Frou-Frou Investments Ltd κ.α. v. Muskita Investments Ltd (Ex Muskita Aluminium Co Ltd) κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 391/2019, 421/2019, 27/10/2026
print
Τίτλος:
Frou-Frou Investments Ltd κ.α. v. Muskita Investments Ltd (Ex Muskita Aluminium Co Ltd) κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 391/2019, 421/2019, 27/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

27 Οκτωβρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

Πολιτική Έφεση Αρ.: 391/2019

(Σχ. με 421/2019)

 

1.    Frou-Frou Investments Ltd,

2.    Haris M. Hadjikyriacos (Estates) Ltd (ex Haris M. Hadjikyriacos (Holdings & Management) Ltd,

3.    Μιχάλης Χ. Χατζηκυριάκος,

4.    Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Εταιρείας Άλκης Χ. Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου Φρου) Δημόσια Λτδ,

Εφεσείοντες.

v.

 

1.    Muskita Investments Ltd (Ex Muskita Aluminium Co Ltd),

2.    MDG Holdings Ltd,

3.    Δήμος Μουσκής,

4.    Αννίτα Μουσκή,

5.    Sheila D. Mouskis,

6.    Γλαύκος Γ. Μουσκής,

7.    Χρίστος Μουσκής,

8.    Δημητράκης Παπαχαραλάμπους,

9.    Χρίστος Μαυρέλλης,

10. Κρις Γεωργιάδης

11. Τάκης Κληρίδης,

Εφεσίβλητοι,

 

_______________________

 

Πολιτική Έφεση Αρ.: 421/2019

(Σχ. με 391/2019)

 

1.    Muskita Investments Ltd (Ex Muskita Aluminium Co. Ltd),

2.    MDG Holdings Ltd,

3.    Δήμος Μουσκή ,

4.    Αννίτα Μουσκή,

5.    Sheila D. Mouskis,

6.    Γλαύκος Γ. Μουσκής,

7.    Χρίστος Μουσκής ,

8.    Δημητράκης Παπαχαραλάμπους,

9.    Τάκης Κληρίδης

Εφεσείοντες,

v.

 

1.    Frou Frou Investments Ltd,

2.    Haris M. Hadjikyriakos (Estates) Ltd (ex Haris M. Hadjikyriacos Holdings & Management) Ltd,

3.    Μιχάλης Χ. Χατζηκυριάκος

4.    Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Εταιρείας Άλκης Χ. Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου Φρου) Δημόσια Λτδ

Εφεσίβλητοι.

 

___________________

 

Α. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες στην 391/2019 και για τους Εφεσίβλητους στην 421/2019.

Δ. Αραούζος με Μ. Στεφάνου (κα) (ασκούμενη δικηγόρο) για Χρύσης Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. και Γ. Middleton με Λεβόν Αρακελιάν, Ε. Νικολάου (κα) και Ν. Ζησίμου (κα) (ασκούμενη δικηγόρο), για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους στην 391/2019 και για τους Εφεσείοντες στην 421/2019.

 

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Επαρχιακό Δικαστήριο – στο εξής το πρωτόδικο Δικαστήριο - επιδίκασε προς όφελος των εφεσειόντων, στην έφεση 391/2019 και εναντίον των εφεσίβλητων 1, 2 και 3 στην ίδια έφεση, μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις, ύψους €50,00 για έκαστον, και όχι αποζημιώσεις για οποιαδήποτε άλλη ζημιά την οποία οι πρώτοι διεκδίκησαν, στη βάση της δικογραφημένης εκδοχής τους ότι οι εφεσίβλητοι, καλώντας τους μέσω διατύπωσης υποχρεωτικής πρότασης για απόκτηση των μετοχών μέχρι και του 100% του εκδομένου κεφαλαίου της εταιρείας Muskita Aluminium Industries Plc - στο εξής ΜΑΙ -, τους προκάλεσαν οικονομική ζημιά.  Κρίθηκε, πρωτοδίκως, πως δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε οικονομική ζημιά.  Συνακόλουθα, η αγωγή των εφεσειόντων εναντίον των εναγομένων 4-8 και 11 (εφεσίβλητων 4-8 και 11 στην έφεση 391/2019, αντίστοιχα) ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΜΑΙ απορρίφθηκε.

 

Με το πιο πάνω αποτέλεσμα διαφώνησαν τόσο οι ενάγοντες - εφεσείοντες στην έφεση 391/2019 όσο και οι εναγόμενοι 1-8 και 11 - εφεσείοντες 1-8 και 9, αντίστοιχα, στην έφεση 421/2019.

 

Οι λόγοι έφεσης και των δύο εφέσεων (28 λόγοι στην 391/2019 και 13 λόγοι στην 421/2019), οι οποίοι καταγράφονται στη συνέχεια αυτούσιοι, χωρίς όμως την αιτιολογία που τους υποστηρίζει, έχουν ως ακολούθως:

 

Λόγοι Έφεσης στην 391/2019

 

«Πρώτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο – έστω και αν απέρριψε την έκθεση Horwath/Πηγασίου – εσφαλμένα κατέληξε ότι δεν είχε άλλο επαρκές μαρτυρικό υλικό που να του επέτρεπε να καταλήξει στη δίκαιη τιμή της μετοχής.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δεύτερος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι χωρίς χρηματοοικονομικές προβλέψεις από το διοικητικό συμβούλιο δεν μπορούσε να γίνει ασφαλής υπολογισμός της αξίας της μετοχής.

……………………………………………………………………………………………

 

Τρίτος Λόγος Έφεσης:

 

Το Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι έπρεπε οι ενάγοντες να εισηγηθούν πως το Δικαστήριο έπρεπε να προσδιορίσει την υπεραξία της μετοχής κατά το 2011 (σελ. 44 της απόφασης).

 

……………………………………………………………………………………………

 

Τέταρτος Λόγος Έφεσης:

 

Το Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε πως ήταν ανοικτή επιλογή για το Δικαστήριο να μην καθορίσει τη δίκαιη αξία της μετοχής και αντί τούτου να επιδικάσει ονομαστικές και συμβολικές αποζημιώσεις.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Πέμπτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν αποδέχθηκε την έκθεση Horwath/Πηγασίου για να καταλήξει στη δίκαιη αξία των μετοχών παρά το ότι αποδέχεται ότι η μόνη βάση για την εξεύρεση της δίκαιης τιμής ήταν η έκθεση Πηγασίου (σελ. 45 προς 46 της απόφασης) ενώ ταυτόχρονα παραγνωρίζει την μαρτυρία Χατζηκυριάκου παρά το ότι το Δικαστήριο από την αρχή αποδέχτηκε ότι Χατζηκυριάκος είχε τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα για να καταθέσει μια τέτοια μαρτυρία και αποτιμήσεις.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Έκτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε αρνητικά την αξιοπιστία της έκθεσης Horwath/Πηγασίου στην βάση του τι λέχθηκε στην έκθεση για την δημόσια πρόταση Καραμοντάνη (σελ. 49 – 53 της απόφασης).

 

……………………………………………………………………………………………

 

Έβδομος Λόγος Έφεσης:

 

Το Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι στην απουσία χρηματοοικονομικών προβλέψεων από το διοικητικό συμβούλιο δεν ήταν εφικτή η χρησιμοποίηση της μεθόδου προεξόφλησης μελλοντικών ταμιακών ροών όπως και της μεθόδου κεφαλαιοποίησης των κερδών (σελ. 53 της απόφασης).

 

……………………………………………………………………………………………

 

Όγδοος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η διακήρυξη των Προτεινόντων που καταγράφεται στη σελ. 57 της απόφασης δεν ήταν ασφαλές υποκατάστατο για τον υπολογισμό χρηματοοικονομικών προβλέψεων του διοικητικού συμβουλίου.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Ένατος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι στην έκθεση Horwarth/Πηγασίου οι εταιρείες που χρησιμοποιήθηκαν για καθορισμό των πολλαπλασιαστών κερδών EBITDA κατά την χρησιμοποίηση της μεθόδου συγκριτικών λειτουργικών κερδών δεν ήταν συγκρίσιμες (σελ. 63 της απόφασης)

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δέκατος λόγος έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως δεν μπορούσε να αποδώσει ευθύνη στους εναγόμενους 4-8 και 11.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Εντέκατος λόγος έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν επιδίκασε τα έξοδα εκτιμήσεων των συμβουλευτικών υπηρεσιών που οι ενάγοντες πλήρωσαν στους Horwath και άλλων επαγγελματικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών που έλαβαν.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δωδέκατος λόγος έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν καθόρισε ως δίκαιη αξία των μετοχών μια τιμή εντός του εύρους των αποτιμήσεων της έκθεσης Horwath/Πηγασίου και της γραπτής μαρτυρίας Χατζηκυριάκου.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δέκατος τρίτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προτείνοντες πέτυχαν ένεκα της δημόσιας πρότασης το αναγκαίο ποσοστό του 90%+ που να τους επιτρέπει την αναγκαστική εξαγορά( squeeze-out) (Αποφ. Σελ. 7 παρ.2).

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δέκατος τέταρτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχτηκε μέρος της μαρτυρίας του Μουσκή αναφορικά με τα αποτελέσματα της ΜΑΙ τα 5 χρόνια μετά την υποβολή της δημόσιας πρότασης (Αποφ. Σελ. 14 παρ. 3)

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δέκατος τέταρτος (α) Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε την επιμέρους θέση του Μουσκή ότι η εταιρία δέχθηκε το 2008 σοβαρό οικονομικό πλήγμα λόγω μείωσης των εξαγωγών της (Αποφ. Σελ.12 παρ. 4 και σελ. 13 Παρ. 1).

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δέκατος πέμπτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι αξία της μετοχής που κατάληξαν οι ενάγοντες (€2.155) ήταν ανασφαλής και μη αποδεκτή (Αποφ. Σελ 16 παρ. 3).

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δέκατος έκτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι η σύγκριση της αντιπαροχής με τις παραμέτρους και αποτίμηση της δημοσιοποίησης της ΜΑΙ πριν 10 χρόνια δεν βοηθά το σεβαστό Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση της εξαιτούμενης αποτίμησης της μετοχής (Αποφ. Σελ 25 παρ.3).

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δέκατος έβδομος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αντιπαρήλθε ακροθιγώς τον εσφαλμένο όρο «υπεραξία» όπως αυτός παραπλανητικά χρησιμοποιήθηκε κατά την υποβολή της δημόσιας πρότασης και με δεδομένο το ότι η αντιπαροχή δεν εμπεριείχε υπεραξία. (Αποφ. Σελ 26 παρ.4).

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δέκατος όγδοος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έχει αποφανθεί ότι δεν δόθηκαν ικανοποιητικά στοιχεία για τον καθορισμό της αποτίμησης της μετοχής και από αυτήν τον καθορισμό της υπεραξίας (Αποφ. Σελ 44 παρ. 2)

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δέκατος ένατος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έχει αποφανθεί ότι η ύπαρξη/περιεχόμενο της έκθεσης Καραμοντάνη έφερε καίριο πλήγμα στη αξιοπιστία Πηγασίου και κατ’ επέκταση της έκθεσης του (Αποφ. Σελ 52 παρ. 3).

 

……………………………………………………………………………………………

 

Εικοστός Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη τα μεταγενέστερα αποτελέσματα της Εταιρείας (και ότι δήθεν τα πραγματικά αυτά αποτελέσματα δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους ενάγοντες) ως ουσιαστικούς παράγοντες που το οδήγησαν να καταλήξει στην απόρριψη της εκτίμησης Πηγασίου.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Εικοστός πρώτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα είχε αποφανθεί ότι η έκθεση Πηγασίου παρουσιάζει αδυναμία λόγω της μη επιπρόσθετης προσαύξησης κίνδυνου ρευστότητας.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Εικοστός Δεύτερος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι δεν μπορεί να βασιστεί στην εκτίμηση και μαρτυρία Πηγασίου με βάση τες προεξοφλούμενες ταμιακές ροές (Αποφ. Σελ.62 παρ. 3)

 

……………………………………………………………………………………………

 

Εικοστός τρίτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατάληξε ότι δεν μπορεί να βασιστεί στην εκτίμηση και μαρτυρία Πηγασίου με βάση τα μελλοντικά κέρδη (λειτουργικά κέρδη EBITDA) (Αποφ. Σελ.64 παρ. 2)

 

……………………………………………………………………………………………

 

Εικοστός τέταρτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απάλλαξε από την νομική τους ευθύνη τες εναγόμενες 4 και 5.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Εικοστός πέμπτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έχει αποφανθεί ότι τα άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (πλην των Προτεινόντων) δεν έχουν ευθύνη έναντι των εναγόντων.

 

 

……………………………………………………………………………………………

 

Εικοστός έκτος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έχει αποφανθεί ότι οι ενάγοντες εισέπραξαν το μέρισμα μέσω της προτεινόμενης αντιπαροχής των €0.84 και ως εκ τούτου δεν μπορούν έτσι να αποζημιωθούν. (Αποφ. Σελ 67 παρ.3)

 

 

……………………………………………………………………………………………

 

Εικοστός έβδομος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα μείωσε την κλίμακα των εξόδων της υπόθεσης.

 

 

……………………………………………………………………………………………

 

Εικοστός όγδοος Λόγος Έφεσης:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέτυχε να επιδικάσει στους ενάγοντες τιμωρητικές αποζημιώσεις.»

 

 

 

Λόγοι Έφεσης στην 421/2019

 

«1ος Λόγος Έφεσης

 

Το άρθρο 36(7) του Ν.41(Ι)/2007 του Περί Δημοσίων Προτάσεων Εξαγοράς Νόμου του 2007 (Ν.41(Ι)/2007) (στο εξής ο «Νόμος»), επί του οποίου βασίστηκε η Αγωγή των Εφεσιβλήτων και η προσβαλλόμενη πρωτόδικη Απόφαση, δεν μπορούσε να αποτελέσει βάση για νομικές διεκδικήσεις από τους Εφεσίβλητους κατά των Εφεσειόντων αφού το εν λόγω άρθρο δεν πληρούσε το κριτήριο της «ασφάλειας δικαίου» και, κατ’ επέκταση, παραβίαζε εις βάρος των Εφεσειόντων την αρχή του «κράτους δικαίου» που είναι ένας από τους πυλώνες του Κυπριακού Συντάγματος, του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής, το «Ενωσιακό Δίκαιο») και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής, η «ΕΣΔΑ»). 

 

……………………………………………………………………………………………

 

2ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και κατά παράβαση τόσο της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών (που είναι ένας από τους πυλώνες του Κυπριακού Συντάγματος) όσο και της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εισήγαγε στο άρθρο 36(7) του Νόμου κριτήρια (όπως «δίκαιη αξία/τιμή» ή/και «πραγματική αξία/τιμή») που ούτε εμπεριέχονταν ούτε ερμηνεύονταν εκεί.

 

……………………………………………………………………………………………

 

3ος Λόγος Έφεσης

 

Έστω και αν ήθελε υποτεθεί ότι το Κενό μπορούσε, τόσο κατ’ αρχήν (“in principle”) όσο και στην πράξη, να «διορθωθεί» από το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την υπ’ αυτού εισαγωγή κριτηρίων στο άρθρο 36(7) του Νόμου που ούτε εμπεριέχονταν ούτε ερμηνεύονταν εκεί, στην προκειμένη, και με δεδομένο ότι το άρθρο 36(7) ήταν εναρμονιστικό του Άρθρου 15(5) της Οδηγίας (ως είχε τον Ιούλιο του 2011), το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε υιοθετήσει και εντάξει στο άρθρο 36(7) το κριτήριο της “εύλογης τιμής”-που είναι ακριβώς το κριτήριο που απαντάτο στο Άρθρο 15(5) της Οδηγίας-και όχι το κριτήριο της «δίκαιης αξίας/τιμής» ή/και «πραγματικής αξίας/τιμής» που εσφαλμένα και κατά παράβαση του Ενωσιακού Δικαίου υιοθέτησε.

 

……………………………………………………………………………………………

 

4ος Λόγος Έφεσης

 

Έστω και αν ήθελε  υποτεθεί ότι το Κενό που περιγράφεται στον 2ον Λόγο Έφεσης μπορούσε τόσο κατ’ αρχήν (“in principle”) όσο και στην πράξη να «διορθωθεί» από το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την υπ’ αυτού εισαγωγή στο άρθρο 36(7) του κριτηρίου της “δίκαιης τιμής” αντί του κριτηρίου της “εύλογης τιμής”, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και κατά παράβαση του Ενωσιακού Δικαίου παρέκλινε της ερμηνείας του όρου «δίκαιη τιμή» που είχε ήδη δώσει ο ίδιος ο Ευρωπαίος Νομοθέτης στο Άρθρο 5(4) της Οδηγίας και υιοθέτησε δικές του αυθαίρετες και αντινομικές ερμηνείες του εν λόγω όρου.

 

……………………………………………………………………………………………

 

5ος Λόγος Έφεσης

 

Εν πάση περιπτώσει, και διαζευκτικά προς τον Λόγο Έφεσης 4, ανωτέρω, έστω και αν ήθελε υποτεθεί ότι το Κενό μπορούσε τόσο κατ’ αρχήν (“in principle”) όσο και στην πράξη να «διορθωθεί» από το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την υπ’ αυτού εισαγωγή στο άρθρο 36(7) του κριτηρίου της “δίκαιης αντιπαροχής” (που απαντάτο στο άρθρο 18(1) του Νόμου) αντί του κριτηρίου της “εύλογης τιμής”, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά παράβαση του Ενωσιακού Δικαίου, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή στα γεγονότα της υπόθεσης του άρθρου 36(7) του Νόμου σε συνάρτηση με τα άρθρα 18(1) και 36(3) αυτού.

 

……………………………………………………………………………………………

 

6ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στο συμπέρασμα του στο τέλος της σελίδας 23 της Απόφασης του, ότι δηλαδή «Τα όσα επικαλούνται οι δικηγόροι των Εναγομένων περί τεκμηρίου ότι η χρηματιστηριακή τιμή αντιπροσωπεύει τη δίκαιη αξία θα μπορούσαν να συζητούνταν εάν η θέση των Προτεινόντων ήταν ότι η χρηματιστηριακή τιμή ήταν δίκαια, αλλά πλήρωσαν περισσότερα είτε για να είναι βέβαιοι ότι θα έφταναν το όριο του 90% είτε για να ευχαριστήσουν τους μετόχους – συνεργάτες τους είτε για δικό τους λόγο.  Όμως, δεν είναι αυτή η πραγματικότητα.».  Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιλήφθηκε στην ορθή της διάσταση την νομική ανάλυση στην οποία προέβησαν οι δικηγόροι των Εφεσειόντων ως προς το άρθρο 36(3) του Νόμου σε συνάρτηση με το Άρθρο 15(5) της Οδηγίας.

 

……………………………………………………………………………………………

 

7ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ενέργησε ως πραγματογνώμονας και κατέληξε στο εσφαλμένο και αυθαίρετο συμπέρασμα στην σελίδα 44 της Απόφασης του ότι κατά το χρόνο της Δημόσιας Πρότασης η ΜΑΙ είχε υπεραξία που έπρεπε να προστεθεί στην τιμή των €0,84/μετοχή, την οποία όμως δεν μπορούσε να αποτιμήσει είτε από μόνο του είτε από τη μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς των Εφεσίβλητων.

 

……………………………………………………………………………………………

 

8ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε σε διάφορα σημεία της Απόφασης του αυθαίρετους συλλογισμούς και/ή αξιολόγησε εσφαλμένα τη μαρτυρία και κατέληξε σε λανθασμένα συμπεράσματα.

 

……………………………………………………………………………………………

 

9ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκανε αποδεκτή στο σύνολο της την Δήλωση/Κατάθεση του ΜΕ 1.

 

……………………………………………………………………………………………

 

10ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα επέτρεψε στον ΜΕ 1 να παρουσιάσει στα πλαίσια της μαρτυρίας του τα Τεκμήρια 10-14 και Τεκμήρια 20-23 που ήταν πίνακες με τις αξιολογήσεις/εκτιμήσεις που δήθεν έκανε ο ίδιος ως προς την αντιπαροχή που θα έπρεπε να προσφερθεί στους Εφεσίβλητους.

 

……………………………………………………………………………………………

 

11ος Λόγος Έφεσης

 

Παρά την επιδίκαση μόνο ονομαστικών αποζημιώσεων στους Εφεσίβλητους, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα επιδίκασε έξοδα υπέρ τους και εναντίον των Εφεσειόντων 1-3 σε κλίμακα €100.000 - €500.000.

 

……………………………………………………………………………………………

 

12ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα στην σελίδα 39 της Απόφασης έκρινε ότι το γεγονός της υιοθέτησης από την δημόσια εταιρεία Άλκης Χ. Χατζήκυριακός (Μπισκότα Frou-Frou) Δημόσια Λτδ, για τους σκοπούς των Οικονομικών Καταστάσεων της για τα έτη 2010-2011 της χρηματιστηριακής αξίας της μετοχής της ΜΑΙ, Τεκμήρια 17 και 41, δεν καταδεικνύει ότι η Εφεσίβλητη 1 αναγνώριζε ότι η χρηματιστηριακή τιμή αντιπροσώπευε την δίκαιη αξία της μετοχής, ούτε συνιστούσε ένδειξη ότι η αγωγή προωθήθηκε κακόπιστα.

 

……………………………………………………………………………………………

 

13ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την ανταπαίτηση του Εφεσείοντος 3 για το ποσό των €60.572,50.»

 

Πέραν των αιτιάσεων που υποστηρίζουν κάθε λόγο έφεσης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν, με ενάργεια, σοβαρά επιχειρήματα προς υποστήριξη των θέσεων των διαδίκων και  στοιχειοθέτηση των λόγων έφεσης, (και στις δύο εφέσεις), επικαλούμενοι σχετικές νομοθετικές διατάξεις, αυθεντίες και νομολογία, κυπριακή και αγγλική, κυρίως του ΔΕΕ.  Διατηρούμε κατά νου, ασφαλώς, τις εν λόγω θέσεις και επιχειρήματα, ως εκ τούτου δεν κρίνουμε χρήσιμο να προβούμε σε επαναλήψεις. Θα αναφερθούμε, όμως, στις εν λόγω θέσεις και επιχειρήματα, κατά τη διατύπωση της αιτιολογίας της απόφασης μας και κατά την εξαγωγή των τελικών συμπερασμάτων, στον βαθμό που θα κριθεί ουσιαστικά αναγκαίο και δικαιολογημένο.

 

Κρίνουμε, ταυτόχρονα, χρήσιμο, ως εισαγωγή και ένταξη στο πνεύμα της διαφοράς, να παραθέσουμε, από την πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση αποσπάσματα, με τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«Α.   H Δικογραφία

 

          (α) Η Έκθεση Απαίτησης

 

          Η Εταιρεία Muskita Aluminium Industries Plc, η ΜAI, συστάθηκε την 27.3.1970 σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 και ήταν πριν την 27.4.2011 δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. 

 

          Από την ίδρυση της η ΜAI δραστηριοποιείτο στον τομέα παραγωγής και επεξεργασίας προφίλ αλουμινίου και εμπορίας αλουμινίου και κατέχει σημαντικό μερίδιο στην Κυπριακή αγορά, σχεδόν μονοπωλιακό, και σε άλλες αλλοδαπές αγορές όπου δραστηριοποιείται. 

 

          Το εγκεκριμένο μετοχικό κεφάλαιο της ΜAI είναι €170.000.000 διαιρεμένο σε 1.000.000.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €0,17.  Το εκδομένο μετοχικό της κεφάλαιο είναι €14.025.000 διαιρεμένο σε 82.500.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €0,17. 

 

          Την 27.4.2011 μετά από έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, οι Προτείνοντες, διατύπωσαν υποχρεωτική δημόσια πρόταση για την απόκτηση μέχρι και του 100% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της ΜAI, η Δημόσια Πρόταση.

 

          Η Δημόσια Πρόταση εξετάστηκε από το διοικητικό συμβούλιο της ΜAI με σκοπό να διατυπώσει τη γνώμη του.

 

          Κατά το χρόνο της λήξης της, η Δημόσια Πρόταση θεωρήθηκε επιτυχής, αφού οι Προτείνοντες κατείχαν από κοινού 78.988.965 μετοχές της ΜAI, δηλαδή ποσοστό 95,74%. 

 

          Οι Ενάγοντες 1 - 4 κατείχαν 493.680, 6.320, 153.000 και 4.500 μετοχές της ΜAI αντίστοιχα, στο σύνολο 657.500.  Οι Ενάγοντες δεν αποδέχθηκαν την Δημόσια Πρόταση θεωρώντας την τιμή που προσφέρθηκε χαμηλή. 

 

          Μετά τη λήξη της Δημόσιας Πρότασης,  οι Προτείνοντες εξασφάλισαν την 4.7.2011 έγκριση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς των μετοχών των Εναγόντων (squeeze out) το οποίο άσκησαν την 28.7.2011 πληρώνοντας τους Ενάγοντες €0,84 για κάθε μετοχή τους στην ΜAI.  Οι Ενάγοντες δεν ικανοποιήθηκαν και καταχώρισαν την παρούσα αγωγή. 

 

          Είναι η θέση τους ότι η τιμή προσφοράς των €0,84 για κάθε μετοχή στην Δημόσια Πρόταση, στην οποία οι Προτείνοντες εξαγόρασαν υποχρεωτικά τις μετοχές τους, είναι κατά πολύ χαμηλότερη της δίκαιης και πραγματικής αξίας της μετοχής της ΜAI, την οποία οι Προτείνοντες όφειλαν να τους καταβάλουν.  Κατά τη θέση τους η δίκαιη και πραγματική αξία της μετοχής της ΜAI, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν τουλάχιστον €2,155. 

 

          Οι Ενάγοντες 1 – 4 αξιώνουν €646.189,20, €8.310,80, €201.195 και €5.917,50 αντίστοιχα, δηλαδή το ποσό που αναλογεί στον καθένα στη βάση της πιο πάνω διαφοράς στην αξία και του αριθμού των μετοχών που κατείχαν.   Αξιώνουν ακόμα €11.500 έξοδα μελετών και εκτιμήσεων και €13.800 έξοδα επαγγελματικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών και τιμωρητικές αποζημιώσεις για δόλο, απάτη, συνομωσία και παράνομες ενέργειες των Εναγομένων σε βάρος τους. 

 

          Στην Έκθεση Απαίτησης δεν προσδιορίζεται η ιδιότητα των Εναγομένων 4 – 11.  Από τις λεπτομέρειες δόλου, αμέλειας και παράβασης καθήκοντος εμπιστευτικότητας προς τους μετόχους μειοψηφίας της MAI, που καταγράφονται στην παρ.19 της Έκθεσης Απαίτησης, θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι οι Εναγόμενοι 4 – 11 ενάγονται ως οι κατά τον ουσιώδη χρόνο διοικητικοί σύμβουλοι της ΜAI.»

 

          (β) Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης

 

          Η θέση των Εναγομένων είναι «ότι η αντιπαροχή €0,84 που προσφέρθηκε δυνάμει της Δημόσιας Πρότασης ήταν εύλογη και δίκαιη με βάση τα δεδομένα και τους υπολογισμούς που έπρεπε να ληφθούν υπόψη και που επιβεβαιώθηκε από τον Ελεγκτικό Οίκο Deloitte Ltd που ετοίμασε σχετική έκθεση αξιολόγησης της προτεινόμενης αντιπαροχής σχετικά με την υποβολή της Δημόσιας Πρότασης». Κατά τη θέση τους λήφθηκαν τα δέοντα και αναγκαία μέτρα για να αποτιμηθεί η δίκαιη και εύλογη αξία της μετοχής της ΜAI και αυτή που προσφέρθηκε στους Ενάγοντες ήταν αντιπροσωπευτική της πραγματικής της αξίας.  Απορρίπτουν τη θέση των Εναγόντων ότι θα έπρεπε να τους προσφερθεί η αντιπαροχή των €2,155 ή ότι αυτή ήταν η δίκαιη. 

 

          Αρνούνται οι Εναγόμενοι τις λεπτομέρειες δόλου, αμέλειας και παράβασης καθήκοντος που τους καταλογίζονται, ισχυριζόμενοι ότι ενήργησαν νόμιμα και σύμφωνα με τις υποχρεώσεις και δικαιώματα που απορρέουν από την ισχύουσα Νομοθεσία. 

 

          Η Ανταπαίτηση τους, που προωθήθηκε κατόπιν τροποποίησης, αφορά στο ποσό των €18.000 πλέον Φ.Π.Α. που είναι τα έξοδα που κατέβαλαν στον Ελεγκτικό Οίκο Deloitte Ltd και τον Ελεγκτικό Οίκο Price Waterhouse Coopers για συμβουλευτικές υπηρεσίες που, κατά τη θέση τους, θεωρήθηκαν αναγκαίες ως αποτέλεσμα της καταχώρισης και προώθησης της παρούσας αγωγής. 

 

Σημειώνεται εκ προοιμίου ότι τα προβλεπόμενα έξοδα εμπειρογνωμόνων για την παρουσία τους στην ακρόαση της αγωγής δεν θα μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να επιδικαστούν ως αποζημιώσεις.  Ανταξιώνονται ακόμα γενικές αποζημιώσεις, χωρίς να καθορίζεται σε ποια βάση. 

 

          Με την Απάντηση στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση δεν προστέθηκε οτιδήποτε το ουσιαστικό.  Άλλο δικόγραφο δεν καταχωρίστηκε.

 

          Κατά τη δικάσιμο της 8.2.2018 η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 9 και 10 αποσύρθηκε για λόγους που δεν αφορούν στην ουσία της αντιδικίας.»

 

Είναι γεγονός, προκύπτον από το περιεχόμενο των δύο ειδοποιήσεων έφεσης, ότι, σ’ αυτές, εγείρονται πολλαπλά ζητήματα, όμως αποτελεί, ταυτόχρονα, γεγονός, το οποίο επικροτούμε, πως η παράθεση των λόγων έφεσης, και στις δύο περιπτώσεις, χαρακτηρίζεται από αρτιότητα στον τρόπο διατύπωσης, με παραπομπές σε συγκεκριμένες σελίδες είτε της εκκαλούμενης απόφασης είτε των πρακτικών, στοιχείο το οποίο, τω όντι, διευκολύνει και υποβοηθά το έργο του Εφετείου, κυρίως όταν πρόκειται για πρακτικά με όγκο ή μακροσκελείς αποφάσεις, ως είναι η παρούσα περίπτωση ενώπιον μας.  Παρ’ ότι πρόκειται για περίπτωση που εγείρονται πολυάριθμα επιχειρήματα και θέσεις, θα επικεντρωθούμε στα αναγκαία και σχετικά κρίσιμα ζητήματα των εφέσεων, κατ’ εφαρμογήν σχετικής νομολογίας, αφού δεν κρίνεται απαραίτητη η τοποθέτηση επί παντός εγειρόμενου ζητήματος, είτε αυτό σχετίζεται με τα πραγματικά γεγονότα είτε με νομικά θέματα. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την πρόσφατη υπόθεση Μιχαηλίδη κ.α. v. Οργανισμού Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (ΟΣΕΛ) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε258/2016, ημερομηνίας 10.04.2025 – απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό την εφετειακή του δικαιοδοσία) όπου υποδείχθηκε πως «…αρκεί να υπομνήσουμε ότι το Δικαστήριο δεν είναι υπόχρεο να εξετάζει κάθε εισήγηση και κάθε επιχείρημα που τίθεται ενώπιόν του, εκτός και αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα (2010) 1 Α.Α.Δ. 1238, 1260, ότι «. τα δικαστήρια δεν έχουν καμιά υποχρέωση να απαντούν σε κάθε επιχείρημα που τίθεται ενώπιον τους, εκτός κι αν κρίνουν ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο» (βλ., επίσης, Μακαρούνα ν. Μιχαήλ και Άλλων (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 851, 859). Πέραν τούτου, για να υπάρξει ανατροπή θα πρέπει η παράλειψη να είναι ουσιώδης (βλ. Ευαγγελίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2549, 2557).».

 

Για σκοπούς εξέτασης όλων των λόγων, και των δύο εφέσεων, στο περιεχόμενο των οποίων θα τοποθετηθούμε, στη συνέχεια, έχουμε διεξέλθει το περιεχόμενο των δικογράφων, των πρακτικών της δίκης, των τεκμηρίων, των λόγων έφεσης καθώς και το περιεχόμενο των εκτενών και αναλυτικών περιγραμμάτων αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων.

 

Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των λόγων έφεσης, και στις δύο εφέσεις, κρίνουμε ότι επιβάλλεται η διαβάθμιση προτεραιότητας στην εξέταση τους, καθώς και η συνεξέταση κάποιων εξ αυτών, λόγω της συνάφειας τους, αλλά και της συσχετιζόμενης θεματολογίας τους. Θεωρούμε, δε, πως τα ζητήματα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, χρήζουν εξέτασης κατά προτεραιότητα, αφού, αν οι λόγοι έφεσης που σχετίζονται με την αξιολόγηση κριθούν βάσιμοι, με βεβαιότητα, θα επηρεαστεί, καθοριστικά, το αποτέλεσμα και η έκβαση των υπόλοιπων λόγων έφεσης και των δύο εφέσεων, όπου ενδεχομένως να καταστεί αχρείαστη η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους.  

 

Έφεση 391/2019 (πλην των λόγων έφεσης αρ. 11, 17, 27 και 28, οι οποίοι θα εξετασθούν υπό το αποτέλεσμα της έφεσης 421/2019, λόγω της διασύνδεσης που υπάρχει).

 

Κατ’ επέκταση των προλεγόμενων, συνεξετάζονται στη συνέχεια οι λόγοι έφεσης 6, 14, 14(α) και 19 έως 23, οι οποίοι σχετίζονται με την αποδοχή μαρτυρίας και την αξιολόγηση αυτής.  Πριν, όμως, υπεισέλθουμε στην ουσία των παραπόνων των εφεσειόντων, σχετιζόμενων με την  αξιολόγηση της μαρτυρίας, θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε πως η εξουσία επέμβασης του Εφετείου στο θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, από τα πρωτόδικα Δικαστήρια, είναι, νομολογιακά,  ξεκαθαρισμένη. Στην (σχετικά) πρόσφατη, απόφαση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025, με την οποία επαναλαμβάνονται πάγιες αρχές, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Υπενθυμίζουμε, σ’ αυτό το στάδιο, ότι, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι έργο κατ’ εξοχήν του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να ακούει τους μάρτυρες και να παρακολουθεί τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα.  Το Εφετείο, κατά κανόνα, σπάνια επεμβαίνει (βλέπε (1) Μιχαηλίδης v. Οικονομίδη, Πολιτική Έφεση 94/2013, ημερομηνίας 30.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:D288, (2) Παρσών v. M&M Decoration Centre Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 161/2015, ημερομηνίας 30.04.2015 και (3) Stark κ.α. v. Marsland κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2019, ημερομηνίας 06.05.2025).  Στην υπόθεση Ιωάννου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 26/2021, ημερομηνίας 28.04.2024, επαναλήφθηκε η αρχή, ως προς την επέμβαση του Εφετείου στο ζήτημα της αξιολόγησης, με το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει.»

 

Στην υπόθεση Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 υποδείχθηκαν τα εξής:

 

«Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Ορθά η πρωτόδικος δικαστής δεν περιόρισε την αξιολόγησή της στην αριθμητική αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά επεκτάθηκε και σε προβληματισμό για την αντικειμενική υφή των εκατέρωθεν θέσεων.»

 

Έχοντας δε κατά νου ότι η μαρτυρία των ΜΕ2, ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3, ήταν μαρτυρία εμπειρογνώμονα, παραπέμπουμε στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κωστάκη (2008) 1 Α.Α.Δ. 432, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις, όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.»

 

Σε αρμονία με τα πιο πάνω νομολογηθέντα, παρατίθενται, επίσης, σχετικά αποσπάσματα από την άρτι εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπό την εφετειακή του δικαιοδοσία) στην υπόθεση LAINERS ENTERPRISES LTD v. MASTERYA LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 105/2016, ημερομηνίας 23.09.2026, τα οποία περιλαμβάνουν και ζητήματα που άπτονται τόσο της αξιολόγησης εμπειρογνωμόνων, όσο και μη εμπειρογνωμόνων, τα οποία έχουν ως εξής:

 

«… Σύμφωνα με την πάγια νομολογία και τις γενικές αρχές επί του ζητήματος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εκτός εάν αυτά, εξ αντικειμένου κρινόμενα, φαίνονται ανυπόστατα ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν βρίσκουν έρεισμα ή βρίσκονται σε αντίθεση με την προσαχθείσα μαρτυρία ή μέρη αυτής ή είναι καταφανώς εσφαλμένα. Εκεί όπου με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά των μαρτύρων μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να καταλήξει στις υπό αμφισβήτηση σχετικά με την αξιοπιστία διαπιστώσεις, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Φραντζής κ.ά. ν. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 254, Χατζήγαβριηλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 668 και Μιχαηλίδης ν. Οικονομίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 94/2013, ημερ. 30/6/2022), ECLI:CY:AD:2022:D288, ECLI:CY:AD:2022:D288. Δεδομένη είναι, άλλωστε, η ευχέρεια του Δικαστηρίου για μερική αποδοχή μαρτυρίας, με αυτονόητη προϋπόθεση την επάρκεια της αντίστοιχης αιτιολόγησης (βλ. Kades v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R. 212, και Χριστοφή ν. Γρηγορίου (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2154).

 

Ούτε η μαρτυρία των ειδικών μαρτύρων, αξιολογείται στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές. Η μαρτυρία τους δε, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του, παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Αλέξη Αλεξάνδρου ν. Γεώργιος Αλεξάνδρου (Καλαμούδιας) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 301/2015, ημερ. 1/12/2025 και Novichkova v. Βλάβη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1111).»

 

Με τον λόγο έφεσης αρ. 6, οι εφεσείοντες παραπονούνται επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αρνητικά την αξιοπιστία της έκθεσης Horwath και του μάρτυρα Πηγασίου, στη βάση του τι λέχθηκε στην έκθεση για τη δημόσια πρόταση Caramondani.  Υποστηρίζουν πως το πρωτόδικο Δικαστήριο (α) λανθασμένα έλαβε υπόψη του ένα απόσπασμα από την έκθεση Horwath χωρίς να έχει ενώπιον του όλη την έκθεση Caramondani, (β) δέχθηκε εσφαλμένα ότι οι προβλέψεις των κερδών από τον μάρτυρα Πηγασίου για τα έτη 2011-2015 δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αξιόπιστες, (γ) έκανε υποθέσεις ότι στην έκθεση Horwath για την εταιρεία Caramondani λήφθηκε ή χρειάστηκε να ληφθούν απόψεις του διοικητικού συμβουλίου εκείνης της εταιρείας, (δ) έκανε υποθέσεις, χωρίς να καταλήξει σε εύρημα, ως προς το κατά πόσον υπήρξε διαστρέβλωση κατά την κατάρτιση της έκθεσης Caramondani ή κατά την κατάρτιση της έκθεσης Πηγασίου, για να καταλήξει, εσφαλμένα, ότι ο Πηγασίου δεν ήταν αξιόπιστος μάρτυρας, (ε) ενώ δέχθηκε πως το τι συνέβη σε άλλες περιπτώσεις, εφόσον οι περιστάσεις δεν είναι γνωστές, δεν μπορούσε να το βοηθήσει στην υπό κρίση περίπτωση, έπραξε, όμως, ακριβώς το αντίθετο, χωρίς πλήρη εικόνα του τι έγινε στην περίπτωση Caramondani (με ένα απόσπασμα αυτής), απορρίπτοντας την έκθεση Horwath για την περίπτωση της MΑΙ, και (στ) δεν έλαβε υπόψη τις διαφορές που υπήρχαν μεταξύ της περίπτωσης MΑΙ και της περίπτωσης Caramondani.

 

Κατ’ αρχάς, σημειώνουμε ότι, πέραν των εκθέσεων που παρουσιάστηκαν στη δίκη, οι βασικοί μάρτυρες, εμπειρογνώμονες, για το κύριο επίδικο ζήτημα, ήτοι την εκτίμηση της χρηματιστηριακής αξίας των μετόχων της ΜΑΙ, ήταν ο Χρ. Πηγασίου (ΜΕ2), κλητευθείς από τους εφεσείοντες και οι Ν. Κυριακίδης, ΜΥ1, Σ. Πασχάλη (ΜΥ2) και η Μ. Παπαδοπούλλου (ΜΥ3) κλητευθέντες από τους εφεσίβλητους.

 

Ως προειπώθηκε, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιδίκασε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό ως ζημιά των εφεσειόντων, αφού έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ενώπιον του συγκεκριμένη χρηματιστηριακή αξία της μετοχής της ΜΑΙ, παρ’ ότι έκρινε πως το ποσό των €0,84 που προσφέρθηκε, κατά τον χρόνο της δημόσιας πρότασης από τους προτείνοντες, για αγορά, ήταν μικρότερο από τη «δίκαιη τιμή», την οποία, όμως, λόγω του ότι δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία όλων των εμπειρογνωμόνων, και των δύο πλευρών, δεν μπορούσε το ίδιο, και δεν είχε τα εφόδια, να προσδιορίσει ή να καθορίσει την αξία της.  Το απαύγασμα της πρωτόδικης κατάληξης, επί του προειρημένου ζητήματος, αντανακλάται στο ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο έχει ως εξής:

 

«Οι εμπειρογνώμονες που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα απογοήτευσαν το Δικαστήριο.  Αυτοί που μαρτύρησαν για τους Εναγόμενους δεν είχαν διάθεση να βοηθήσουν το Δικαστήριο να εξεύρει τη δίκαια τιμή της μετοχής της MAI.  Το έργο τους ήταν να πλήξουν την αξιοπιστία της Έκθεσης Horwath.  Ενέδωσαν στον στρατηγικό σχεδιασμό των Εναγομένων και μαρτύρησαν για να τον εξυπηρετήσουν.  Η Horwath  και ο Πηγασίου προσπάθησαν να εξυπηρετήσουν τους Ενάγοντες.  Μπορεί και να ειπωθεί πως είχαν και το κίνητρο να εξυπηρετήσουν το δίκαιο.  Κατέφυγαν όμως σε  σενάρια που φάνηκαν αδικαιολόγητα και δείχτες που δεν μπόρεσαν να υποστηρίξουν πειστικά.  Ελλείψει στοιχείων από το Διοικητικό Συμβούλιο της MAI, εισήγαγαν στους υπολογισμούς τους υποθέσεις που κατέστησαν το αποτέλεσμα ανασφαλές.  Η εμπλοκή του Πηγασίου στην περίπτωση της δημόσιας πρότασης Caramondani, ο τρόπος που εκεί ενήργησε και η προσπάθεια του να αποποιηθεί την εμπλοκή του, ζήμιωσε καταλυτικά την αξιοπιστία του.»

 

Ασφαλώς, το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον το πιο πάνω πρωτόδικο συμπέρασμα ήταν εύλογο και δικαιολογημένο ή ήταν αυθαίρετο, ως ισχυρίζονται οι εφεσείοντες.  Πηγή της επαλήθευσης και ελέγχου του συμπεράσματος είναι το περιεχόμενο των εκθέσεων που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως τεκμήρια, και η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, ως καταγράφεται στα πρακτικά.  Έχουμε διεξέλθει, με κάθε δυνατή προσοχή, το περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων και των σχετικών αιτιάσεων, αλλά, και επιχειρημάτων των δύο πλευρών.  Αποτελεί κατάληξη μας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού προηγουμένως προέβη σε εις βάθος ανάλυση και αντιπαραβολή της επιστημονικής μαρτυρίας, αξιολόγησε ορθά τη βαρύτητα και την ποιότητα της, προέβη δε στο υπό συζήτηση συμπέρασμα, το οποίο προβάλλει εύλογο και εντός λογικών παραμέτρων, χωρίς να προκύπτει σύγκρουση με ουσιώδη νομολογιακά κριτήρια αξιολόγησης και αποδοχής μαρτυρίας. Ειδικότερα, δεν θεωρούμε ότι, όσον αφορά στην έκθεση Horwath, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μόνο ένα απόσπασμα που σχετίζεται με την εταιρεία Caramondani.  Προκύπτει ότι οι λόγοι που δεν έγινε αποδεκτή η έκθεση Horwath ήταν περισσότεροι, σωρευτικά αξιολογούμενοι, και βέβαια συνυφασμένοι και με τη μαρτυρία του ΜΕ2, Χρ. Πηγασίου.  Πιο συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε τα πιο κάτω:

 

«Ο Πηγασίου δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τυχόν διαφορές στις συνθήκες του κατασκευαστικού τομέα το 2008 που ήταν ο χρόνος της δημόσιας πρότασης της Caramondani με το 2011 που ήταν η επίδικη Δημόσια Πρόταση. 

 

……………………………………………………………………………………..

 

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η θεωρία του πράγματος αντικατοπτρίζεται ορθά στο απόσπασμα της αξιολόγησης της Horwath για την περίπτωση Caramondani.  Το ζήτημα που εγείρεται, λαμβάνοντας υπόψη τις γενικές παραμέτρους που ίσχυαν τόσο στην περίπτωση της MAI όσο και στην περίπτωση της Caramondani, είναι κατά πόσο η Horwath  και ο Πηγασίου θα μπορούσαν στην περίπτωση της MAI να προβούν σε αποτίμηση, ενώ στην περίπτωση Caramondani να καταλήξουν ότι δεν μπορούσαν να προβούν σε αποτίμηση.  Ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη ότι στην περίπτωση Caramondani ενεργούσαν για το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία θεωρούσαν χρήσιμη, ενώ στην περίπτωση της MAI δεν είχαν τέτοια δυνατότητα. 

 

Εάν οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της μεθόδου παρακάμφθηκαν ή διαστρεβλώθηκαν ώστε να εξυπηρετηθεί η δημόσια πρόταση στην περίπτωση Caramondani, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αισθάνεται ασφάλεια ώστε να βασιστεί στην Έκθεση Horwath και στη μαρτυρία του Πηγασίου για την επίδικη περίπτωση. Εάν οι αρχές παρακάμφθηκαν ή διαστρεβλώθηκαν ώστε να εξυπηρετηθεί η υπόθεση των Εναγόντων, τότε πέραν του ότι η Horwath και ο Πηγασίου δεν θα μπορούν να τύχουν εμπιστοσύνης, η ίδια η μαρτυρία, προϊόν διαστρέβλωσης της αναγνωρισμένης μεθόδου, είναι λανθασμένη και απορριπτέα. 

 

Σε κάθε περίπτωση, η αποκάλυψη των περιστατικών της υπόθεσης Caramondani έχει επιφέρει καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία του Πηγασίου και κατ’ ακολουθία της Έκθεσης Horwath.  Ο Πηγασίου προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από την αξιολόγηση που είχε τότε γίνει και το σημαντικότερο είναι ότι είχε προς τούτο λόγο, δηλαδή κατανοούσε ότι η προσέγγιση στην αξιολόγηση στη δημόσια πρόταση Caramondani δεν εξυπηρετούσε αυτά που ήθελε να υποστηρίξει και που θα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των Εναγόντων. 

 

Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η σωστή θεώρηση αντανακλάται στην κοινή όπως διαμορφώνεται προσέγγιση της Horwath και του Πηγασίου στα πλαίσια της αξιολόγησης στην περίπτωση Caramondani και των εμπειρογνωμόνων της υπεράσπισης στην υπό εκδίκαση περίπτωση.  Ότι δηλαδή, στην απουσία χρηματοοικονομικών προβλέψεων δεν είναι εφικτή η χρησιμοποίηση τόσο της μεθόδου της προεξόφλησης των μελλοντικών ταμιακών ροών, όσο και της μεθόδου της κεφαλαιοποίησης των κερδών.  Ουσιαστικά αυτό που πλήγηκε είναι η αξιοπιστία των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν στην  Έκθεση Horwath και υποστηρίχτηκαν από τον Πηγασίου κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας αγωγής. 

 

……………………………………………………………………………………..

 

Οι πραγματικές πωλήσεις της MAI ήταν την περίοδο 2011 – 2015 σχεδόν στο 50% των προβλέψεων της Horwath.  Αντιπαραβάλλονται στο Παράρτημα 2 της Έκθεσης PWC.  Σημειώνεται ότι τα πραγματικά αποτελέσματα δεν έχουν επαληθευτεί, όμως δεν υποβλήθηκε ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

 

……………………………………………………………………………………..

 

Η εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο είναι ότι τα πραγματικά αποτελέσματα της MAI ήταν απότοκο εξωγενών παραγόντων.  Της κατάστασης της οικονομίας γενικά και του αντίκτυπου στον κατασκευαστικό τομέα.  Δεν ήταν το αποτέλεσμα εφαρμογής επιχειρηματικού πλάνου ή πολιτικής συρρίκνωσης της MAI όπως αποκαλύπτεται στη διακήρυξη των Προτείνοντων, στο Έγγραφο της Δημόσιας Πρότασης (Τεκμ.29).   Επομένως, το γεγονός ότι λόγω της παρέλευσης του χρόνου τα πραγματικά κέρδη των ετών 2011 – 2015 είναι γνωστά και δεν επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις στην Έκθεση Horwath, δεν είναι στοιχείο που αφ’ εαυτού καταδεικνύει ότι οι προβλέψεις ήταν παράλογες, αδικαιολόγητες ή λανθασμένες. 

 

……………………………………………………………………………………..

 

Με αυτά τα δεδομένα, διερωτάται το Δικαστήριο, πώς η Horwath επέλεξε τα τρία σενάρια που καταγράφονται στην Έκθεση της (Τεκμ.15, σελ. 9, παρ. 3.14) πάνω στα οποία βάσισε την περαιτέρω εργασία της.  Ακόμα και το λιγότερο αισιόδοξο Σενάριο 2 αναφέρει ότι το 2013 θα σταθεροποιείτο η απόδοση (turn over) της MAI και από το 2014 θα υπήρξε ανάπτυξη με ποσοστό 3% ετησίως.  Το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι τέτοια σενάρια δικαιολογούνταν ή έστω ότι ήταν μέσα στο εύρος των σεναρίων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση της αποτίμησης της αξίας της μετοχής της MAI.

 

……………………………………………………………………………………..

 

Διαπιστώνεται ότι εφόσον η θεωρία επιτάσσει όπως όταν υπάρχει μειωμένη εμπορευσιμότητα των μετοχών μίας εταιρείας, αυτό λαμβάνεται υπόψη ως «Επιπρόσθετη Προσαύξηση Κινδύνου Ρευστότητας» η μη συμπερίληψη τέτοιας παραμέτρου, είναι στοιχείο αδυναμίας της Έκθεσης  Horwath. 

 

……………………………………………………………………………………..

 

Επιβεβαιώνεται η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να βασιστεί στην εκτίμηση Horwath και στη μαρτυρία Πηγασίου στη βάση της μεθόδου της Προεξόφλησης των Μελλοντικών Ταμειακών Ροών για να καταλήξει στη δίκαιη αξία της μετοχής της MAI κατά τον ουσιώδη χρόνο της Δημόσιας Πρότασης.

 

……………………………………………………………………………………..

 

Το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε για την καταλληλότητα των εταιρειών που χρησιμοποίησε η Horwath για να εξάξει τον πολλαπλασιαστή τον οποίο χρησιμοποίησε.  Ούτε έχει ικανοποιηθεί ότι ο ορθός είναι αυτός στον οποίο κατέληξε η PWC. 

 

Ωστόσο, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο θα ήταν δυνατό χρησιμοποιώντας τον πιο πάνω δείκτη (6,19), ως παραδοχή από την PWC και τον Πασχάλη, ότι ο ορθός πολλαπλασιαστής δεν είναι χαμηλότερος του 6,19, να τον αντικαταστήσει στο εύρος των πολλαπλασιαστών που υιοθέτησε η Horwath για να καταλήξει σε μια τιμή που θα ήταν πιο κοντά στη δίκαια, παρά η προτεινόμενη των €0,84.  Εάν ήταν δηλαδή δυνατό να αντικατασταθεί ο πολλαπλασιαστής 6,19 με το 10,6 όπως αυτό παρουσιάζεται στην παρ.5.35 (Τεκμ.15, σελ.19) της Έκθεσης Horwath. 

 

Ο πολλαπλασιαστής πολλαπλασιάζεται με το «Estimated Maintainable Annual EBITDA», επομένως θα πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσο μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί στο ποσό που εκεί αναφέρεται, δηλαδή τα €12.000.000 ή να το αντικαταστήσει με άλλο ποσό.  Το ποσό αυτό εξάγεται από την εργασία που περιγράφεται στις παρ. 5.23 – 5.27 της Έκθεσης Horwath.  Λαμβάνονται υπόψη τα ιστορικά κέρδη της MAI για τα έτη 2006 – 2010.  Ο Κυριακίδης, υπενθυμίζεται, καταλόγισε στον Πηγασίου ότι στην ετοιμασία των προβλέψεων του βασίστηκε στην ιστορική απόδοση και στις βραχυπρόθεσμες προβλέψεις της κυπριακής οικονομίας, ενώ μόνο σε μακροπρόθεσμες προβλέψεις θα μπορούσε να βασιστεί.   Όπως έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω, πηγή του Πηγασίου ήταν η Κεντρική Τράπεζα που είχε εκθέσεις για την κυπριακή οικονομία για το 2011 (βλ. Τεκμ.15, παρ.3.15 και 3.22).  Στο οικονομικό δελτίο που δημοσίευσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου τον Ιούνιο του 2011 καταγράφεται ότι κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2011 ο κατασκευαστικός τομέας συνέχισε την αρνητική του πορεία καταγράφοντας περαιτέρω συρρίκνωση (Τεκμ.49, σελ.43).  

 

Στον καθορισμό των μελλοντικών κερδών, εντοπίζονται οι εγγενείς αδυναμίες που περιβάλλουν και τον υπολογισμό των μελλοντικών ταμιακών ροών.   Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί τα ποσά που εισηγείται η Έκθεση Horwath.»

 

Φρονούμε πως οι πιο πάνω επισημάνσεις, διαπιστώσεις και επιφυλάξεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του Χρ. Πηγασίου, αλλά, και το περιεχόμενο της έκθεσης Horwath, ήταν εύλογες και δικαιολογημένες, πηγάζουσες από το περιεχόμενο εμπεριστατωμένης διεργασίας και αξιολόγησης των ενώπιον του στοιχείων, όπως αυτή διατυπώνεται, διάχυτα στο κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, κατόπιν προηγηθείσας ανάλυσης της μαρτυρίας.  Αντίθετα, δεν θεωρούμε ότι πρόκειται για επουσιώδη ή ανασφαλή στοιχεία τα οποία λανθασμένα έλαβε υπόψη του, το Δικαστήριο, ως ισχυρίζονται οι εφεσείοντες.

 

Στη βάση των προλεχθέντων ο λόγος έφεσης αρ. 6 κρίνεται αβάσιμος.

 

Όσον αφορά στην επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποδεχθεί μέρος μαρτυρίας του Δ. Μουσκή (ΜΥ4), αναφορικά με τα αποτελέσματα της ΜΑΙ για τα 5 χρόνια μετά την υποβολή της δημόσιας πρότασης, αμφισβητούμενης, ως ορθής πρωτόδικης προσέγγισης, δια του λόγου έφεσης 14, οφείλουμε, πρωτίστως, να υπομνήσουμε ότι η εν λόγω προσέγγιση είναι, υπό προϋποθέσεις, βέβαια, νομολογιακά αποδεκτή (δέστε υποθέσεις Μιχαήλ v. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 93, Ιωάννου v. Κουννίδη (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1215 και Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου v. Αγαθαγγέλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 243/2021, ημερομηνίας 13.05.2026).  Τέτοια εξουσία παρέχεται νοουμένου ότι πρόκειται για μαρτυρία που προέρχεται από μάρτυρα ο οποίος δεν κρίθηκε αναξιόπιστος.  Από το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στην πρωτόδικη απόφαση δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον ΜΥ4 καθόλα αναξιόπιστο, αλλά μόνο ότι κάποιες από τις θέσεις που αυτός προώθησε, έστω ουσιώδεις, δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές, και γι’ αυτή την επιλογή δόθηκαν εξηγήσεις, τις οποίες θεωρούμε εύλογες και επαρκείς.  Εν πάση περιπτώσει, ας μη λησμονείται πως παρ’ ότι ο ΜΥ4 ήταν σημαντικός μάρτυρας, το ζητούμενο, για την απόδειξη της ζημιάς των εφεσειόντων, ήταν η αποδοχή των μαρτυριών των Μ. Χατζηκυριάκου και του Χρ. Πηγασίου αλλά και της έκθεσης Horwath που δεν έγιναν αποδεκτές.

 

Καταλήγουμε, συνεπώς, ότι ο λόγος έφεσης αρ. 14 είναι αβάσιμος.

 

Με ξεχωριστό λόγο έφεσης (14(α)), αφορώντα πάλι στη μαρτυρία του ΜΥ4, οι εφεσείοντες θεωρούν ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε την επιμέρους θέση του εν λόγω μάρτυρα, πως η εταιρεία ΜΑΙ δέχθηκε το 2008 σοβαρό οικονομικό πλήγμα, λόγω μείωσης των εξαγωγών της.  Κρίνουμε ότι εφόσον το γεγονός πως υπήρξε η εν λόγω μείωση στις εξαγωγές δεν αμφισβητήθηκε, το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ορθό και εύλογο, αφού στηρίχθηκε στο ότι η θυγατρική της ΜΑΙ στο Ηνωμένο Βασίλειο, ήτοι η Universal Componets Ltd, η οποία διατηρούσε εργοστάσιο αλουμινίου στο Bristol και αγόραζε πρώτες ύλες από την ΜAI, μείωσε δραματικά τις εξαγορές της, το δε 35% των εξαγωγών της ΜAI ήταν προς την Universal, ενώ το 50% ήταν προς την Ιρλανδία, στην οποία υπήρχε οικονομική κρίση, γεγονός που επηρέασε δυσμενώς τον όγκο των εξαγωγών της ΜΑΙ.  Επίσης, από το τέλος του 2008, η ΜΑΙ είχε απωλέσει σχεδόν όλες τις εξαγωγές της (ως προέκυπτε από το Τεκμήριο 96 – το οποίο κατέθεσε ο ΜΥ4 και δεν αντεξετάστηκε επί του εν λόγω τεκμηρίου).  Στη συνέχεια η Universal τερμάτισε την παραγωγή προϊόντων αλουμινίου την 29.11.2013.  Επομένως, δεν θεωρούμε ότι παρέχονται περιθώρια επέμβασης στο προειρημένο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Παραμένει, όμως, και πάλι το ερώτημα, ποια η σημασία, εν τέλει, αυτής της μαρτυρίας και πως θα επηρεαζόταν η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όταν η γνώμη του Χρ. Πηγασίου και το περιεχόμενο της έκθεσης Horwath δεν έγιναν αποδεκτά.  Προβάλλει, συνεπώς, αναγκαία η επισήμανση μας ότι ο καθορισμός «δίκαιης τιμής» της μετοχής της ΜAI, άλλης από αυτήν που προσφέρθηκε, δεν καθορίστηκε λόγω της μη αποδοχής μαρτυρίας που παρουσίασαν οι εφεσείοντες και όχι εξαιτίας της αποδοχής μέρους της μαρτυρίας του ΜΥ4.

 

Έπεται, ενόψει των αμέσως πιο πάνω αναφερόμενων, ότι ο λόγος έφεσης αρ. 14(α) είναι αβάσιμος.

 

Οι λόγοι έφεσης αρ. 19-23 αποτελούν μία ομάδα λόγων που κατά τους εφεσείοντες οδήγησαν σε λανθασμένη, πρωτόδικη, επιλογή, η οποία οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, να μην αποδεχθεί την εκτίμηση του Χρ. Πηγασίου, σ’ ότι αφορά στη δίκαιη τιμή.  Ως έχουμε ήδη αποφανθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε εύλογες εξηγήσεις για την μη αποδοχή της γνώμης του Χρ. Πηγασίου (Σημειώνεται δε πως στο περίγραμμα αγόρευσης των εφεσειόντων αναφέρεται ότι ο λόγος έφεσης αρ. 19 αναλύεται μαζί με τον λόγο έφεσης αρ. 6).  Δεν έχουμε να προσθέσουμε πολλά.  Μόνο ότι  οι αιτιάσεις που προώθησαν οι εφεσείοντες δεν έχουν τη δυναμική που τους αποδίδουν προς θεμελίωση και υποστήριξη των λόγων έφεσης 19 – 23.  Έχοντας δε λάβει υπόψη μας τις εν λόγω αιτιάσεις, και αφού ανατρέξαμε στα πρακτικά της δίκης, δεν αποδεχόμαστε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε υποθέσεις ή εικασίες ή αυθαίρετα συμπεράσματα, σ’ ότι αφορά στα εγειρόμενα με τους υπό συζήτηση λόγους έφεσης.  Οι σχετικές διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είχαν ως βάση την ορθή αποτίμηση της προσφερθείσας μαρτυρίας.

 

Ως αποτέλεσμα των προλεγόμενων, οι λόγοι έφεσης αρ. 19 – 23 κρίνονται αβάσιμοι.

 

Ως μία άλλη ομάδα λόγων έφεσης, όπου είναι επιτρεπτή η συνεξέταση τους, αποτελούν οι λόγοι έφεσης 1 έως 5, 7 έως 9, 12, 15 και 18.   Όλοι τους περιστρέφονται, κυρίως, γύρω από την πρωτόδικη κρίση με την οποία δεν έγινε αποδεκτό το περιεχόμενο της εκτίμησης Πηγασίου/έκθεσης Horwath, το οποίο σχετίζεται με την αξία της μετοχής της ΜΑΙ, αλλά, και τον καθορισμό «δίκαιης τιμής» από το Δικαστήριο.

 

Έχουμε διεξέλθει το περιεχόμενο των αιτιάσεων που υποστηρίζουν τους προειρημένους λόγους έφεσης.  Δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε.  Έχοντας αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα που προωθήθηκαν από τους ευπαίδευτους συνήγορους των διαδίκων, καταλήγουμε, ότι, πέραν των όσων έχουμε ήδη παραθέσει προγενέστερα για τους λόγους έφεσης 6, 14, 14(α) και 19 έως 23, σ’ ότι αφορά στην απόρριψη της έκθεσης Horwath/Χρ. Πηγασίου, οι αιτιάσεις των εφεσειόντων δεν ευσταθούν, και εξηγούμε.

 

Εν πρώτοις, διαβλέπουμε ότι μέσα από τις σχετικές αιτιάσεις αναπτύσσονται θέσεις και επιχειρήματα που σχετίζονται με δευτερεύοντα θέματα ή μη καθοριστικά ως προς το ζητούμενο που ήταν ο καθορισμός της «δίκαιης τιμής» της μετοχής.  Δεν βοηθούν, συνεπώς, οποιαδήποτε επιχειρήματα συνδεδεμένα με την αξία της μετοχής.  Το ζητούμενο, υπενθυμίζουμε, ήταν ο καθορισμός της «δίκαιης τιμής» της μετοχής της ΜΑΙ, για την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο, για τους λόγους που παρέθεσε, δεν ήταν σε θέση, αφού δεν είχε τα εφόδια, να καθορίσει, προσέγγιση με την οποία συμφωνούμε, υπό την επιφύλαξη των όσων θα διατυπώσουμε για το εν λόγω θέμα όταν θα επανέλθουμε κατά την εξέταση της έφεσης 421/2019.  Δεν ήταν η περίπτωση όπου υπήρχαν ενώπιον του Δικαστηρίου περισσότερες επιλογές, προερχόμενες από αποδεκτή εμπειρογνωμοσύνη και αυτό θα είχε ευχέρεια, νοουμένου ότι θα έδιδε εξήγηση για την επιλογή του, να υιοθετήσει κάποια εξ αυτών. Υπενθυμίζουμε, επίσης, πως ουδείς εκ των εμπειρογνωμόνων κρίθηκε ότι παρουσίασε αξιόπιστη γνώμη την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο θα ένοιωθε ασφάλεια να αποδεχθεί και να υιοθετήσει, ως μέρος των απαραίτητων ευρημάτων του, σ’ ότι αφορά στον καθορισμό της «δίκαιης τιμής».  Τη δε μαρτυρία του ΜΕ1 δεν την αποδέχθηκε ως προς τον καθορισμό της αξίας της μετοχής της ΜΑΙ, δίδοντας επαρκείς εξηγήσεις, ως κρίνουμε, επομένως, δεν υπήρχε, γενικότερα, άλλο επαρκές μαρτυρικό υλικό για καθορισμό της «δίκαιης τιμής».  Ειδικότερα, ως προς τη μαρτυρία του ΜΕ1, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε τα εξής:

 

«Τις δικές του αποτιμήσεις συνεκτίμησε στη βάση της αποτίμησης των εμπειρογνωμόνων που διόρισε σταθμίζοντας την κάθε αποτίμηση ανάλογα με την σημαντικότητα και την αξιοπιστία της, καταλήγοντας ότι η αξία της μετοχής της MAI έπρεπε να ήταν €2,155.  Δεν επεξήγησε τις παραμέτρους σημαντικότητας και αξιοπιστίας που έλαβε υπόψη ούτε, ανάφερε, αυτές φαίνονται στους υπολογισμούς του. 

 

 

Ο Χατζηκυριάκος προβαίνει σε πολυάριθμες συγκρίσεις για να υποδείξει ότι η προσφερθείσα τιμή ήταν χαμηλή.  Ωστόσο, οι συγκρίσεις αυτές δεν καταδεικνύουν ποια θα έπρεπε να ήταν η προσφερθείσα τιμή.  Προς τούτο θα απαιτείτο λεπτομέρεια στοιχείων και ενδελεχής ανάλυση των συγκριτικών στοιχείων. Ενδεχομένως αυτά τα στοιχεία να ήταν υποβοηθητικά για ένα εμπειρογνώμονα, όχι όμως για το Δικαστήριο που δεσμεύεται από τους αποδεικτικούς κανόνες.

 

Υπάρχει και μια περαιτέρω παράμετρος που θα καθιστούσε την αποδοχή της θέσης του Χατζηκυριάκου για την αξία της μετοχής της ΜΑΙ ανασφαλή ίσως και απαράδεκτη κατάληξη.  Η πλευρά των Εναγόντων παρουσίασε κατά τη δίκη μαρτυρία εμπειρογνώμονα σε σχέση με την αξία της μετοχής της ΜΑΙ.  Αυτή εκτιμήθηκε μεταξύ €1,61 και €2,08.  Δηλαδή ο Χατζηκυριάκος καθόρισε την τιμή της μετοχής ακόμα πιο ψηλά και από τη μέγιστη τιμή στην οποία, με το πιο ευνοϊκό σενάριο, κατέληξε ο εμπειρογνώμονας, που η πλευρά του κάλεσε για να βοηθήσει το Δικαστήριο να εξεύρει τη δίκαια τιμή.  Και η τιμή των €2,15 δεν είναι η εκτίμηση του Χατζηκυριάκου στη βάση των δικών του κριτηρίων, που ήταν ακόμα μεγαλύτερη αλλά «προσαρμόστηκε» προς τα κάτω ενόψει και των εκτιμήσεων του εμπειρογνώμονα των Εναγόντων.»

 

Δεν θεωρούμε ότι παρέχονται περιθώρια για ανατροπή της πιο πάνω πρωτόδικης κρίσης.  Κατέστη σαφές ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο καθορισμός της αξίας της μετοχής της ΜΑΙ από τον ΜΕ1 δεν βασιζόταν σε δική του γνώμη, με την οποία να είχαν υιοθετηθεί αναγνωρισμένες μέθοδοι, ήταν, ως εκ τούτου, χωρίς επιστημονικό βάθρο, αλλά, ως υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, προϊόν συγκρίσεων χωρίς ανάλυση των συγκριτικών στοιχείων.  Συναφώς, η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείοντες θα έπρεπε να εισηγηθούν πώς, πέραν της εισηγηθείσας από τους Χρ. Πηγασίου και ΜΕ1, αυτό θα μπορούσε να προσδιορίσει τιμή υπεραξίας της μετοχής κατά το 2011, ήταν εύλογη και ορθή.  Συμφωνούμε, επίσης, με την πρωτόδικη κρίση πως χωρίς χρηματοοικονομικές προβλέψεις από το διοικητικό συμβούλιο της ΜΑΙ δεν μπορούσε να γίνει ασφαλής υπολογισμός της αξίας της μετοχής.  Κατ’ επέκταση, προβάλλει καθόλα επιτρεπτή (στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης, 391/2019), η επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην καθορίσει, υπό τις περιστάσεις, την ακριβή τιμή της «δίκαιης αξίας» της μετοχής άλλη από την προσφερθείσα.

 

Καταλήγουμε ότι οι λόγοι έφεσης 1-5, 7-9, 12, 15 και 18 είναι αβάσιμοι.

 

Αστήρικτος και ανεδαφικός κρίνεται ο λόγος έφεσης αρ. 13, αφού τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως ορθά κρίθηκε από το τελευταίο, δεν δικαιολογούσαν εύρημα ότι οι προτείνοντες αγόρασαν παράνομα από το ΧΑΚ μετοχές, ώστε να ανεβάσουν το ποσοστό τους γύρω στο 85%.  Καμία πειστική μαρτυρία προσφέρθηκε, εκ μέρους των εφεσειόντων, περί προνομιακής πληροφόρησης ή χειραγώγησης τιμών εκ μέρους των προτεινόντων, ώστε να δικαιολογούσε εύρημα ότι γίνονταν παράνομες αγορές μετοχών.

 

Με τον λόγο έφεσης αρ. 10 οι εφεσείοντες παραπονούνται επειδή δεν αποδόθηκε ευθύνη στους εφεσίβλητους 4-8 και 11.  Δεν θεωρούμε ότι αυτός ο λόγος έφεσης έχει οποιοδήποτε έρεισμα, αφού, ως ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα εν λόγω πρόσωπα ήταν είτε διοικητικοί σύμβουλοι που είχαν αποχωρήσει, είτε διοικητικοί σύμβουλοι που δεν είχαν αποχωρήσει, αφού, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 36(7) του Ν. 41(Ι)/2007, προβλέπεται λήψη νομικών μέτρων μόνο κατά του προτείνοντος, ο οποίος αν είναι νομικό πρόσωπο δεν παρέχεται έρεισμα για λήψη μέτρων κατά των διοικητικών του συμβούλων, δεδομένου ότι δεν θεσμοθετήθηκε προσωπική τους ευθύνη.  Για τον ίδιο λόγο είναι ανεδαφικοί και οι λόγοι έφεσης 24 και 25 όπου προβάλλεται η θέση πως λανθασμένα απαλλάχθηκαν ευθύνης οι εφεσίβλητοι 4 και 5 ή άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.  Διαπιστώνουμε πως οι εφεσείοντες προβάλλουν τη θέση πως οι διοικητικοί σύμβουλοι είναι «κατά νόμο υπεύθυνοι» χωρίς, όμως, να επικαλούνται συγκεκριμένη διάταξη η οποία να θεσμοθετεί ευθύνη τους, υπό περιστάσεις ως αυτές της παρούσας υπόθεσης.

 

Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης αρ. 10, 24 και 25 κρίνονται αβάσιμοι.

 

Αποτέλεσε πρωτόδικη κρίση, ότι η σύγκριση της αντιπαροχής με τις παραμέτρους και αποτίμηση της δημοσιοποίησης της ΜΑΙ πριν 10 χρόνια δεν βοηθούσε το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση της εξαιτούμενης αποτίμησης της μετοχής, κρίση η οποία, δια του λόγου έφεσης αρ. 16, θεωρείται από τους εφεσείοντες εσφαλμένη. Εξετάσαμε τις σχετικές αιτιάσεις που υποστηρίζουν τον υπό συζήτηση λόγο έφεσης.  Δεν θεωρούμε ότι παρέχονται περιθώρια ανατροπής της επίμαχης πρωτόδικης κρίσης, καθότι, τα στοιχεία και επιχειρήματα ή θέσεις των εφεσειόντων έχουν ως βάση τη γνώμη του μάρτυρα Χρ. Πηγασίου και την έκθεση της Horwath που, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, ορθά δεν έγιναν αποδεκτές. Συνεπώς, δεν νοείται υπό αυτό το δεδομένο, ανατροπή της ήδη διατυπωθείσας κρίσης μας.

 

Κρίνουμε, ως εκ τούτου, τον λόγο έφεσης αρ. 16 αβάσιμο.

 

Με τον λόγο έφεσης αρ. 26 οι εφεσείοντες προωθούν τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάνθηκε πως αυτοί εισέπραξαν μέρισμα μέσω της προτεινόμενης αντιπαροχής των €0,84 και, άρα, δεν μπορούν έτσι να αποζημιωθούν.  Στο περίγραμμα αγόρευσης των εφεσειόντων προωθείται, επίσης, η εισήγηση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν επιδίκασε στους εφεσείοντες τα μερίσματα που αναλογούσαν στις μετοχές τους ύψους €163.388,75.  Οφείλουμε, πρώτιστα, να υποδείξουμε πως, μέσα από την έκθεση απαίτησης, δεν δικογραφείται τέτοια αξίωση, συνεπώς η εισήγηση απορρίπτεται.  Επιπλέον, παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, για το εν λόγω θέμα, ανέφερε πως «…το ποσό που αντιστοιχούσε στα μερίσματα έχει εισπραχθεί από τους Ενάγοντες» όταν εξέτασε την αξίωση των εφεσειόντων για τιμωρητικές αποζημιώσεις, ζήτημα για το οποίο θα αποφανθούμε σε κατοπινό στάδιο.

 

Συνεπώς, ο λόγος έφεσης αρ. 26 κρίνεται αβάσιμος.

 

Έφεση 421/2019

 

Οι λόγοι έφεσης αρ. 9 και 10 αφορούν παράπονα των εφεσειόντων (εφεσίβλητων στην 391/2019) σχετικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και, ειδικότερα, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε αποδεκτή στο σύνολο της την κατάθεση του ΜΕ1 (9ος λόγος έφεσης) αλλά, και ότι επέτρεψε σ’ αυτόν να παρουσιάσει τα Τεκμήρια 10 – 14 και 20 – 23 τα οποία ήταν πίνακες αξιολόγησης/εκτίμησης, που ο ίδιος έκανε ως προς την αντιπαροχή που θα έπρεπε να προσφερθεί στους εφεσίβλητους (10ος λόγος έφεσης).

 

Επαναλαμβάνουμε, εν πρώτοις, τα όσα νομολογηθέντα έχουμε παραθέσει νωρίτερα, στο πλαίσιο εξέτασης της έφεσης 391/2019, για τα όρια και την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ζητήματα αξιολόγησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Κατ’ εφαρμογήν των νομολογηθέντων, αξιολογώντας τις θέσεις και τα επιχειρήματα των εφεσειόντων κρίνουμε ότι αυτά δεν ευσταθούν.  Κατ’ αρχάς, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έκανε αποδεκτή στο σύνολο την κατάθεση του ΜΕ1.  Περαιτέρω, κρίνουμε πως αν ήταν ανεξάρτητος ή όχι εμπειρογνώμονας, αλλά, και κατά πόσον θα έπρεπε να γίνει αποδεκτός ως εμπειρογνώμονας δεν έχει σημασία στο αποτέλεσμα ως προς το καίριο ζήτημα του καθορισμού της «δίκαιης τιμής» της μετοχής της ΜΑΙ, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη γνώμη του για το εν λόγω ζήτημα.  Στη βάση της ίδιας λογικής, κρίνουμε ότι είναι άνευ σημασίας πλέον η αποδοχή κάποιων εγγράφων – τεκμηρίων που παρουσίασε ο ΜΕ1, κατά τη μαρτυρία του, εφ’ όσον, εν τέλει, η γνώμη του, για τη «δίκαιη τιμή» της μετοχής ορθά, ως έχουμε εξηγήσει, δεν έγινε αποδεκτή.  Παρατηρούμε, ως εκ τούτου, πως η αποδιδόμενη σημασία στα επιχειρήματα και στις θέσεις των εφεσειόντων, δεν είναι ικανή να επηρεάσει, πλέον, το αποτέλεσμα του παρόντος λόγου έφεσης, δεδομένου ότι ουδείς από τους ήδη εξετασθέντες λόγους έφεσης, στην έφεση 391/2019, έχει κριθεί βάσιμος. 

 

Επομένως, οι λόγοι έφεσης αρ. 9 και 10 κρίνονται αβάσιμοι.

 

Έχοντας διέλθει το περιεχόμενο των λόγων έφεσης αρ. 1 - 4, θεωρούμε πως αυτοί δύνανται να συνεξετασθούν, αφού εγείρουν ίδια, ουσιαστικά, ζητήματα που άπτονται του νομικού πλαισίου στο οποίο στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο και εξέτασε την ενώπιον του υπόθεση.  

 

Προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως νομοθετικό πλαίσιο, που διήπε την ενώπιον του διαφορά, έκρινε πως ήταν τα Άρθρα 18 και 36(7) του Ν. 41(Ι)/2007.  Τα εν λόγω άρθρα, προβλέπουν τα ακόλουθα:

 

«Καθορισμός δίκαιης αντιπαροχής

 

18.- (1) Σε κάθε δημόσια πρόταση, η προτεινόμενη αντιπαροχή πρέπει να είναι ίση τουλάχιστο με την ψηλότερη τιμή που κατέβαλε ή συμφώνησε να καταβάλει για τους αντίστοιχους τίτλους ο προτείνων ή τα πρόσωπα που ενεργούν σε συνεννόηση με αυτόν, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες πριν την ανακοίνωση της απόφασης προς διενέργεια δημόσιας πρότασης.

(2) Στην περίπτωση εκούσιας δημόσιας πρότασης, η Επιτροπή δύναται, κατά την απόλυτή της κρίση, να επιτρέψει την καταβολή χαμηλότερης τιμής από την προβλεπόμενη στο εδάφιο (1).»

 

……………………………………………………………………………….…………..

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

 

«Δικαίωμα εξαγοράς (squeeze out)

 

36.-

…………………………………………………………………………………………..

(7) Οι κάτοχοι τίτλων της υπό εξαγορά εται ρείας που μεταβιβάζονται στον προτείνοντα, δικαιούνται να λάβουν νομικά μέτρα κατά του προτείνοντος και να αμφισβητήσουν το ύψος του προσφερόμενου ανταλλάγματος, τα οποία δύναται να ληφθούν εντός έξι μηνών από την προβλεπόμενη στο εδάφιο (6) ανακοίνωση:

Νοείται ότι η μεταβίβαση των μετοχών σύμφωνα με τα εδάφια (5) και (6) δεν παρεμποδίζεται από τη λήψη των εν λόγω νομικών μέτρων.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

 

Ο πιο πάνω νόμος ψηφίστηκε προς εναρμόνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς μετοχών.  Ενδιαφέρον παρουσιάζουν, κυρίως για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, το Άρθρο 4, παράγραφος 6 και το Άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 4 της εν λόγω Οδηγίας, τα οποία προνοούν τα ακόλουθα:

 

«Άρθρο 4

 

……………………………………………………………………………………………

 

6. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εξουσία των κρατών μελών να ορίζουν τις, δικαστικές ή άλλες αρχές, που είναι υπεύθυνες να επιλύουν τις διαφορές και να αποφαίνονται για παρατυπίες οι οποίες τυχόν διεπράχθησαν στη διαδικασία προσφοράς, ούτε την εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν εάν και υπό ποίες προϋποθέσεις οι μετέχοντες στην προσφορά έχουν δικαίωμα να προσφεύγουν σε διοικητική ή δικαστική διαδικασία. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εξουσία που μπορεί να έχουν δικαστήρια κράτους μέλους να αρνούνται την εκδίκαση υποθέσεως και να αποφασίζουν εάν η συγκεκριμένη δίκη επηρεάζει ή όχι την έκβαση της προσφοράς. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εξουσία των κρατών μελών να ορίζουν τη νομική κατάσταση όσον αφορά την ευθύνη των εποπτικών αρχών, ή τις διαφορές μεταξύ των μετεχόντων στην προσφορά.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

«Άρθρο 5

 

Προστασία των μειοψηφούντων μετόχων, υποχρεωτική προσφορά, δίκαιη τιμή

 

1. Εάν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, λόγω της απόκτησης από το ίδιο ή από πρόσωπα που ενεργούν σε συνεννόηση μαζί του, έχει στην κατοχή του τίτλους εταιρείας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παράγραφος 1, οι οποίοι, προστιθέμενοι στις τυχόν ήδη υπάρχουσες συμμετοχές του και στις συμμετοχές προσώπων που ενεργούν σε συνεννόηση με αυτό, του παρέχουν, άμεσα ή έμμεσα, δεδομένο ποσοστό δικαιωμάτων ψήφου στην εν λόγω εταιρεία, με το οποίο αποκτά τον έλεγχό της, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το πρόσωπο αυτό είναι υποχρεωμένο να υποβάλει προσφορά ως μέσο προστασίας των μειοψηφούντων μετόχων της εταιρείας αυτής. Η προσφορά αυτή πρέπει να απευθύνεται, το συντομότερο δυνατό, προς όλους τους κατόχους των τίτλων αυτών, για όλες τις συμμετοχές τους, σε δίκαιη τιμή όπως ορίζεται στην παράγραφο 4.

 

…………………………………………………………………………………………..

 

4. Ως δίκαιη τιμή θεωρείται η ανώτερη τιμή που κατέβαλε για τους ίδιους τίτλους ο προσφέρων ή τα πρόσωπα που ενεργούν σε συνεννόηση με αυτόν, επί μια περίοδο της οποίας η διάρκεια καθορίζεται από τα κράτη μέλη αλλά δεν μπορεί να είναι μικρότερη των έξι μηνών και μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών πριν από την προσφορά που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Εάν, μετά τη δημοσιοποίηση της προσφοράς και πριν κλείσει η προσφορά για αποδοχή, ο προσφέρων ή πρόσωπο που ενεργεί σε συνεννόηση με αυτόν, αγοράζουν τίτλους σε τιμή ανώτερη της τιμής προσφοράς, ο προσφέρων αυξάνει την προσφορά του όχι λιγότερο από την ανώτερη τιμή που κατέβαλε για τους ούτως αποκτηθέντες τίτλους.

 

Υπό τον όρο ότι τηρούνται οι γενικές αρχές του άρθρου 3 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτούν τις εποπτικές αρχές τους να προσαρμόζουν την τιμή που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, υπό δεδομένες συνθήκες και με κριτήρια που προσδιορίζονται σαφώς. Προς τούτο, τα κράτη μέλη δύνανται να καταρτίζουν πίνακα των περιπτώσεων στις οποίες η ανώτερη τιμή δύναται να προσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω, όπως, παραδείγματος χάριν, όταν η ανώτερη τιμή καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αγοραστή και πωλητή, όταν οι τιμές της αγοράς για τους συγκεκριμένους τίτλους έχουν υποστεί χειρισμούς, όταν έκτακτα γεγονότα έχουν επηρεάσει τις τιμές της αγοράς, γενικά ή ορισμένες τιμές ειδικότερα, ή όταν πρόκειται για τη διάσωση προβληματικής επιχείρησης. Τα κράτη μέλη μπορούν, επίσης, να καθορίζουν τα εφαρμοστέα στις περιπτώσεις αυτές κριτήρια, όπως π.χ. τη μέση τιμή της αγοράς για μια συγκεκριμένη περίοδο, την αξία εκκαθάρισης της εταιρείας ή άλλα αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης χρησιμοποιούμενα, εν γένει, σε χρηματοοικονομικές αναλύσεις. Κάθε απόφαση της εποπτικής αρχής με την οποία προσαρμόζεται η δίκαιη τιμή, πρέπει να αιτιολογείται και να δημοσιοποιείται.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Οι συνήγοροι των εφεσειόντων επικαλέστηκαν εφαρμογή της υπόθεσης C-567/24, YO v. SVEMA TRADE d.o.o., ημερομηνίας 27.11.2025, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ως εύλογα διαφαίνεται, εκδόθηκε μετά την εκκαλούμενη απόφαση και, ουσιαστικά, δικαιώνει την πρωτόδικη εξέταση του ζητήματος κατά πόσον η προσφερθείσα τιμή ήταν δίκαιη, εξού και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εφεσειόντων διαφοροποιήθηκαν, στην πορεία της ακρόασης,  αποδεχόμενοι την πρωτόδικη προσέγγιση, αναπτύσσοντας, όμως, την επιχειρηματολογία ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον δεν είχε ενώπιον του αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης, όφειλε να μην εξετάσει περαιτέρω την αξίωση για ζημιά, αλλά να απέρριπτε την αγωγή με έξοδα προς όφελος των εφεσειόντων.

 

Διερχόμενοι το περιεχόμενο της υπόθεσης YO (ανωτέρω), προκύπτει ότι μας παρέχεται σαφής καθοδήγηση προς απάντηση των κυριότερων από τα εγειρόμενα ζητήματα της παρούσας (421/2019) έφεσης.  Στην εν λόγω υπόθεση, η αίτηση για προδικαστική απόφαση αφορούσε στην ερμηνεία του Άρθρου 15, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο της Οδηγίας 2004/25/ΕΚ (ανωτέρω), αναφορικά με τις υποχρεωτικές προσφορές εξαγοράς.  Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του YO και της SVEMA TRADE d.o.o. αναφορικά με τον καθορισμό του χρηματικού ανταλλάγματος που πρέπει να καταβληθεί στους μειοψηφικούς μετόχους της εταιρείας HRAM Holding d.d. για την πώληση των τίτλων τους, στο πλαίσιο υποχρεωτικής προσφοράς εξαγοράς.  Παρατίθενται στη συνέχεια ουσιώδη αποσπάσματα, πληθωρικά ίσως, πλην, όμως, χρήσιμα και αρκούντως διαφωτιστικά, από την προειρημένη απόφαση του ΔΕΕ, προς κατανόηση των κριθέντων στην παρούσα απόφαση.  Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«28   Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 26 της παρούσας απόφασης, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/25 προβλέπει ότι η τιμή που προτείνεται στους μειοψηφούντες μετόχους, στο πλαίσιο υποχρεωτικής δημόσιας προσφοράς εξαγοράς των μετοχών τους, πρέπει να είναι «δίκαιη». Περαιτέρω, το άρθρο 15, παράγραφος 2, και το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπουν, αντιστοίχως, ότι η μεν αποχώρηση των κατόχων των εναπομενόντων τίτλων εταιρίας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας πρέπει να πραγματοποιείται «σε δίκαιη τιμή», η δε υποχρεωτική εξαγορά των τίτλων αυτών πρέπει να πραγματοποιείται «σε εύλογη τιμή».

 

……………………………………………………………………………………………

 

30     Πράγματι, σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας 2004/25, στις διατάξεις αυτές απαντά το ίδιο επίθετο ως προσδιορισμός της «τιμής» και, ακόμη και όταν αυτό δεν συμβαίνει, τα δύο χρησιμοποιούμενα προσδιοριστικά επίθετα είναι συνώνυμα, όπως, για παράδειγμα, στο γαλλικό κείμενο των εν λόγω διατάξεων όπου χρησιμοποιούνται τα επίθετα «équitable» και «juste».

 

31     Όσον αφορά τον καθορισμό της «εύλογης» ή «δίκαιης» τιμής, η οποία καταβάλλεται ως αντάλλαγμα για την απόκτηση των τίτλων που ανήκουν στους μειοψηφούντες μετόχους μιας εταιρίας, η οδηγία 2004/25 επιλέγει, κατά βάση, μια αντικειμενική μέθοδο.

 

32     Περαιτέρω, το άρθρο 5, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/25 χαρακτηρίζει, κατ’ αρχήν, ως δίκαιη τιμή την ανώτερη τιμή που κατέβαλε για τους ίδιους τίτλους ο προσφέρων, ή τα πρόσωπα που ενεργούν σε συνεννόηση με αυτόν, επί μία περίοδο της οποίας η διάρκεια καθορίζεται από τα κράτη μέλη αλλά δεν μπορεί να είναι μικρότερη των έξι μηνών και μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών πριν από την προσφορά που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής [πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιουλίου 2017, Marco Tronchetti Provera κ.λπ., C‑206/16, EU:C:2017:572, σκέψη 30, και της 10ης Δεκεμβρίου 2020, Euromin Holdings (Cyprus), C‑735/19, EU:C:2020:1014, σκέψη 44].

 

33     Η κατ’ αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενη δίκαιη τιμή τεκμαίρεται ότι αποτελεί επίσης εύλογη τιμή κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/25 σχετικά με την υποχρεωτική αποχώρηση των κατόχων των μετοχών, στο οποίο παραπέμπει επίσης το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας σχετικά με την υποχρεωτική εξαγορά μετοχών.

 

34     Παρά ταύτα, το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/25 προβλέπει ότι, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι αρχές του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτούν τις κατά το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας εποπτικές αρχές τους να προσαρμόζουν την τιμή που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας υπό δεδομένες συνθήκες και με κριτήρια που προσδιορίζονται σαφώς. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη μπορούν, αφενός, να καταρτίζουν πίνακα των περιπτώσεων στις οποίες η ως άνω τιμή δύναται να προσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω και, αφετέρου, να καθορίζουν τα εφαρμοστέα κριτήρια στις περιπτώσεις που απαριθμούνται ενδεικτικά στο δεύτερο εδάφιο [πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιουλίου 2017, Marco Tronchetti Provera κ.λπ., C‑206/16, EU:C:2017:572, σκέψη 31, και της 10ης Δεκεμβρίου 2020, Euromin Holdings (Cyprus), C‑735/19, EU:C:2020:1014, σκέψη 45].

 

35     Η οδηγία 2004/25 αναγνωρίζει, επομένως, ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, η τιμή εξαγοράς των τίτλων των μειοψηφούντων μετόχων εταιρίας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, η οποία προτείνεται στο πλαίσιο υποχρεωτικής δημόσιας προσφοράς εξαγοράς και υπολογίζεται βάσει της αντικειμενικής μεθόδου του άρθρου 5, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας, ενδέχεται να μην είναι «δίκαιη» ή «εύλογη» και να απαιτεί προσαρμογή.

 

36     Επομένως, η συνεκτίμηση του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15, παράγραφος 5, της οδηγίας 2004/25 συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας της διάταξης αυτής υπό την έννοια ότι το τεκμήριο που καθιερώνει μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να ανατραπεί.

 

37     Πράγματι, είναι δυνατόν περιστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν, σύμφωνα με την ευχέρεια που παρέχει στα κράτη μέλη το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, την προσαρμογή από τις εποπτικές αρχές τους, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, της τιμής μιας υποχρεωτικής δημόσιας προσφοράς εξαγοράς να μην περιήλθαν σε γνώση των εν λόγω αρχών προς τον σκοπό της πραγματοποίησης μιας τέτοιας προσαρμογής ή να ανέκυψαν μόνο μετά το κλείσιμο της εν λόγω προσφοράς, όταν η προσαρμογή αυτή δεν είναι πλέον δυνατή.

 

38     Επιπλέον, αν ένα κράτος μέλος δεν κάνει χρήση της ευχέρειας αυτής, δεν θα είναι δυνατή η προσαρμογή της τιμής που προτείνεται στο πλαίσιο υποχρεωτικής δημόσιας προσφοράς εξαγοράς, ακόμη και αν συντρέχουν περιστάσεις, όπως οι προβλεπόμενες στην εν λόγω διάταξη, οι οποίες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την προσαρμογή της τιμής αυτής. Σε μια τέτοια περίπτωση, μόνον η ανατροπή του τεκμηρίου του άρθρου 15, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/25 είναι ικανή να διασφαλίσει ότι, στο πλαίσιο υποχρεωτικής αποχώρησης των κατόχων τίτλων ή υποχρεωτικής εξαγοράς τίτλων, η τιμή της προσφοράς είναι «δίκαιη», όπως ορίζεται στα άρθρα 15 και 16 της οδηγίας αυτής.

 

39     Επιπλέον, θα ήταν παράδοξο να γίνει δεκτό ότι, ενώ η οδηγία 2004/25 αναγνωρίζει τη δυνατότητα προσαρμογής της τιμής που προτείνεται στο πλαίσιο υποχρεωτικής δημόσιας προσφοράς εξαγοράς, προσφορά την οποία κάθε μέτοχος μπορεί, εν τέλει, να αποφασίσει να μην αποδεχθεί, όταν ο μέτοχος υποχρεούται να πωλήσει τις μετοχές του σε περίπτωση υποχρεωτικής αποχώρησης των κατόχων τίτλων ή όταν ο πλειοψηφών μέτοχος υποχρεούται να εξαγοράσει μετοχές στο πλαίσιο υποχρεωτικής εξαγοράς, δεν υφίσταται καμία δυνατότητα προσαρμογής της τιμής αγοράς διά της ανατροπής του τεκμηρίου του άρθρου 15, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής.

 

40     Η συνεκτίμηση του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η οδηγία 2004/25 συνηγορεί και αυτή υπέρ του μαχητού χαρακτήρα του εν λόγω τεκμηρίου.

 

……………………………………………………………………………………………

 

43     Θα ήταν, όμως, αντίθετο προς τον σκοπό της προστασίας των κατόχων τίτλων να γίνει δεκτό ότι οι κάτοχοι αυτοί μπορούν, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής αποχώρησής τους, να υποχρεωθούν να πωλήσουν τους τίτλους τους στο πρόσωπο το οποίο απέκτησε τον έλεγχο της οικείας εταιρίας στην τιμή που προτάθηκε με υποχρεωτική δημόσια προσφορά εξαγοράς, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν τον εύλογο χαρακτήρα της τιμής αυτής, τούτο δε μολονότι η οδηγία 2004/25 δέχεται, στο άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, η προσαρμογή της τιμής αυτής μπορεί να είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του εύλογου ή δίκαιου χαρακτήρα της.

 

……………………………………………………………………………………………

 

46     Όταν κράτος μέλος έχει κάνει χρήση της εν λόγω ευχέρειας και έχει καθορίσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να προσαρμοστεί η τιμή μιας υποχρεωτικής δημόσιας προσφοράς εξαγοράς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι περιστάσεις αυτές, εφόσον αποδειχθεί ότι συντρέχουν, μπορούν να δικαιολογήσουν την ανατροπή του τεκμηρίου του άρθρου 15, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/25, υπό την προϋπόθεση ότι δεν περιήλθαν σε γνώση της εποπτικής αρχής του εν λόγω κράτους μέλους ή ότι ανέκυψαν μετά το κλείσιμο της εν λόγω προσφοράς, όταν η προσαρμογή αυτή δεν είναι πλέον δυνατή.

 

47     Εξάλλου, σε περίπτωση που το οικείο κράτος μέλος δεν έχει κάνει χρήση της ευχέρειας που του παρέχει το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/25, διαπιστώνεται ότι τα παραδείγματα των περιστάσεων που μπορούν να δικαιολογήσουν την προσαρμογή της τιμής μιας υποχρεωτικής δημόσιας προσφοράς εξαγοράς, καθώς και τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται υπό τέτοιες περιστάσεις, μπορούν επίσης να δικαιολογήσουν την ανατροπή του τεκμηρίου του άρθρου 15, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας.»

 

(Οι υπογραμμίσεις έγιναν από το Εφετείο)

 

Στη βάση των πιο πάνω παρατιθέμενων, καθώς και άλλων αναφορών ή σκέψεων, το ΔΕΕ κατέληξε ως ακολούθως:

 

«Το άρθρο 15, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς,

 

έχει την έννοια ότι:

 

το τεκμήριο που καθιερώνει η διάταξη αυτή, σύμφωνα με το οποίο το αντάλλαγμα υποχρεωτικής δημόσιας προσφοράς εξαγοράς των τίτλων εταιρίας είναι εύλογο, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί μαχητό τεκμήριο δυνάμενο να ανατραπεί υπό περιστάσεις όπως οι προβλεπόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας ή οι οριζόμενες από το οικείο κράτος μέλος κατ’ εφαρμογήν της τελευταίας αυτής διάταξης, εφόσον οι συγκεκριμένες περιστάσεις δεν περιήλθαν σε γνώση της εποπτικής αρχής του εν λόγω κράτους μέλους προς τον σκοπό της προσαρμογής της τιμής της προηγηθείσας υποχρεωτικής δημόσιας προσφοράς εξαγοράς ή ανέκυψαν μόνο μετά το κλείσιμο της εν λόγω προσφοράς, όταν η προσαρμογή αυτή δεν είναι πλέον δυνατή.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Συνακόλουθα των πιο πάνω νομολογηθέντων, στη βάση των στοιχείων που συνθέτουν τη «δίκαιη τιμή», είναι σαφές ότι το τεκμήριο που δημιουργείται, από τη διάταξη του Άρθρου 15, παράγραφος 5 της Οδηγίας 2004/25/ΕΚ, το οποίο είναι συνυφασμένο με τις περιστάσεις που προβλέπονται στο Άρθρο 5, παράγραφο 4, δεύτερο εδάφιο της ίδιας Οδηγίας ή από τις οριζόμενες από το οικείο κράτος μέλος, κατ’ εφαρμογήν αυτής της διάταξης,  είναι μαχητό.  Συνεπώς, κάποιος μειοψηφούντας μέτοχος, είναι επιτρεπτό να προσφύγει στο εθνικό Δικαστήριο και να αμφισβητήσει την προσφερόμενη τιμή εξαγοράς των μετοχών του, ως μη δίκαιη τιμή και να αποδείξει την οποιαδήποτε μεγαλύτερη αξία της στη βάση, όμως, προϋποθέσεων, ως αυτές καθορίστηκαν στην προειρημένη απόφαση.  Άλλωστε, ο απόλυτος προσδιορισμός της «δίκαιης τιμής» χωρίς δικαίωμα προσφυγής σε εθνικό Δικαστήριο δεν θα ήταν συμβατός με την πρόνοια του Άρθρου 4, παράγραφος 6 της Οδηγίας 2004/25/ΕΚ (ανωτέρω), όπου δεν θίγεται η εξουσία «των κρατών μελών να ορίζουν τις δικαστικές αρχές ή άλλες αρχές που είναι υπεύθυνες να επιλύσουν τις διαφορές…» κάτι με το οποίο, προφανώς, συνάδει και η πρόνοια του Άρθρου 36(7) του Ν. 41(Ι)/2007.  Ως εκ τούτου, καμία εσφαλμένη ερμηνεία του Άρθρου 36(7) του Ν. 41(Ι)/2007 υπήρξε εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναφορικά με την εξουσία του για εξέταση του επίδικου θέματος το οποίο τέθηκε ενώπιον του.  Το πλαίσιο εξέτασης, βέβαια, είναι διαφορετικό ζήτημα, για το οποίο θα επανέλθουμε στη συνέχεια.  Καμία παρερμηνεία, επίσης, υπήρξε, ως κρίνουμε, ως προς την έννοια της «εύλογης τιμής» ή «δίκαιης τιμής».  Υπενθυμίζουμε ότι στην υπόθεση ΥΟ (ανωτέρω) κρίθηκε ότι οι δύο έννοιες, «εύλογη τιμή» και «δίκαιη τιμή», είναι συνώνυμες και η διαφορά οφείλεται στις γλωσσικές αποδόσεις.

 

Κατ’ επέκταση των αμέσως προλεχθέντων, οι λόγοι έφεσης αρ. 1 – 4 κρίνονται αβάσιμοι.

 

Όσον αφορά στους λόγους έφεσης αρ. 5, 6 και 7, αυτοί, σχετίζονται με το καθοριστικό πρωτόδικο εύρημα – συμπέρασμα ότι υπήρξε υπεραξία στη μετοχή της ΜΑΙ, γεγονός που κρίθηκε πρωτοδίκως ικανό να αποδείξει ότι αφενός η προσφερθείσα τιμή δεν ήταν δίκαιη, και αφετέρου, ότι αν ίσχυε τεκμήριο περί της «δίκαιης τιμής», αυτό ανατράπηκε.

 

Με δεδομένα τα νομολογηθέντα στην υπόθεση ΥΟ (ανωτέρω) οφείλουμε, κατ’ αρχάς, να υπενθυμίσουμε και τα λεχθέντα στην υπόθεση Sigma Ratio T.V. Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2015) 3 Α.Α.Δ. 111, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«Μια Οδηγία, κατά το Άρθρο 288 εδάφιο 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην Άρθρο 249 εδάφιο 3), δεσμεύει το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά δεν έχει άμεση ισχύ, αφήνοντας την επιλογή του τύπου και των μέσων επίτευξης του αποτελέσματος στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

 

Εν προκειμένω, η Κύπρος εφάρμοσε την Οδηγία με τη θέσπιση του Νόμου. Η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου που διαπνέει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, εκφράζεται στην περίπτωση των Οδηγιών, με την αναγνώριση υποχρέωσης των εθνικών δικαστηρίων για ερμηνεία του εθνικού νόμου, κατά τρόπο που να συνάδει με την Οδηγία η οποία αφορά το αντίστοιχο αντικείμενο, ακόμα και στην περίπτωση που ο εθνικός νόμος προϋπήρχε της Οδηγίας, όπως ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Marleasing SA v. La Comercial International de Alimentacion SA (Case C-106/89) [1990] ECRI - 4135, όπου αναγνωρίστηκε με σαφήνεια τέτοια υποχρέωση*.»

 

Συνεπώς, η νομολογία μας, ως διαχρονικά διατυπώνεται, υπαγορεύει εναρμόνιση των δικαστικών αποφάσεων με το κοινοτικό δίκαιο και τη νομολογία του ΔΕΕ. 

 

Στην υπόθεση C-735/19, Euromin Holdings (Cyprus) Limited και Finansu un kapitala tirgus komisija, ημερομηνίας 10 Δεκεμβρίου, 2020, (και αυτή εκδοθείσα μεταγενέστερα της εκκαλούμενης απόφασης) όπου προδικαστικό ερώτημα σχετιζόταν με δημόσια προσφορά εξαγοράς και προστασία των μειοψηφούντων μετόχων, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2004/25/ΕΚ, το ΔΕΕ αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, ότι:

 

«1)   Το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει τρεις μεθόδους για τον καθορισμό της δίκαιης τιμής στην οποία ο προσφέρων πρέπει να εξαγοράσει τις μετοχές μιας εταιρίας, μία εκ των οποίων είναι η μέθοδος που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, η οποία επιβάλλει να λαμβάνεται πάντοτε υπόψη η μέθοδος εκείνη που καταλήγει στην υψηλότερη τιμή, υπό την προϋπόθεση ότι οι άλλες μέθοδοι καθορισμού της δίκαιης τιμής, πλην εκείνης που προκύπτει από το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής, εφαρμόζονται από την εποπτική αρχή τηρουμένων των γενικών αρχών που τίθενται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, καθώς και υπό συνθήκες και με κριτήρια που προσδιορίζονται από σαφές, συγκεκριμένο και διαφανές νομικό πλαίσιο.

 

2)      Το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/25 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι, για τους σκοπούς μιας ΔΠΕ, η αξία της μετοχής υπολογίζεται διαιρώντας τα καθαρά στοιχεία του ενεργητικού της υπό εξαγορά εταιρίας, συμπεριλαμβανομένων των μη ελεγχουσών –μειοψηφικών– συμμετοχών, με τον αριθμό των εκδοθεισών μετοχών, εκτός αν πρόκειται για μέθοδο καθορισμού της τιμής της μετοχής η οποία βασίζεται σε αντικειμενικό κριτήριο εκτιμήσεως χρησιμοποιούμενο γενικώς στη χρηματοοικονομική ανάλυση και η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως «σαφώς προσδιοριζόμενη», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Ερχόμενοι, στα γεγονότα της ενώπιον μας υπόθεσης, καθίσταται αντιληπτό ότι, δεδομένων όλων των προλεγόμενων και, ειδικότερα, λόγω της επικύρωσης της πρωτόδικης κατάληξης, αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων – εμπειρογνωμόνων, η ενασχόληση μας με την εφαρμογή των όσων επικαλούνται οι εφεσείοντες, βασιζόμενοι στις υποθέσεις Euromin και YO (ανωτέρω), για τη «δίκαιη τιμή» και την ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου, θα περιορισθεί στο κατά πόσον ήταν ορθό το πρωτόδικο εύρημα - συμπέρασμα ότι η απόδειξη υπεραξίας (λόγω του goodwill) της μετοχής της ΜΑΙ ήταν ικανό στοιχείο για ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου που προνοείται στο Άρθρο 5, παράγραφος 4 , δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας.  

 

Είναι, κατ’ αρχάς, δεδομένο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει εξουσιοδοτήσει την Εποπτική Αρχή – Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς – όπως άλλωστε αναγνωρίζουν και οι εφεσείοντες -, για προσαρμογή της τιμής που προνοείται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του Άρθρου 5 της Οδηγίας, ούτε έχουν καταρτιστεί οποιοιδήποτε πίνακες των περιπτώσεων στις οποίες η ανώτερη τιμή δύναται να προσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω, ως προνοείται στην εν λόγω διάταξη της Οδηγίας.  Επομένως το goodwill δεν προσδιορίστηκε, μέσα από τέτοια διαδικασία ως αντικειμενικό κριτήριο εκτίμησης ή αξιολόγησης.  Παράλληλα, είναι αναγκαίο, υπό τις περιστάσεις αυτές, να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσον τo goodwill αποτελεί υποκειμενικό κριτήριο ή αντικειμενικό κριτήριο αξιολόγησης χρησιμοποιούμενου σε χρηματοοικονομικές αναλύσεις.

 

Στην αγγλική νομολογία, στην υπόθεση (1) Primus International Holding Company, (2) Primus International Inc., (3) Primus International Cayman Co and (1) Triumph Controls – UK Limited, (2) Triumph Group Acquisition Corporation [2020] EWCA Civ 1228, υιοθετείται απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, σελ. 807, το οποίο έχει ως ακολούθως:

 

“The goodwill of a business is the whole advantage of the reputation and connection formed with customers together with the circumstances, whether of habit or otherwise, which tend to make that connection permanent.  It represents in connection with any business or business product the value of the attraction to customers which the name and reputation possesses.”

 

Στην υπόθεση Greenbank Holidays Limited and The Commissioners for Her Majesty’s Revenue and Customs [2011] UKUT 155 (TCC) αναφέρθηκαν, σχετικά με το Goodwill, τα ακόλουθα:

 

“It is clear from these that goodwill consists of purchased goodwill and internally generated goodwill.  The only difference between them is that purchased goodwill is capitalised in the balance sheet, whereas internally generated goodwill is not.  As is common ground, the rationale for this is that purchased goodwill has an objective measure of its value, namely the surplus of the purchase price which a purchaser has agreed to pay for the business over the identifiable net assets of that business, whereas the valuation of internally generated goodwill by a company is subjective.”

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Προκύπτει ότι εφόσον το goodwill αντιπροσωπεύει τη φήμη, το καλό όνομα και τις διασυνδέσεις μιας επιχείρησης στην αγορά (με αρκετά στοιχεία αβεβαιότητας στην αποτίμηση του), σαφώς αποτελεί υποκειμενικό κριτήριο και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις – μεθόδους καθορισμού της «δίκαιης τιμής» που προσφέρεται για τις μετοχές που ανήκουν σε μειοψηφούντες μετόχους.

 

Έχοντας υπόψη τα νομολογηθέντα στις προειρημένες υποθέσεις του ΔΕΕ, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η εφαρμογή και ερμηνεία του Άρθρου 36(7) του Ν. 14(Ι)/2007 θα πρέπει να διενεργείται υπό το φως των λεχθέντων στις υποθέσεις C-735/2019 και ΥΟ (ανωτέρω).  

 

Με τον λόγο έφεσης αρ. 7, ειδικότερα, οι εφεσείοντες θεωρούν λανθασμένο το πρωτόδικο εύρημα – συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο της δημόσιας πρότασης η ΜΑΙ είχε υπεραξία η οποία έπρεπε να προστεθεί στην τιμή των €0,84, την οποία, όμως, δεν μπορούσε να αποτιμήσει είτε από μόνο του είτε από τη μαρτυρία που δόθηκε από τους εφεσίβλητους.  Εισηγούνται, οι συνήγοροι των εφεσειόντων, πως από τη στιγμή που καμία αξιόπιστη μαρτυρία παρουσιάστηκε από πλευράς των εφεσίβλητων, η οποία να καταλήγει σε συγκεκριμένη τιμή άλλη από τα €0,84, το ζήτημα έληξε εκεί και το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορούσε από μόνο του να εξάξει οποιαδήποτε άλλα συμπεράσματα.

 

Έχουμε αξιολογήσει τις θέσεις των εφεσειόντων.  Έχουμε ήδη, επίσης, επισημάνει την απουσία χρήσης από την Κυπριακή Δημοκρατία των προνοιών του Άρθρου 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο.  Παραμένει, μόνο, πλέον, το ερώτημα αν το υπό συζήτηση εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η «δίκαιη τιμή» θα έπρεπε να ήταν ψηλότερη από την προσφερθείσα,  ήταν ορθό.  Στη σελίδα 44 της εκκαλούμενης απόφασης, όντως το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη σχετική θέση των εφεσειόντων και αναφέρει ότι «Αναμφίβολα η MAI είχε υπεραξία κατά το 2011 που δεν λήφθηκε υπόψη στην προτεινόμενη αντιπαροχή, όμως το Δικαστήριο αδυνατεί να την προσδιορίσει.».  Εξηγεί, επίσης, στη συνέχεια τα εξής:

 

«Δεν είναι οξύμωρο ότι το Δικαστήριο χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την υπεραξία της MAI κατά το χρόνο της Δημόσιας Πρότασης, μπορεί με βεβαιότητα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι αυτή δεν λήφθηκε υπόψη και να προστεθεί στην αξία της μετοχής όπως προέκυπτε από τη διαίρεση του ενεργητικού της Εταιρείας με τις μετοχές της, καθιστούσε την προτεινόμενη τιμή μη δίκαια.  Και τούτο αφού οι περιστάσεις της MAI οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η αξία της φήμης και πελατείας της δεν ήταν αμελητέα, αλλά είχε ουσιαστική επίδραση στην αξία της Εταιρείας και κατ’ επέκταση της αξίας της μετοχής της.»

 

Περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο τοποθετήθηκε και ως προς τη θέση των εφεσειόντων, σ’ ότι αφορά το Άρθρο 15, παράγραφος 5, της Οδηγίας, ως ακολούθως:

 

«Οι δικηγόροι των Εναγομένων παραπέμπουν στην τελευταία υποπαράγραφο της παρ. (5) του άρθρου 15 της Οδηγίας όπου αναφέρεται ότι «Στο πλαίσιο υποχρεωτικής προσφοράς, το αντάλλαγμα της προσφοράς τεκμαίρεται εύλογο».  Εισηγούνται ότι εφόσον ο Νόμος θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της νομοθεσίας μας με την Οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς, η  Οδηγία, ο Νόμος θα πρέπει να ερμηνευτεί έτσι ώστε η ερμηνεία που θα δίδεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η Οδηγία.

 

Ο Νόμος δεν προνοεί τέτοιο τεκμήριο, όμως εάν θα έπρεπε να ερμηνευτεί ότι το εγείρει ή πρέπει να εφαρμόζεται σε υποθέσεις που διέπονται από τις διατάξεις του, το Δικαστήριο βρίσκει πως αυτό έχει ανατραπεί. 

 

Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η MAI είχε υπεραξία που δεν ήταν περιθωριακής σημασίας.  Χωρίς να μπορεί το Δικαστήριο να την προσδιορίσει μπορεί να αποφανθεί ότι εφόσον στην τιμή που πρότειναν οι Προτείνοντες δεν λήφθηκε υπόψη η υπεραξία αυτή, αυτό κατέστησε την τιμή όχι δίκαια.

 

Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η προσφερθείσα τιμή των €0,84 δεν ήταν δίκαιη και πως η δίκαιη τιμή θα έπρεπε να ήταν ψηλότερη.»

 

Θεωρούμε ότι, δεδομένων των λεχθέντων στην υπόθεση ΥΟ (ανωτέρω), η θέση των εφεσειόντων για εφαρμοστέα κριτήρια ή άλλα αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης χρησιμοποιούμενων σε χρηματοοικονομικές αναλύσεις, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή.   Το goodwill, είναι, ως έχουμε προαναφέρει, υποκειμενικό στοιχείο και όχι αντικειμενικό.  Δεν είναι, συνεπώς, στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς καθορισμού της «δίκαιης τιμής», ως αυτή θα πρέπει να καθορίζεται δυνάμει των αυστηρών προϋποθέσεων, ως έχει νομολογηθεί με τις δύο τελευταίες αποφάσεις του ΔΕΕ, κυρίως από την ΥΟ.  Συνεπώς, η ύπαρξη υπεραξίας, στη βάση του goodwill, ως κριτηρίου, δεν θα έπρεπε να οδηγήσει στο πρωτόδικο εύρημα ότι η προτεινόμενη τιμή δεν ήταν δίκαιη ή ότι ανατράπηκε το υπό συζήτηση τεκμήριο.  Το goodwill δεν περιλαμβάνεται σε καμία από τις περιστάσεις που προβλέπονται στο Άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο της Οδηγίας και, βέβαια, ούτε ορίστηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της Εποπτικής Αρχής, ως κριτήριο της «δίκαιης τιμής», κατ’ εφαρμογή της τελευταίας διάταξης.

 

Ασκώντας τις εξουσίες που παρέχονται στο Εφετείο δυνάμει του Άρθρου 25(3) του Ν. 14/1960 και του Μέρους 41.12(1) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, προχωρούμε στην εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων.

 

Υπό το φως των προαναφερόμενων, η απαίτηση των εφεσίβλητων (στην 421/2019) δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί επιτυχής, αφού αυτοί δεν ανέτρεψαν το μαχητό τεκμήριο του Άρθρου 5 παράγραφος 4 της Οδηγίας 2004/25/ΕΚ.  Κατ’ επέκταση, η αγωγή τους θα έπρεπε να απορριφθεί.

 

Συνακόλουθα, οι λόγοι έφεσης αρ. 5, 6 και 7 κρίνονται βάσιμοι.

 

Σ’ ότι αφορά στον λόγο έφεσης αρ. 8, θεωρούμε ότι οι αιτιάσεις που αναπτύσσονται δεν είναι αναγκαίο να απαντηθούν, δεδομένης της μη βασιμότητας των ήδη εξετασθέντων λόγων της έφεσης 391/2019, αλλά, και των όσων προέκυψαν από την εξέταση των λόγων έφεσης αρ. 5 έως 7 στην έφεση 421/2019,.

 

Ως εκ τούτου, ο λόγος έφεσης αρ. 8, υπό τις περιστάσεις, κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον λόγο έφεσης αρ. 11 οι εφεσείοντες 1, 2 και 3 παραπονούνται επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι επιδίκασε μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις, επιδίκασε έξοδα προς όφελος των εφεσίβλητων στην κλίμακα €100.000,00 - €500.000,00.   Κρίνουμε ότι, ενόψει της επιτυχίας των λόγων έφεσης 5 – 7, έπεται πως προκύπτει βασιμότητα στον παρόντα λόγο έφεσης.  Οι εφεσείοντες 1, 2 και 3, δικαιούνται στα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας. (Σημειωτέον ότι οι εφεσείοντες 4 έως 9, στην έφεση 421/2019, δεν διεκδίκησαν, με λόγο έφεσης, την επιδίκαση εξόδων προς όφελος τους.)

 

Στη βάση των όσων έχουμε διατυπώσει για τους εξετασθέντες ήδη λόγους έφεσης στην έφεση 391/2019, ο λόγος έφεσης αρ. 12 κρίνεται αβάσιμος, λόγω των περιστάσεων, ως έχουν εξελιχθεί και δια της απόρριψης των λόγων έφεσης αρ. 1 – 4 της παρούσας έφεσης.  Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αγωγή δεν ηγέρθηκε κακόπιστα, είναι ορθό.

 

Η ανταπαίτηση του εφεσείοντα 3, απορρίφθηκε, πρωτοδίκως, και ο τελευταίος διεκδικεί, με τον λόγο έφεσης αρ. 13, την ανατροπή της σχετικής, πρωτόδικης, απόφασης ζητώντας, μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων του, την επιδίκαση, προς όφελος του, ποσού €60.572,50, ως έξοδα εμπειρογνωμόνων, μελέτης και παρουσίας τους στο πρωτόδικο Δικαστήριο κατά τη δίκη (είτε ως μάρτυρες είτε κατά τη μαρτυρία μαρτύρων των αντίδικων του).  Προκειμένου αυτός να υπερασπισθεί εαυτόν, υποβλήθηκε, ως ισχυρίζεται, σε έξοδα.  Διαπιστώνουμε, αρχικά, ότι δικογραφικά το ύψος της ανταπαίτησης είναι για €18.000,00.  Συνεπώς, η εισήγηση των συνηγόρων του εφεσείοντα 3 για το ποσό των €60.572,50 παρουσιάζει δικονομική δυσκολία και ανυπέρβλητο εμπόδιο, σ’ ότι αφορά στο ύψος του διεκδικούμενου ποσού. Επιπλέον, διαφαίνεται ότι σ’ αυτό το ποσό περιλαμβάνονται ποσά χωρίς διαχωρισμό και επί θεμάτων για τα οποία ούτως ή άλλως, ως υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως είναι η παρουσία εμπειρογνωμόνων κατά τη δίκη, δεν προνοείται επιδίκαση εξόδων άλλη από αυτή που προβλέπουν οι σχετικοί κανονισμοί περί εξόδων.  Επιπρόσθετα, δεν υπήρξε μαρτυρία ότι ολόκληρο το αξιούμενο ποσό των €60.572,50 αφορούσε μόνο την υπεράσπιση του εφεσείοντα 3.   Τα Τεκμήρια 49 και 50, τα οποία επικαλούνται οι συνήγοροι του εφεσείοντα 3, δεν αποδεικνύουν το ύψος της αμοιβής.  Ό,τι απομένει είναι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 64 – τρία τιμολόγια – το οποίο προσκομίστηκε από τον ΜΥ2 (ο οποίος δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου), ύψους €18.500,00.  Κρίνουμε, στη βάση των προλεγόμενων, ότι μόνο ποσό των €9.000,00, θα ήταν  δίκαιο να επιδικαστεί προς όφελος του εφεσείοντα 3, πλέον Φ.Π.Α., στη βάση του ότι αυτός πέτυχε στη κύρια γραμμή της υπεράσπισης του, που ήταν ότι η «δίκαιη τιμή» για την αξία της επίμαχης μετοχής ήταν αυτή που οι εφεσείοντες πρότειναν στους εφεσίβλητους και αδίκως υποβλήθηκε σε συμβουλευτικά έξοδα για να ετοιμάσει την υπεράσπιση του.  Η απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, της ανταπαίτησης βασίστηκε στη λογική της επιτυχίας της Απαίτησης, στοιχείο που ανατράπηκε. Ως προς το υπόλοιπο ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 64, ήτοι ακόμη €9.500,00, δεν καλύπτεται δικογραφικά καθ’ ότι στην ανταπαίτηση το υπόλοιπο ποσό ζητείται αφορά έξοδα προς τους Deloitte, ωστόσο, στο Τεκμήριο 30, που είναι η έκθεση τους, αναφέρεται ότι αυτή απευθύνεται στο διοικητικό συμβούλιο της ΜΑΙ, κατόπιν οδηγιών του, και όχι προσωπικά προς τον εφεσείοντα 3.

 

Κατ’ επέκταση, ο λόγος έφεσης αρ. 13 κρίνεται βάσιμος, στο βαθμό που έχει εξηγηθεί.

 

Εξέταση λόγων έφεσης αρ. 11, 17, 27 και 28 στην Έφεση 391/2019

 

Όσον αφορά στον λόγο έφεσης αρ. 11, ο οποίος σχετίζεται με την μη επιδίκαση ποσών προς όφελος των εφεσειόντων, για συμβουλευτικές υπηρεσίες, είναι σημαντικό, πρώτον, να σημειώσουμε την υπόδειξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως, εκτός από την αναφορά επί της έκθεσης απαίτησης τους, καμία μαρτυρία προσφέρθηκε για το ύψος των εν λόγω αξιώσεων.  Αναφέρεται, βέβαια, γενικά, στο περίγραμμα αγόρευσης των συνηγόρων των εφεσειόντων, ότι τέτοια μαρτυρία προκύπτει από τις «εκθέσεις και μελέτες» χωρίς, όμως, συγκεκριμένη υπόδειξη σε κάποιο από τα τεκμήρια.  Έχουμε ανατρέξει στο περιεχόμενο των εκθέσεων, Τεκμήρια 15 16, 30 και 62, ωστόσο, δεν αναφέρεται οτιδήποτε για τα έξοδα συμβούλων ή υπηρεσιών.  Κατά δεύτερο, όμως, και για πιο σημαντικό λόγο, σημειώνουμε το γεγονός της επιτυχίας των λόγων έφεσης αρ. 5, 6 και 7 (στην 421/2019), συνακόλουθα, λόγω της αποτυχίας των απαίτησης, ο υπό συζήτηση λόγος έφεσης δεν δύναται να επιτύχει.

 

Συνεπώς, ο λόγος έφεσης αρ. 11 στην έφεση 391/2019 κρίνεται αβάσιμος.

 

Ως προς τον λόγο έφεσης αρ. 17, θεωρούμε ότι αυτός απαντάται μέσα από τα όσα έχουμε ήδη αναφέρει, και τα οποία υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε, αναφορικά με τη βασιμότητα των λόγων έφεσης αρ. 5, 6 και 7 στην 421/2019.  Υπό αυτές τις περιστάσεις καθίσταται πρόδηλο ότι αυτός ο λόγος δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας.  Δεν κρίνεται αναγκαίο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο προς περαιτέρω αιτιολόγηση.

 

Συνεπώς, ο λόγος έφεσης αρ. 17 κρίνεται αβάσιμος.

 

Όσον αφορά στο παράπονο των εφεσειόντων, διατυπωμένο δια του λόγου έφεσης αρ. 27 (στην έφεση 391/2019), και δη ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα μείωσε την κλίμακα των εξόδων, το απορρίπτουμε.  Θεωρούμε ότι δεν χρειάζεται πλέον ιδιαίτερη ανάλυση.  Ενόψει της βασιμότητας των λόγων έφεσης αρ. 5, 6 και 7, στην έφεση 421/2019, τα όποια επιχειρήματα και θέσεις των εφεσειόντων είναι πλέον άνευ αντικειμένου.

 

Συνεπώς ο λόγος έφεσης αρ. 27 κρίνεται αβάσιμος.

 

Τέλος, το παράπονο των εφεσειόντων, σ’ ότι αφορά στον λόγο έφεσης αρ. 28, και το οποίο αντανακλάται στη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν επιδίκασε προς όφελος τους τιμωρητικές αποζημιώσεις, κρίνουμε χρήσιμο, αρχικά, να υποδείξουμε ότι η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων προσφέρεται υπό πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

 

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία (δέστε O’Dwyer v. Καραγιαννά κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 47/2015, ημερομηνίας 01.12.2023, (απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό την εφετειακή του δικαιοδοσία), «η επιδίκαση τιμωτηρικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει η επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος (Andrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1836). Τιμωρητικές αποζημιώσεις αποδίδονται για να δείξει το Δικαστήριο τον αποτροπιασμό του για τη συμπεριφορά του εναγόμενου έχοντας στόχο τόσο την τιμωρία όσο και τον παραδειγματισμό (Stassinos Investment and Finance Limited v. Γενικός Εισαγγελέας κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 142/2013, ημερ. 3/3/2020).».

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω νομολογηθέντα δεν θεωρούμε ότι υπήρχε υπόβαθρο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων.  Ανεξάρτητα από την απόρριψη της απαίτησης, ακόμη και στη βάση της πρωτόδικης κατάληξης, θεωρούμε ότι η  διάσταση απόψεων ή γνώμης ως προς την αξία της μετοχής, χωρίς τα πιο πάνω προαπαιτούμενα από τη νομολογία, δεν θα δικαιολογούσε τιμωρητικές αποζημιώσεις.  Συνεπώς, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, για απόρριψη της σχετικής αξίωσης ήταν υπό αυτή την έννοια ορθή.

 

Ωστόσο, η αποτυχία της απαίτησης δίδει καταλυτική απάντηση στα παράπονα των εφεσειόντων.

 

Συνακόλουθα, και ο λόγος έφεσης αρ. 28 κρίνεται αβάσιμος.

 

Ενόψει όλων των προλεγόμενων, η έφεση 391/2019, και εφ’ όσον ουδείς λόγος έφεσης, σ’ αυτήν, κρίθηκε βάσιμος, απορρίπτεται.

 

Περαιτέρω, ενόψει της βασιμότητας των λόγων έφεσης αρ. 5, 6, 7, 11 και 13 στην 421/2019, η εν λόγω έφεση επιτυγχάνει, μερικώς.  Ως εκ τούτου η αγωγή των εφεσειόντων στην έφεση 391/2019, απορρίπτεται και η απόφαση για ονομαστικές αποζημιώσεις ως και η διαταγή για τα έξοδα προς όφελος των εναγόντων – εφεσίβλητων στην έφεση 421/2019, παραμερίζονται.

 

Επιδικάζονται έξοδα στην αγωγή εναντίον των εφεσειόντων (στην έφεση 391/2019) και προς όφελος των εφεσίβλητων 1, 2 και 3 στην ίδια έφεση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από αρμόδιο Δικαστή.

 

Η διαταγή για απόρριψη της ανταπαίτησης, επίσης, παραμερίζεται.  Εκδίδεται απόφαση στην ανταπαίτηση, προς όφελος του εφεσείοντα 3 και εναντίον των εφεσίβλητων, στην έφεση 421/2019, για το ποσό των €9.000,00 πλέον Φ.Π.Α..  Καμία διαταγή για έξοδα στην ανταπαίτηση λόγω συνεκδίκασης της με την αγωγή αφορώσα σε ένα σχετικό με την υπεράσπιση θέμα και για ένα πολύ μικρό ποσό εν συγκρίσει με την απαίτηση.

 

Όσον αφορά στα έξοδα των εφέσεων, επιδικάζεται στην έφεση 391/2019 ποσό €8.100,00 προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων. 

 

Όσον αφορά στην έφεση 421/2019 επιδικάζεται ποσό €5.000,00 (μειωμένο λόγω της μερικής επιτυχίας) προς όφελος των εφεσειόντων  και εναντίον των εφεσίβλητων.

 

 

 

Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο