ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 290/2019)
22 Οκτωβρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]
[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΛΕΝΗ ΦΑΙΔΩΝΟΣ
Εφεσείουσα/Ενάγουσα
και
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΡΙΧΕΡΟΥΣΑΣ
άλλως ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΡΙΧΕΡΟΥΣΑΣ
Εφεσίβλητη/Εναγόμενη
------------------------------------------------
Μάριος Σωφρονίου και Ανθηνίκη Χαραλάμπους για Marios A. Sofroniou LLC, για την Εφεσείουσα
Μαρία Ιακώβου για Μάριος Χαρτσιώτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους
------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΟΝΗΣ, Δ.: Η εφεσείουσα με αγωγή της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αξίωσε εναντίον της εφεσίβλητης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές που υπέστη κατά τις 8.1.2012, όταν μετέβηκε για εκκλησιασμό στον Ιερό Ναό Παναγίας Τριχερούσας, εξαιτίας, ως ισχυρίζεται, της αμέλειας και/ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της τελευταίας ή και των αντιπροσώπων ή και των υπαλλήλων της.
Αποτέλεσε δικογραφημένη θέση της εφεσείουσας ότι η εφεσίβλητη ήταν κάτοχος ή και διαχειρίστρια του Ιερού Ναού Παναγίας Τριχερούσας ως επίσης ότι ήταν ρητός και/ή σιωπηρός όρος ότι η εφεσίβλητη είχε την ευθύνη και υποχρέωση να λάβει όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις για την ασφάλεια της εφεσείουσας κατά το χρόνο που αυτή βρισκόταν στο Ναό και/ή στην ράμπα του Ναού και να μην την εκθέτει σε κίνδυνο να υποστεί ζημιά ή σωματική βλάβη.
Σύμφωνα πάντα με την εφεσείουσα, αυτή μετέβηκε στις 8.1.2012 στο Ναό για να εκκλησιαστεί. Μετά το τέλος της θείας λειτουργίας εξήλθε από τη βόρεια είσοδο του Ναού και στην προσπάθεια της να κατέβει από τη ράμπα η οποία βρισκόταν στην έξοδο και οδηγούσε προς το προαύλιο του Ναού, εξαιτίας της αμέλειας και/ή παράβασης του Νόμου και των Κανονισμών από μέρους της εφεσίβλητης, αυτή έπεσε με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρό τραυματισμό στον σπόνδυλο και να υποστεί απώλειες και έξοδα.
Στις λεπτομέρειες αμέλειας της εφεσίβλητης, της αποδίδεται ότι κατασκεύασε τη ράμπα με ελαττωματικά και/ή ακατάλληλα υλικά και, ενώ γνώριζε ότι ήταν ακατάλληλη για χρήση, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για αποφυγή του τραυματισμού της εφεσείουσας, παρέλειψε να προνοήσει και να διατηρήσει ένα κατάλληλο και ασφαλή τόπο διακίνησης γι΄ αυτήν. Ακόμα παρέλειψε να διατηρήσει το δάπεδο της ράμπας σε ασφαλή κατάσταση, να επιβλέψει τη σωστή εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας και να προειδοποιήσει ότι η ράμπα δεν ήταν ασφαλής. Περαιτέρω η εφεσείουσα ισχυρίστηκε ότι τύγχανε εφαρμογής η νομική αρχή Res Ipsa Loquitur.
Η εφεσίβλητη στην Υπεράσπιση της ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι από την Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλυπτόταν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της αφού αυτή δεν ήταν κάτοχος του Ναού και δεν υπείχε οποιασδήποτε ευθύνης έναντι της εφεσείουσας και ως εκ τούτου οι αξιώσεις της εφεσείουσας θα έπρεπε να διαγραφούν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εφεσείουσα ουδέποτε την ειδοποίησε για τον κατ΄ ισχυρισμό τραυματισμό της παρά ένα μήνα μετά ενώ αρνήθηκε ότι ευθυνόταν με οποιοδήποτε τρόπο για την πρόκληση του ατυχήματος ή και ότι υπήρξε αμελής και/ή παρέβηκε τα νόμιμα καθήκοντα της ενώ ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της εφεσείουσας. Ήταν επίσης η θέση της ότι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια της κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραξίας της ίδιας με τις κατ΄ ισχυρισμό ζημιές της εφεσείουσας. Αποτέλεσε τέλος θέση της εφεσίβλητης ότι τύγχανε εφαρμογής η αρχή του Volenti non fit injuria.
Κατά την ακροαματική διαδικασία έδωσε μαρτυρία η ίδια η εφεσείουσα (Μ.Ε.1), ενώ κάλεσε ως μάρτυρες τον Μ.Ε.2, Αρχιτέκτονα για να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας και τον Μ.Ε.3 για να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την εργοδότηση της που θα λάμβανε χώρα αν δεν επεσυνέβαινε ο τραυματισμός της.
Η πλευρά της εφεσίβλητης παρουσίασε τρεις μάρτυρες τον Μ.Υ.1, Πρόεδρο της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Παναγίας Τριχερούσας την περίοδο 1981-2017, τον Μ.Υ.2, Πολιτικό Μηχανικό και Τεχνικό στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού από το έτος 1999 ο οποίος συντόνιζε τις τεχνικές εργασίες της Μητρόπολης και τον Μ.Υ.3, Τεχνικό στον Δήμο Λεμεσού. Σημειώνουμε ότι δηλώθηκαν από μέρους των διαδίκων, εκ συμφώνου και επί πλήρους ευθύνης τόσο οι γενικές (€25.000) όσο και οι ειδικές αποζημιώσεις (€4.985). Ως εκ τούτου το μοναδικό ζήτημα που παρέμεινε προς εξέταση από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν αυτό της ευθύνης για το κατ΄ ισχυρισμό ατύχημα. Έτσι, παρά το γεγονός ότι είχε τεθεί μαρτυρία και για τα υπόλοιπα θέματα, το πρωτόδικο Δικαστήριο επικεντρώθηκε μόνο στη μαρτυρία που σχετίζετο με το κατά πόσο προέκυπτε ευθύνη εναντίον της εφεσίβλητης και σε περίπτωση θετικής κατάληξης, κατά πόσο υπήρχε συντρέχουσα αμέλεια από πλευράς εφεσείουσας.
Η εφεσείουσα (Μ.Ε.1) δεν άφησε καλή εντύπωση στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο την έκρινε ως μη αξιόπιστη για τους λόγους που εξηγεί στην απόφαση του. Ούτε ο Μ.Ε.2 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο του οποίου τη μαρτυρία δεν δέχτηκε για τους λόγους που επίσης εξηγεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβηκε σε εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.3 δεδομένου ότι οι δυο πλευρές είχαν συμφωνήσει και δηλώσει τις ειδικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά τους μάρτυρες της εφεσίβλητης το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε και τους τρεις αξιόπιστους και αποδέχθηκε τη μαρτυρία τους αιτιολογώντας την κρίση του αυτή. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στα ακόλουθα ευρήματα:
«Στις 8.1.12 η ενάγουσα μετέβηκε στον Ιερό Ναό Παναγίας Τριχερούσας στη Λεμεσό για να εκκλησιαστεί. Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας εξήλθε από την βόρεια είσοδο του Ναού και χρησιμοποίησε την ράμπα που βρισκόταν στην έξοδο και οδηγούσε στο προαύλιο του Ναού. Στην προσπάθεια της να κατεβεί έπεσε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Το δάπεδο της ράμπας ήταν κατασκευασμένο από λωρίδες γρανίτη πλάτους 10 εκ. με φαρσοκομμένες τις πλευρές έτσι ώστε δημιουργείτο αρμός πλάτους 1 εκ. και βάθος 8 χιλιοστών κάθε 10εκ. Η ράμπα στην μια πλευρά της είχε χειρολαβή σε ύψος 65 εκ. κατασκευασμένη από ανοξείδωτο ατσάλι ενώ στην άλλη πλευρά εφάπτετο με την τοιχοποιία του Ναού. Η ράμπα αλλά και ο Ναός είχε κατασκευαστεί σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια και άδειες οικοδομής και για το σύνολο της οικοδομής έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.»
Εν συνεχεία το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε να εξετάσει αν η εφεσείουσα είχε αποδείξει την υπόθεση της στο βαθμό που απαιτείτο σε αστικές υποθέσεις.
Το πρώτο ζήτημα το οποίο απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν κατά πόσο η εφεσίβλητη ήταν κάτοχος του Ναού και εάν είχε τον έλεγχο του, ζήτημα για το οποίο έδωσε καταφατική απάντηση.
Ακολούθως το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τις θέσεις της εφεσείουσας ότι την ευθύνη για το ατύχημα την έφερε η εφεσίβλητη λόγω ακαταλληλότητας και ανασφάλειας της ράμπας και ότι απέτυχε να έχει τον απαραίτητο βαθμό επιμέλειας ώστε η ράμπα να είναι ασφαλής, ήτοι ότι η εφεσίβλητη ως κάτοχος κατασκεύασε τη ράμπα με ελαττωματικά και ακατάλληλα υλικά και ενώ γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει ότι ήταν ακατάλληλη για χρήση από την εφεσείουσα, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για αποφυγή τραυματισμού της. Αφού αναφέρθηκε στις πρόνοιες του άρθρου 51(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και στη σχετική νομολογία επί του θέματος (Λ.Π. Φραγκεσκίδης & Σία Λτδ ν. Μάμα (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 70, Αγγελίδης ν. Λούτσιου (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 200, Σχολική Εφορία Στροβόλου ν. Στεργίδου κ.ά. (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 691, Ξενοφώντος ν. Κ.Ν. Zoo Bar Restaurant Ltd κ.ά. (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2786 και Γιουσελής ν. Γιωργάλλας, Πολ. Έφ. Αρ. 501/2012, ημερ. 14.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:A183) αλλά και τις πρόνοιες του Κανονισμού 61H (2)(στ) των περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 86/99 κατέληξε ότι η εφεσίβλητη έλαβε κάθε μέτρο για την αντιολισθητικότητα της ράμπας. Περαιτέρω σε σχέση με το γεγονός ότι στην υπό αναφορά ράμπα υπήρχε χειρολισθήρας μόνο στη μια πλευρά (η άλλη πλευρά εφάπτετο με τοιχοποιία) έκρινε ότι έστω και αν γινόταν αποδεκτό ότι με βάση τον Κανονισμό 61Η (2)(στ)(iii) ακόμα και σε περίπτωση που υπάρχει τοιχοποιία θα πρέπει να τοποθετείται χειρολισθήρας και στις δυο πλευρές, στην προκειμένη περίπτωση απουσίαζε παντελώς οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει την πτώση της εφεσείουσας με την έλλειψη χειρολισθήρα στη μια εκ των δυο πλευρών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Ουδέν έχει αναφερθεί από την ΜΕ1 ότι ο λόγος της πτώσης της ήταν η απουσία χειρολισθήρα στην μία πλευρά και ότι αν υπήρχε θα μπορούσε να αποφευχθεί η πτώση και τραυματισμός της ούτε και από τον ΜΕ2 έχει τεθεί τέτοια εισήγηση. Δεν έχει καν τεθεί μαρτυρία ότι η ενάγουσα χρησιμοποίησε τον υπάρχοντα χειρολισθήρα. Συνεπώς ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της αμέλειας των εναγομένων με την ζημιά που υπέστη η ενάγουσα.»
Η έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του καθήκοντος επιμέλειας της εφεσίβλητης και του ζημιογόνου γεγονότος τόσο σε σχέση με τον χειρολισθήρα αλλά και τα όσα τέθηκαν αναφορικά με το δάπεδο της ράμπας ήταν, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλυτικά για την τύχη της αγωγής.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο διευκρίνισε, με αναφορά σε σχετική νομολογία και τα δεδομένα της υπόθεσης, ότι δεν τύγχανε εφαρμογής το δόγμα Res Ipsa Loquitur αλλά ούτε και η υπεράσπιση Volenti non fit injuria λόγω έλλειψης του απαραίτητου υπόβαθρου.
Συνεπεία των πιο πάνω προχώρησε στην απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της εφεσείουσας.
Η εφεσείουσα, η οποία προφανώς δεν έμεινε ικανοποιημένη από την πρωτόδικη απόφαση, την προσβάλλει με τέσσερεις λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη μόνο τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 και δεν έλαβε υπόψη τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 η οποία έγινε αποδεκτή. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι, παρά το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστο τόσο τον Μ.Υ.2 όσο και τον Μ.Υ.3, επέλεξε να στηρίξει τα ευρήματα του μόνο στη μαρτυρία του Μ.Υ.2. Η μαρτυρία των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 ήταν αντιφατική μεταξύ της ως προς το υλικό και/ή το είδος του γρανίτη που χρησιμοποιήθηκε για το τελείωμα και/ή την επιφάνεια της επίδικης ράμπας και επομένως το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για χρήση μη αντιολισθητικού υλικού για το τελείωμα της επίδικης ράμπας δεν είναι ευλόγως εξαγόμενο από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε και έγινε αποδεκτή διότι επέλεξε να λάβει υπόψη μόνο τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 (και όχι αυτή του Μ.Υ.3 η οποία ήταν σε συμφωνία με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2).
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν προέβη σε σωστή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας τόσο στο σύνολο της όσο και σε σχέση με την αξιοπιστία της κάθε μαρτυρίας ξεχωριστά. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι η μαρτυρία της εφεσείουσας αναφέρεται στα γεγονότα όπως αυτά επεσυνέβησαν και τα έζησε η ίδια κατά την 8.1.2012 ενώ η μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος ουδεμία σχέση είχε με τα τεκταινόμενα της υπόθεσης, στηρίχθηκε αποκλειστικά στην αντικειμενική του γνώμη ως εμπειρογνώμονας. Αντίθετα η πλευρά της εφεσίβλητης στηρίχθηκε στη μαρτυρία των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 από τους οποίους μόνο ο τελευταίος μπορούσε να θεωρηθεί ανεξάρτητος και αντικειμενικός μάρτυρας και ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τη σχέση των δυο πρώτων με την εφεσίβλητη. Παραπονείται επίσης η πλευρά της εφεσείουσας ότι δεν έγινε σωστή αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 ο οποίος υπέπεσε σε αντιφάσεις σε σχέση με το λόγο που ζήτησε νέο πιστοποιητικό τελικής έγκρισης ενώ δεν λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο τα όσα ανέφερε σε σχέση με την έκθεση που ετοίμασε για το ατύχημα σε χρόνο μετά την 8.1.2012 από τα οποία συμπεραίνεται ότι επιδίωκε πλήρη αποποίηση ευθυνών εκ μέρους του ιδίου και της εφεσίβλητης αναφορικά με το υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή και/ή θεμελίωση και για το τελείωμα και/ή επιφάνεια της επίδικης ράμπας. Τέλος, εκφράζεται παράπονο ότι τα επισυνημμένα στην έκθεση σχέδια έγιναν αποδεκτά χωρίς να ληφθεί υπόψη η μεταγενέστερη ημερομηνία τους από αυτή της έκθεσης ενώ η ένσταση του δικηγόρου της εφεσείουσας για την αποδοχή του περιεχομένου τους δεν έγινε αποδεκτή.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προέβηκε σε επιλεκτική αποδοχή μαρτυρίας κάτι που έπραξε και αναφορικά με την απόρριψη της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι η συνολική αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Όσον αφορά τη μαρτυρία της εφεσείουσας υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο την έκρινε ως αναξιόπιστη μάρτυρα και την απέρριψε στο σύνολο της, κρίνοντας την με υπέρμετρη επιφύλαξη και αυστηρότητα χωρίς να λάβει υπόψη του το επίπεδο μόρφωσης της, το άγχος και/ή έντονο στρες που τη διακατείχε κατά την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των επανειλημμένων ερωτήσεων περί νομικών όρων, από τη δικηγόρο της εφεσίβλητης, τις οποίες πράγματι η εφεσείουσα δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί, θέτοντας την έτσι σε πλήρη σύγχυση και αποσυντονισμό.
Τέλος με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα «υπέπεσε σε αντιφάσεις και/ή μη ορθά ευρήματα κατά την λήψη της απόφασης του αναφορικά με την εξαγωγή συμπερασμάτων που έκριναν το αποτέλεσμα της υπόθεσης». Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι στη σελ. 19 της πρωτόδικης απόφασης αναφέρεται ότι «Η θέση που προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία αφορούσε το δάπεδο της ράμπας ως επίσης και του ότι η ράμπα δεν είχε χειρολισθήρα και στις δυο πλευρές» ενώ στην επόμενη σελίδα αναφέρεται ότι «Η πλευρά της Ενάγουσας έθεσε ως άξονα της απαίτησης της το θέμα με τον χειρολισθήρα που υπήρχε στην ράμπα». Σύμφωνα με την πλευρά της εφεσείουσας τα πιο πάνω συμπεράσματα και/ή ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι αντιφατικά ενώ υποστηρίζεται ότι σε σχέση με τον άξονα της απαίτησης της εφεσείουσας, όπως διαφαίνεται από τα πρακτικά της υπόθεσης, «τέθηκαν ναι μεν ερωτήσεις αναφορικά με την ύπαρξη και ή όχι δύο χειρολισθήρων, ωστόσο η πλευρά της Ενάγουσας στήριξε κυρίως την υπόθεση της στο υλικό της επιφάνειας της επίδικης ράμπας».
Παραπονείται επίσης η πλευρά της εφεσείουσας σε σχέση με τα όσα ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ. 19 της απόφασης του:
«Έχει γίνει δεκτό ότι για το τέλειωμα της ράμπας χρησιμοποιήθηκε γρανίτης και τοποθετήθηκαν μη γυαλιστερές λωρίδες με βύθιση φαρσοκομμένες όπως τις ονόμασαν οι ΜΥ1 και 2, με αποτέλεσμα να δημιουργείται λούκι (αρμός) κάτι που καθιστά την ράμπα αντιολισθητική. Είναι γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε και γυαλιστερός γρανίτης Τεκ.13. κάτι που τον καθιστά πιο ολισθηρό ως δέχθηκε και ο ΜΥ2».
Σύμφωνα με την πλευρά της εφεσείουσας το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι χρησιμοποιήθηκαν δυο είδη γρανίτη, χωρίς ωστόσο να εξηγεί πως κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα, εφόσον ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι χρησιμοποιήθηκε γυαλιστερός γρανίτης για το τελείωμα της ράμπας ενώ σε κανένα μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε ότι χρησιμοποιήθηκε και μη γυαλιστερός γρανίτης. Ως εκ τούτου το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του οποιοδήποτε ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος.
Προκύπτει αβίαστα από την παράθεση των πιο πάνω λόγων έφεσης ότι αυτοί προσβάλλουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Θα πρέπει καταρχάς να υπενθυμίσουμε σε σχέση με τους πιο πάνω λόγους έφεσης, οι οποίοι είναι συναφείς και θα εξεταστούν μαζί, τα όσα έχουν λεχθεί στην Χ"Μάρκου v. Widehorizon (Cap. Market) Ltd (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 108:
«Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στα συμπεράσματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, καθώς και η διαπίστωση των πρωτογενών γεγονότων, ανάγονται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο βρίσκεται σε προνομιακή θέση να εκτιμήσει τα θέματα τούτα. (Papadopoulos v. Stavrou (1982) 1 C.L.R. 321). Το Εφετείο δικαιολογείται να επεμβαίνει στις διαπιστώσεις αξιοπιστίας, μόνο εφόσον καταφαίνεται ότι εξ αντικειμένου αυτές είναι ανυπόστατες. (Καννάουρου κ.ά. v. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, 39). Περαιτέρω, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί επέμβαση του Εφετείου εκεί όπου οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη δοθείσα μαρτυρία, ή όπου τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το Δικαστήριο. (Βλ. επίσης Αυξεντίου v. Δίγκλη (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1367).»
Επιχειρείται από πλευράς της εφεσείουσας η προσβολή της αξιολόγησης εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου της μαρτυρίας της εφεσείουσας και του Μ.Ε.2.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της εφεσείουσας υπέδειξε ότι η μαρτυρία της διέπετο από γενικότητα και αοριστία αφού δεν ήταν καθόλου επεξηγηματική ως προς τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα και ποια ήταν ακριβώς η αιτία που επέδρασε στο να γλιστρήσει ως ήταν η θέση της και να πέσει στη ράμπα, ενώ γενική και αόριστη ήταν επίσης η θέση της ότι η ράμπα δεν κατασκευάστηκε με όλες τις προδιαγραφές και ότι, αν ήταν εντάξει (η ράμπα), δεν θα έπεφτε. Όπως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η απλή αναφορά ότι ενώ κατέβαινε τη ράμπα γλίστρησε και έπεσε ενώ αν ήταν εντάξει η ράμπα δεν θα έπεφτε δεν αρκεί για να θέσει το πραγματικό υπόβαθρο σε σχέση με τη ράμπα και να εξηγήσει τι ήταν αυτό που προκάλεσε την πτώση της εφεσείουσας και συνεπακόλουθα τον τραυματισμό της. Η πιο πάνω συλλογιστική του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης.
Μάλιστα το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει στην απόφαση του (σελ. 5-6) ότι η εφεσείουσα σε σχέση με το συμβάν ανέφερε ότι «δεν γνωρίζει σε ποιο κίνδυνο την εξέθεσαν οι εναγόμενοι, αλλά και ότι καταχώρισε την αγωγή επειδή κάποια άλλη που είχε παρόμοιο συμβάν της είπε ότι οι εκκλησίες έχουν ασφάλεια και μπορεί να αποζημιωθεί». Το πρωτόδικο Δικαστήριο όπως αναφέρει στη σελ. 7 εξέτασε τη μαρτυρία της «στο σύνολο της και επί όλων των ζητημάτων», ήτοι την αντιπαρέβαλε και τη διερεύνησε με βάση τις έγγραφες προτάσεις, την έγγραφη μαρτυρία και σε σχέση με το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του (βλ. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου κ.ά. (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 552, Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 576, Φώτσιου ν. Ηροδότου (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1172, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 563, Σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης (Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές) των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, έκδοση 2014, σελ. 128 - 129 και 135).
Όσον αφορά τον Μ.Ε.2, το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αποδέχθηκε ως εμπειρογνώμονα και προσέγγισε τη μαρτυρία του σύμφωνα με τις επιταγές της νομολογίας (Πιττάλης κ.ά. ν. Ianira Enter. Ltd κ.ά. (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 814, Σαρρής ν. Καλλέγια κ.ά. (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 958).
(βλ. επίσης Joyce v. Yeomans (1981) 2 All E.R. 21, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 298 και Ανδρέου ν. Δήμου Λευκωσίας, Πολ. Έφ. Αρ. 411/2017, ημερ. 25.9.2026).
Οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι αναφορές και τα συμπεράσματα του Μ.Ε.2 κατά τη μαρτυρία του για το ζήτημα για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένα ως επίσης ότι ο Μ.Ε.2 παρουσίασε μια εικόνα χωρίς την απαιτούμενη επιστημονική εξέταση και αντικειμενικότητα που έπρεπε να διέπει τα συμπεράσματα του, επίσης δεν προσβάλλονται μέσω των λόγων έφεσης.
Με βάση τα πιο πάνω οι εισηγήσεις της πλευράς της εφεσείουσας σε σχέση με την προσέγγιση και αξιολόγηση της μαρτυρίας της ίδιας της εφεσείουσας και του Μ.Ε.2 στερούνται ερείσματος και δεν γίνονται αποδεκτές.
Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση της πλευράς της εφεσείουσας περί αντιφατικότητας και/ή μη ορθών ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή ότι δεν έλαβε υπόψη του τη μαρτυρία του Μ.Ε.3. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τον τρόπο διατύπωσης, εξέτασε τόσο τη θέση της εφεσείουσας ότι η εφεσίβλητη κατασκεύασε τη ράμπα με ελαττωματικά και/ή ακατάλληλα υλικά όπως και ότι η ράμπα δεν έφερε χειρολισθήρα και στις δυο πλευρές, και τις απέρριψε.
Είναι γεγονός ότι ο Μ.Υ.2 κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε δείγματα γρανίτη που χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή της ράμπας, Τεκμήρια 13 και 14 ενώ παραδέχθηκε ότι η επιφάνεια του Τεκμηρίου 13 είναι πιο ολισθηρή. Ο δε Μ.Υ.3 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι κατά την επίσκεψη του στο χώρο αντιλήφθηκε ότι η ράμπα κατασκευάστηκε από γρανίτη του Τεκμηρίου 13. Αυτή η μικρή «αντίθεση» που παρατηρείται δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το όλο ζήτημα υπό το φως της μαρτυρίας τόσο του Μ.Υ.2 όσο και του Μ.Υ.3 και κατέληξε ότι ήταν ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάστηκε η ράμπα που την καθιστούσε αντιολισθητική. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 19:
«Είναι γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε και γυαλιστερός γρανίτης Τεκ.13, κάτι που τον καθιστά πιο ολισθηρό ως δέχθηκε και ο ΜΥ2. Η κατασκευή όμως όπως την εξήγησαν οι ΜΥ με τις φαρσοκομμένες λωρίδες και την βύθιση που υπάρχει και ειδικότερα ο ΜΥ2 που προέβηκε σε αναφορές και για συγκεκριμένα μεγέθη σε σχέση με το μήκος του ποδιού ενός ανθρώπου και το μέγεθος των λωρίδων και που δημιουργούν στην ουσία σκαλί, κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι οι εναγόμενοι έλαβαν κάθε μέτρο για την αντιολισθητικότητα της ράμπας. Να προστεθεί εδώ, για κάτι που προέκυψε κατά την αντεξέταστη των ΜΥ ότι ούτε η Κ.Δ.Π.86/99 ούτε και η άδεια οικοδομής δεν προβλέπει για το υλικό από το οποίο θα πρέπει να είναι κατασκευασμένη η ράμπα. Όπως ενδεικτικά ανέφερε ο ΜΥ3, ο κάθε κατασκευαστής μπορεί να χρησιμοποιήσει ότι υλικό θέλει.»
Η πλευρά της εφεσείουσας δεν έχει καταφέρει να καταδείξει ότι το συμπέρασμα αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένο [βλ. μεταξύ άλλων Πολάτογλου v. Μασούρα (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 150, T.J.S. Enterpr. Ltd ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπ. (Χρηματ.) Λτδ (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 108 και Χ"Μάρκου (ανωτέρω)].
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω οι σχετικές εισηγήσεις της πλευράς της εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 ως επίσης περί αντιφάσεων και/ή μη ορθών ευρημάτων εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίνονται αβάσιμες.
Παρατηρούμε επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εντόπισε ότι σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης αποτέλεσε θέση της ότι η εφεσίβλητη κατασκεύασε τη ράμπα με ελαττωματικά ή και ακατάλληλα υλικά και δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για αποφυγή τραυματισμού, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία προωθήθηκε η θέση που αφορούσε το δάπεδο της ράμπας ως επίσης ότι η ράμπα δεν είχε χειρολισθήρα και στις δυο πλευρές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι η εφεσείουσα κατά τη μαρτυρία της περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές ως προς τον ακριβή τρόπο που συνέβηκε το ατύχημα αφού ανέφερε απλώς ότι ενώ κατέβαινε από τη ράμπα γλίστρησε και έπεσε και ότι αν η ράμπα ήταν καλή δεν θα έπεφτε ως επίσης ότι αυτή δεν ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι ο λόγος της πτώσης της ήταν η απουσία χειρολισθήρα στη μια πλευρά και ότι αν υπήρχε θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η πτώση και ο τραυματισμός της ενώ ούτε και από τον Μ.Ε.2 τέθηκε τέτοια εισήγηση (του οποίου εν πάση περιπτώσει δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία). Υπέδειξε μάλιστα ότι δεν είχε καν τεθεί μαρτυρία ότι η εφεσείουσα χρησιμοποίησε τον υπάρχοντα χειρολισθήρα. Διαπίστωσε δηλαδή ότι έλειπε ο συνδετικός κρίκος της κατ΄ ισχυρισμό αμέλειας της εφεσίβλητης με τη ζημιά που υπέστη η εφεσείουσα, ήτοι ότι υπήρχε έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραξίας της εφεσίβλητης και του ζημιογόνου γεγονότος τόσο σε σχέση με τον χειρολισθήρα όσο και σε σχέση με τα όσα τέθηκαν αναφορικά με το δάπεδο της ράμπας. Η διαπίστωση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προσβάλλεται μέσω των λόγων έφεσης, γεγονός που καθιστά τους υπάρχοντες λόγους έφεσης αλυσιτελείς (Φυλακτού v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 321, Polytropo Advertising Ltd v. Adboard Ltd (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1486, Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 734 και ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΩ.ΜΙ.ΚΩ ΛΤΔ ν. ΤΡΥΦΩΝΙΔΟΥ, Πολ. Έφ. Αρ. 13/2018, ημερ. 31.5.2024).
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η πλευρά της εφεσείουσας απέτυχε να παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία ώστε να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης, ήτοι του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι ούτως ώστε να αποδείξει την υπόθεση της (βλ. Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1858, Σοφοκλέους ν. Κυριάκου (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 665, Σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης (ανωτέρω), σελ. 196).
Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας, κρίνουμε ότι παρέλκει η περαιτέρω εξέταση των λόγων έφεσης αφού οι προαναφερόμενες κρίσεις και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραμένουν ανέπαφα. Επομένως δεν μπορεί παρά η έφεση να θεωρηθεί αλυσιτελής και η περαιτέρω ενασχόληση του Εφετείου με τους λόγους έφεσης να οδηγήσει στη διατύπωση άποψης επί ακαδημαϊκών θεμάτων και κατ΄ επέκταση να ενεργήσει επί ματαίω [βλ. Polytropo Advertising Ltd (ανωτέρω)].
Με βάση τα πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με €2.400 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της εφεσίβλητης και σε βάρος της εφεσείουσας.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο