ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 27/2026)
27 Οκτωβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΡΤΟΥΡΟΣ ΚΟΤΣΙΝΙΑΝ,
Εφεσείοντα,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητου.
_______________________
Κ. Πιερούδη (κα), για Εφεσείοντα.
Χ. Κυριακίδου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τριών ετών και δύο ετών, οι οποίες διατάχθηκε όπως είναι άμεσα εκτελεστές, αναφορικά με τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από κατοικία αντίστοιχα. Τα αδικήματα έλαβαν χώραν στις 17.5.2025 στη Λεμεσό και τα αντικείμενα τα οποία κλάπηκαν από την επίδικη οικία είναι συνολικής αξίας €18.520.
Κατά την επιβολή της ποινής λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο άλλες δύο υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του εφεσείοντα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, μετά που δόθηκε σχετική συγκατάθεση από την Κατηγορούσα Αρχή και το Δικαστήριο άσκησε τις εξουσίες του που παρέχονται από το Άρθρο 81 του Κεφ. 155 και ενέκρινε το σχετικό αίτημα της Υπεράσπισης.
Η μία υπόθεση που λήφθηκε υπόψη αφορά τα αδικήματα της απειλής κατά της συζύγου του, άσκησης ψυχολογικής βλάβης κατά της συζύγου του και άσκησης ψυχολογικής βίας, επίσης κατά της συζύγου του, και της απείθειας κατά νόμιμων διαταγών. Η δεύτερη υπόθεση που λήφθηκε υπόψη αφορούσε 10 κατηγορίες οι οποίες προέρχονται από δύο ξεχωριστές υποθέσεις. Ειδικότερα παραδέχθηκε ενοχή σε δύο υποθέσεις που αφορούν στο αδίκημα της παρενόχλησης κατά παράβαση των Άρθρων 3(1)(3) και 5(α) του Ν.114/2021, δύο κατηγορίες για το αδίκημα της απειλής κατά της συζύγου του, τα αδικήματα της άσκησης της ψυχικής και ψυχολογικής βίας κατά της συζύγου του, αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ 10.9.2025-17.9.2025 στη Λεμεσό. Παραδέχθηκε επίσης μία κατηγορία απειλής, μία κατηγορία κοινής επίθεσης, μία κατηγορία πρόκλησης σωματικής βλάβης και μία κατηγορία άσκησης σωματικής βίας, όλα αδικήματα κατά της συζύγου του, που διαπράχθηκαν στις 10.11.2024, επίσης στη Λεμεσό.
Προτού επιβληθεί ποινή στον εφεσείοντα, αναφέρθηκε ότι αυτός βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη για αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ 4.9.2018 και 10.9.2018, επίσης στη Λεμεσό. Ειδικότερα, στις 10.5.2019 του επιβλήθηκαν άμεσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 μηνών για δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού με μυτερή άκρη εκτός κατοικίας, 2 ετών και 6 μηνών για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από αυτήν, 20 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας της διάρρηξης κατοικίας, 18 μηνών για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικού οργάνου κατά τη διάρκεια της μέρας με σκοπό τη διάπραξη του κακουργήματος και 5 μηνών για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας.
Με την παρούσα έφεση, ο εφεσείοντας παραπονείται ότι οι ποινές που του επιβλήθηκαν είναι έκδηλα υπερβολικές με βάση τη νομολογία και λαμβανομένων υπόψη όλων των γεγονότων της υπόθεσης. Προβάλλει τη θέση ότι τα στοιχεία που αφορούν την εξατομίκευση της ποινής δεν εφαρμόστηκαν σωστά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως και ότι τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά τον επίδικο χρόνο, ειδικότερα, τα ψυχιατρικά του προβλήματα για τα οποία νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρείο Αθαλάσσας αλλά και τα προβλήματα ουσιοεξάρτησης δεν λήφθηκαν υπόψη δεόντως και/ή επαρκώς από το πρωτόδικο Δικαστήριο (πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης). Με τον τρίτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι οι προηγούμενες καταδίκες του προσμέτρησαν εις βάρος του, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε μεγαλύτερο βαθμό από όσο επιτάσσουν οι αρχές και η νομολογία. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο έφεσης, προβάλλεται η θέση ότι η ποινή είναι έκδηλα υπερβολική καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του δεόντως ούτε προσμέτρησε επαρκώς όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής και ειδικότερα τις προσωπικές του περιστάσεις σύμφωνα με τις οποίες ήταν άστεγος, είχε ανύπαρκτες σχέσεις με την οικογένειά του και ήταν χωρίς οποιοδήποτε υποστηρικτικό περιβάλλον, χωρίς εργασία και προσπαθούσε να απεξαρτηθεί από τις ναρκωτικές ουσίες. Παραπονείται ακόμα ότι δεν προσμέτρησαν ικανοποιητικά η άμεση παραδοχή του και η συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές.
Χρήσιμα είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην πρόσφατη απόφασή μας Μ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινικές Εφέσεις 216/2022 και 221/2022, ημερομηνίας 25.2.2026:
«Η πάγια αρχή της νομολογίας είναι ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Ζ.Α.Η. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 137/2022 κ.ά., ημερομηνίας 8.11.2024).
Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, SELMANI Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).»
Τα παράπονα του εφεσείοντα δεν έχουν έρεισμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιόν του και ειδικά όλα όσα αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ήταν χρήστης σκληρών ουσιών κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και η κατάρρευση των σχέσεων του με τη σύζυγό του που είχε ως αποτέλεσμα να μην έχει επικοινωνία με τις δύο ανήλικες θυγατέρες του. Ιδιαίτερα λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι είχε εκδοθεί διάταγμα θεραπείας στο κλειστό πρόγραμμα του Κέντρου Θεραπείας «ΡΕΤΟ Κύπρου» το οποίο όμως ο εφεσείοντας εγκατέλειψε σύντομα, όπως και όλες τις προσωπικές του περιστάσεις.
Ορθά επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο τόνισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που παραδέχθηκε ο εφεσείοντας, όπως και την ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση που παρουσιάζουν τα αδικήματα που είχε παραδεχθεί παραπέμποντας σχετικά στις υποθέσεις PILIEV ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 587, SYDENHAM v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2005) 2 A.A.Δ. 210, BALAMPANIDIS v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 210/2018, ημερομηνίας 10.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΒΑΚΑΝΑ, Ποινική Έφεση 173/2020, ημερομηνίας 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200.
Αναφέρθηκε επίσης στο πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την παλαιότερη υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 104, το οποίο εξακολουθεί να συνοψίζει, δυστυχώς, την επικρατούσα κατάσταση.
«Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη.»
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι, στην ενώπιόν του υπόθεση, λήφθηκαν υπόψη ακόμα δύο υποθέσεις που αφορούν μεν διαφορετικής φύσεως αδικήματα, πλην όμως ανάλογης σοβαρότητας τα οποία διαπράχθηκαν κατά μελών της οικογένειας και τιμωρούνται με αυστηρότερες ποινές σε σχέση με τα συνήθη αδικήματα βίας. Τονίστηκε επίσης ότι ο εφεσείων αγνόησε εντελώς το απαγορευτικό διάταγμα Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια υπόθεσης και το οποίο προνοούσε όπως μην πλησιάζει την παραπονούμενη σύζυγό του σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων ή να επικοινωνεί μαζί της με οποιοδήποτε τρόπο.
Χαρακτήρισε, σωστά, συνολικά ιδωμένη την παραβατική συμπεριφορά του εφεσείοντα ως σοβαρή και αποπνέουσα ιδιαίτερη ανησυχία. Έλαβε υπόψη του τα όσα είχαν αναφερθεί για την ουσιοεξάρτησή του αλλά και τις προσωπικές του περιστάσεις και παρέπεμψε, ορθά και πάλι, στην υπόθεση ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 154, όπου λέχθηκε ότι πως «…κανένας, μα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα και, ιδιαίτερα, εγκλήματα του είδους τα οποία πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών».
Έλαβε ακόμα υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο προς όφελος του εφεσείοντα την παραδοχή του, το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, τη συνεργασία του με την Αστυνομία και τις προσπάθειές του να απεξαρτηθεί από τις ναρκωτικές ουσίες. Έλαβε όμως υπόψη του ως όφειλε και χωρίς να δοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στο γεγονός αυτό, ως η συνήγορός του, λανθασμένα κατά την κρίση μας, προκρίνει, ότι είχε προηγούμενη καταδίκη για ίδιας φύσεως αδικήματα, όπως αυτά που παραδέχθηκε, η οποία δεν στάθηκε ικανή να τον σταματήσει από τη διάπραξη άλλων αδικημάτων. Η δε ποινή που του επιβλήθηκε στην κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας, 3 χρόνια, σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί υπερβολική, λαμβάνοντας υπόψη ότι στα πλαίσια της προηγούμενης καταδίκης του για ίδιας φύσεως αδίκημα, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών και 6 μηνών.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να επέμβουμε στην επιβληθείσα ποινή. Θέλουμε μάλιστα με την ευκαιρία αυτή, να επικροτήσουμε την επιβολή αυστηρών ποινών για τέτοιου είδους συμπεριφορά.
Η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο