Λ. Π. v. Α. Φ. Π., Πολιτική Έφεση Αρ.: 85/25, 30/10/2026
print
Τίτλος:
Λ. Π. v. Α. Φ. Π., Πολιτική Έφεση Αρ.: 85/25, 30/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 85/25)

 

30 Οκτωβρίου 2026

                                                                                       

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

Λ. Π.

 

Εφεσείων

v.

 

Α. Φ. Π.

 

Εφεσίβλητης


--------------------

 

Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Γ. Τρίγγας για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι. Είχαν αρραβωνιαστεί τον Ιανουάριο του 1995 και τέλεσαν γάμο στις 11.6.95. Η διάσταση στη σχέση τους επήλθε τον Αύγουστο του 2012 και ο γάμος τους λύθηκε στις 17.2.15. Τα δύο παιδιά των διαδίκων γεννήθηκαν το 1995 και το 1999, αντίστοιχα. Με εναρκτήρια αίτηση και ανταπαίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, οι διάδικοι ήγειραν αξιώσεις για συμμετοχή του ενός στην αύξηση της περιουσίας του άλλου.

 

Συγκεκριμένα, ο Εφεσείων διεκδικούσε τη συνεισφορά του στην αύξηση της περιουσίας της Εφεσίβλητης αφενός σε ποσοστό 75% με 80% επί της συζυγικής κατοικίας στην Έγκωμη και επί χωραφιού στον Άγιο Θεόδωρο, στα οποία ακίνητα ήταν ήδη εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ανά ½ μερίδιο έκαστος, και αφετέρου το 1/3 της καθαρής αξίας εξοχικού στον Πρωταρά, εγγεγραμμένου στο όνομα της Εφεσίβλητης. Άλλα αιτήματα δεν είχαν προωθηθεί.

 

Η Εφεσίβλητη, με την ανταπαίτησή της, αξίωνε συνεισφορά ύψους 50% στην αύξηση της περιουσίας του Εφεσείοντος και συγκεκριμένα σε διαμέρισμα στην Αγλαντζιά που κατ’ ισχυρισμόν αγόρασε ο Εφεσείων, σε καταθέσεις, στο ποσό που έλαβε από το Ταμείο Προνοίας του, σε μετοχές και σε δύο αυτοκίνητα.

 

Κατά την ακρόαση, προς υποστήριξη της εναρκτήριας αίτησης, έδωσε μαρτυρία μόνο ο Εφεσείων. Για την Εφεσίβλητη έδωσαν μαρτυρία εκτός από την ίδια (Μ.Υ.1) και ο Σ. Ν., ανώτερος λειτουργός στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Καταναλωτών στο Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας (Μ.Υ.2). Κλητεύθηκε επίσης από τον Εφεσείοντα για αντεξέταση, πριν να κλείσει την υπόθεση της η άλλη πλευρά, δυνάμει του Άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ο Γ. Κ., διευθυντής της ιδιοκτήτριας εταιρείας διαμερισμάτων στην Αγλαντζιά στην πολυκατοικία για την οποία υπήρχε ισχυρισμός εκ μέρους της Εφεσίβλητης ότι ο Εφεσείων αγόρασε διαμέρισμα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όσον αφορά την εξοχική κατοικία στον Πρωταρά, απεφάνθη ότι ο Εφεσείων δικαιούτο τη συνεισφορά του 1/3 με βάση το τεκμήριο του Άρθρου 14(2) του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Ν.232/91 και εξέδωσε στην αίτηση απόφαση για το ποσό των €15.365,91 πλέον νόμιμο τόκο από 16.2.18, ημερομηνία καταχώρισης της εναρκτήριας αίτησης, υπέρ του Εφεσείοντος και εναντίον της Εφεσίβλητης. Ως προς τη συζυγική κατοικία και το χωράφι, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι παρόλο που ο Εφεσείων απέδειξε ότι επήλθε ουσιώδης αύξηση της περιουσίας της Εφεσίβλητης, η μαρτυρία του δεν ήταν επαρκής ή προσδιοριστική του κατά πόσο η συνεισφορά του αφορούσε σε ποσοστό μεγαλύτερο του ½ που εν πάση περιπτώσει ο ίδιος κατείχε και απέρριψε τις εν λόγω αιτούμενες θεραπείες. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την ανταπαίτηση της Εφεσίβλητης, κρίνοντας ότι αυτή δεν προωθήθηκε, ούτε με μαρτυρία, αλλά ούτε και με την αγόρευση της.

 

Ο Εφεσείων καταχώρισε την υπό κρίση έφεση, με την οποία προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με τέσσερεις λόγους έφεσης. Συγκεκριμένα, παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: θεώρησε ότι δεν αποδείχθηκε συνεισφορά του ιδίου πέραν του ½ σε σχέση με τα τρία επίδικα ακίνητα και εσφαλμένα δεν εξέδωσε απόφαση υπέρ του σε σχέση με αυτή τη συνεισφορά (πρώτος λόγος), παρέλειψε να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής των δανείων και εσφαλμένα παρέλειψε να προβεί σε εύρημα ως προς τη συνεισφορά του ως προς αυτό το θέμα (δεύτερος λόγος), παρέλειψε να προβεί σε ευρήματα ως προς την προέλευση των χρημάτων για την απόκτηση της επίδικης περιουσίας και εσφαλμένα παρέλειψε να αποδεχτεί τη θέση του ως προς τη συνεισφορά του σε σχέση με την απόκτηση των ακινήτων, πέραν των ποσών που πληρώθηκαν με δάνειο (τρίτος λόγος), ενώ αποδέχτηκε ότι κατά τη διάσταση η Εφεσίβλητη διατηρούσε καταθέσεις ύψους €27.800, εσφαλμένα παρέλειψε να αποδώσει στον ίδιο τη συνεισφορά του σε σχέση με αυτές, είτε ανάλογη με τα εισοδήματα των διαδίκων, είτε στη βάση του τεκμηρίου του 1/3 (τέταρτος λόγος). Σημειώνεται ότι εν τέλει, με το περίγραμμα αγόρευσης του ο Εφεσείων δήλωσε ότι δεν θα προωθήσει την έφεση του σε σχέση με το εξοχικό στον Πρωταρά.

 

Η Εφεσίβλητη, από την πλευρά της, καταχώρισε αντέφεση με τέσσερεις λόγους αντέφεσης, με τους οποίους παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο: εσφαλμένα κατέληξε σε ευρήματα και ή συμπεράσματα ότι η ανταπαίτηση της δεν προωθήθηκε ούτε δια της μαρτυρίας, ούτε δια της αγόρευσης της. Επίσης λανθασμένα και ή εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των Σ. Ν. (Μ.Υ.2) και Γ. Κ. (πρώτος λόγος), έσφαλε ως προς το εύρημα ότι ο Εφεσείων δικαιούτο το ποσό των €15.365,91 πλέον νόμιμο τόκο από 16.2.18, ημερομηνία καταχώρισης της εναρκτήριας αίτησης (δεύτερος λόγος), εσφαλμένα δεν προέβη σε εύρημα ότι η Εφεσίβλητη κατέβαλε στον Εφεσείοντα το ποσό των €4.000 υπό μορφή δανείου, είτε αυτό χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του διαμερίσματος στην Αγλαντζιά από τον Εφεσείοντα, είτε για άλλο σκοπό, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε (τρίτος λόγος), λανθασμένα ερμήνευσε και ή επεξήγησε ότι το Τεκμήριο 69, κατάσταση λογαριασμού με αρ. [  ] για ποσό Λ.Κ.6.000, είχε αρνητικό πρόσημο (τέταρτος λόγος).

 

Η υπό κρίση υπόθεση εδράζεται στο Άρθρο 14 του Ν.232/91, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο καθορίζει τις προϋποθέσεις αξίωσης της συμμετοχής σε περιουσία, ως εξής:

 

«14.-(1) Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

(2) Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.

(3) Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν:

(α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή, άλλη χαριστική αιτία·

(β) με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αναφερόμενες στην παράγραφο (α) αιτίες.»

 

Στη θεμελιακή υπόθεση επί του θέματος Ορφανίδης v. Ορφανίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 179, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«(β) Αντικείμενο του διαμοιρασμού δεν είναι, όπως στο Αγγλικό δίκαιο, το περιουσιακό στοιχείο αφ' εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας εκάτερου των συζύγων μετά το γάμο. Επομένως, αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της.

(γ) Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρου 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκαιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκτασή της ίσο με το ένα τρίτο.

………………………………………………………………………..

Το πρώτο που πρέπει να τυγχάνει εξακρίβωσης είναι η αύξηση της περιουσίας του συζύγου ώστε να διαπιστωθεί το αντικείμενο του πιθανού διαμοιρασμού…... Το δεύτερο θέμα που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο έτερος των συζύγων συνεισέφερε στην αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, και το τρίτο, ο καθορισμός του ύψους της συνεισφοράς. Εάν η μαρτυρία δεν είναι καταληκτική, ως προς την έκταση της συνεισφοράς, υπεισέρχεται το τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 14(2) του νόμου.

…………………………………………………………………………

Η αύξηση, η οποία υπόκειται σε διανομή, δεν είναι η αξία των περιουσιακών στοιχείων του ιδιοκτήτη συζύγου, αλλά η καθαρή αξία της περιουσίας του η οποία ανευρίσκεται μετά από συνυπολογισμό των περιουσιακών του στοιχείων αφενός, και των χρηματικών του υποχρεώσεων αφετέρου.»

 

Στην Θεωρή v. Χρυσοστόμου (2003) 1 Α.Α.Δ. 386, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, σχετικά με την εφαρμογή του τεκμηρίου του 1/3 του Άρθρου 14(2) του Ν.232/91:

 

«…η εφεσίβλητη, αν και απέδειξε ότι συνεισέφερε στην αύξηση της ακίνητης περιουσίας του εφεσείοντος, εν τούτοις απέτυχε να αποδείξει, με θετικό τρόπο, την έκταση της συνεισφοράς της σ΄αυτή την αύξηση. Ταυτόχρονα, έκρινε ότι ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει ότι η εφεσίβλητη δεν συνεισέφερε, με κανένα τρόπο, στην αύξηση της ακίνητης περιουσίας του. Ως εκ τούτου, εφόσον δεν είχε αποδειχθεί ούτε μεγαλύτερη, ούτε μικρότερη, αλλά ούτε και ανύπαρκτη συνεισφορά της εφεσίβλητης στην αύξηση της ακίνητης περιουσίας του εφεσείοντος, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εφάρμοσε το τεκμήριο του εδαφίου (2) του άρθρου 14 του Νόμου σύμφωνα με το οποίο, εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά, η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης».

 

Στην Γ.Μ.Β. v. Τ.Α., Έφεση Αρ. 15/20, ημερ. 24.11.2022, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στις υποθέσεις περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων ή πρώην συζύγων, αυτή ή αυτός που διεκδικεί, οφείλει να αποδείξει την αξία της επαύξησης της περιουσίας του άλλου και τη δική του συνεισφορά στην απόκτηση της, έχοντας, ως προς το δεύτερο σκέλος, το ευεργέτημα του νόμου, ώστε στην περίπτωση που αποδείξει την επαύξηση και ότι συνείσφερε, αλλά όχι το μέγεθος της συνεισφοράς του, να του αποδοθεί το ένα τρίτο της επαύξησης)».

 

Έφεση

 

Θα εξετάσουμε τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης μαζί, λόγω της συνάφειας τους. Μέσω αυτών καταλογίζεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα θεώρησε ότι δεν αποδείχθηκε συνεισφορά του Εφεσείοντος πέραν του ½ σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα και ότι παρέλειψε να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής των δανείων και ως προς την προέλευση των χρημάτων για την απόκτηση της επίδικης περιουσίας. Στην αιτιολογία αυτών προβάλλεται ότι από τη μαρτυρία προέκυπτε ότι συνολικά ο Εφεσείων είχε το διπλάσιο εισόδημα από την Εφεσίβλητη και ότι δεν υπήρχε εύρημα ότι απέκτησε άλλη περιουσία εκτός από την επίδικη, ούτε ότι υπήρχαν άλλοι πόροι σε σχέση με την απόκτηση της περιουσίας. Το Δικαστήριο δεν προέβη σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που είχε παρουσιάσει ο Εφεσείων ως προς τον τρόπο πληρωμής των δόσεων από την οποία προέκυπτε ότι αυτές πληρώνονταν σε τεράστιο ποσοστό από τον ίδιο και παρέλειψε να αποδεχτεί τη θέση του ως προς τη συνεισφορά του στην απόκτηση της επίδικης περιουσίας, πέραν της πληρωμής των δανείων. Σύμφωνα με τη θέση του, το Δικαστήριο όφειλε να αυξήσει το μερίδιο του επί της ακίνητης ιδιοκτησίας πέραν του ½ που ήδη κατέχει, έχοντας υπόψη το σημαντικά μεγαλύτερο εισόδημα του σε σχέση με την Εφεσίβλητη, αλλά και τη σημαντικά μεγαλύτερη συνεισφορά του στα έξοδα της οικογένειας.

 

Οι διάδικοι, εργαζόμενοι και οι δύο, κατέθεσαν καταστάσεις των ασφαλιστέων αποδοχών τους από τον αρραβώνα μέχρι την ημερομηνία διάστασης. Ο Εφεσείων, εκτός από την εργασία του σε ασφαλιστικές εταιρείες ήταν παραδεκτό ότι: (i) διορίστηκε τον Ιούλιο του 1996 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2001 ως αφέτης στη Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας και κατά την επίδικη περίοδο δίδαξε ένα μάθημα στο Ασφαλιστικό Ινστιτούτο Κύπρου, λαμβάνοντας £1.500 περίπου, (ii) από τον Απρίλιο του 2008 μέχρι και τον Μάιο του 2012 πήρε προμήθειες ύψους €12.770, (iii) κατά τη διάρκεια του γάμου πραγματοποίησε κέρδη £93.000 από αγοραπωλησία μετοχών στο Χρηματιστήριο και ότι κατά το 2005 αγόρασε με άλλους φίλους του χωράφι στο Τσέρι για το ποσό των £56.000, το οποίο πούλησαν το 2007 για το ποσό των £110.000 και ο Εφεσείων έλαβε το μερίδιο του ύψους £36.666.

 

Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους οι διάδικοι απέκτησαν την ακόλουθη ακίνητη περιουσία, την οποία κατείχαν κατά τον χρόνο της διάστασης: (i) Από ½ μερίδιο έκαστος στη συζυγική κατοικία στην Έγκωμη, αξίας κατά τον χρόνο της διάστασης €564.000, (ii) Από ½ μερίδιο έκαστος χωραφιού στον Άγιο Θεόδωρο Λάρνακας, αξίας κατά τον χρόνο διάστασης €86.000, (iii) Εξοχική κατοικία στον Πρωταρά, στο όνομα της Εφεσίβλητης, αξίας κατά τον χρόνο διάστασης €128.000.

 

Ήταν παραδεκτό γεγονός ότι το οικόπεδο επί του οποίου κτίστηκε η συζυγική κατοικία αγοράστηκε στις 29.9.95 για το ποσό των £20.000. Σύμφωνα με τον Εφεσείοντα, για την αγορά του οικοπέδου καταβλήθηκε το ποσό των £10.000 από δάνειο που έλαβε από τη ΣΠΕ Αγίου Δομετίου, τις δόσεις του οποίου κατέβαλλε ο ίδιος και με εξασφάλιση γραμμάτιό του και ότι το υπόλοιπο πληρώθηκε από χρήματα που έλαβαν από τα δώρα του γάμου τους. Το δάνειο αυτό, στη συνέχεια, εξοφλήθηκε με διαδοχικά δάνεια που συνήψε ο ίδιος. Η συνεισφορά του στην απόκτηση του οικοπέδου υπερέβαινε το 75% της αξίας του, ενώ η συνεισφορά της Εφεσίβλητης περιορίζετο μόνο στο ποσό των £5.000 που αφορούσε τα μισά λεφτά του γάμου. Η Εφεσίβλητη ως προς τις £10.000 ισχυρίστηκε ότι απέσυρε £5.096,33 από λογαριασμό της και ποσό £5.885 από τα δώρα γάμου και ότι έγινε γραμμάτιο στο όνομα του Εφεσείοντος, το οποίο δεσμεύτηκε και συνήψε ο Εφεσείων στο όνομα του δάνειο. Η ίδια κατέβαλλε με μετρητά, το ήμισυ των δόσεων. Ως προς τις υπόλοιπες £10.000, ισχυρίστηκε ότι καταβλήθηκαν από δικά της χρήματα και συγκεκριμένα £6.000 που κατείχε πριν τον αρραβώνα και £4.000 που της έδωσε ως δωρεά ο πατέρας της. 

 

Ως προς το κόστος ανέγερσης της κατοικίας, ήταν παραδεκτό ότι στοίχησε συνολικά, μαζί με τον εξοπλισμό, £108.000 περίπου. Σύμφωνα με τον Εφεσείοντα, το κόστος ανέγερσης της συζυγικής κατοικίας, αποπληρώθηκε ως εξής: (i) £8.000 βοήθεια από τους γονείς της Εφεσίβλητης και £8.000 από τη μητέρα του, (ii) £7.100 που έλαβε η Εφεσίβλητη από την Υπηρεσία Μέριμνας ως πρόσφυγας,                           (iii) €55.000 από είτε δικά του, είτε κοινά διαδοχικά δάνεια, (iv) το υπόλοιπο ποσό των €30.000 καλύφθηκε από τα εισοδήματα του, από κέρδη από αγοραπωλησία μετοχών στο Χρηματιστήριο ή άλλως πώς. Σύμφωνα με την Εφεσίβλητη, το κόστος ανέγερσης της κατοικίας καλύφθηκε με (i) £40.000 από κοινά δάνεια, (ii) £23.000 από δώρα των γονέων της και της γιαγιάς της, καθώς και καταθέσεις της ύψους £2.039 και £5.000, ως επίσης και £2.480 που έλαβε από το Ταμείο Προνοίας, (iii) £7.100 από την Υπηρεσία Μέριμνας ως πρόσφυγας,    (iv) £9.820 από δώρα γάμου, (v) £2.200 από τόκους γραμματίων.

 

Όσον αφορά το χωράφι στον Άγιο Θεόδωρο, ήταν κοινά παραδεκτό ότι αγοράστηκε για το ποσό των £37.250 και ενεγράφη ανά ½ μερίδιο στο όνομα του καθενός. Σύμφωνα με τον Εφεσείοντα, για την αγορά καταβλήθηκε το ποσό των £25.000 από κοινό δάνειο ύψους £68.000 και το υπόλοιπο από μετρητά από κέρδη που είχε από το Χρηματιστήριο. Σύμφωνα με την Εφεσίβλητη, ολόκληρο το ποσό των £37.250 πληρώθηκε από το δάνειο και με το υπόλοιπο ποσό πλήρωσαν το δάνειο στη ΣΠΕ Αγίου Δομετίου.

 

Ήταν η θέση του Εφεσείοντος ότι όλες οι δόσεις των δανείων που έγιναν είτε εν όλω, είτε εν μέρει για την ανέγερση της κατοικίας και την αγορά του εξοπλισμού, την αγορά του οικοπέδου και του χωραφιού, καθώς και τα μεταγενέστερα δάνεια με τα οποία εξοφλήθηκαν τα δάνεια αυτά, πληρώνονταν κατά κύριο λόγο από τον ίδιο, με πολύ περιορισμένη συνεισφορά από την Εφεσίβλητη. Αντίθετα, ήταν η θέση της Εφεσίβλητης ότι η ίδια κατέβαλλε το ήμισυ των δόσεων των κοινών δανείων αλλά και μέρος των εξόδων συντήρησης της οικογένειας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν αμφισβητείτο ότι υπήρξε αύξηση στην περιουσία της Εφεσίβλητης, όπως και το ότι ο Εφεσείων δεν αμφισβητούσε ότι η Εφεσίβλητη είχε συνεισφορά στην απόκτηση της περιουσίας τους. Υπέδειξε δε ότι αυτό που αμφισβητούσε ο Εφεσείων ήταν το ύψος της συνεισφοράς της. Στη συνέχεια, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος, με βάση τους οποίους διεκδικούσε το 75% με 80% της συζυγικής κατοικίας και του χωραφιού, ανέφερε ότι εφόσον ο Εφεσείων επέλεξε με αυτόν τον τρόπο τον πραγματικό υπολογισμό, θα έπρεπε να αποδείξει με θετικό τρόπο το ύψος της συνεισφοράς του. Παραπέμπουμε στο σχετικό απόσπασμα:

 

«Αφής (sic) στιγμής ο Αιτητής δεν περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του Νόμου 232/91 (αφού έτσι και αλλιώς ήδη κατέχει το ½) και στον καθιερούμενο με αυτό τεκμαρτό προσδιορισμό της συμβολής και του μεγέθους της στο 1/3, αλλά θεμελιώνει την αίτηση του στον πραγματικό υπολογισμό, δηλαδή ζητεί να του επιδικαστεί πέραν του 1/3 επί των αποκτημάτων της πρώην συζύγου του, τότε πρέπει αναγκαίως να προσδιορίζει στο δικόγραφο της αίτησης του, εκτός από τα άλλα στοιχεία, τον τρόπο της συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της Καθ'ης η αίτηση, την αξία αυτής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του Καθ'ης η αίτηση και της δικής του συμβολής.

 

 Ήταν εύλογη η καθοδήγηση από την Παναγιώτου (Σφικτού) ν. Παναγιώτου (2007) 1 Α.Α.Δ. 28, όπου επεξηγήθηκε η διάκριση ανάμεσα στον τεκμαρτό και πραγματικό υπολογισμό, ως ακολούθως:

 

«Οι αρχές που διέπουν γενικά το θέμα της απαίτησης και αυτά της περιουσίας του ενός συζύγου από τον άλλο αναλύθηκαν στην υπόθεση Ορφανίδης ν. Ορφανίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 179.  Με βάση τις αρχές αυτές ο δικαιούχος σύζυγος μπορεί να επιλέξει ανάμεσα στο τεκμαρτό υπολογισμό του εδαφίου (2) του άρθρου 14 και στον πραγματικό υπολογισμό του εδαφίου (1) του ιδίου άρθρου.  Μπορεί έτσι, αν η συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου είναι περισσότερη από το 1/3 να επιδιώξει τον πραγματικό υπολογισμό.

 

Όπου αποδεικνύεται η αύξηση της περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου και η ύπαρξη της συνεισφοράς, εάν δεν αποδειχθεί το ύψος της συνεισφοράς αυτής, με βάση το τεκμήριο του άρθρου 14(2) , το ύψος της συνεισφοράς καθορίζεται στο 1/3 της αξίας της αυξηθείσας περιουσίας.

 

Από την απόφαση στην Ορφανίδης ν. Ορφανίδη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1889 προκύπτει ότι ο διεκδικών διάδικος πρέπει να αποδείξει με «θετικό τρόπο το ύψος της συνεισφοράς . . . στην αύξηση της περιουσίας».  Έτσι, προκύπτει σαφώς ότι στην περίπτωση που ο αιτητής διεκδικεί ποσό πέραν του τεκμηρίου, θα πρέπει να αποδεικνύει με θετικό τρόπο το ύψος της συνεισφοράς του, που υπερβαίνει το 1/3». 

 

 Δικαιολογημένη κρίνεται και η αναφορά στην Α. Μ. ν. Κ. Α., Έφ. Αρ. 21/20, ημερ. 26.2.24, όπου επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές, ως ακολούθως:

 

«Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το βάρος απόδειξης είναι ορθή. Η εφεσείουσα ήτο ήδη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου της συζυγικής κατοικίας και επιζητούσε περισσότερα, συνεπώς εφαρμογή είχε ο πραγματικός υπολογισμός. Η εφεσείουσα είχε υποχρέωση να προσφέρει θετική μαρτυρία ως προς το ύψος της συνεισφοράς της στην αύξηση της περιουσίας.  Στην απόφαση Ελευθερίου v. Ελευθερίου, Έφεση Αρ. 11/18, ημερ. 3 Ιουνίου, 2021, ECLI:CY:DOD:2021:11 υποδείχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

"Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας τους ισχυρισμούς της Εφεσείουσας, στη βάση των οποίων διεκδικούσε το ½ της περιουσίας του Εφεσίβλητου, επιλέγοντας, με αυτό τον τρόπο, τον πραγματικό υπολογισμό της συνεισφοράς της, ορθά εξέτασε αν υπήρχε από μέρους της οποιαδήποτε χρηματική συνεισφορά.  Και τούτο διότι σε μια τέτοια περίπτωση η Εφεσείουσα, ως ο διεκδικών διάδικος, ήτο επιφορτισμένη να αποδείξει με θετικό τρόπο το ύψος της συνεισφοράς της στην αύξηση της περιουσίας (Ορφανίδης v. Ορφανίδη (2001) 1 A.A.Δ. 1889 και  Χρυστάλλα Παναγιώτου (Σφικτού) v. Ορφέα Παναγιώτου (2007) 1 Α.Α.Δ. 28)"».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη συνέχεια, επεσήμανε πως το γεγονός και μόνο ότι ο Εφεσείων λάμβανε περισσότερα εισοδήματα, τόσο από τον μισθό του όσο και από άλλες πηγές δεν συνεπάγετο, δίχως άλλο, ότι η συνεισφορά του στην απόκτηση της περιουσίας ήτο μεγαλύτερη από της Εφεσίβλητης. Έκρινε, επίσης, ότι η μαρτυρία του στο καίριο ζήτημα ως προς το ακριβές ύψος της συνεισφοράς του παρέμεινε ατεκμηρίωτη, γενική και αόριστη και ότι αποτελούσε ακροσφαλές υπόβαθρο προκειμένου το Δικαστήριο να μπορούσε να καταλήξει με βεβαιότητα ότι η συνεισφορά του στη συζυγική κατοικία και στο χωράφι ήταν της τάξης των 75% με 80%, ώστε να αναπροσάρμοζε τα μερίδια που ήδη κατείχαν οι διάδικοι, με αναφορά σε αντιφάσεις μεταξύ των δικογράφων και της μαρτυρίας και στις αδυναμίες στην ίδια τη μαρτυρία του Εφεσείοντος, όπως για παράδειγμα (i) το ότι ισχυρίστηκε ότι προ του αρραβώνα του είχε ένα γραμμάτιο το οποίο δόθηκε ως εξασφάλιση για τη σύναψη του δανείου για την αγορά του οικοπέδου. Το Δικαστήριο υπέδειξε ότι το εν λόγω γραμμάτιο έφερε ημερομηνία 29.9.95, δηλαδή μετά την ημερομηνία αρραβώνων και γάμου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι αυτό το ποσό προϋπήρχε και αφορούσε περιουσία προ του αρραβώνα και του γάμου, (ii) ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι όντως δόθηκαν £16.000 από τους γονείς τους για την ανέγερση της συζυγικής κατοικίας, (iii) ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει από πού ακριβώς καλύφθηκε το υπόλοιπο των £30.000 που ανέφερε ότι δαπανήθηκε για την κατοικία, (iv) ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τη θέση του ότι το υπόλοιπο για την αγορά του χωραφιού στον Άγιο Θεόδωρο καταβλήθηκε από τα κέρδη του στο Χρηματιστήριο. Παραθέτουμε απόσπασμα:

 

«Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του για το πώς πληρώθηκε η αγορά του χωραφιού στον Άγιο Θεόδωρο το οποίο κόστισε £37.250. Υποστηρίζει ότι οι £25.000 πληρώθηκαν με κοινό δάνειο και το υπόλοιπο ποσό των £12.500 από τα κέρδη του Αιτητή από το Χρηματιστήριο. Ο ισχυρισμός του για τις £12.500 παρέμεινε εντελώς αστήρικτος. Σημειώνεται ότι στις 15/10/2001 οι διάδικοι σύναψαν ακόμη ένα κοινό δάνειο ύψους £68.000 από την USB Bank, με το οποίο εξόφλησαν το υπόλοιπο ποσό του κοινού δανείου που είχαν κάνει στην ΣΠΕ Αγίου Δομετίου το οποίο ήταν £28.903,68σεντ. Προκύπτει εύλογα το ερώτημα γιατί δόθηκε μόνο το ποσό των £25.000 από το εν λόγω δάνειο για την αγορά του χωραφιού όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής, αφού με το ποσό των €68.000 μπορούσε να εξοφληθεί και το υπόλοιπο του δάνειου στην Σπε Αγίου Δομετίου αλλά και το τίμημα για το χωράφι στον Άγιο Θεόδωρο;».

 

Το Δικαστήριο κατέληξε στην απόρριψη της αίτησης, με το εξής σκεπτικό:

 

«Ο Αιτητής καταφέρνει να αποδείξει ότι επήλθε ουσιώδης αύξηση της περιουσίας της Καθ'ης η αίτηση, κάτι που εν πολλοίς είναι αυταπόδεικτο από τα ίδια τα παραδεκτά γεγονότα (αύξηση η οποία αφορά και στον ίδιο, το επισημαίνω, ανεξάρτητα αν δεν αποτελεί πλέον επίδικο ζήτημα λόγω της απόρριψης της ανταπαίτησης). Αυτό που στην πραγματικότητα έχει καταφέρει να αποδείξει ο Αιτητής είναι ότι έχει συνεισφέρει στην απόκτηση της οικογενειακής περιουσίας από τους δυο (περιουσία η οποία δεν υπήρχε πριν από τον γάμο και αποκτήθηκε μεσούσης της έγγαμης σχέσης, εξού και αποτελεί αύξηση), χωρίς ωστόσο η μαρτυρία του να έχει κριθεί επαρκής ή προσδιοριστική του κατά πόσο η συνεισφορά του αυτή αφορά σε ποσοστό μεγαλύτερο του ½ που εν πάση περιπτώσει κατέχει ο ίδιος, ώστε να μπορεί να συνυπολογιστεί ότι συνεισέφερε και στην αύξηση της περιουσίας της Καθ'ης η αίτηση.

 

[…]

 

Από τη μαρτυρία που τέθηκε και όπως τέθηκε ενώπιον μου, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο για το Δικαστήριο, να προβεί σε μία λογιστική αποτίμηση της πραγματικής συνεισφοράς του κάθε διάδικου στην απόκτηση της επίδικης περιουσίας και ανάλογη, εντεύθεν, αναπροσαρμογή των μεριδίων των διαδίκων επί του συζυγικού οίκου και επί του χωραφιού στον Άγιο Θεόδωρο (στα οποία ο Αιτητής ήδη κατέχει από ½ μερίδιο)». 

 

Έχουμε εξετάσει με προσοχή τις θέσεις του Εφεσείοντος, οι οποίες είχαν σαν κύριο έρεισμα τα μεγαλύτερα εισοδήματα του έναντι της Εφεσίβλητης. Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπέδειξε ότι ο Εφεσείων, εφόσον διεκδικούσε ποσοστό συνεισφοράς πέραν του ½ που ήδη κατείχε, επέλεξε τον πραγματικό υπολογισμό και θα έπρεπε να αποδείξει με θετικό τρόπο το ύψος της συνεισφοράς του στην αύξηση της περιουσίας της Εφεσίβλητης και ότι το γεγονός και μόνο ότι λάμβανε περισσότερα εισοδήματα δεν σήμαινε απαρεγκλίτως ότι είχε και μεγαλύτερη συνεισφορά. Ούτε και οι αποδείξεις παραλαβής χρημάτων για αποπληρωμή των δανείων, οι οποίες φέρουν το όνομα του, δύνανται να είναι συμπερασματικές, χωρίς άλλο, ως προς το ύψος της συνεισφοράς του. Το Δικαστήριο επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους κατέληξε ότι ο Εφεσείων δεν κατέδειξε με θετικό τρόπο ότι η συνεισφορά του ήταν πέραν του ½. Καταλήγουμε ότι η διαπίστωση αυτή του Δικαστηρίου ήταν εύλογη και δικαιολογείται από την ενώπιον του μαρτυρία.

 

Συνακόλουθα, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων καταλογίζει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα παρέλειψε να αποδώσει στον Εφεσείοντα σε σχέση με τις καταθέσεις της Εφεσίβλητης ύψους €27.800, τη συνεισφορά του, είτε ανάλογη με τα εισοδήματα των διαδίκων, είτε στη βάση του τεκμηρίου του 1/3. Στην αιτιολογία αυτού προβάλλεται ότι εφόσον σε σχέση με το εξοχικό στον Πρωταρά, το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της Εφεσίβλητης, το Δικαστήριο απέδωσε στον Εφεσείοντα συνεισφορά 1/3, τότε τουλάχιστον θα έπρεπε να αποδώσει ανάλογη συνεισφορά και στο ποσό των €27.800, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η θέση του ότι η συνεισφορά του ήταν πολύ μεγαλύτερη του ½ και ότι αξίωνε περισσότερα.

 

Ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, το Δικαστήριο κατέγραψε ότι ήταν παραδεκτό γεγονός ότι η Εφεσίβλητη, κατά τη διάσταση, είχε το ½ μερίδιο της συζυγικής κατοικίας και του χωραφιού και ολόκληρη την εξοχική κατοικία. Καταγράφηκε, επίσης, ως παραδεκτό γεγονός ότι κατά τη διάσταση η Εφεσίβλητη είχε κατάθεση στο όνομα της ύψους €27.800, ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ½ αυτοκινήτου και ότι είχε μετοχές άνευ αξίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν θα το απασχολούσαν οι μετοχές λόγω της μηδαμινής τους αξίας, αλλά ούτε και το αυτοκίνητο, λόγω του ότι δεν προωθήθηκε αξίωση εκ μέρους του Εφεσείοντος, αλλά ούτε υπήρχε μαρτυρία εμπειρογνώμονα για την αξία του κατά τη διάσταση. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Εφεσείων επικέντρωσε την αξίωση της συνεισφοράς του στα τρία ακίνητα και δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με την υπόλοιπη περιουσία που κατείχε η Εφεσίβλητη κατά τη διάσταση, δεν ασχολήθηκε δηλαδή με το ποσό των €27.800.

 

Ο Εφεσείων, παρόλο που στην εναρκτήρια αίτηση του ανέφερε γενικά ότι η Εφεσίβλητη διατηρούσε κατά τη διάσταση καταθέσεις, καμμιά αναφορά δεν έκανε στη γραπτή του μαρτυρία ότι η Εφεσίβλητη είχε καταθέσεις κατά τη διάσταση και ότι διεκδικούσε τη συνεισφορά του στο ποσό των €27.800. Σύμφωνα με τη νομολογία, ζήτημα που δεν ηγέρθηκε πρωτόδικα δεν μπορεί να εγερθεί κατ’ έφεση (βλ. Saygames Ltd κ.ά. v. Beresnev s.r.o., Πολ. Έφ. Αρ. Ε48/25, ημερ. 16.10.26).

 

Το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων επικέντρωσε την αξίωση συνεισφοράς του στα ακίνητα είναι ορθό.

 

Έπεται πως και ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Αντέφεση

 

Με τον πρώτο λόγο αντέφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ανταπαίτηση της Εφεσίβλητης δεν προωθήθηκε ούτε με τη μαρτυρία, ούτε με τη γραπτή αγόρευση και ότι εσφαλμένα δεν προέβη σε αξιολόγηση του Σ. Ν. (Μ.Υ.2), καθώς και του διευθυντή της ιδιοκτήτριας εταιρείας των διαμερισμάτων στην Αγλαντζιά, Γ. Κ.

 

Σύμφωνα με την Εφεσίβλητη, ο Εφεσείων αγόρασε από τον φίλο του, τον Γ. Κ., διαμέρισμα στην Αγλαντζιά και η ίδια του έδωσε €4.000 ως το ½ της προκαταβολής, αφού της υποσχέθηκε ότι το ½ του διαμερίσματος θα το ενέγραφε στην ίδια, υπόσχεση που δεν κράτησε και ούτε της επέστρεψε το ποσό που του έδωσε. Θέση του Εφεσείοντος ήταν ότι δεν απέκτησε οποιοδήποτε διαμέρισμα στην Αγλαντζιά, παραδέχθηκε όμως ότι η Εφεσίβλητη του μετέφερε €4.000, τις οποίες υποστήριξε ότι της επέστρεψε σε μετρητά. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία της πολυκατοικίας, τους προσκόμισε κατάσταση ιδιοκτητών, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το όνομα του Εφεσείοντος. Ο Γ. Κ. στη μαρτυρία του ανέφερε ότι ο Εφεσείων δεν ήταν ποτέ ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, ότι πράγματι αρχικά είχαν συμφωνήσει να το αγοράσει και για αυτόν τον λόγο το όνομα του συμπεριλαμβανόταν στην κατάσταση ιδιοκτητών, αλλά μετά δεν προχώρησε η πράξη, έτσι το διαμέρισμα έμεινε στην ιδιοκτησία της εταιρείας, η οποία τελικά το πώλησε σε άλλο πρόσωπο.

 

Σημειώνουμε ότι καταγράφηκε ως πραγματικό γεγονός ότι από τον αρραβώνα των διαδίκων μέχρι και τη διάσταση δεν υπήρχε εγγεγραμμένο στο όνομα του Εφεσείοντος οποιοδήποτε ακίνητο στην Αγλαντζιά. Ούτε και δόθηκε μαρτυρία ότι είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο σχετικό πωλητήριο έγγραφο.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η ανταπαίτηση δεν προωθήθηκε ούτε με τη μαρτυρία, αλλά ούτε με την αγόρευση και ως εκ τούτου την εξέλαβε ως εγκαταλειφθείσα και την απέρριψε, και για τον λόγο αυτό δεν σχολίασε τη μαρτυρία των Μ.Υ.2 και Γ. Κ., ως ανέφερε. Έλαβε δε καθοδήγηση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στέλιος Σάββα & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή 1/19, ημερ. 28.5.20, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Όπως είναι άλλωστε παγίως καθιερωμένο η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί». 

 

Κρίνουμε ότι η απόρριψη της ανταπαίτησης της Εφεσίβλητης από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν εύλογη. Η Εφεσίβλητη στη γραπτή της μαρτυρία απλά κατέγραψε τη δική της θέση για το διαμέρισμα στην Αγλαντζιά, χωρίς να αιτείται ή προωθεί την απόδοση οποιασδήποτε θεραπείας στην ανταπαίτηση. Αίτημα της με τη γραπτή δήλωση ήταν μόνο η απόρριψη της εναρκτήριας αίτησης με έξοδα σε βάρος του Εφεσείοντος. Περαιτέρω, δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε η θέση του Γ. Κ. ότι το επίδικο διαμέρισμα είχε πωληθεί και μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο. Επομένως, μόνο χρηματική απόδοση της συνεισφοράς μπορούσε να διεκδικήσει η Εφεσίβλητη. Όμως η Εφεσίβλητη δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την αξία του διαμερίσματος κατά τη διάσταση (βλ. Μονογιού ν. Αδάμου, Έφ. Αρ. 21/20, ημερ. 26.2.24).

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αντέφεσης απορρίπτεται.

 

Απορριπτέος κρίνεται και ο τρίτος λόγος αντέφεσης, με τον οποίο η Εφεσίβλητη παραπονείται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε εύρημα ότι η Εφεσίβλητη κατέβαλε στον Εφεσείοντα το ποσό των €4.000 υπό μορφή δανείου, εφόσον δεν υπήρχε τέτοιος ισχυρισμός στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση αλλά ούτε και αξίωση για επιστροφή του ποσού στη βάση δανείου. Η αξίωση ήταν για απόδοση σε αυτήν της συνεισφοράς της στη βάση του Άρθρου 14 του Ν.232/91.

 

Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αντέφεσης απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο αντέφεσης, η Εφεσίβλητη προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέδωσε το ποσό των €15.365,91 που αντιπροσώπευε το 1/3 της καθαρής αξίας του εξοχικού στον Πρωταρά, το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της Εφεσίβλητης.

 

Αποτελούσε κοινό έδαφος ότι το εξοχικό στον Πρωταρά αγοράστηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης για το ποσό των €116.000 για το οποίο δόθηκε το ποσό των €31.000 ως προκαταβολή, από το ταμείο προνοίας που έλαβε η Εφεσίβλητη και το υπόλοιπο με δάνειο ύψους €85.000 που συνήψε η ίδια. Κατά τη διάσταση, το υπόλοιπο του δανείου ήταν €81.902,27 και εφόσον η αξία του διαμερίσματος ήταν €128.000, η καθαρή αξία ήταν €46.097,73. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε, εν προκειμένω, το νομοθετικό τεκμήριο του 1/3 και απέδωσε στον Εφεσείοντα το ποσό των €15.365,91, με το εξής σκεπτικό:

 

«Ο Αιτητής σε σχέση με το εξοχικό στον Πρωταρά διεκδικεί το 1/3 της καθαρής του αξίας (αφαιρουμένου του δανείου) κατά την ημερομηνία της διάστασης, ήτοι επικαλείται το τεκμήριο του 1/3. Στηρίζει τον ισχυρισμό του στο γεγονός ότι η συμμετοχή του στα κοινά έξοδα, στα έξοδα του σπιτιού και των εξόδων των παιδιών ήταν πολύ μεγαλύτερη, γεγονός που συνέβαλε στο να μπορέσει η Kαθ' ής η αίτηση να προχωρήσει με τη σύναψη δανείου και την πληρωμή δόσης.

 

Εν προκειμένω ο Αιτητής απέδειξε αύξηση της περιουσίας της Καθ'ης η αίτηση, καθώς επίσης απέδειξε την αιτιώδη συνάφεια της συνεισφοράς του στην αύξηση αυτή και δικαιολογημένα αξιώνει το 1/3 της καθαρής του αξίας (αφαιρουμένου του δανείου) κατά την ημερομηνία της διάστασης, (€46.097,73σεντ καθαρή αξία ÷1/3 = €15.365,91σεντ)».

 

Το Δικαστήριο παρέθεσε, επίσης, απόσπασμα από την αντεξέταση του Εφεσείοντος όπου η Εφεσίβλητη παραδέχθηκε ότι τα έξοδα της κατοικίας και τα ιατρικά έξοδα τα κατέβαλλε ο Εφεσείων, με την Εφεσίβλητη να ισχυρίζεται ότι κατέβαλλε κάποια από τα έξοδα κάποτε. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο σημείωσε ότι το ταμείο προνοίας της Εφεσίβλητης παρέμεινε άθικτο μέχρι τον Ιούλιο του 2011, ότε και το μεγαλύτερο μέρος του χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του εξοχικού στον Πρωταρά.

 

Με δεδομένη την παραδοχή της Εφεσίβλητης ότι ο Εφεσείων είχε συνεισφορά στα κοινά έξοδα, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέδωσε το 1/3 της καθαρής αξίας του εξοχικού κατά τη διάσταση.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αντέφεσης απορρίπτεται.

 

Με τον τέταρτο λόγο αντέφεσης, η Εφεσίβλητη προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε λανθασμένα το Τεκμήριο 69 που αφορούσε τον ισχυρισμό της ότι κατείχε πριν τον αρραβώνα £6.000 στη Λαϊκή Τράπεζα και ότι έδωσε αυτό το ποσό για την αγορά του οικοπέδου στο οποίο κτίστηκε η συζυγική κατοικία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η Εφεσίβλητη δεν τεκμηρίωσε ότι πράγματι είχε αυτό το ποσό, εφόσον στο Τεκμήριο 69 που προσκόμισε δεν φαινόταν να υπήρχε κατατεθειμένο αυτό το ποσό και ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός είχε αρνητικό πρόσημο. Δεν θα ασχοληθούμε με τον λόγο αυτό της αντέφεσης εφόσον η Εφεσίβλητη, με την ανταπαίτηση της, δεν διεκδικούσε οποιαδήποτε αύξηση του ½ που κατείχε στο οικόπεδο και τη συζυγική κατοικία.

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο τέταρτος λόγος αντέφεσης απορρίπτεται.

 

Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, τόσο η έφεση όσο και η αντέφεση απορρίπτονται. Λόγω της όμοιας κατάληξης, θεωρούμε ορθό όπως μη επιδικάσουμε έξοδα υπέρ οποιουδήποτε διαδίκου. Συνεπώς, κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της τόσο στην έφεση όσο και στην αντέφεση.

 

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.            Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.              Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο