέτοιας φύσης αδικημάτων, ώστε να επιβάλλεται η επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Παραπέμψαμε σχετικά και σε νομολογία, όπως η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 71/2017,  ημερομηνίας 27.9.2017, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΧΑΤΖΗΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 20/2021, ημερομηνίας 19.10.2021, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. NILAND, Ποινική Έφεση 18/2017, ημερομηνίας 14.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B79 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ποινική Έφεση 185/2016, ημερομηνίας 20.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B118. Στην υπό αναφορά υπόθεση, υπό περιστάσεις ανάλογες, αν όχι ελαφρώς σοβαρότερες της παρούσας, επικυρώσαμε ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε σχέση με κατηγορίες ανάλογες της παρούσας (εξαιρουμένης της 16ης κατηγορίας). Είχαμε υποδείξει ότι η ποινή που επιβλήθηκε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επιεικής όμως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι κυμαίνετο εκτός των επιτρεπτών ορίων.

 

Κατά ανάλογο τρόπο, και στην παρούσα υπόθεση φρονούμε ότι η επιβληθείσα ποινή, με τα δεδομένα που αναλύονται ανωτέρω σε σχέση με τη μείωση της, λόγω καθυστέρησης, είναι επιεικής, πλην όμως, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων ώστε να δικαιολογείται επέμβασή μας αναφορικά, πάντοτε, με τις κατηγορίες 1-15 και 17-23.

 

Η εν λόγω διαπίστωση, όμως, δεν επεκτείνεται και στην κατηγορία 16, η σοβαρότητα της οποίας, ως προς τα γεγονότα που την αφορούν, είναι εμφανώς μεγαλύτερη. Υπενθυμίζουμε ότι ο εφεσίβλητος, αναφορικά με την κατηγορία 16, χρησιμοποιώντας τον πλαστογραφημένο λογαριασμό σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης που αναφέρεται στην κατηγορία 17, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, προσκάλεσε διαφορετικό δεκατριάχρονο αγόρι σε παιδική πορνογραφία, ζητώντας του να του στείλει γυμνές φωτογραφίες στις οποίες φαίνονται τα γεννητικά του όργανα και να συνευρεθούν ώστε να του κάνει στοματικό έρωτα έναντι αμοιβής.

 

Δεν θεωρούμε ότι χρειάζεται να λεχθούν πολλά για να καταδειχθεί το μέγεθος της απαξίας που τέτοιες ενέργειες προκαλούν. Θέτοντας την εν λόγω κατηγορία σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο σοβαρότητας, ως προς τα γεγονότα της, και την αυστηρότερη αντιμετώπιση του εφεσίβλητου, ως προς αυτή την κατηγορία, αναγκαία. Έχουμε την άποψη ότι, ως προς την κατηγορία 16, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέταξε στο ίδιο πλαίσιο με τις υπόλοιπες, προκύπτει ύπαρξη πασιφανούς αναντιστοιχίας της επιβληθείσας ποινής με τη σοβαρότητα του εγκλήματος του εφεσίβλητου. Καθιστώντας απαραίτητη την παρέμβασή μας.

Ως αποτέλεσμα, ενεργώντας στο ίδιο πλαίσιο που το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε καθορίζοντας την ποινή που θα επέβαλλε, ως περιγράφεται ανωτέρω, αποτελώντας, αυτό, δεδομένο λόγω της μη προσβολής του από τον εφεσείοντα, κρίνουμε ως αρμόζουσα ποινή στην κατηγορία 16 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Ως προς αυτό το μέρος, ο πρώτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει.

 

Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης, σε συνάρτηση με αναστολή επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3(2) του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διατάσσεται αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΤΖΙΑΟΥΧΑΡΗ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).

 

Σύμφωνα με την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018:

 

«Η απόφαση για αναστολή της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην απουσία δε οποιουδήποτε λάθους αρχής δεν δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου».

  

Ως εξηγείται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑΣ (ανωτέρω):

 «Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938‑939:

“Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μία δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.”

 Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή. Όπως για παράδειγμα η απόφαση στη Γενικός ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. Χρυσάνθου Πολ. Έφεση Αρ. 137/2015, ημερομηνίας 23.6.2018, όπου μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, προσμέτρησαν ως ιδιαίτεροι παράγοντες για αναστολή της επιβληθείσας από το Εφετείο ποινής η μεγάλη πάροδος του χρόνου και η ύπαρξη νέων δεδομένων όπως ο αρραβώνας και ο προγραμματισμός γάμου και η απόκτηση παιδιού στο μεταξύ.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας παραθέσει τις νομολογιακές αρχές επί του θέματος, εξήγησε ότι, λαμβάνοντας υπ' όψιν το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την παραδοχή του, την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών των κατηγορουμένων, έκρινε ότι δικαιολογείται η αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης για περίοδο 3 ετών.

 

Είναι γεγονός ότι το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του προκειμένου είναι συνοπτικό σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στερείται επαρκούς αιτιολόγησης. Η κατά γενικό τρόπο αναφορά στοιχείων που λαμβάνονται υπ' όψιν χωρίς ιδιαίτερη εξειδίκευση και ανάλυση αυτών, ενδεχομένως να καταστήσει τον εφετειακό έλεγχο δυσχερή. Και προς αποφυγή τέτοιου ενδεχόμενου, ορθό είναι να υπάρχει τέτοια εξειδίκευση και ανάλυση του τρόπου που τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία επενεργούν υπέρ της απόφασης αναστολής εκτέλεσης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένη την προηγούμενη ανάλυση του Δικαστηρίου, κρίνουμε ότι μπορεί να συναχθεί το τι οδήγησε στην ως άνω κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Πέραν των στοιχείων, όπως η παραδοχή του εφεσίβλητου, η οποία κρίθηκε και ως ένδειξη της μεταμέλειάς του, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αναλύσει την επίδραση χρόνου 4 ετών από την τέλεση των αδικημάτων μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου και 10 ετών μέχρι την επιβολή ποινής, ενώ στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου αναφέρθηκαν και γεγονότα που αφορούσαν την αλλαγή στις συνθήκες ζωής του.

 

Υπό δεδομένα ως αυτά που αναφέρονται ανωτέρω, κρίνουμε ότι δεν εντοπίζεται σφάλμα από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει παρέμβασή μας στην υπό εξέταση κρίση του. Άλλωστε, δεν είναι άνευ σημασίας ότι περαιτέρω δεδομένο αποτελεί το ότι στο παρόν χρονικό σημείο έχει παρέλθει περαιτέρω χρονικό διάστημα, ώστε να αποφασίζεται το ζήτημα 12 χρόνια μετά την τέλεση των αδικημάτων.

 

Έχουμε την άποψη ότι το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη, όντως αναδύουν μία εικόνα που δικαιολογεί την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για αναστολή.

 

Ως αποτέλεσμα, αβάσιμος κρίνεται ο δεύτερος λόγος έφεσης.

 

Συνακόλουθα των ως άνω η παρούσα έφεση επιτυγχάνει μερικώς στον πρώτο λόγο έφεσης, ως αναλύεται ανωτέρω. Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Η επιβληθείσα ποινή στην κατηγορία 16 αυξάνεται από ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Κατά τα λοιπά η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και παραμένει ως έχει. 

 

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο