ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 30/2026)
29 Οκτωβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ,
Εφεσίβλητου.
__________________________
Αίτηση ημερομηνίας 3.7.2026
Σ. Παπουή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείοντα/Αιτητή
Α. Ανδρέου, για Εφεσίβλητο/Καθ’ ου η Αίτηση
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Ποινική Έφεση προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο ποινή. Συγκεκριμένα, το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας επέβαλε στον εφεσίβλητο, στην κατηγορία εμπρησμού συγκεκριμένου υποστατικού, ποινή φυλάκισης 2½ ετών και στην κατηγορία πρόκλησης ζημιάς σε αυτό, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Περαιτέρω, αποφάσισε την αναστολή της ως άνω επιβληθείσας ποινής φυλάκισης για περίοδο 3 ετών. Με την έφεσή του, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προσβάλλει τις ως άνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης ως έκδηλα ανεπαρκείς και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της ποινής ως λανθασμένη.
Με την υπό κρίση αίτησή του, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ζητά την έκδοση διατάγματος το οποίο να επιτρέπει την τροποποίηση των λόγων έφεσης διά της προσθήκης ενός τρίτου λόγου έφεσης με τον οποίο η επιβληθείσα ποινή να προσβάλλεται ως έκδηλα ανεπαρκής, εν όψει του γεγονότος ότι το Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του παράγοντα που τελικά δεν επιβεβαιώθηκε. Ο προτεινόμενος λόγος έφεσης προβάλλει ως αιτιολογία ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος εξέφρασε την πρόθεση να μαρτυρήσει ως μάρτυρας κατηγορίας και, αφότου έλαβε τη σχετική έκπτωση στην ποινή συνεπεία της δεδηλωμένης πρόθεσής του, εν τέλει υπαναχώρησε και δεν έδωσε μαρτυρία.
Με την υπό κρίση αίτηση, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ζητά, περαιτέρω, διάταγμα το οποίο να επιτρέπει την προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ενώπιον του Εφετείου. Συγκεκριμένα, αναζητείται η προσκόμιση, ως μαρτυρίας, του περιεχομένου του πρακτικού του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.3.2026.
Τη νομική βάση της αίτησης αποτελούν, μεταξύ άλλων τα Άρθρα 137, 144 και 146 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κανονισμός 24 των περί Ποινικής Δικονομίας Κανονισμών του 1953 και το Άρθρο 25(2)(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960.
Η παρούσα αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση βοηθού γραμματειακού λειτουργού στο γραφείο του εφεσείοντα, τα καθήκοντα της οποίας περιλαμβάνουν την τήρηση του αρχείου των Ποινικών Εφέσεων που καταχωρούνται από και εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στο γεγονός ότι, αφότου επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο ποινή, παρά τη δεδηλωμένη πρόθεσή του να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον των συγκατηγορούμενων του 2 και 3, αυτός, εν τέλει, δεν κατέθεσε. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι το Κακουργιοδικείο προσμέτρησε υπέρ του εφεσίβλητου την εν λόγω εκφρασθείσα πρόθεσή του, αποδίδοντας σε αυτήν καθοριστική βαρύτητα. Η υπαναχώρηση από μέρους του εφεσίβλητου ανάγκασε τον Γενικό Εισαγγελέα να αναστείλει την υπόθεση εναντίον των συγκατηγορούμενων του. Το γεγονός της υπαναχώρησης του εφεσίβλητου ακολούθησε την επιβολή ποινής σε αυτόν αλλά και την καταχώριση της παρούσας έφεσης. Γι' αυτό, ζητείται ως η αίτηση, καθ' ότι αναμένεται τα γεγονότα αυτά να έχουν σημαντική επίδραση στην απόφαση του Εφετείου. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται επίσης στο ότι πρόκειται για αμιγώς νομικό λόγο έφεσης και ότι, δεδομένου και του χρονικού σημείου που τίθεται στη διαδικασία, ουδείς δυσμενής επηρεασμός του εφεσίβλητου θα προκύψει.
Από την πλευρά του, ο εφεσίβλητος/καθ' ου η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στη βάση εννέα λόγων, ως αυτοί παρατίθενται στο σώμα της ένστασης. Προβάλλεται, κατ' ουσίαν, το αβάσιμο και αδικαιολόγητο των αιτημάτων εν όψει του ότι αφορούν γεγονότα που δεν είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο και δεν σχετίζονται με την επιβληθείσα ποινή. Το τι προσμετρήθηκε ως ελαφρυντικός παράγοντας ήταν η πρόθεση του εφεσίβλητου να καταθέσει εναντίον των συγκατηγορούμενων του. Αποδοχή των αιτημάτων θα αποστερούσε από τον εφεσίβλητο του δικαιώματος να εξεταστούν οι λόγοι που τον ώθησαν να ανακαλέσει την εν λόγω εκφρασθείσα πρόθεσή του. Επίκληση γίνεται, επίσης, της θέσης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για ικανοποίηση των υπό κρίση αιτημάτων, ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι τέσσερεις μήνες μετά την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τους συγκατηγορούμενους του εφεσίβλητου. Τέλος, επίκληση γίνεται και της μη αποκάλυψης από πλευράς εφεσείοντα του λόγου για τον οποίο δεν υλοποιήθηκε η πρόθεση του εφεσίβλητου, ο οποίος ήταν γνωστός σε αυτόν, ήτοι η συνεχής έκφραση απειλών κατά του εφεσίβλητου και της οικογένειάς του σε συνδυασμό με τη ρητή αναφορά της Αστυνομίας για αδυναμία ουσιαστικής προστασίας.
Είναι χρήσιμο να απασχολήσει πρώτα η βασική νομική πτυχή των υπό κρίση θεμάτων.
Είναι καλώς γνωστό ότι τροποποίηση λόγων έφεσης δύναται να γίνει αποδεκτή, τηρουμένων προϋποθέσεων, όταν αποσκοπεί στην αναμόρφωση των υφιστάμενων λόγων έφεσης. Όταν, όμως, αίτηση για τροποποίηση των λόγων έφεσης έχει ως σκοπό την εισαγωγή νέου ζητήματος, η αίτηση τυγχάνει αντιμετώπισης ως αίτημα για παράταση του χρόνου για υποβολή έφεσης για το νέο ζήτημα. Ως αποτέλεσμα, θα πρέπει να ικανοποιήσει τις αυστηρότερες προϋποθέσεις που ισχύουν για ένα τέτοιο αίτημα.
(βλ. Α/ΦΟΙ ΛΑΜΠΡΙΑΝΙΔΟΙ κ.ά. v. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΣ ΓΕΡΙΟΥ, (1982) 2 Α.Α.Δ. 374, ΦΙΛΙΠΠΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2006) 2 Α.Α.Δ. 98, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. KADOUR, Ποινική Έφεση 234/2025, ημερομηνίας 29.6.2026).
Σύμφωνα με το Άρθρο 134 του Κεφ. 155, για να παραταθεί ο χρόνος καταχώρισης έφεσης, είναι απαραίτητη η απόδειξη βάσιμου λόγου. Στην ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Αίτηση 8/2025, ημερομηνίας 17.9.2025, είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα και που αναδεικνύουν την αναγκαιότητα να υπήρξε ουσιαστική αδυναμία του εφεσείοντα να ενεργήσει εγκαίρως και ορθώς προς τον σκοπό καταχώρισης έφεσης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παρατείνει τον χρόνο αυτόν θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι προεξάρχουσα αρχή αποτελεί η ανάγκη για τελεσιδικία χάριν του δημόσιου συμφέροντος.
Ως προς την ευχέρεια του Εφετείου να διατάξει την προσαγωγή μαρτυρίας ενώπιόν του, ως εξηγήθηκε στην HMF TRADING COMPANY LTD v. ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΜΑΣΟΓΕΙΑΣ, Ποινική Έφεση 222/2021, ημερομηνίας 2.8.2024:
«Η προσαγωγή μαρτυρίας κατ' έφεση επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις νοουμένου ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες συνοψίζονται στο κάτωθι απόσπασμα από τη Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (2001) 2 Α.Α.Δ. 8:
«(α) Η μαρτυρία δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί προς χρήση κατά την πρωτόδικη διαδικασία με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας.
(β) Η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε αν προσαγόταν θα ήταν πιθανό να είχε κάποια σημαντική επίδραση στο αποτέλεσμα της υπόθεσης αν και δεν είναι ανάγκη να είναι αποφασιστικής σημασίας.
(γ) Η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εμφανίζεται αξιόπιστη αν και δεν είναι ανάγκη να είναι αναντίλεκτη».
(βλ. επίσης, ALNAHAR v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 216/2022 και 221/2022, ημερομηνίας 15.12.2025).
Είναι προφανές ότι, παρά την περί του αντιθέτου εισήγηση της πλευράς του εφεσείοντα/αιτητή, το τι αναζητείται να τεθεί ως νέος επιπρόσθετος λόγος έφεσης αφορά σε εντελώς νέο ζήτημα, το οποίο, μάλιστα, δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι στοιχείο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την απόφασή του επί της ποινής. Πρόκειται για γεγονός μεταγενέστερο της πρωτόδικης κρίσης, η οποία προσβάλλεται με την παρούσα έφεση.
Το γεγονός αυτό, από μόνο του, είναι αρκετό για να καταδείξει το ανεδαφικό του αιτήματος σε αμφότερες τις πτυχές του. Ως εξηγείται και στην ΛΟΪΖΙΔΗΣ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2014) 2 Α.Α.Δ. 89, η δευτεροβάθμια δικαιοδοσία έχει ως κύριο σκοπό τη θεώρηση της ορθότητας της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Έπεται ότι στερείται ερείσματος η θέση ότι θα μπορούσε η πρωτόδικη κρίση να κριθεί ως έκδηλα ανεπαρκής επειδή, μεταγενέστερα της απόφασης, υπήρξε ένα συγκεκριμένο γεγονός. Δεν κατανοούμε πώς θα μπορούσε να θεωρηθεί εσφαλμένη πρωτόδικη κρίση επί τη βάσει γεγονότος που δεν υφίστατο κατά τον χρόνο λήψης της. Διαφαίνεται να αναζητείται από το Εφετείο παρέμβαση στην ποινή, ενεργώντας, κατ’ ουσίαν, πρωτογενώς επί σημείου το οποίο δεν υφίστατο κατά τον χρόνο που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλλε την ποινή και με βάση το πώς θα έπρεπε να αποφάσιζε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεδομένου μεταγενέστερου γεγονότος.
Ούτε, φυσικά, θα μπορούσε ένα τέτοιο μεταγενέστερο γεγονός να προσαχθεί ενώπιον του Εφετείου προς τον σκοπό αύξησης της επιβληθείσας ποινής. Στην ΛΟΪΖΙΔΗΣ (ανωτέρω), εξηγείται, επίσης, ότι η εξουσία του Εφετείου να δεχθεί μαρτυρία περιορίζεται κυρίως σε μαρτυρία η οποία έρχεται στο φως μετά την ολοκλήρωση της δίκης, ενώ η ύπαρξή της δεν μπορούσε να εντοπιστεί παρά τη λήψη κάθε λογικού μέτρου. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει μεταγενέστερα γεγονότα, ανύπαρκτα κατά τον χρόνο της πρωτόδικης κρίσης, η ορθότητα της οποίας κρίνεται δευτεροβάθμια. Γι' αυτό, άλλωστε, εξηγείται στην εν λόγω νομολογία ότι ο ρόλος αυτός, της θεώρησης της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης και ετυμηγορίας δύσκολα συμβιβάζεται με τη λήψη και αξιολόγηση μαρτυρίας. Λήψη η οποία επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις.
Εις ό,τι δε, αφορά ποινή, είναι γεγονός ότι αναγνωρίζεται από τη νομολογία ότι σε περιπτώσεις στις οποίες λαμβάνουν χώραν εξαιρετικής μορφής μεταγενέστερες εξελίξεις στις προσωπικές ή τις οικογενειακές συνθήκες του προσώπου που έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση, το Εφετείο μπορεί να επέμβει εναντίον ποινής την οποία δεν κρίνει ως έκδηλα υπερβολική, για καθαρά ανθρωπιστικούς λόγους (βλ. ΛΑΖΑΡΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1992) 2 Α.Α.Δ. 129, BARHOUCH v. REPUBLIC, (1987) 2 C.L.R. 245). Σαφώς και δεν εμπίπτει σε κάτι τέτοιο η παρούσα περίπτωση.
Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω στην παρούσα περίπτωση, αίτημα για προσθήκη ενός τέτοιου λόγου έφεσης, ήτοι ο οποίος εισάγει νέο ζήτημα στην έφεση, δεν θα μπορούσε να εγκριθεί καθ' ότι ουδόλως δικαιολογείται ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι την καταχώριση της αίτησης.
Τα ως άνω καθορίζουν το αποτέλεσμα του υπό κρίση αιτήματος. Όμως, το ζήτημα το οποίο εγείρεται ως υπόβαθρό του, χρήζει ενασχόλησης από το Εφετείο, ώστε να καταστεί σαφές γιατί, σε τέτοιες περιπτώσεις, αιτήματα αυτής της φύσης δεν μπορούν να έχουν έρεισμα.
Είναι αντιληπτό ότι το τι προκάλεσε το διάβημα από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είναι το ότι, ενώ ο εφεσίβλητος έτυχε ευεργετήματος στην ποινή που του επιβλήθηκε, λόγω της δεδηλωμένης πρόθεσής του να καταθέσει εναντίον των συγκατηγορούμενων του, εν τέλει δεν κατέθεσε.
Φρονούμε ότι το ζήτημα τίθεται με ένα απλουστευμένο τρόπο που μάλιστα αφήνει να αιωρείται υποψία τιμωρητικής διάθεσης από πλευράς εφεσείοντα. Δεν είναι άνευ σημασίας, ασφαλώς, το ότι η επίκληση από πλευράς αιτητή ότι αναγκάστηκε να αναστείλει τη διαδικασία εναντίον των συγκατηγορούμενων του εφεσίβλητου, λόγω υπαναχώρησής του, ουδόλως αποτυπώνει την πλήρη εικόνα. Από μόνες τους, οι πρόνοιες του Άρθρου 58 του Κεφ. 155, οι οποίες αφορούν περιπτώσεις άρνησης ή αμέλειας προσκόμισης μαρτυρίας, καταδεικνύουν ότι η απόφαση για αναστολή της διαδικασίας ήταν θέμα επιλογής και όχι ανάγκης. Επρόκειτο για έναν ικανό και εξαναγκάσιμο μάρτυρα, ο οποίος είχε δώσει κατάθεση σχετικά με τα γεγονότα που θα μαρτυρούσε.
Περαιτέρω, τίθενται ενώπιόν μας οι ισχυρισμοί του εφεσίβλητου για τους λόγους που δεν υλοποίησε την πρόθεσή του να καταθέσει, οι οποίοι ενδεχομένως να τύγχαναν αποδοχής από το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον τίθεντο ενώπιόν του. Κάτι που θα επιτυγχάνετο με την κλήση του ενώπιον του Δικαστηρίου και χειρισμό της περίπτωσης αναλόγως της στάσης του και της αιτιολόγησής της.
Τα ως άνω τίθενται για να εξηγήσουν το ότι τυχόν μη υλοποίηση εκφρασθείσας πρόθεσης για κατάθεση εναντίον συγκατηγορούμενου δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μέσω διαδικασίας έφεσης, ως η παρούσα.
Πέραν των πιο πάνω, θα μπορούσε να προβληματίσει και το κατά πόσο μία τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να εμπίπτει στις πρόνοιες του μέρους του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που αφορά ποινικά αδικήματα κατά την απονομή δικαιοσύνης ή κατά πόσο μία τέτοια περίπτωση χρήζει, μέσω τροποποίησης της νομοθεσίας, νομοθετικής κάλυψης. Ώστε να μπορεί να τυγχάνει δικαστικής αντιμετώπισης, τηρουμένης πάντοτε της ευχέρειας προβολής, υπό μορφή υπεράσπισης, της όποιας αιτιολόγησης, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το κακοπροαίρετο ή μη της εκάστοτε περίπτωσης μη υλοποίησης δεδηλωμένης πρόθεσης κατάθεσης εναντίον συγκατηγορούμενου.
Συνακόλουθα των πιο πάνω, κρίνουμε ότι ουδένα από τα προβαλλόμενα αιτήματα δύναται να έχει επιτυχή κατάληξη.
Η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο