ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. DIMITRI KOSTANIDI, Ποινική Έφεση Αρ.: 254/2026, 27/10/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. DIMITRI KOSTANIDI, Ποινική Έφεση Αρ.: 254/2026, 27/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 254/2026)

 

27 Οκτωβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

DIMITRI KOSTANIDI,

Εφεσίβλητου.

_______________________

 

Xρ. Κυριακίδου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα.

Α. Χρίστου με Κ. Φένεκ για Αντρέας Χρίστου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσίβλητος παραπέμφθηκε σε δίκη στο Κακουργιοδικείο το οποίο θα συνεδριάσει στη Λεμεσό στις 24.11.2026 και ώρα 9.00π.μ. αναφορικά με τρεις κατηγορίες. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζει το αδίκημα της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, της κατοχής εκρηκτικών υλών άνευ αδείας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών υλών και της μεταφοράς εκρηκτικών υλών κατά παράβαση Άρθρων του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54. Ειδικότερα, αποδίδεται στον εφεσίβλητο ότι στις 30.9.2026 τοποθέτησε βόμβα έξω από τα γραφεία της εταιρείας Cablenet στην οδό Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό με σκοπό να τα καταστρέψει ή να προξενήσει σε αυτά ζημιές και ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο είχε στην κατοχή του και μετέφερε 115 γραμμάρια εκρηκτικής ύλης υψηλής ισχύος.

 

Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα για έκδοση διατάγματος κράτησής του μέχρι την έναρξη της δίκης του, στηριζόμενη στον κίνδυνο φυγοδικίας. Κατέθεσε σχετικά το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης στο οποίο και παρέπεμψε για να καταδείξει ορατή πιθανότητα καταδίκης του εφεσίβλητου. Αναφέρθηκε στη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο εφεσίβλητος και τις ποινές που συνήθως επιβάλλονται από τα Δικαστήρια σε τέτοιου είδους υποθέσεις, που είναι πολυετείς ποινές φυλάκισης. Αναφέρθηκε, επίσης, στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου και εισηγήθηκε ότι η σχέση και οι δεσμοί του με τη Δημοκρατία δεν είναι τέτοιου βαθμού που να λειτουργήσουν ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγοδικίας και αποφυγής της δίκης, και ούτε μπορούν να επενεργήσουν ως ασπίδα για να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει. Τέλος, ανέφερε ότι ο χρόνος μέχρι την ημερομηνία που έχει οριστεί η υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου δεν είναι τέτοιας έκτασης ώστε να επηρεάσει αρνητικά την απόφαση του Δικαστηρίου να διατάξει την κράτησή του.

 

Στον αντίποδα, ο συνήγορος του εφεσίβλητου, αγορεύοντας προς υποστήριξη της ένστασής του στο αίτημα, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με την υπό κρίση υπόθεση και ότι από το μαρτυρικό υλικό δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε έκθεση που να επιβεβαιώνει την ποσότητα της εκρηκτικής ύλης, γεγονότα που δεν καταδεικνύουν την πιθανότητα καταδίκης του. Αναφερόμενος στις προσωπικές του περιστάσεις ανέφερε ότι αυτός είναι 22 ετών, κατάγεται από την Ελλάδα, η οικογένειά του διαμένει στην Κύπρο σε συγκεκριμένη οδό που γνωρίζει η Αστυνομία και μέχρι πριν λίγο χρονικό διάστημα εργαζόταν στη Δημοκρατία ενώ τώρα ψάχνει για εξεύρεση εργασίας. Είναι άγαμος και άτεκνος και δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχέση του με το εξωτερικό, ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτός μεταβαίνει συχνά στο εξωτερικό.

 

Ο συνήγορος του εφεσίβλητου εισηγήθηκε όρους για εξασφάλιση της παρουσίας του στη δίκη και ειδικότερα όπως το όνομά του τεθεί στη λίστα των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από τη Δημοκρατία, να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην Αστυνομία, να εμφανίζεται καθημερινά σε Αστυνομικό Σταθμό καθώς και να υπογράψει εγγύηση με αξιόχρεο εγγυητή ύψους €100.000.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για την ύπαρξη πιθανότητας καταδίκης του εφεσίβλητου χωρίς βεβαίως να αναιρείται εύλογη προσδοκία στην αθώωσή του. Τόνισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την τιμωρία που προβλέπεται στα σχετικά νομοθετήματα, καθώς και το ότι τα Δικαστήρια συνήθως επιβάλλουν πολυετείς ποινές φυλάκισης σε αυτής της φύσεως αδικήματα. Ικανοποιήθηκε δηλαδή ότι πληρούνται τα αντικειμενικά κριτήρια της ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας, ως η νομολογία τα έχει καθορίσει. Ακολούθως, έστρεψε την προσοχή του στους υποκειμενικούς παράγοντες και δη τους δεσμούς του εφεσίβλητου με τη Δημοκρατία σημειώνοντας ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι αυτός διαμένει στη Δημοκρατία με την οικογένειά του, συνεργάστηκε με την Αστυνομία και δεν έχουν αναφερθεί οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν τάση διαφυγής αλλά, όπως αποφάσισε, από την άλλη από τους δεσμούς που προαναφέρθηκαν δεν προέκυψε σταθερή επαγγελματική απασχόληση ή περιουσιακή εγκατάστασή του και ότι είναι άγαμος και άτεκνος, στοιχεία που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη σταθερότητα της σύνδεσής του με συγκεκριμένο τόπο και τρόπο ζωής.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανάφερε ξεκάθαρα στη σελίδα 12 της απόφασης του ότι «από τη συνολική στάθμιση προκύπτει συνεπώς υπαρκτός κίνδυνος μη εμφάνισης του κατηγορούμενου στη δίκη […] οι οικογενειακοί και κοινωνικοί του δεσμοί με τη Δημοκρατία έχουν σταθμιστεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, δεν είναι όμως υπό το σύνολο των περιστάσεων, τέτοιας έντασης ώστε να εξουδετερώνουν τον διαπιστούμενο κίνδυνο».

 

Αποφάσισε τελικά ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας μπορεί να αντιμετωπιστεί επαρκώς με όρους της εμβέλειας που εισηγήθηκε ο συνήγορός του με δεδομένο ότι η κράτηση αποτελεί το έσχατο μέσο εξασφάλισης της παρουσίας ενός κατηγορουμένου.

 

Απέρριψε συνεπώς το αίτημα για κράτηση του εφεσίβλητου και διέταξε όπως αυτός αφεθεί ελεύθερος με τους όρους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω στους οποίους πρόσθεσε απαγόρευση να διέρχεται των οδοφραγμάτων που οδηγούν από και προς τις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας αμφισβητεί την πρωτόδικη απόφαση προβάλλοντας ως λόγο έφεσης ότι το Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα αρχής αφού ενώ στην απόφασή του διαπιστώνει ότι συντρέχουν τόσο οι αντικειμενικοί όσο και οι υποκειμενικοί παράγοντες που η νομολογία ορίζει για την κράτηση ενός κατηγορουμένου, εντούτοις, διέταξε την απόλυση του εφεσίβλητου με περιοριστικούς όρους. Είναι η θέση του ότι η τελική απόφαση του Δικαστηρίου να αφεθεί ελεύθερος ο εφεσίβλητος με όρους δεν συνάδει με τα όσα το ίδιο το Δικαστήριο διαπίστωσε και ότι λανθασμένα και σε πλήρη αντίφαση με τα δικά του συμπεράσματα διέταξε την απόλυση του εφεσίβλητου με όρους έχοντας προηγουμένως ικανοποιηθεί ότι πληρούνται τόσο οι αντικειμενικές όσο και οι υποκειμενικές προϋποθέσεις της ύπαρξης του κινδύνου φυγοδικίας.

 

Δεδομένου του ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του, χρήσιμη είναι η επανάληψη των αρχών που αφορούν την ευχέρεια του Εφετείου να επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

 

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»

 

Έχει δίκαιο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ ικανοποιήθηκε για την ύπαρξη κινδύνου φυγοδικίας, τόσο με βάση τα αντικειμενικά αλλά και τα υποκειμενικά κριτήρια που η νομολογία καθορίζει, χωρίς αιτιολογία αποφάσισε όπως ο εφεσίβλητος αφεθεί ελεύθερος με όρους.

 

Ειδικότερα, ενώ ορθά έκανε τη διεργασία της εξέτασης τόσο τον αντικειμενικών και υποκειμενικών κριτηρίων που η νομολογία ορίζει και ικανοποιήθηκε ότι από την εξέταση της μαρτυρίας στην όψη της και μόνο δημιουργείτο πιθανότητα καταδίκης του (ΜΑΛΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ. 135, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΝΙΚΗΤΑ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2011) 2 Α.Α.Δ. 54 και NARMANIA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 4/2018 κ.ά., ημερομηνίας 3.4.2019) και ενώ διαπίστωσε ως ανωτέρω αναφέρεται ότι ούτε οι υποκειμενικοί παράγοντες εξουδετέρωναν την πιθανότητα διαφυγής (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΛΟΥΚΑΣ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ κ.α., (2018) 2 Α.Α.Δ. 319, ΤΖΙΟΒΑΝΝΗ κ.α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 252/2023, ημερομηνίας 18.1.2024, MEMIC κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Ποινική Έφεση 81/2019 κ.α., ημερομηνίας 16.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:B314 και DIAB v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Ποινική Έφεση Ε151/2019, ημερομηνίας 13.8.2019), χωρίς αιτιολογία κατέληξε να απορρίψει το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και να διατάξει όπως ο εφεσίβλητος παραμείνει ελεύθερος με όρους. Υπενθυμίζουμε ότι στην πρόσφατη απόφασή μας ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. CORNECI, Ποινική Έφεση 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026, τονίσαμε ότι ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του.

 

Η ξεκάθαρη, με βάση την ανάλυσή του, κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι πληρούνται τόσο τα υποκειμενικά όσο και τα αντικειμενικά κριτήρια της ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας, η οποία είναι ορθή, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με την ορθή οδηγία, που είναι η διαταγή για κράτησή του. Πλέον, ο θεωρητικός κίνδυνος φυγοδικίας ο οποίος θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με κατάλληλους όρους εγγύησης, κρίθηκε να είναι υπαρκτός, ώστε η μόνη αρμόζουσα διαταγή να είναι, κατ’ εξαίρεση του κανόνα, η διαταγή κράτησης.

           

Η πρωτόδικη απόφαση ελέγχεται και ενόψει των ανωτέρω, η απόφαση για να αφεθεί ο εφεσίβλητος υπό όρους ακυρώνεται. Ακυρώνονται βέβαια και οι όροι που έχουν τεθεί. Ο εφεσίβλητος να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την 24.11.2026, ημερομηνία εμφάνισής του ενώπιον του Κακουργιοδικείου.

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο