ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 252/2026)
29 Οκτωβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΜΑΡΙΟΣ ΠΕΤΕΛΗΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
___________________________
Γ. Καλογερίδης για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Γ. Σοφοκλή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων αντιμετωπίζει ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, κατηγορητήριο το οποίο περιλαμβάνει 62 κατηγορίες. Το παραπέμπον Δικαστήριο αφού όρισε την ημερομηνία εμφάνισης του εφεσείοντα ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 16.12.2026, εξέτασε υποβληθέν από την Κατηγορούσα Αρχή αίτημα κράτησής του μέχρι την ημερομηνία αυτή. Το αίτημα αυτό βασίστηκε στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Η πλευρά του εφεσείοντα έφερε ένσταση στο αίτημα κράτησής του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, όμως απέρριψε τη θέση ότι υφίστατο κίνδυνος φυγοδικίας, λόγω της στάσης του εφεσείοντα να εμφανιστεί αυτοβούλως στην Κυπριακή Δημοκρατία, υπό τις περιστάσεις τις οποίες περιέγραψε στην εκκαλούμενη απόφαση.
Ως προς τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, έλαβε υπόψη του το κατηγορητήριο στην παρούσα υπόθεση και το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν του από την Κατηγορούσα Αρχή.
Για να γίνει κατανοητό το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου καθώς και οι ενστάσεις του συνηγόρου του εφεσείοντα παραθέτουμε κατ’ αρχάς τη σύνοψη του κατηγορητηρίου όπως παρατίθεται στην εκκαλούμενη απόφαση:
«Πρόκειται για δύο υποθέσεις η πρώτη υπόθεση στην οποία θα αναφέρομαι από τούδε και στο εξής ως πρώτη υπόθεση αφορά τις κατηγορίες 48 - 62 με παραπονούμενη την εταιρεία Coral Energy Products Cyprus Ltd στο εξής θα αναφέρομαι ως πρώτη παραπονούμενη. Όσο αφορά τη δεύτερη υπόθεση σχετικές είναι οι κατηγορίες 1 - 47 από τούδε και στο εξής θα αναφέρομαι ως δεύτερη υπόθεση με παραπονούμενη την Epic Ltd στο εξής θα αναφέρομαι ως δεύτερη παραπονούμενη, και στις δύο υποθέσεις φέρεται να αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος κατηγορίες σε σχέση με ψευδείς λογαριασμούς με σκοπό καταδολίευση, κλοπή από υπάλληλο, πλαστογραφία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, στο σύνολο περίπου έχει 18 κατηγορίες σε σχέση με αδικήματα των ψευδών λογαριασμών και περίπου 34 κατηγορίες στο σύνολο για κλοπή από υπάλληλο υπάρχουν αλλά επίσης και δύο κατηγορίες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στη συνέχεια ανάπτυξε το σκεπτικό του ως εξής:
«Ως ανέφερα προηγουμένως το αίτημα κράτησης στη βάση επαναδιάπραξης νέων αδικημάτων στηρίζεται στο ίδιο το κατηγορητήριο αλλά και στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, μου δόθηκε μέρος του μαρτυρικού υλικού το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α και Β για κάθε υπόθεση. Όσο αφορά την πρώτη υπόθεση στην οποία σχετικό είναι το Τεκμήριο Α και οι κατηγορίες 48 - 62 εν όψει του και μόνο του μαρτυρικού υλικού και με βάση το κατηγορητήριο που είναι ενώπιον μου φέρεται ότι ο κατηγορούμενος είχε εργοδοτηθεί από το ΄18 μέχρι το ΄21 στην πρώτη παραπονούμενη εταιρεία υπάρχει στο Τεκμήριο Α μαρτυρικό υλικό από το εργασιακό περιβάλλον που φαίνεται να ήταν το δίκτυο πώλησης των προϊόντων, υπάρχουν μαρτυρίες προσώπων που φαίνεται να είναι διαχειριστές των πρατηρίων και μαρτυρία όπου φέρεται ο τρόπος που δρούσε ο κατηγορούμενος. Φέρεται στις κατηγορίες να υπάρχει μια παρατεταμένη στάση που φαίνεται να διήρκεσε τρία χρόνια σταθερή, το ίδιο μότο, ο ίδιος τρόπος και συμπεριφορά.
Όσον αφορά τη δεύτερη υπόθεση όπου σχετική είναι το μαρτυρικό υλικό του Τεκμηρίου Β φέρεται να υπάρχει μαρτυρία, καταθέσεις προσώπων που αναφέρουν ότι ουδέποτε έλαβαν συσκευή τηλεφώνου ούτε φαίνεται να είχαν συμφωνίες με τη δεύτερη παραπονούμενη εταιρεία ούτε λογαριασμό, είτε αν είχαν λογαριασμό δεν είχαν πάρει τηλέφωνο, φέρεται από τις κατηγορίες ότι προέβαινε σε ψεύτικους λογαριασμούς και πουλούσε τηλέφωνα με δικό του όφελος. Επιπροσθέτως φαίνεται στις κατηγορίες 1 - 47 να υπάρχει για διάστημα ενός έτους με σταθερή συνεχόμενη συμπεριφορά ως περιγράφεται στις κατηγορίες. Από το σύνολο λοιπόν του κατηγορητηρίου φέρεται να υποδεικνύεται μια παρατεταμένη τάση των πράξεων που καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο, η έκταση της ζημιάς και για τις δύο παραπονούμενες φέρεται να αγγίζει τις 430 χιλιάδες ευρώ. Έχω υπόψη ότι μεταξύ των δύο υποθέσεων ως αναφέρθηκε και από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου υπάρχει ένα χρονικό κενό μεταξύ των τριών ετών όμως δεν θεωρώ ότι αυτό το χρονικό κενό είναι ικανό να εξαλείψει τον κίνδυνο επανάληψης των αδικημάτων, αντίθετα παρά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος φέρεται ο Κατηγορούμενος να συνέχιζε την αξιόμεμπτη συμπεριφορά πρόκειται για συναφή αδικήματα στο σύνολο τους, στο ίδιο μότο.
Η έκταση λοιπόν του κατηγορητηρίου είναι τέτοιας φύσης όπου σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό φαίνεται να υπάρχει μια σταθερή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορουμένου υπάρχει δηλαδή μια ροπή. Έχω υπόψη μου επίσης την απόφαση Χρυσόστομος Σκούρος v. Αστυνομία (2011) 2 Α.Α.Δ. 140 στην οποία μεταξύ άλλων αποφασίστηκε ότι το στοιχείο παρατεταμένης εγκληματικής συμπεριφοράς κάποιου κατηγορουμένου προσμετρά για τη διαπίστωση δημιουργίας πιθανότητας νέων αδικημάτων στο μέλλον και δεν είναι αναγκαίο όπως αυτή η πιθανότητα αποδειχθεί. Το γεγονός ότι είναι άνεργος δεν αποτελεί στοιχείο που δεν μπορεί να εξαλείψει παρόμοια συμπεριφορά ή τον κίνδυνο επανάληψης ούτε αναιρεί ότι υπάρχει μια ροπή στο έγκλημα. Αναφέρθηκε από τον κύριο Ευσταθίου ότι από το ΄25 μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να υπάρχει επανάληψη αδικημάτων. Δε θεωρώ ότι αυτό το στοιχείο, είναι στοιχείο που εξαλείφει τον κίνδυνο επαναληπτικής συμπεριφοράς. Όμως ως επίσης λέχθηκε το τελευταίο χρονικό διάστημα ήταν σε συνεργασία με το ΤΑΕ και ήρθε Κύπρο μετά που του ζητήθηκε και από το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβρη του ΄25 μέχρι τον Σεπτέμβρη του ΄26 δεν βρισκόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Υπό το φως όλων όσων έχω αναφέρει στην προκείμενη περίπτωση μπορεί το Δικαστήριο να πιθανολογήσει ότι υπάρχει τάση του κατηγορούμενου για επανάληψη συγκεκριμένης συμπεριφοράς και ροπή στο έγκλημα, δημιουργείται αυτή η ισχυρή εντύπωση. Κρίνω λοιπόν ότι συντρέχει ο κίνδυνος επαναδιάπραξης νέων αδικημάτων.»
Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι δύο πλευρές έχουν θέσει ενώπιόν μας. Ως προς τι το Εφετείο εξετάζει σε περιπτώσεις εφέσεων που στρέφονται κατά απόφασης κράτησης παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Με τρεις λόγους έφεσης προσβάλλεται η πιο πάνω πρωτόδικη κρίση. Κρίνουμε χρήσιμο όπως εξεταστούν μαζί. Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η όλη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και η κατάληξή του ότι συνέτρεχε κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν προσέδωσε βαρύτητα τόσο στο σημαντικό κατά την άποψη του εφεσείοντα χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ των δύο ομάδων κατηγοριών όσο και στην παρέλευση δεκαπέντε μηνών από την τελευταία φερόμενη εγκληματική πράξη, η οποία φέρεται να έλαβε χώραν την 12.6.2025 μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, διάστημα κατά το οποίο ο εφεσείων δεν ενεπλάκη σε οποιαδήποτε ενέργεια που να δικαιολογούσε την κατάληξη για κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και χωρίς επαρκή αιτιολογία παρέλειψε να αιτιολογήσει ουσιαστικά τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες φέρονται να διαπράχθηκαν τα αδικήματα, και ειδικότερα τον άμεσο συσχετισμό του με τις συγκεκριμένες εργασιακές ιδιότητες, εξουσίες και προσβάσεις τις οποίες ο εφεσείων δεν διαθέτει πλέον.
Αναφέρεται συγκεκριμένα στην αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης ότι:
«Στην περίπτωση της CORAL, η φερόμενη συμπεριφορά συνδεόταν με την ιδιότητά του ως Επιθεωρητή Πρατηρίων και τις συναλλαγές με τους διαχειριστές αυτών, ενώ στην περίπτωση της EPIC συνδεόταν με την ιδιότητά του ως Account Manager και την πρόσβασή του σε εταιρικά συστήματα, λογαριασμούς και συσκευές.»
Ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την αναφορά του στο ότι η απώλεια εργασίας του εφεσείοντα δεν εξαλείφει τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, δεν απάντησε στην ουσία της υπερασπιστικής θέσης, η οποία δεν περιοριζόταν στην ανεργία του εφεσείοντα αλλά αφορούσε την απώλεια των συγκεκριμένων δυνατοτήτων και περιστάσεων υπό τις οποίες φέρονται να τελέστηκαν τα αδικήματα.
Με κάθε σεβασμό, αρχίζοντας από τον τρίτο λόγο έφεσης, επισημαίνουμε ότι η φερόμενη δράση του εφεσείοντα σε κάθε μία από τις δύο «υποθέσεις», διαφέρει. Στην κάθε μία φέρεται να έδρασε διαφορετικά χρησιμοποιώντας την πρόσβασή του σε σχέση με τα επίδικα φερόμενα κλαπέντα με διαφορετικό τρόπο. Στην πρώτη υπόθεση φέρεται να έκλεψε χρηματικά ποσά με συγκεκριμένο τρόπο, ενώ στη δεύτερη υπόθεση φέρεται να έκλεψε κινητά τηλέφωνα με διαφορετικό τρόπο. Δεν εντοπίζεται να χρησιμοποιήθηκε κάποιος τόσο εξειδικευμένος τρόπος δράσης του αδικήματος της κλοπής, που να παρέχει το οποιοδήποτε έρεισμα στην εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι αποδυναμώνεται αναπόδραστα η ισχυρή εντύπωση ότι ο εφεσείων έχει την τάση να διαπράττει αδικήματα αυτής ή παρόμοιας φύσης. Τονίζουμε δε τούτο, όχι για να συμφωνήσουμε με τη θέση του εφεσείοντα ότι, ακόμη και αυτό να ίσχυε, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων αναπόδραστα θα εξέλιπε, αλλά για να υπογραμμίσουμε το ότι ο τρίτος λόγος έφεσης δεν έχει κανένα έρεισμα.
Ως θέμα αρχής υπενθυμίζουμε ότι το ζητούμενο είναι η ροπή στο έγκλημα και όχι απαραιτήτως η διάπραξη ακριβώς του ίδιου αδικήματος με το υπό κρίση και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο. Εξετάζεται, στο πλαίσιο αυτό, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων όμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας.
Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο έφεσης θα συμφωνήσουμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ των δύο υποθέσεων δεν μπορεί να επενεργήσει ως ενδεικτικός της απομάκρυνσης του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, αλλά, μάλλον, μπορεί να λειτουργήσει ως υποστηρικτικός αυτής της διαπίστωσης, εφόσον, παρά την παρέλευσή του, ο εφεσείων δεν φαίνεται να άλλαξε την όλη στάση του όσον αφορά τον σεβασμό των νόμων. Θεωρούμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέδωσε καμία σημασία. Επίσης, θεωρούμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέδωσε καμία σημασία, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, στον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του τελευταίου αδικήματος επί του κατηγορητηρίου μέχρι την έκδοση της απόφασης κράτησης. Εξάλλου, όπως προαναφέραμε, από το μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι παρέλευση τριών ετών μεταξύ των δύο υποθέσεων δεν είχε αποβεί αρκετή για να αλλάξει ο εφεσείων τη στάση του έναντι της τήρησης των νόμων.
Ούτε και ο πρώτος λόγος έφεσης βρίσκει έρεισμα. Είναι προφανές από την εκκαλούμενη απόφαση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το όλο ζήτημα σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας στις οποίες ορθά αναφέρθηκε και ορθά εφάρμοσε. Εξέτασε δε και απέρριψε αιτιολογημένα την κάθε ένσταση του εφεσείοντα.
Από το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι εξέτασε το ζήτημα εντός του ορθού πλαισίου, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εντός του επιτρεπτού πλαισίου και ορθά και αιτιολογημένα κατέληξε στην επί του προκειμένου κρίση του. Δεν διαπιστώνουμε πεδίο επέμβασής μας.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω, αβάσιμους κρίνουμε τους τρεις λόγους έφεσης, τους οποίους και απορρίπτουμε.
Η πρωτόδικη απόφαση για κράτηση του εφεσείοντα επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο